Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ…

 

Ψυχοφελή

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλης (+)

    Κατά τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνος, στα χρό­νια της βασιλείας του Θεοδοσίου του Μεγάλου ζούσε στην Κωνσταντινούπολι ο Ιουλιανός, ένας ενάρετος και ευσεβής Χριστιανός. Αυτός στα νειάτα του είχε πλούτο πολύ, αλλά στα γηρατειά του επτώχευσε. Αντιμετωπίζοντας την κατάστασι της φτώχειας του, σκεπτόταν τι μπορούσε να κάνη. Και λύσι δεν εύρισκε. Εν τω μεταξύ έφτασε σε τόση μεγάλη φτώχεια, που δεν μπορούσε να εξοικονομήση τα απαραίτητα για την επιβίωσί του. Κάποια στιγμή του ήρθε μία έμπνευσις. Μία έμπνευσις περίεργη, παράξενη, απροσδόκητη, αλλά και πρω­τότυπη. Αν και η ιδέα αυτή φαινόταν παράδοξη, η φωνή της συνειδήσεώς του δεν του αντιστρατεύθηκε.

Η σκέψις που έκανε σχετιζόταν με τον γυιό του. Ήταν μοναχοπαίδι και (ονομαζόταν Θεόφι­λος). Κάποια μέρα τον φωνάζει και του λέει: «Λοι­πόν, παιδί μου Θεόφιλε, αποφάσισα να σού προτεί­νω κάτι. Όπως βλέπεις είμαι πολύ αδύνατος και πολύ φτωχός. Δεν έχω τρόπο να εξοικονομήσω τα αναγκαία της ζωής. Αυτό που θα σού πω, θα σού φανή παράδοξο και σκληρό. Μη βιασθής όμως να το κρίνης… Θέλω να μου κάνης μία χάρι, για να βρω μία διέξοδο στην μεγάλη μου φτώχεια. Αν δεχθής, θα με σώσης τώρα στα γηρατειά μου, αλλά θα βρης και συ σωτηρία από τον Θεό, χάριν της υπακοής σου».

Ο Θεόφιλος αποκρίθηκε: «Πατέρα μου, είμαι έτοιμος να υπακούσω σε ό,τι μου πης».

Ο πατέρας ξεκίνησε τον λόγο από μακρυά, από τις ιστορίες της Π. Διαθήκης, από τον πα­τριάρχη Αβραάμ:

«Παιδί μου, ο μακάριος Αβραάμ με την γυ­ναίκα του την Σάρρα είχαν μεγάλη θλίψι, διότι προχώρησαν σε γεροντική ηλικία άτεκνοι. Αλλά ο Θεός έκανε το θαύμα του και τους εχάρισε ένα ευλογημένο γυιό, τον Ισαάκ. Αλλά αργότερα πήραν κάποια δύσκολη τροπή τα πράγματα. Ο Αβραάμ υπακούοντας στον Θεό ένα θλιβερό πρωί ξεκίνησε με τον γυιό του για κάποιο βουνό, για να τον θυσιάση. Ο Ισαάκ χωρίς μιλιά ακολουθούσε τον πα­τέρα του και μάλιστα κουβαλούσε στους ώμους του τα ξύλα για την θυσία. Σιωπηλός, χωρίς καμμία αντίδρασι προχωρούσε προς την θυσία. Η ταπείνωσις και η υπακοή του τον έσωσε. Και ούτε τελικά εσφάγη και η ζωή του ευλογήθηκε πολύ από τον Θεό. Αυτό το παράδειγμα του Ισαάκ, βάλ’ το βαθειά μέσα στην ψυχή σου. Δέξου την εντολή που θα σού δώσω και ελπίζω στον Θεό, ότι δεν θα το μετανοιώσης».

«Πατέρα», λέει ο Θεόφιλος, «τι σκέφθηκες; Θέλεις να με θανάτωσης, σαν τον Ισαάκ»;

«Όχι, παιδί μου. Μη γένοιτο. Κάτι άλλο ζητώ. Θέλω να σε πουλήσω ως δούλο, ώστε έτσι να λύσω το άλυτο πρόβλημα. Και να σταματήσω να ζητιανεύω δεξιά και αριστερά. Αν δεχθής να το κάνης, ο καλός Θεός θα δείξη έλεος σ’ εσένα για αυτήν την καλωσύνη σου, θα σού δώση πλούτο πολύ σ’ αυτήν την ζωή και στην άλλη θα σε αναπαύση στους κόλπους του Αβραάμ. Και θέλω ακόμη να σού δώσω και μία εντολή. Φρόντισε να την τηρήσης σ’ όλη σου την ζωή μέχρι την ώρα του θανάτου σου. Κάθε φορά που θα σε στέλλη το αφεντικό σου σε κάποια εξωτερική υπηρεσία, αν είναι ώρα Θείας Λειτουργίας, να περνάς πρώτα από την εκκλησία και να κάθεσαι εκεί μέχρι την απόλυσι και έτσι λειτουρ­γημένος να προχωρής στο έργο σου. Επίσης θέλω να δείχνης μεγάλη ευλάβεια προς την Παναγία. Αν εκτελέσης αυτές τις εντολές μου, ο Κύριος θα σε γλυτώση από φοβερή τρικυμία».

Αυτά είπε ο πατέρας. Τα λόγια ήταν για το γυιό του «ημέρα της κρίσεως». Εδώ θα κρινόταν η ψυχή του, η αγάπη του, η πίστις του. Ο Θεός όμως τον επεσκίασε, του έδωσε θάρρος.

«Πατέρα», λέει, «θα γίνουν όλα σύμφωνα με την θέλησί σου. Τα δέχομαι όλα».

Την επομένη ημέρα, με πόνο ψυχής ο Ιουλιανός πούλησε τον γυιό του. Τον αγόρασε κάποιος επίσημος άρχοντας, πατρίκιος και αξιωματούχος των ανακτόρων που ωνομαζόταν  Κωνσταντίνος. Ο άρ­χοντας εκτίμησε και αγάπησε πολύ τον καινούρ­γιο δούλο του, γιατί ήταν στολισμένος όχι μόνο με σωματική ομορφιά, αλλά και με όλες τις αρετές, με υπακοή, με σωφροσύνη, με ταπείνωσι. Τον εκτιμούσε και για τις γραμματικές του γνώσεις, την μόρφωσί του.

Παντού, όπου πήγαινε ο Κωνσταντίνος, ήθελε να έχη δίπλα του τον Θεόφιλο. Στο τραπέζι, πα­ρέστεκε κοντά του, έτοιμος και πρόθυμος. Τον υπηρετούσε με κάθε επιμέλεια. Έτσι όλα πήραν ένα καλό δρόμο. Όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν.

Αλλά μία ημέρα ξέσπασε ένας απροσδόκητος πειρασμός. (Τι σοφά που μας συμβούλεψε ο Κύ­ριος να λέμε στο «Πάτερ ημών», «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν»)! Ένας πειρασμός εις βά­ρος του Θεοφίλου.

Μέσα στο πλούσιο αρχοντικό υπήρχαν αρκετοί δούλοι. Όταν ο πατρίκιος έλειπε στην υπηρεσία του στα ανάκτορα, απέμεναν στο σπίτι η σύ­ζυγός του η αρχόντισσα και οι δούλοι. Αλλά η σύ­ζυγός του δεν ήταν προσεκτική στην προσωπική της ζωή. Κάποιος δούλος άρχισε να της αρέση. Και δεν το είχε τίποτε να φανή άπιστη στον σύ­ζυγό της. Το κακό την κυρίεψε.

Ο Κωνσταντίνος κάποια μέρα ξεκίνησε για το παλάτι. Πήρε μαζί του και τον αγαπητό του δούλο Θεόφιλο. Καθώς όμως πλησίαζε στα ανάκτορα διεπίστωσε ότι είχε ξεχάσει στο σπίτι του τον χαρτοφύλακά του, όπου υπήρχαν διάφορα έγ­γραφα και βασιλικά διατάγματα. «Θεόφιλε», λέει, «τρέξε γρήγορα στο σπίτι. Μέσα στο δωμάτιό μου έχω ξεχάσει τον χαρτοφύλακά μου. Πρέπει να μου τον φέρης όσο το δυνατόν γρηγορώτερα».

Ολοπρόθυμος, όπως πάντα ο Θεόφιλος, έσπευσε στο αρχοντικό. Λόγω της μεγάλης βιασύνης, χωρίς να χτυπήση πόρτες, μπήκε στο ευρύχωρο δωμάτιο του πατρικίου και με ταχύτητα άρπαξε τον χαρτοφύλακα κι έφυγε. Εκείνη την ώρα βρισκόταν πάνω στο κρεββάτι η σύζυγος του Κωνσταντίνου με τον δούλο. Διέπρατταν μοιχεία. Ο Θεόφιλος λόγω της υπερβολικής του βιασύνης δεν τους είδε. Αυτοί όμως δεν κατάλαβαν ότι δεν τους πρόσεξε. Ανατα­ραγμένοι για την απρόσμενη αυτή παρουσία, σκέφθηκαν να κάνουν κακό στον Θεόφιλο. Η σύζυγος του πατρικίου φέρθηκε σαν την γυναίκα του Πετεφρή. Μόλις επέστρεψε από τα ανάκτορα ο σύζυ­γός της, του είπε με προσποιητή αγανάκτησι:

«Τι τον αγόρασες αυτόν τον δούλο, τον Θεό­φιλο; Για να μου επιτεθή στο κρεββάτι ο άθλιος, να με ταπεινώση; Μόλις που πρόλαβα να φωνάξω τον τάδε δούλο και βοήθησε, ώστε να μη με ατιμάση αυτός ο αναίσχυντος. Σε προειδοποιώ στην ευχή των γονέων μου και στην σωτηρία της ψυχής μου: Αν αύριο δεν ιδώ το κεφάλι του άθλιου κομ­μένο, εγώ δεν παραμένω ούτε μία ώρα στο σπίτι σου. Παίρνω την προίκα μου και αναχωρώ».

Η ηθοποιία της ήταν άφθαστη. Ο σύζυγός της επείσθη απόλυτα στα λεγόμενά της. Εξωργίσθηκε ενάντια στον Θεόφιλο και της υποσχέθηκε ότι θα γίνη η επιθυμία της.

Την επομένη ημέρα συνάντησε στα ανάκτορα τον έπαρχο και του εξέθεσε τα καθέκαστα. «Αύριο πρωί θα σού τον στείλω. Να τον αποκεφαλίσης. Να σφράγισης το κεφάλι του σ’ ένα σάκκο και να μου το αποστείλης». Ο έπαρχος συμφώνησε μαζί του. Μόνο που του ζήτησε να ομολογήση το παράπτω­μα του δούλου του ενώπιον τριών μαρτύρων. Ε­κείνος βρήκε τρεις μάρτυρες και ενώπιόν τους ωμολόγησε: «Αγόρασα ένα νέο δούλο, και αυτός ο άθλιος εδυνάστευε την κυρία μου να κοιμηθή μαζί της». Αφού υπέγραψε αυτά με το χέρι του, συμ­φώνησαν να εκτελεσθή η επιθυμία του.

Έτσι ξημερώνοντας η επομένη ημέρα, ο Θεό­φιλος θα πήγαινε στον έπαρχο και θα του έλεγε: «Έρχομαι από τον κύριό μου τον Κωνσταντίνο. Σού φέρω τους χαιρετισμούς του και περιμένω την απόκρισί σου να την μεταφέρω». Έτσι συμφώνησαν.

Η σύζυγος και ο μοιχός δούλος εκείνη την νύχτα ένοιωθαν κακή χαρά. Μετά από λίγες ώρες θα απαλλάσσονταν οριστικά από την παρουσία του ανθρώπου που μισούσαν. Η σύζυγος ένοιωθε ικανοποίησι που το σχέδιό της εξελισσόταν κανονικά. Και ο σύζυγός της και ο έπαρχος επείσθηκαν ότι ο Θεόφιλος είναι ένα άθλιο υποκείμενο, που έπρεπε να τιμωρηθή παραδειγματικά, ώστε να πάρουν φό­βο και όσοι άλλοι δούλοι σκέπτονταν να προσβά­λουν την τιμή της κυρίας των.

Ξημέρωσε η καινούργια ημέρα. Ο πατρίκιος κάλεσε τον Θεόφιλο και του λέει: «Θα πας στον έπαρχο. Θα του πης ότι τον χαιρετώ και ότι περι­μένω απόκρισι». Εν τω μεταξύ ο έπαρχος είχε δώ­σει εντολή στους δημίους, μόλις έρθη κάποιος δού­λος από τον πατρίκιο Κωνσταντίνο, να τον αποκεφαλίσουν.

Ξεκίνησε λοιπόν ο Θεόφιλος για το επαρχείον. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε πλάι σε μία εκκλησία της Θεοτόκου. Ο πατέρας του τον συμβού­λεψε να ευλαβείται την Παναγία. Κατάλαβε ότι αυτή την ώρα γινόταν Θεία Λειτουργία. Μπαίνο­ντας μέσα να προσκυνήση διεπίστωσε ότι διαβα­ζόταν το αποστολικό ανάγνωσμα. Εκείνη την στι­γμή του ήρθε έντονη στο μυαλό η συμβουλή του πατέρα του: «Κάθε φορά που θα σε στέλλη το αφεντικό σου σε κάποια εξωτερική υπηρεσία, αν είναι ώρα Θείας Λειτουργίας, να περνάς πρώτα από την εκκλησία και να κάθεσαι εκεί μέχρι την απόλυσι, και έτσι λειτουργημένος να προχωρής στο έργο σου».

Η Θεία Λειτουργία προχωρούσε αργά. Ο Θεό­φιλος θυμόταν τον πατρικό λόγο, «μέχρι την απόλυσι». Αν δεν τελείωνε η Λειτουργία, δεν θα ξεκι­νούσε για τον έπαρχο. Εν τω μεταξύ στο σπίτι του πατρικίου, καθώς περνούσε η ώρα, υπήρχε κάποια έξαψις. Η σύζυγος και ο μοιχός δούλος αγωνιούσαν. «Μα, τι συνέβη; Γιατί αυτή η αργοπορία»; Ο δούλος σε μία στιγμή πλησιάζει το αφεντικό του και ζητεί να πάη στον έπαρχο για να φέρη το κομμένο κεφάλι του Θεοφίλου. Ο Κωνσταντί­νος συμφώνησε: «Πήγαινε»!

Μόλις βγήκε από την πόρτα του αρχοντικού άρχισε να τρέχη προς το επαρχείον. Έτρεχε και ήταν γεμάτος κακή χαρά, τρελλή χαρά, λες και επρόκειτο να πάρη κάποιο πολύτιμο θησαυρό.

Αυτός μεν και όλα τα δικά του συνδυάζονταν με την έννοια του τρεξίματος. Αντίθετα στον Θεό­φιλο όλα εναρμονίζονταν με την έννοια της αργοπο­ρίας. Ο ιερεύς, οι ψάλτες τα έλεγαν αργά. Η Θεία Λειτουργία αργούσε να τελειώση. Έτσι τα οικο­νόμησε ο Θεός, ο οποίος έβλεπε από πάνω όλα τα τεκταινόμενα εις βάρος του αθώου Θεοφίλου.

Με βήμα ταχύ ο κακός δούλος φθάνει στο σπί­τι του επάρχου και τον χαιρετά εξ ονόματος του πατρικίου Κωνσταντίνου. Εκεί κοντά στεκόταν κρυμ­μένος ο δήμιος με έτοιμο το σπαθί, ακονισμένο και ξεγυμνωμένο. Χωρίς καθυστέρησι συλλαμβάνει τον ένοχο δούλο και τον αποκεφαλίζει. Όλα έγιναν γρήγορα. Ο πονηρός δούλος δεν πρόλαβε να αντιδράση. Στην συνέχεια ο δήμιος έπλυνε το κεφάλι μέσα σε λεκάνη, και αφού στέγνωσε, το τύλιξε μ’ ένα μαντήλι, το τοποθέτησε μέσα σε σάκκο που στην συνέχεια τον εσφράγισαν.

Την ώρα ακριβώς που ασφάλιζαν το κεφάλι μέσα στον σάκκο, παρουσιάσθηκε και ο Θεόφιλος. Χαιρέτησε τον έπαρχο. Εκείνος κατάλαβε ότι τον έστειλε ο πατρίκιος για να του μεταφέρη το κομ­μένο κεφάλι. «Αυτός ο σάκκος προορίζεται για τον κύριό σου», του είπε. Και του τον έδωσε.

❖ ❖❖

    Ήσυχος και ήρεμος ο καλός δούλος επέστρεφε προς τον οίκο του κυρίου του. Κρατούσε στα χέρια του τον σάκκο, χωρίς να υποψιάζεται τίποτε για το περιεχόμενό του και για την φοβερή ιστορία. Προχωρούσε ανάλαφρος και χαρούμενος, όπως γίνε­ται όταν προηγείται Θεία Λειτουργία. Οι άγγελοι και οι δαίμονες παρακολουθούσαν συγκλονισμένοι τα φοβερά γεγονότα, αλλά οι άνθρωποι, ο έπαρχος, ο δήμιος, ο Θεόφιλος δεν καταλάβαιναν τίποτε.

Σαν να μη συνέβαινε τίποτε το ιδιαίτερο, ο Θεό­φιλος με τον σάκκο στο χέρι φθάνει στο αρχοντικό του πατρικίου. Ο κύριός του, η κυρία, πολλοί δούλοι τον προϋπάντησαν. Παραδόξως είδε ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους μία μεγάλη έκπληξι. Στο πρόσω­πο της κυρίας πιο μεγάλη έκπληξι και ταραχή. Ενώ ανέμεναν να δουν τον άλλο δούλο και την δική του κεφαλή μέσα στον σάκκο, τώρα αυτόν τον έβλεπαν ζωντανό. Και τι να περιείχε άραγε μέσα ο σάκκος;

Ο πατρίκιος τον ερώτησε: «Γιατί άργησες; Τι κρατάς μέσα στον σάκκο»; «Άργησα, κύριέ μου, γιατί πέρασα έξω από τον ναό της Παναγίας. Διαπίστωσα ότι γινόταν Θεία Λειτουργία. Κάθησα και λειτουργήθηκα. Κατόπιν πήγα στον έπαρχο. Μόλις με είδε, κατάλαβε γιατί πήγα. Και μου έδωσε αυτόν τον σάκκο. Μου είπε ότι προορίζεται για σένα. Εγώ δεν γνωρίζω το περιεχόμενό του».

Πάντως μέχρι τότε, τα πνεύματα δεν ήταν υπερβολικά ταραγμένα, γιατί δεν ήξεραν τι περιέχει ο σάκκος. Σε λίγο οι υπηρέτες τον πήραν και τον αποσφράγισαν. Και έφριξαν! Μέσα περιείχε κομ­μένο το κεφάλι του άλλου δούλου.

Η κυρία πατρι­κία υπέστη τρομερό σοκ. Από την φοβερή ταρα­χή της, από την φρικτή κατάπληξί της, έχασε την ομιλία της. Για πολλή ώρα δεν μπόρεσε να ανοίξη το στόμα της. Ο πατρίκιος άρχισε να υποπτεύεται τι ακριβώς συνέβαινε. Ρίχνοντας ένα βλέμ­μα στο ήρεμο και καθαρό βλέμμα του Θεοφίλου, κα­ταλάβαινε ότι αυτός είναι παραπάνω από αθώος. Μάλιστα όταν άκουσε ότι είχε πάει στην Θεία Λει­τουργία, δεν χωρούσε η παραμικρή αμφιβολία για την αθωότητά του. Καθώς θυμόταν πάλι την άσ­χημη χαρά που είχε το πρόσωπο του άλλου δού­λου, όταν έφευγε για το σπίτι του επάρχου, κατα­λάβαινε καλύτερα τα πράγματα.

Τώρα που είδε το τράνταγμα που υπέστη η σύζυγός του στην θέα της κομμένης κεφαλής, κα­τανοούσε πιο καλά τα διατρέξαντα.

Εν τω μεταξύ η πατρικία φοβήθηκε πολύ. Είδε ολοζώντανη μπροστά της την δικαιοκρισία του Θεού. Φοβήθηκε τον Θεό. Φοβήθηκε μη πάθη και αυτή τα ίδια. Άλλωστε αυτή ήταν η αιτία του κακού. Ήρθε σε συναίσθησι. Και ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Ομολόγησε ότι αυτή είναι η ένοχη. Ομολόγησε ότι μοιχός δεν ήταν ο Θεόφιλος, αλλά αυτός που ήδη είχε λάβει την τιμωρία του.

«Εγώ, κύριέ μου, είμαι η αιτία του κακού. Εγώ διέπραττα την αμαρτία με τον δούλο που φονεύθηκε επί τριάμιση χρόνια, χωρίς να το πάρης είδησι. Ο νέος μας δούλος είναι αθώος. Αδίκως τον κατηγόρησα η άθλια. Εγώ σχέδιασα τον θάνατό του, αλλά ο Θεός που αγαπά την δικαιοσύνη, και μισεί την αδικία, αντέστρεψε τα πονηρά σχέδιά μου. Αυθέντη μου, σε ικετεύω, συγχώρησέ με! Στο όνομα των οικτιρμών του Θεού λυπήσου με και συγχώρησέ με! Υπόσχομαι ότι στο εξής θα σού είμαι πιστή. Δεν θα ξαναμαρτήσω».

Αυτά τα γεγονότα μαθεύθηκαν σ’ όλη την Κωνσταντινούπολι. Οι Χριστιανοί που τα πληροφορήθηκαν κατελήφθησαν από φόβο και έκστασι. Και δόξαζαν την δικαιοσύνη και την δικαιοκρισία του Θεού. «Υπάρχει Θεός», έλεγαν. «Υπάρχει, και βλέ­πει»! «Δίκαιος Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε».

Η ζωή του πατρικίου από εκείνη την ημέρα άλλαξε. Η σκέψις του ασχολείτο πολύ με τον Θεό­φιλο. Αποφάσισε λοιπόν να τον πάρη κατά μέρος και να του ζητήση κάτι: Να του εξιστορήση λε­πτομερώς την προηγούμενη ζωή του. Να του πη πως εξελίχθηκαν τα πράγματα στο σπίτι του, ώστε να πουληθή δούλος.

Ο καλός δούλος κάθισε και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όλη του την ζωή. Του περιέγρα­ψε τα πρώτα πλούτη του πατέρα του, την κατο­πινή φτώχεια του, την πρότασι του πατέρα του να πουληθή δούλος, την υπακοή του, τις διάφορες πνευ­ματικές συμβουλές και μάλιστα αυτήν που αφορούσε την προσέλευσί του στην Θεία Λειτουργία.

Ο Κωνσταντίνος, καθώς τα άκουσε όλα αυτά, συγκινήθηκε κατάβαθα. Κατάλαβε ότι τον Θεόφιλο τον προστάτευε σαν ακατανίκητη δύναμι η ευχή και η ευλογία του πατέρα του. Η υπακοή στον πατέρα του, η εκτέλεσις των πατρικών εντολών του χορη­γούσε κραταιά σκέπη και προστασία. Η ευλογία που έπαιρνε από την Θεία Λειτουργία τον έβαζε κάτω από το παντοδύναμο χέρι του Θεού. Θαύμασε ο πατρίκιος τις αρετές του δούλου του. Συγκινήθηκε για την μεγάλη θυσία που έκανε προς χάριν του πατέρα του. Ένοιωσε ότι ο δούλος του είχε φθάσει σε υψηλά πνευματικά επίπεδα. Κρυβόταν ένας τέτοι­ος θησαυρός στο σπίτι του και δεν τον γνώριζε!

Από την στιγμή εκείνη έπαψε να τον θεωρή δούλο του. Τον είχε σαν γυιό του. Μαζί του στο τραπέζι, μαζί του παντού. Και στο τέλος τον κα­τέστησε και κληρονόμο όλης της μεγάλης περιου­σίας του. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητική κου­βέντα του πτωχού εκείνου γέροντα, του πατέρα του Θεοφίλου: «Ο Θεός θα σού δώση πλούτο πολύ σ’ αυτήν την ζωή».

Όχι μόνο αυτός ο λόγος, αλλά και ο άλλος βγήκε αληθινός: «Κάθε φορά που θα σε στέλλη το αφεντικό σου σε δουλειά, να εκκλησιάζεσαι πρώτα… και ο Κύριος θα σε γλυτώση από φοβερή τρικυ­μία». Τον γλύτωσε από άδικο και ατιμωτικό θάνατο.

Για πολύ καιρό, στην Κωνσταντινούπολι γινό­ταν λόγος για τα συγκλονιστικά αυτά περιστατι­κά. Και οι συντάκτες των Συναξαριστών τα κατέ­γραψαν, για να μη παραδοθούν στην λήθη. Έτσι αν σήμερα ξεφυλλίσουμε τον Μέγαν Συναξαριστή, στις 10 Φεβρουάριου, στο τέλος, διαβάζουμε τα επόμενα: «Τη αυτή ημέρα διήγησις φρικωδεστάτη θαύματος περί υπακοής προς τους γονείς και σε­βασμού της ιεράς Λειτουργίας».

Τελειώνοντας έχουμε να ευχηθούμε σ’ όλους να αγαπούν και να σέβωνται τους γονείς τους και να παίρνουν τις ευχές τους σε κάθε σπουδαίο ζήτημα της ζωής τους· και επίσης να αγαπούν την Θεία Λειτουργία και όλα τα μεγάλα θέματα της ζωής τους να τα ξεκινούν με εκκλησιασμό.

 

 

Από το βιβλίο: Η ΕΚΠΛΗΞΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟΥ

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ – ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ