«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΓΚΌ
Ἱερεύς π. Λάζαρος WAZENG
Ἡ πρώτη Ἀπριλίου 1990 ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα πού ἐπάτησε τό πόδι μου στό ἀφρικάνικο ἔδαφος. Ποῦ ἤμουν; Μέ τόν τότε ἱερομ. Μελέτιο ταξιδεύσαμε ἀπό Ἑλλάδα Κύπρο καί τήν ἴδια νύκτα τήν 31ην Μαρτίου μπήκαμε σέ ἀεροπλάνο τῆς Ζάμπιας καί ἐφθάσαμε στήν πρωτεύουσα Λουσάκα τό πρωΐ στίς 8 ἡ ὥρα. Ἀπό ἐκεῖ μέ ἄλλη τοπική πτῆσι ἐφθάσαμε στό Λουμπουμπάσι. Καί σέ δύο ἡμέρες ὁ π. Κύριλλος μέ ἕνα σαράβαλο τζιπάκι, κίτρινο, τοῦ μακαριστοῦ π. Κοσμᾶ μᾶς ἔφερε στό Κολουέζι.
Τότε ἤμουν ὅλο στενοχώρια, διότι δέν ἤξερα οὔτε μία λέξη σουαχίλι. Μέ βοήθησε ὁ ἰθαγενής Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος ἔζησε τέσσερα χρόνια στήν μονή μας καί ἤξερε ἀρκετά καλά τά ἑλληνικά. Τόν ἐρωτοῦσα καθημερινά γιά λέξεις καί ξεκίνησα τήν ἐκμάθησι τῆς γλώσσας, χωρίς οὐσιαστικά μέθοδο, βιβλία καί δάσκαλο.
Τότε μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι ὁ διάκο-Λάζαρος. Δέν εἶχε κάτι τό ἐξωτερικά ἐξαίσιο καί μεγαλοπρεπές. Ἕνας κοντός, ἁπλοϊκός καί γελαστός ἰθαγενής, πού ἔτρεχε ἀπό πίσω ἀπό τόν τότε ἱερομ. π. Μελέτιο. Ὁ τότε ἐπίσκοπος Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Τιμόθεος, εἶχε μετανοιώσει, ὅπως μᾶς ἔλεγε, πού τόν ἔκανε διάκονο. Γι᾿ αὐτό καί μᾶς ἔλεγε ὅτι τόν διάκο Λάζαρο δέν θά τόν κάνει παπᾶ, γιατί γελάει σάν βλάκας!
Καί τί ἔκανε καθημερινά στήν Ἱεραποστολή ὁ διάκο-Λάζαρος τῆς ἡλικίας τότε τῶν 50 περίπου ἐτῶν; Τυφλή ὑπακοή καί μόνο, ἀκούραστος στήν ἁγία μοναχική ἀρετή τῆς ὑπακοῆς! Ἔκαμε ὅλες τίς ἐργασίες πού τοῦ ἀνέθετε ὁ π. Μελέτιος. Ἐσήκωνε τά ἄκρα του ζωστικοῦ του, ἔβαζε μπότες καί ἄρχισε νά σκουπίζει τήν ἐκκλησία καί μετά νά τήν σφουγγαρίζει μέ τό λάστιχο.
Μετά ἄλλη ἐντολή νά βοηθήσει στήν παρασκευή φαγητοῦ τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου. Ἄλλη ἐντολή νά φτιάξει τά πρόσφορα τῆς ἑβδομάδος. Μέσα στά ἄλευρα, στήν σκαφίδα, νά ζυμώνει ὁ ἴδιος νά ἱδρώνει καί νά σοῦ χαρίζει καί τό ταπεινό καί χαρούμενο χαμόγελό του!
Ἄλλη ἐντολή νά ποτίσει τούς κήπους, νά πλύνει τούς βαπτιστικούς χιτῶνες, ὅταν εἶχαν προηγηθῆ βαπτίσεις. Να συμμετέχει στό πρόγραμμα ἀποστολῆς φαγητοῦ στούς φυλακισμένους καί στά νοσοκομεῖα τῆς πόλεως. Κι ἐκεῖ νά διαβάζει μία εὐαγγελική περικοπή, νά τήν ἀναλύει καί νά συμβουλεύει πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀδελφικῆς στοργῆς. Καί δέν σταματᾶ ὁ κατάλογος τῶν καθημερινῶν του διακονημάτων, πού τά ἐπιτελοῦσε ὅλα μέ πρωτοφανῆ ὑπομονή, ἀγάπη καί ὑπακοή! Μετά ἀπό χρόνια φάνηκε πλέον ἡ χρυσή ἀρετή τοῦ π. Λαζάρου. Κι ἀναγκάσθηκα ἀπό τόν ἐπίμονο λογισμό μου, τό 2013, νά τόν καλέσω σέ διάλογο. Συνομιλοῦμε στά σουαχίλι.
-Πάτερ Λάζαρε, τήν εὐχή σου. Θέλεις λίγο νά κουβεντιάσουμε, νά μοῦ εἰπῆς κάτι ἀπό τήν ζωή σου;
-Ναί, πάτερ, ὅ,τι θέλεις, ρώτησέ με. Εἶμαι ἀγράμματος. Ἀλλά ἄν ξέρω κάτι θά σοῦ εἰπῶ. -Κατ᾿ ἀρχήν πές μου πού γεννήθηκες καί πῶς μεγάλωσες.
-Γεννήθηκα στό χωριό Σακανάμα τῆς ἐπαρχίας Σαντόα τό 1942. Οἱ γονεῖς μου ἦταν προτεστάντες, Μεθοδιστές στό θρήσκευμα. Εἴμασταν ἑπτά ἀδέλφια. Ἀπέθαναν τά πέντε και ἔμεινα ἐγώ μέ μία ἀδελφή μου, πού τώρα εἶναι παντρεμμένη στό Μουσονόϊ, γειτονικό χωριό τοῦ Κολουέζι. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἐπῆγα στήν πόλι Κάμινα. Ἡ μητέρα μου ἀπέθανε ἕνα χρόνο, ἀφοῦ μέ γέννησε, δηλ. τό 1943 σέ ἡλικία 21 ἐτῶν, ἐνῶ ὁ πατέρας μου πέθανε στό 1947 σέ ἡλικία 30 ἐτῶν. Ἔτσι μέ μεγάλωσε ἡ γιαγιά μου, μάννα τῆς μάννας μου. Ἀλλά μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1944, πέθανε καί ἡ γιαγιά μου. Ἔτσι, ἔμεινα μέ τήν μάννα τοῦ πατέρα μου, ἡ ὁποία μέ κτυποῦσε σκληρά καί μέ ὕβριζε. Κάθε ἡμέρα ἤμουν στενοχωρημένος ἀπό τά βάσανα πού μοῦ προκαλοῦσε.
Μαζί της ἔμεινα 4 χρόνια καί μετά μέ πῆρε ὁ θεῖος μου, ἀδελφός τῆς μάννας μου. Αὐτός μέ ἐπῆγε στήν πόλι Καπάνγκα (700 χλμ. μακριά ἀπό τό Κολουέζι). Μέ ἄφησε ἐκεῖ καί ἐκεῖνος ἐπῆγε στήν Κάμινα νά ἀσχοληθῆ μέ τό ἐμπόριο. Τότε ἀρώστησα ἀπό ἑλονοσία καί ἐπρόκειτο νά πεθάνω. Μέ ἄφησαν στόν τρίτο θεῖο μου, τόν πρόεδρο τοῦ χωριοῦ Μουσούμπα, πού ζοῦσε μέ δύο γυναῖκες. Αὐτές μέ ταλαιπωροῦσαν, διότι δέν μοῦ ἔδιναν φαγητό καί τό κρατοῦσαν μόνο γιά τά παιδιά τους. Κατόπιν μ᾿ ἔδιωξαν καί μέ ἔστειλαν σέ μία ἄλλη γιαγιά στήν πόλι Σαντόα. Ὁ θεῖος μου πού εἶχε πάει στήν Κάμινα γιά ἐμπόριο, ἦλθε στήν Σαντόα μέ ποδήλατο, ἀπόστασι 360 χλμ. νά μέ πάρη διότι ἐκινδύνευα νά πεθάνω ἀπό ἑλονοσία. Ἀλλά καί ὁ θεῖος μου εἶχε ἰσχυρούς πονοκεφάλους ἀπό τήν ἴδια ἀρρώστεια. Ὅμως μέ τό ποδήλατο μέ ἔφερε πάλι στήν Κάμινα, ὅπου ἐφθάσαμε σέ δύο ἑβδομάδες. Ἤθελε ὁ θεῖος μου ἐκεῖ νά μέ σπουδάσει, ἀλλά δέν εἶχε χρήματα. Κάποιος ἀπό τό Κασάζι μοῦ ἔδωσε ροῦχα καί μέ ἔστειλε στό σχολεῖο, ὅπου ἐπῆγα μέχρι τήν 5ην Δημοτικοῦ, σέ σχολεῖο τῶν Μεθοδιστῶν. Τότε μέ πῆρε ἕνας Βέλγος στό σπίτι του, ὀνόματι Βάντρι Λούϊς καί ἐδούλευα σάν οἰκιακός βοηθός του.
Κοντά του ἔμεινα περίπου 5 χρόνια. Εἶχε φάρμα μέ ἀγελάδες. Ἔκανα κι ἐκεῖ ὑπακοή σέ ὅ,τι μοῦ ἔλεγε. Κατόπιν ἐπῆγα στήν πόλι Καμίνα, πού ἀπέχει 20 χλμ. γιά σπουδές. Ἔμενα σέ ἕναν ἄλλο Βέλγο, ὅπου ἐδούλευσα στόν φοῦρνο του τρία χρόνια. Κουραζόμουν πάρα πολύ. Μετά τό ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ τό ἔπαιρνα καί ἔβγαινα στήν πόλι Καμίνα νά τό πουλήσω. Ἦταν τότε τό 1960. Μετά μέ ἐπῆραν γιά στρατιώτη, ὅπου ἔμεινα μόνο ἕνα μῆνα. Ὁ θεῖος μου, πού ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ, ἐπλήρωσε λίγα χρήματα καί ἔφυγα ἀπό τόν στρατό.
Στό διάστημα αὐτό πού ἤμουν στήν πόλι Κάμινα, το 1962, κάποια ἡμέρα ἀρώστησα καί σέ λίγες ἡμέρες ἀπέθανα. Δέν ἤξερα ἀκόμη τίποτε γιά τόν Χριστό. Ἤμουν εἰδωλολάτρης ἤ μᾶλλον ἀδιάφορος γιά κάθε θρησκευτική πεποίθησι. Ἐνῶ εἶχα πεθάνει, ἦλθε κοντά μου ἕνας εὐρωπαῖος παπᾶς με μαῦρα ράσα και μέ ἐρώτησε:
-Ποιός εἶσαι ἐσύ;
-Λέγομαι Ὄσκαρ, τοῦ εἶπα. Ἄν μπορεῖς πάρε με κοντά σου, γιατί ὑποφέρω.
-Να ἰδοῦμε το ὄνομά σου, ἄν εἶναι στόν πίνακα, μοῦ εἶπε.
Κατόπιν ἐδιάβασε πολλά ὀνόματα καί στάθηκε στό δικό μου ὄνομα και κατόπιν μοῦ εἶπε:
-Δέν ἦλθε ὁ καιρός σου νά φύγης τώρα. Πρέπει νά γυρίσεις πίσω.
Και ἐκεῖνο τό βράδυ, στίς πέντε παρά τέταρτο, ἀναστήθηκα. Ἐπανῆλθε ἡ ψυχή μου στό σῶμα μου. Ἰδιαίτερη ἐντύπωσι μοῦ ἔκανε ὅτι αὐτός ὁ Ἅγιος πού με ἐπισκέφθηκε, εἶδα νά διαβάζει ὀνόματα ἀπό ὅλο τόν κόσμο, πού ἦταν γραμμένα σέ μία κατάστασι. Δηλαδή και λευκοί καί μαῦροι και κίτρινοι και κόκκινοι. Εἴμεθα ὅλοι γραμμένοι σε ἕνα πίνακα! Ὅταν αὐτός ὁ Ἅγιος μοῦ εἶπε ὅτι «πρέπει νά γυρίσεις πίσω», καθώς ἔφευγε μοῦ ἔλεγε δυνατά και διαπεραστικά: «Γύρισε πίσω νά κάνης ἔργο ἀποστολικοοοοοό».
Τό 1963 ὁ Τσιόμπε (τοπικός κυβερνήτης) ἐδημιούργησε δική του κυβέρνησι στήν ἐπαρχία Κατάγκας. Ἐπῆγε καί στήν Ρωσσία νά συνεργασθῆ μαζί τους. Οἱ Ἀμερικάνοι σέ συνεργασία μέ τούς Βέλγους, φοβούμενοι ὅτι θά ἀποκόψη τήν Κατάγκα ὁ Τσιόμπε ἀπό τό ὑπόλοιπο Κογκό, τόν δηλητηρίασαν. Τότε ἔγινε πόλεμος κι ἐγώ ἐπῆγα στήν Σαντόα μέ τά πόδια. Τό 1964 ἦλθα στό Κολουέζι καί ἐδούλεψα σάν μάγειρας στό σπίτι κάποιου Βέλγου, ἐπί 4 χρόνια. Ἀπό τό 1968 ἕως τό 1983, δηλαδή ἐπί 15 χρόνια ἔφτιαχνα μόνος μου ψωμιά καί γλυκά καί τά πωλοῦσα κι ἔτσι εἶχα τά ἀναγκαῖα γιά τήν ζωή μου. Τό 1983 παντρεύθηκα. Τό πρῶτο παιδί μας ἀπέθανε σέ ἡλικία 3 ἐτῶν. Στήν συνέχεια ἀπέθαναν κι ἄλλα παιδιά μας. Ἀπό τά 10 πού ἀποκτήσαμε μέ τήν σύζυγό μου, μᾶς ἀπέθαναν 7 καί ἔμεινα μέ τρία, τήν Ἀθηνᾶ, τήν Εὐθυμία καί τόν Νικόλαο.
Ἡ γυναῖκα μου ἀπό πλευρᾶς θρησκείας ἀκολουθοῦσε μιά ντόπια προτεστάντικη κοινότητα, ὀνόματι Μαλέμπα. Τῆς ὑποσχέθηκα ὅτι θά πηγαίνω κι ἐγώ. Τελικά δέν ἐπῆγα. Εἶδα ὄνειρο. Μοῦ εἶπε κάποιος, πού ἦταν σάν ἄγγελος: «Μή πηγαίνεις ἐκεῖ, Ὄσκαρ». Αὐτό ἦταν τό πρῶτο ὄνομά μου. Εἶπα στήν γυναῖκα μου ὅτι δέν ἔρχομαι κι ἐκείνη μοῦ εἶπε: «Ἔχεις δαιμόνιο, γι᾿ αὐτό δέν ἔρχεσαι στήν ἐκκλησία μου». Τῆς εἶπα ὅτι ὁ Θεός μοῦ ἀπαγορεύει. Περιμένω νά μοῦ εἰπῆ ὁ Θεός ποιά ἐκκλησία νά ἀκολουθήσω.
Μετά ἀπό τρεῖς μῆνες, τό 1980, ἐπῆγα στήν ἐκκλησία τῶν Μεθοδιστῶν. Ἀκολούθησα τά μαθήματά τους καί σέ ἕξι μῆνες μᾶς ἐκάλεσε ὁ πάστορας νά πᾶμε γιά βάπτιση στό ποτάμι. Ἡ ψυχή μοῦ ἀντιδροῦσε καί δέν ἐπῆγα. Ὁ ὑπεύθυνος τῆς κοινότητος μέ ἔδιωξε ἀπό τήν «ἐκκλησία»του, ὁπότε ἐπῆγα στήν «ἐκκλησία» τῶν Πεντηκοστιανῶν. Καί ἐκεῖ ἄκουσα τά μαθήματά τους. Καί ἐδῶ οἱ προετοιμασίες γιά τίς βαπτίσεις τους, ἀλλά καί πάλι μία φωνή μέσα μου δέν μέ ἄφηνε νά τούς ἀκολουθήσω. Τήν ἑπομένη, πρίν μέ διώξουν κι ἀπό ἐκεῖ, εἶχα πάει στήν ἐκκλησία τους. Ἤμουν ἕτοιμος νά μπῶ μέσα, ὄντας στό κατώφλιο τῆς πόρτας εἰσόδου, καί αἰσθάνομαι κάποιο χέρι νά μέ πιάνει ἀπό τό σβέρκο. Ἤθελα νά τόν ἰδῶ ποιός εἶναι καί γιατί μοῦ ἀπαγορεύει νά μπῶ στήν «ἐκκλησία» μου. Ἀλλά δέν μποροῦσα νά στρίψω πίσω τό κεφάλι μου καί νά κυττάξω. Ἀκούω, λοιπόν, μόνο τήν φωνή του:
-Ὄσκαρ, ὁ Θεός σ᾿ ἀγαπᾶ καί θέλει νά σέ σώσει, ἀλλά ἡ ἐκκλησία αὐτή πού πηγαίνεις δέν εἶναι ἡ ἀληθινή!
-Ποιός εἶσαι ἐσύ, Κύριε, πού μοῦ ἀπαγορεύεις νά μπῶ στήν «ἐκκλησία» μου;
-Ὁ ἀληθινός Θεός μ᾿ ἔστειλε, καί θά κάνεις ὅ,τι θά σοῦ εἰπῶ γιά νά βρῆς τήν σωτηρία σου.
Ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη. Σ᾿ αὐτήν θά πᾶς, νά κατηχηθῆς καί νά βαπτισθῆς γιά νά σωθῆς.
-Καί ἐδῶ στό Κολουέζι ὑπάρχει; Ποῦ θά πάω νά τήν βρῶ.
-Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ καί βάδισε αὐτό τόν δρόμο. Κοντά σέ μιά πλατεῖα, πλησίον τοῦ ταχυδρομείου εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἔφυγε ὁ Ὄσκαρ χαρούμενος, ἀλλά ἦταν καί ἀρκετά προβληματισμένος μ᾿ αὐτά πού ἄκουσε ἀπό τόν ἄγνωστο ἐπισκέπτη. Βαδίζοντας συνάντησε μπροστά του δεξιά μία ἐκκλησία. Χωρίς νά σκεφθῆ πλησίασε στήν πόρτα γιά νά μπῆ μέσα. Ἀλλά καί πάλι ὁ ἄγνωστος καί δυναμικός ἐκεῖνος ἄνδρας, ἐμφανίσθηκε καί πάλι. Τόν ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο καί τόν ἀκινητοποίησε.
-Ποῦ σοῦ εἶπα νά πᾶς;
-Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Κύριε.
-Αὐτή λέγεται ἐκκλησία τοῦ πάπα. Δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀληθινή ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔβγα ἔξω καί συνέχισε τόν δρόμο εὐθεῖα. Σέ 700 μέτρα θά βρῆς μία πλατεῖα. Ἐκεῖ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀπέναντι ἀπό τό κτίριο τοῦ ταχυδρομείου.
Πράγματι βγῆκε ὁ Ὄσκαρ, εἶχε μαζί του κι ἕνα φίλο του, προτεστάντη, τόν Συμεών, καί μαζί περπατοῦσαν γρήγορα. Σχεδόν ἀπό τήν χαρά τους πετοῦσαν. Ἔφθασαν στήν Ἐκκλησία. Ὁ π. Λάζαρος μοῦ διηγήθηκε ὡς ἑξῆς τήν πρώτη αὐτή ἐπίσκεψη:
«Ὅταν ἔφθασα στήν πόρτα, πού ἐκείνη τήν στιγμή ἦταν ἀνοικτή, γονάτισα κάτω καί εἶπα: «Θεέ μου, βοήθησέ με. Ἦλθα ἐδῶ, γιατί Ἐσύ μέ ἔφερες. Μετά μπῆκα μέσα, ἡ καρδιά μου σάν νά χόρευε ἀπό χαρά. Αἰσθανόμουν ὅτι δέν πατοῦσα στήν γῆ. Εἶπα στόν φίλο μου ὅτι ἔχω μέσα μου μεγάλη χαρά. Ἐκύτταζα τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων. Μέ ἐκύτταζαν καί οἱ Ἅγιοι, σάν νά μοῦ χαμογελοῦσαν. Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνας Εὐρωπαῖος ἱερέας ἔκανε τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετά βγῆκα ἔξω καί κουβέντιαζα μέ τόν φίλο μου. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ὁ Θεός σέ ἀγαπᾶ καί σ᾿ἔφερε ἐδῶ. Αὐτός ὁ ἄγνωστος ἄνδρας σέ ἔδιωξε ἀπό τούς προτεστάντες μετά σ᾿ ἔδιωξε κι ἀπό τήν καθολική «ἐκκλησία», καί ὁ Θεός σέ ἔφερε ἐδῶ. Ὁπότε αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία.
-Ἔχω πολλή χαρά στήν καρδιά μου, Συμεών, σάν νά γεννήθηκα δεύτερη φορά, τοῦ εἶπα.
Μετά ἐπῆγα στό σπίτι μου καί συνωμίλησα μέ τήν γυναῖκα μου. Τῆς εἶπα ἐπιτακτικά:
«Νά ἔλθης στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Τελικά ἐκείνη, ἀφοῦ ἄκουσε ὅλη τήν διήγησι, δέχθηκε καί ἦλθε.
Κάθε Τετάρτη παρακολουθούσαμε κατηχητικά μαθήματα μέ δάσκαλο τόν ἱερέα π. Κοσμᾶ Γρηγοριάτη ἐπί τρία χρόνια. Τότε εἴμασταν 20 κατηχούμενοι. Τήν 1ην Ἰουνίου 1983 βαπτίσθηκα μέ τήν γυναῖκα μου καί τά τρία παιδιά μας. Συνολικά ἐκείνη τήν ἡμέρα βαπτίσθηκαν 350 ἄτομα, διότι εἶχαν ἔλθει ἀπό πολλές γειτονικές ἐνορίες τοῦ Κολουέζι.
Στήν κατάστασι εἶχαν γράψει τελευταῖο τό ὄνομά μου. Τότε εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς στόν γραμματέα Ναουέζι, νά μέ γράψη πρῶτον στήν σειρά.
-Πάτερ Λάζαρε, τί αἰσθάνθηκες τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου;
Ὅταν βγῆκα ἀπό τό βαπτιστήριο αἰσθάνθηκα, ὡσάν νά ἔπεσε κάτι σάν τομάρι ἀπό τό σῶμα μου. Καί μετά αἰσθάνθηκα χαρά καί ἐλευθερία. Ἤθελα νά πετάξω ἀπό τήν χαρά μου. Σάν νά γεννήθηκα δεύτερη φορά! Καί στήν συνέχεια εἶδα μέ τά μάτια μου ἕνα περιστέρι νά πετᾶ πάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν νεοφωτίστων ἀδελφῶν. Τό εἶδαν καί ἄλλοι ἀδελφοί.
Τό εἶπα στόν π. Κοσμᾶ κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ!
-Ὁ Θεός μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ. Ἐγώ δέν ξέρω τίποτε. Αὐτά τοῦ εἶπα.
Ὁ π. Κοσμᾶς μᾶς ἐξήγησε ὅτι τό περιστέρι συμβολίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως συνέβη, ὅταν κατῆλθε, στήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη ποταμό.
Μετά τήν βάπτισί μου μέ κράτησε ὁ π. Κοσμᾶς κοντά του καί μοῦ ἀνέθεσε νά μαγειρεύω τό φαγητό τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου. Τότε εἴχαμε οἰκότροφα 70 παιδιά, στά ὁποῖα ἡ Ἱεραποστολή παρεῖχε τροφή, στέγη, δίδακτρα γιά τά σχολεῖα τους καί ρουχισμό.
-Καί πῶς ἔγινες διάκονος;
-Ὁ π. Κοσμᾶς τό 1985 μέ κάλεσε νά γίνω διάκονος. Ἐγώ ἀρνήθηκα λέγοντάς του, ὅτι εἶμαι ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε ἐπίμονα:
-Ἔχω ἐντολή ἀπό τόν Χριστό νά σέ κάνω κληρικό. Πρέπει νά δεχθῆς. Αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά σένα.
Μέ πρότεινε στόν Δεσπότη μας, τόν Σεβ. κ. Τιμόθεο, γιά ν᾿ ἀναλάβω αὐτή τήν ὑψηλή διακονία. Θυμᾶμαι τό ἑξῆς περιστατικό. Ὅταν ἔσκυψα τό κεφάλι μου μπροστά στό Ἅγιο Θυσιαστήριο καί ὁ Δεσπότης ἔβαλε τό χέρι του ἐπάνω μου κι ἄρχισε νά διαβάζει τήν εὐχή, ἄναψε μέσα στήν καρδιά μου μιά φλόγα, σάν τοῦ κεριοῦ. Εἶχα τότε πολλή χαρά καί παρακαλοῦσα τόν Χριστό νά μή σβήσει αὐτή ἡ φλόγα ἀπό μέσα μου. Σέ λίγο καιρό λιγόστεψε. Παρακάλεσα τόν Χριστό νά μή μοῦ σβήσει τελείως. Μιά φωνή μέσα μου μέ παρηγόρησε λέγοντάς μου, ὅτι θά μένει πάντοτε μία μικρή σπίθα. Αὐτή τήν σπίθα τήν αἰσθάνομαι ἄλλοτε νά μεγαλώνει μέσα μου κι ἄλλοτε νά μικραίνει.
Κάποια φορά ἐρώτησα τόν μακαριστό Γέροντά μου π. Γεώργιο (Καψάνη), τί σημαίνει αὐτή ἡ μικρή φλόγα πού ἔμεινε στήν καρδιά τοῦ π. Λαζάρου γιά πάντα. Καί μοῦ εἶπε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Χάρις τῆς Ἱερωσύνης!
Εἴπαμε ὅτι ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος Τιμόθεος δέν ἤθελε νά τόν χειροτονήσει ἱερέα. Ὁ διάκο-Λάζαρος συνέχιζε ὅλες τίς καθημερινές του διακονίες, χωρίς τήν παρά μικρή ἀντιλογία. Πλησίαζε τά 55, ἀλλά οὔτε ὁ ἴδιος εἶχε ποτέ λογισμό νά γίνη καί παπᾶς. Ἄλλωστε τό εἶχε πῆ τόσες φορές στόν π. Κοσμᾶ ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά γίνη κληρικός. Κι αὐτό τό ἔλεγε ἀπό τήν βαθειά του ταπείνωσι. Τελικά κάτω ἀπό τίς πιέσεις τοῦ διαδόχου του, τοῦ π. Μελετίου, συγκατένευσε ὁ ἅγιος Κεντρώας. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1995, ἦλθε στό Κολουέζι. Εἶπε στόν π. Μελέτιο νά ἑτοιμάσει τά ἄμφια γιά νά χειροτονήσει τόν διάκο-Λάζαρο ἱερέα. Τοῦ εἶπε ὅτι ἐπῆρε ἀπό τόν Θεό πληροφορία νά τόν χειροτονήσει. Καί τόν χειροτόνησε, ἡλικίας τότε 53 ἐτῶν. Τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά λειτουργεῖ σέ μία γειτονική ἐνορία τοῦ χωριοῦ Σιέφ Καζέμπε, πού ἀπεῖχε 20 χλμ. ἀπό τό Κολουέζι. Ἄλλοτε μέ τά πόδια καί ἄλλοτε μέ τό ποδήλατο διήνυε αὐτή τήν διαδρομή κάθε Σάββατο μεσημέρι γιά νά φθάση στήν ἐνορία του, νά λειτουργήση καί νά διδάξη τό μικρό του ποίμνιο. Τήν περίοδο τῶν βροχῶν οἱ δρόμοι ἐγένοντο λασπόδρομοι καί ποταμόδρομοι. Καί ὅμως ὁ π. Λάζαρος ἀψηφοῦσε τά πάντα. Περπατοῦσε χιλιόμετρα μέσα στά νερά στίς λάσπες μέχρι νά φθάσει στήν ἐνορία του γιά νά κτυπήσει τήν καμπάνα.
Μετά ἀπό τόσους πνευματικούς ἀγῶνες ὁ Θεός τόν ἐχαρίτωσε καί τοῦ ἔδωσε ἁπλόχερα τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτό ὅποιος τόν συναντᾶ ἀμέσως ἐντυπωσιάζεται, διότι ἀντικρύζει ἕναν διαφορετικό κογκολλέζο, πού σέ μαγνητίζει μέ τήν γλυκύτητα τοῦ ἠλιοκαμμένου προσώπου του. Ἡ ἁπλότητά του εἶναι παροιμιώδης. Ἡ βαθειά του ταπείνωσις καί ἡ πίστις ἀνοίγουν τόν θόλο τοῦ οὐρανοῦ καί φθάνουν στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ ὅλα τά μηνύματά του καί οἱ θερμές προσευχές του. Τόν ἀγαπᾶ λοιπόν ὁ Θεός καί τόν ἀκούει, διότι καί ὁ παπᾶ Λάζαρος Τόν ἀγαπᾶ καί τόν ὑπηρετεῖ μέ ἄκρα αὐταπάρνησι καί αὐτοθυσία. Ὁμοιάζει στήν ἀρετή, στήν ὑπομονή, στήν ἀγάπη γιά τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ μέ τόν Ἅγιο τῆς Ἀθήνας τόν παπᾶ Νικόλαο Πλανᾶ. Εἶναι ἕνας ἀγαθός λευΐτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Συχνά ὁ Προϊστάμενός του τόν ἔστελλε καί σέ ἄλλες ἐνορίες καί μάλιστα σέ μακρινές, χωρίς ποτέ ὁ π. Λάζαρος τήν παραμικρή ἀντίρρησι. Ἐπίστευε ὅτι εἶναι στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καί ἦταν ἀποφασισμένος καί νά πεθάνη ἀκόμη γιά τό ἔργο Του.
Τόν Δεκέμβριο τοῦ 2005 ἔφυγε ὁ παπᾶ Λάζαρος μ᾿ ἐντολή τοῦ Προϊσταμένου του νά κάνει τίς γιορτές τοῦ Δωδεκαημέρου στήν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ χωριοῦ Μουτσάτσα, μακριά 200 χιλιόμετρα.
Γιά νά φθάση μέχρι ἐκεῖ ἔπρεπε νά περιμένει 4-5 ἡμέρες νά γεμίσει τό φορτηγό μέ τίς ἀποσκευές καί τόν κόσμο. Συνήθως τό φορτηγό ἔχει διαιρεθῆ σέ τρία διαμερίσματα. Στήν βάσι τῆς καρότσας εἶναι ὅλα τά ζῶα τῶν ταξιδευόντων, κόττες, γουρούνια, σκυλιά μοσχαράκια, κατσίκια πρόβατα...Στόν δεύτερο ὄροφο εἶναι οἱ ὀγκώδεις ἀποσκευές τους καί στόν τρίτο ὄροφο κρέμονται σάν σταφύλια πολλές δεκάδες λαός. Καί τό φορτηγό τρέχει μέ 20 χιλ, τήν ὥρα, διότι κινδυνεύει ἀνά πᾶσαν στιγμή νά ντελαπάρει!
Ὅταν ἔφθασε λοιπόν ὁ π. Λάζαρος, μετά ἀπό ἕνα ἡμερονύκτιο στήν πόλι Μουτσάτσα καί περπατοῦσε γιά τήν ἐκκλησία-λασποκαλύβα, τόν σταμάτησε μία ἄγνωστη γυναῖκα πού κρατοῦσε στό χέρι της κι ἕνα παιδάκι περίπου 6 ἐτῶν, τό ὁποῖον περπατοῦσε μέ τά τέσσερα. Τοῦ λέγει:
-Πάτερ, θέλω νά μοῦ κάνεις τό παιδί μου καλά.
-Δέν σέ ξέρω κυρία μου, τῆς εἶπε ὁ π. Λάζαρος. Δέν εἶσαι ἀπό τήν δική μας Ἐκκλησία.
-Ναί, δέν εἶμαι ἀπό τήν Ἐκκλησία σου, ἀλλά ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀκοῦμε ἐδῶ ἐμεῖς οἱ ντόπιοι, ὅτι εἶσθε πολύ δυνατοί μάγοι καί κάνετε θαύματα.
Κυρία μου, δέν εἴμαστε μάγοι, ὅπως λές. Εἴμαστε ὑπηρέτες τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
-Δέν ξέρω τί εἶσθε. Ἐγώ θέλω νά παρακαλέσεις τόν Θεόν σου γιά τήν θεραπεία τοῦ παιδιοῦ μου.
Ὁ π. Λάζαρος, μετά ἀπό πολλές πιέσεις τῆς γυναίκας κι ἐπειδή δέν γνωρίζει νά λέγει ποτέ ὄχι σέ ὅποιον ἄνθρωπο θά ζητοῦσε τήν βοήθειά του, σταμάτησε μπροστά της. Ἄνοιξε τήν βαλίτσα του κι ἔβγαλε τό ἐπιτραχήλιό του καί τό Εὐχολόγιο.
Ἄρχισε νά διαβάζη τούς ἐξορκισμούς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καί τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἐκεῖ καταμεσίς τοῦ δρόμου. Μέσα του ἄναψε ὁ πόθος τῆς ἀγάπης του γιά τό δοκιμαζόμενο ἐκεῖνο πλάσμα τοῦ Θεοῦ, τό παράλυτο παιδάκι πού τόν κύτταζε κατάματα καθισμένο μέσα στά χώματα τοῦ δρόμου.
Οἱ προσευχές προχωροῦν, ἡ καρδιά του θερμαίνεται καί ξαφνικά σταματᾶ τό διάβασμα καί λέγει μέ θεία προσταγή στό παιδί:
-Στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐγώ ὁ ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός δοῦλος τοῦ Θεοῦ Λάζαρος ἱερεύς, σέ διατάζω νά σηκωθῆς καί νά περπατήσεις.
Ἐδῶ πλέον δέν ἠμπορεῖ ἀνθρώπινη γλῶσσα νά περιγράψη τό μεγαλεῖο τῆς Πίστεώς μας καί τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ καί Πλάστου μας.
Τό παιδάκι ἄρχισε νά στηρίζεται στά πόδια του καί νά σηκώνεται ὄρθιο. Τό θαῦμα ἦτο μία πραγματικότης. Σέ λίγα λεπτά εἶχε σηκωθῆ!
Τό παιδί χαίρει ἄκρας ὑγείας, πηγαίνει στό σχολεῖο καί ἀκολουθεῖ μέ τήν μητέρα του τίς κατηχήσεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί μετά ἀπό ἕνα χρόνο ἐμάθαμε ὅτι βαπτίσθηκε ὅλη ἡ οἰκογένειά τους.
Στό μεγαλοχῶρι Μουτσάτσα ἔχει παντοῦ διαδοθῆ ἡ θαυμαστή αὐτή εἴδησις τῆς θεραπείας τοῦ παιδιοῦ. Ἐπιδιώκουν νά τό ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι καί τρέχουν νά τό ἐρωτοῦν νά τούς εἰπεῖ τό ἴδιο πῶς ὁ ὀρθόδοξος Παππούλης τό σήκωσε ἀπό τό χῶμα.
-Πάτερ Λάζαρε, θυμᾶσαι κάποια ἄλλη ἱστορία ἀπό τήν ζωή σου νά μοῦ διηγηθῆς;
-Κάποτε μέ ἔστειλε ὁ θεοφιλέστατος π. Μελέτιος σέ μία ἐνορία στό χωριό Μουσοκατάντα νά λειτουργήσω. Ἐκεῖ ἡ ἐκκλησία ἦταν ἀκόμη χορτοκαλύβα. Πρώτη μου δουλειά, τό ἀπόγευμα πού ἔφθασα ἐκεῖ, ἦταν νά βάλω ἕνα σεντόνι, πάνω ἀπό τό τραπέζι πού θά χρησιμεύσει γιά Ἁγία Τράπεζα, γιά νά μή πέφτουν χόρτα ἤ ζωΰφια ἐπάνω στό τραπέζι. Μετά νά τοποθετήσω στό τέμπλο, πού ἦταν 4-5 πάσαλλοι, χάρτινες εἰκόνες, νά στρώσω μέ καλύμματα πού ἔφερα μαζί μου στά δυό τραπέζια (Προσκομιδῆς καί Ἁγίας Τραπέζης) καί μετά νά κάνω τόν Ἑσπερινό».
Κατά τό δικό τους τυπικό, μετά τόν Ἑσπερινό, οἱ Χριστανοί, ἀλλά καί πολλοί κάτοικοι τοῦ χωριοῦ κι ἀπό ἄλλες ἐκκλησίες μαζεύονται ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία, ἀνάβουν φωτιά, κάθονται τριγύρω κι ἀκοῦν τά μαθήματα τοῦ ἱεραποστόλου. Ἐπιστρέφουν ἀργά στά σπίτια τους γιά ξεκούρασι. Τό πρωΐ στίς 7 , εἶναι ὅλοι σχεδόν στήν ἐκκλησία.
Ὁ π. Λάζαρος συνέχισε νά διηγῆται:
-Ἑτοιμάσθηκα τό πρωΐ νά λειτουργήσω. Μπήκαμε κανονικά στήν θεία Λειτουργία. Ἄρχισε ἔξω μία δυνατή νεροποντή. Τά ντουβάρια τῆς ἐκκλησίας-χορτοκαλύβας, κτισμένα ἀπό ἄψητους πλίνθους, ἤδη εἶχαν διαποτισθῆ ἀπό τήν βροχή. Καί τό κακό δέν ἄργησε νά γίνη. Τό ἀνατολικό ντουβάρι σωριάσθηκε κάτω κι ἔπεσαν πολλοί πλίνθοι ἐπάνω στήν «Ἅγια Τράπεζα», τήν στιγμή πού εἶχε ἐπιτελεσθῆ ἡ Θεία Ἀναφορά. Καί, ἀλλοίμονο, ἔπεσε κάτω τό Ἅγιο Ποτήριο μέ τήν Θεία Κοινωνία!»
Ὁ π. Λάζαρος ἐξεπλάγη ἀπό τό κακό πού τόν βρῆκε. Ἄρχισε νά κλαίει. Σίγουρα, σκέφθηκε, αὐτό ἦταν ἔργο τοῦ σατανᾶ. Καί τώρα τί θά κάνη, πού τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶχε διαποτίσει τούς ἤδη βρεγμένους πλίνθους, πού εἶχαν διαλυθῆ;
Σκέφθηκε λίγο καί πῆρε τήν ἀμετάκλητη ἀπόφασι. Ἔφαγε μέ τίς χοῦφτες του περί τά δύο κιλά λασπωμένο χῶμα! Ὅπως ὁ ἴδιος μοῦ εἶπε.
Δέν ἔπαθε φυσικά τίποτε, ἀφοῦ ἀνάμεσα στά λασπωμένα χώματα εἶχαν εἰσχωρήσει οἱ σάρκες τοῦ Ζωοδότου τῶν ψυχῶν μας Ἰησοῦ Χριστοῦ!
Μία ἄλλη φορά προσκλήθηκε νά λειτουργήση στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ χωριοῦ Τσιαμουτέντε, πού ἀπέχει 17 χλμ. ἀπό τό Κολουέζι.
Στήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας πολλοί χριστιανοί, κυρίως τά μικρά παιδιά παρατάχθηκαν νά κοινωνήσουν. Ἕνας ἔφηβος, μετά τήν Θεία Κοινωνία, ἐπειδή ἦταν ἄρρωστος, στό μέσον τοῦ ναοῦ ἔκαμε ἐμετό! Εἶδε τό φοβερό αὐτό γεγονός ὁ π. Λάζαρος καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἄφησε τό Ἅγιο Ποτήριο στήν Ἁγία Τράπεζα. Ἔδωσε ἐντολή κανείς ἐκεῖ νά μή πλησιάσει. Ἀφοῦ τελείωσε τήν Λειτουργία καί κατέλυσε τήν Θεία Κοινωνία, ἔτρεξε καί μέ τήν γλῶσσα του ἔγλυψε καί καθάρισε τό δάπεδο τῆς ἐκκλησίας! Ἐνῶ οἱ χριστιανοί του τόν κυττοῦσαν ἐκστατικοί!
Ἐκεῖ, λόγῳ φτώχειας καί κακῆς συνήθειας ἡ κλοπή εἶναι παντοῦ φοβερά διαδεδομένη. Φοβᾶται ὁ γείτονας τόν διπλανό του κι ὁ προϊστάμενος τόν ὑπάλληλό του. Ἔτσι καί ὁ π. Λάζαρος, σκέφθηκε νά κρατάει γιά ὕπνο καί ξεκούρασι τά 12 κατσίκια του μέσα στό σπιτάκι του, πού ἔχει χωμάτινο δάπεδο καί 2-3 κρεββάτια. Ὁπότε μέσα σέ τρία χωμάτινα δωμάτια ἐκοιμῶντο ἐννέα ἄτομα π. Λάζαρος, 3 παιδιά του, πέντε ἐγγόνια του καί τά 12 κατσίκια του! Μοῦ εἶπε ὅτι τά διατρέφει σέ γειτονικά χωράφια ὄχι γιά νά τά σφάζει, ἀλλά κατά καιρούς νά πουλάει τό μεγαλύτερο ἀπ᾿ αὐτά καί μέ τά χρήματα αὐτά νά πληρώνει τά δίδακτρα τοῦ σχολείου γιά τά ἐγγόνια του.
Ἕνα πρωϊνό ἐπῆγε στό γειτονικό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου νά λειτουργήσει, ἐνῶ ἡ γυναῖκα του εἶχε φύγει ἀπό τίς 5 τό πρωΐ στό χωράφι, μακριά 15 χλμ.νά σκάψει. Κλέπτες, προφανῶς γείτονες ἔκλεψαν τά κατσίκια, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς στό σπίτι. Ἐπέστρεψε ἀπό τήν λειτουργία ὁ π. Λάζαρος. Δέν βρῆκε τά κατσίκια του. Γονάτισε σέ ἱκεσία καί προσευχή μέ δάκρυα! Τό ἀπόγευμα ἐπῆγε νά κάνη τόν Ἑσπερινό. Ἐπέστρεψε σπίτι του καί ἐξεπλάγη. Ὅλα τά κατσίκια του ἦταν μέσα στό σπίτι. Δέν ἔμαθε ποιός τά ἐπῆρε καί ποιός τά ἔφερε. Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Προστάτης τῆς Μονῆς, ἀποδείχθηκε καί προστάτης καί τῆς περιουσίας τοῦ π. Λαζάρου!
Ἡ παπαδιά του, Μαρία τό ὄνομα ἔπασχε ἀπό χρόνια ὑψηλή πίεσι. Μέ τά 100 δολλάρια μισθό τοῦ π. Λαζάρου, θά ἔπρεπε κάθε ἡμέρα νά ἀγοράζουν καί τά φάρμακα τῆς κ. Μαρίας. Ἕνα ἀπόγευμα ἡ πίεσις εἶχε φθάσει στό 24. Ὁ π. Λάζαρος, δοσμένος ἀκλόνητα στόν Θεό, ἐπῆρε τήν παπαδιά του καί ἐπῆγαν στήν μονή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Γονάτισαν μπροστά στήν εἰκόνα του. Δέν ἐπέστρεψαν σπίτι τους. Μέ δάκρυα καί προσευχές τόν παρακαλοῦσαν γιά τήν θεραπεία της ἀπό τό βράδυ ἐκεῖ μέχρι τό πρωΐ.
Καί ὁ Ἅγιος ἔκαμε τό θαῦμα του. Τό πρωΐ ἡ παπαδιά τελείως ὑγιής ἐπῆγε στό σπίτι της, ἐπῆρε τήν τσάπα της κι ἐπῆγε στό χωράφι. Αὐτή ὅμως ἡ ἀρρώστεια κάποια ἡμέρα μέ θέλημα Θεοῦ ὡδήγησε τήν παπαδιά στήν αἰώνια ἀνάπαυσι. Ὁ π. Λάζαρος συνεχίζει τούς ἀγῶνες του, ἀπό τό 2007 μόνος του, χωρίς ποτέ νά διαμαρτύρεται σέ κάτι ἀπέναντι στόν Θεό. Τά παιδιά του, τά ἐγγόνια του, τοῦ ζητοῦν χρήματα γιά τά σχολεῖα τους, ροῦχα, τρόφιμα κλπ. Κι ἐκεῖνος τούς λέγει: «Θά ζήσουμε μ᾿ αὐτά τά χρήματα πού μᾶς δίνει κάθε μῆνα ὁ Θεός»!
-Πάτερ Λάζαρε, πές μου κάτι ἄλλο νεώτερο πού σοῦ συνέβη.
-Πάτερ μου, τί νά εἰπῶ; Κάνω κάθε ἡμέρα πολλή προσευχή γιά τούς πεθαμένους. Ἔρχονται πολύ συχνά στόν ὕπνο μου οἱ ἱερεῖς μας πού ἔχουν ἀπέλθει ἀπ᾿ αὐτόν τό κόσμο, ὁ π. Γεράσιμος, ὁ π.Φώτιος, ὁ π. Νεκτάριος, ὁ διάκο Ζηνόβιος πού τόν ἐτεμάχισαν οἱ μάγοι, ὁ διάκο Δανιήλ καί πολλοί ἀποθαμένοι χριστιανοί μας καί μοῦ ζητοῦν βοήθεια. Μία νύκτα ἦλθαν στόν ὕπνο μου, ὅλοι μαζί οἱ ἀποθαμένοι ἱερεῖς μας καί μοῦ ζητοῦσαν φαγητό. Τούς λέγω ὅτι μόνο τσάι ἔχω καί τίποτε ἄλλο. «Ὄχι τσάϊ, προσευχή κάνε μας. Ἔχουμε πολλή ἀνάγκη». Μοῦ ἔλεγαν.
Συνέχισε ὁ π. Λάζαρος: Μία βραδυά ἄκουσα τήν φωνή μιᾶς χριστιανῆς μας, τῆς Βασιλικῆς, ἡ ὁποία βογγοῦσε καί ζητοῦσε βοήθεια. Ποιά εἶσαι ἐσύ καί τί θέλεις, τήν ἐρώτησα. Καί ἐκείνη μοῦ εἶπε: «Βοἠθησέ με, πάτερ μου. Εἶμαι στήν κόλασι καί ἔχω πολλά βάσανα...».
Αὐτή τήν γυναῖκα τήν γνώρισα καί ἐγώ ὁ γράφων. Ἐνῶ ἦταν βαπτισμένη καί ἐρχόταν τίς Κυριακές στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Κισότε, κρυφά ἐπήγαινε καί στόν μάγο. Μία Κυριακή, μετά τήν Θεία Λειτουργία πέρασε νά προσκυνήσει τίς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καί ὁ Χριστός τήν ἔφτυσε δυνατά στό πρόσωπο. Ἐκείνη ταράχθηκε. Ἕπεσε κάτω, Τήν σήκωσε ὁ κατηχητής. Κατάλαβε τά λάθη της καί τῆς εἶπε ὄχι στόν μάγο πάλι, διότι εἶναι ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ μας καί τῶν Χριστιανῶν μας. Ἐκείνη συνέχισε στά κρυφά νά πηγαίνει. Μετά ἀπό ἕνα μῆνα τό ἴδιο πρόβλημα. Τώρα ὁ Χριστός ἔβγαλε τό χέρι του ἔξω ἀπό τήν εἰκόνα καί τῆς ἔδωσε ἕνα δυνατό ράπισμα. Καί ὅμως δέν μετενόησε ἡ Βασιλική, τῆς ὁποίας ὁ γυιός της Νικόλαος τότε ἦταν ὁδηγός, τοῦ αὐτοκινήτου τοῦ Ἐπισκόπου μας κ. Μελετίου. Τελικά αὐτή ἡ γυναῖκα μπῆκε στήν μαύρη μαγεία. Σκότωσε ἕνα μωρό μέ ἐντολή τοῦ σατανᾶ. Κλείσθηκε φυλακή καί ἐκεῖ ἀπέθανε ἀμετανόητη.
Πάτερ Λάζαρε, πές μου κάτι γιά τόν Γέροντά σου, τόν μακαριστό παπᾶ Κοσμᾶ.
-Εἶναι αὐτός πού μέ παρέλαβε, ὅταν ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ μέ ἔστειλε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά νά σώσω την ψυχή μου. Ἦταν ἄνθρωπος τῆς θυσίας και τῆς ἀγάπης. Δέν ἐδειλίαζε μπροστά σε κάθε δυσκολία καί περιπέτεια, πού θα συναντοῦσε. Τήν ἡμέρα πού βαπτίσθηκα, Θεοφάνεια τοῦ 1984, ἤμουν γραμμένος τελευταῖος στήν σειρά. Ὅλοι οἱ κατηχούμενοι γιά τήν βάπτισι εἴμασταν περίπου 350. Καί μέ ἐντολή τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ μπῆκα πρῶτος στην κατάστασι γιά νά βαπτισθῶ. Κι αὐτό κατ᾿ ἐντολήν τοῦ π. Κοσμᾶ. Ἀλλά δεν ξέρω γιατί μέ ἔβαλε πρῶτον στήν σειρά.
Μέ ἐντολή πάλι τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ ἔγινα ὑποδιάκονος ἐγώ ὁ ἀγράμματος και σιχαμερός ἄνθρωπος. Ὁ π. Κοσμᾶς μέ κράτησε κοντά του καί μέ ἔβαλε μάγειρο στο οἰκοτροφεῖο τῶν παιδιῶν. Τότε τό οἰκοτροφεῖο εἶχε 55 ἀγόρια, στα ὁποῖα εἶχε ἐπιβληθῆ σιδηρᾶ πειθαρχία. Ἐπικεφαλῆς ὅλων ἦταν ὁ ἴδιος ὁ π. Κοσμᾶς, ὁ ὁποῖος τά ἐπισκεπτόταν πολύ συχνά. Κάθε Σάββατο βράδυ ἐρχόταν και τούς ἔκανε σύναξι. Τούς ὡμιλοῦσε γιά τό αὐριανό Εὐαγγέλιο καί τούς ἐξηγοῦσε καί τήν Ἀποστολική περικοπή. Γιά κάθε παράπτωμά τους, ἐδέχοντο καί μία μικρή τιμωρία. Οἱ τιμωρίες πού τούς ἐπέβαλε ἦταν: Νά μή πάρουν πρωϊνό, οὔτε ψωμάκι, νά στέκονται ὄρθια στήν ἐκκλησία τήν ἑπομένη ἡμέρα, νά μήν ἔχουν ἔξοδο τήν ἑπομένη Κυριακή, νά κοιμοῦνται στό πάτωμα μία ἤ δύο βραδυές κλπ.
Σάν ὑποδιάκονος ἐργάσθηκα δύο χρόνια. Κατόπιν χειροτονήθηκα διάκονος και ἔμεινα ἔτσι περί τά 10 χρόνια.
Το 1995 ἦλθε στό Κολουέζι ὁ μακαριστός μητροπολίτης μας κυρός Τιμόθεος και εἶπε στόν π. Μελέτιο ἱερομόναχο τότε: «Ἦλθα νά χειροτονήσω την διάκο-Λάζαρο ἱερέα. Μέ ἔστειλε ὁ Θεός. Εἶναι θέλημά του νά τόν χειροτονήσω! Ἑτοίμασέ του την ἱερατική του στολή».
Ὁ π. Κοσμᾶς με ἀγαποῦσε πολύ. Μᾶς συμβούλευε σάν πατέρας καί σπανίως μᾶς ἐμάλωνε. Ἔτρεχε μέρα νύκτα μέ ἕνα τζίπ αὐτοκίνητο γιά νά προλάβη ὅλες τις δουλειές του. Δέν ἔλεγε ποτέ σέ κανέναν ὅτι εἶναι κουρασμένος ἤ ἄρρωστος. Ἀγαποῦσε ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ὅσο μποροῦσε τούς βοηθοῦσε. Ἀγάπησε τήν Χώρα μας καί τόν λαό μας. Γι᾿ αὐτό και στήν κηδεία του συμμετεῖχαν ὄχι μόνο ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀλλά και οἱ Ἀρχές τοῦ Τόπου μας. Τόν ἐτίμησαν μέ τήν παρουσία τους καί τά ἐπαινετικά τους λόγια.
Μέ μία λέξι ὁ Γέροντάς μου π. Κοσμᾶς ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Νά ἔχουμε τήν εὐχή του. Πιστεύω ὅτι ἐκεῖ πού εἶναι στόν Παράδεισο μέ τίς τάξεις τῶν ἁγίων ἱεραποστόλων καί Ἀγγέλων προσεύχεται γιά ὅλους ἐμᾶς καί τόν κογκολλέζικο λαό μας, τόν ὁποῖον ἀγάπησε ὑπερβολικά. Γι᾿ αὐτό και μᾶς ἄφησε σάν μία αἰώνια παρηγοριά τό ἀθλητικό του σῶμα, πού εἶναι θαμμένο μπροστά ἀπό τήν μητροπολιτική ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου Κολουέζι τοῦ Κογκό.
Τήν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ 2014 λειτούργησε ὁ π. Λάζαρος μέ τούς ἄλλους δέκα περίπου ἱερεῖς καί 2-3 διακόνους τῆς ἐπισκοπικῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στό Κολουέζι.
Μετά τό πέρας τῆς Λειτουργίας, ἦλθε στό κτίριο τῆς Ἱεραποστολῆς μας, νά πιῆ ἕνα τσάι συνήθως, διότι εἶναι καί πολύ φιλάσθενος. Συνωμίλησε μέ τόν Ἕλληνα ἁγιορείτη ἱεραπόστολο ἱερομ. π. Βαρνάβα, ἡγούμενο σήμερα τῆς ἀνδρικῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κολουέζι. Κατόπιν μέ πλησίασε ὁ π. Βαρνάβας καί μοῦ εἶπε:
-Πάτερ, αὐτός ὁ παπᾶ Λάζαρος εἶναι ἅγιος.
-Τό ξέρω, ἀλλά ἐσύ πῶς τό κατάλαβες;
-Καθώς πρό ὀλίγου συνωμιλούσαμε ἔβγαινε ἀπό πάνω του μία ἔντονη εὐωδία. Πλησίασέ τον καί θά ἰδῆς πῶς εὐωδιάζει ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔχει στήν καρδιά του!
-Πάτερ Λάζαρε, πῶς περνᾶς τίς ἡμέρες σου τώρα;
-Τώρα εἶμαι ἡλικίας 75 περίπου ἐτῶν. Μέ ἔχουν κυκλώσει καί διάφορες ἀσθένειες καί σωματική ἀδυναμία. Ἔχω μεγάλη χαρά, διότι ἔφυγαν τά χρόνια μου και πλησιάζει ὁ καιρός νά πάω στόν Χριστό πού μέ ἀγάπησε καί τόν ἀγάπησα. Κι ἄς ἤμουν τότε εἰδωλολάτρης. Προσεύχομαι ἡμέρα καί νύκτα γιά γνωστούς καί ἀγνώστους γιά ζωντανούς καί πεθαμένους. Περιμένω μέ χαρά πότε θά ἔλθη ἡ Κυριακή ἡμέρα γιά νά πάω στήν ἐκκλησία καί νά λειτουργήσω κι ἐγώ μέ τούς ἄλλους ἱερεῖς. Λόγῳ τώρα τῆς ἡλικίας μου δέν ἔχω δική μου ἐνορία.
Ἔχω μεγάλη χαρά, ὅταν λειτουργῶ. Καί μεγάλη στενοχώρια, ἐάν ὁ προϊστάμενος δέν μοῦ ἐπιτρέπει νά λειτουργήσω. Μετά τήν Θεία Κοινωνία αἰσθάνομαι ὅτι μπαίνει μέσα μου ὅλος ὁ Χριστός. Αἰσθάνομαι σάν νά ἀνοίγεται μπροστά μου ὁ οὐρανός.
Κάποια φορά πρό ὀλίγων ἐτῶν ἀρώστησα. Μέ αὐτοκίνητο μέ ἔφεραν στό νοσοκομεῖο τῆς Ἱεραποστολῆς. Ἐνῶ ἤμουν στό κρεββάτι ἐκεῖ ξαπλωμένος, βλέπω σάν νά ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἄκουσα ψαλμωδίες νά λέγουν Ἄγγελοι τό Ἀλληλούϊα, πολλές φορές. Καί κατόπιν τό «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ...». Καί ξαφνικά βλέπω μπροστά μου την γυναῖκα μου Μαρία, ἡ ὁποία ἔχει πεθάνει ἀπό τό 2007. Με ἐρώτησε:
-Ποῦ θέλεις νά πᾶς;
-Ἐκεῖ πού εἶσαι κι ἐσύ, τῆς ἀπάντησα.
-Μεῖνε ἐκεῖ πού εἶσαι νά φυλάγεις τά παιδιά.
Νόμιζα ὅτι ἦταν ζωντανή, ἀλλά μετά κατάλαβα, ὅτι εἶχε πεθάνει.
Ἤμουν πλησίον τοῦ θανάτου και πάλι ὁ Χριστός μέ ἔφερε στήν ζωή.
Λέγω στόν Χριστό: Θέλω Χριστέ μου, νά μέ πάρεις, χωρίς ἀρρώστεια, ἄν αὐτό εἶναι το θέλημά σου.
Πάτερ Λάζαρε, φοβᾶσαι τον θάνατο;
-Ὄχι, καθόλου. Θέλω νά φύγω. Ἀγαπῶ πολύ τόν Χριστό. Περιμένω νά μέ καλέσει κοντά του. Σκέπτομαι καί τά παιδιά και τά ἐγγόνια, πού θα τά ἀφήσω. Ὅλα αὐτά τά ἄτομα σήμερα (2018) συνολικά εἶναι 16. Καί μένουμε ὅλοι μαζί μέσα σέ τρία δωμάτια μέ χωμάτινο δάπεδο και ἡ σκεπή μέ σαπισμένες λαμαρίνες. Καί τό σπίτι αὐτό δέν εἶναι δικό μας. Εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Πιστεύω ὅτι ὁ Θεός, καί μετά τήν ἀναχώρησί μου ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, θα φροντίσει γιά τίς οἰκογένειες τῶν παιδιῶν μου, πού ἀφήνω πίσω.
Μετά ἀπ᾿ αὐτή τήν συνομιλία μέ τόν π. Λάζαρο, πού ἔγινε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2018, ἐπέρασαν ἀκόμη δυόμισυ χρόνια, ἕως ὅτου ὁ Κύριός μας, τόν ἐκάλεσε στήν Οὐράνια Βασιλεία Του. Στό διάστημα αὐτό ἐφιλοξενεῖτο στό σπίτι μιᾶς κόρης του. Ἔπασχε ἀπό συνεχόμενα ἐγκεφαλικά ἐπεισόδια. Ἤδη εἶχε ὑποστῆ κάποια σωματική παραλυσία. Ἀλλά ἠμποροῦσε νά σηκώνεται ἀπό τό κρεββάτι του καί νά συνομιλεῖ. Τόν ἀγαποῦσαν καί τόν ἐσέβοντο οἱ χριστιανοί μας καί ἤρχοντο νά τόν ἐπισκεφθοῦν. Ὁ π. Λάζαρος ἀνεχώρησε τό μεσημέρι τῆς 8ης Μαρτίου 2021. Διαβάσθηκε ἡ ἀκολουθία τῆς Κηδείας του στόν καθεδρικό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Κολουέζι τοῦ Κογκό. Χιλιάδες χριστιανοί μας, ἀλλά καί ἄνθρωποι ἀπό ἄλλα δόγματα, ἀκολούθησαν τήν σωρόν του μέχρι τό Ὀρθόδοξο Κοιμητήριο. Οἱ γυναῖκες, κατά τήν ἄφιξι τοῦ σκηνώματός του μέ τήν νεκροφόρα στήν τελευταία κατοικία του, τό ὑποδέχθηκαν μέ τραγούδια καί χορούς. Κανείς δέν θρηνοῦσε, ἐκτός ἀπό τήν οἰκογένειά του πού τήν ἄφησε ὀρφανή. Τά πρόσωπά τους ἦταν χαρωπά, διότι προέπεμπαν ἕναν ἅγιο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἡμέρα αὐτή ἦταν γιά τούς κογκολλέζους μία πανηγυρική ἡμέρα. Οἱ εὐχές τοῦ παπποῦ Λαζάρου θά παραμείνουν γιά πάντα στόν λαόν του, πού τόν ὑπηρέτησε μέ αὐτοθυσία καί ἀφοσίωσι στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας.
Σχόλια τοῦ συγγραφέως π. Δαμασκηνοῦ: Μέ ἀπασχολοῦσε ἀπό πολύ καιρό ἐγκαρδίως τό γεγονός τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ μακαριστοῦ ἱερέως π. Λαζάρου. Πῶς δηλαδή ἕνας ἀγράμματος, ἁπλοϊκός καί ἔγγαμος ἱερεύς ἀπέκτησε τόση Χάρι, ὥστε μέ τήν προσευχή του νά κάνει θαύματα. Ἀκόμη νά τόν ἐπισκέπτωνται ἀποθαμένοι συμπατριῶτες του καί νά ζητοῦν ἐπιμόνως τήν προσευχητική του βοήθεια καί ὄχι τό τσάϊ, ὅπως ἐκεῖνος ἐνόμιζε. Πῶς ἕνας ἄνθρωπος πού ἔζησε μέσα στόν κόσμο μέ τρία παιδιά καί 10 ἐγγόνια, μέσα σέ ἄθλιες βιολογικές συνθῆκες, ἐκράτησε τόσο γενναιόψυχα τόν ζυγόν τῆς ἐν Χριστῶ πολιτείας. Πῶς κατώρθωσε παρά τήν ἔλλειψι πνευματικῶν βιβλίων, παρά τήν ἔλλειψι τῆς Ἱερᾶς καί Πατερικῆς Παραδόσεως νά ἑλκύσει τόσο πολύ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά βγαίνει εὐωδία ἀπό πάνω του. Καί ταυτόχρονα νά διηγεῖται αὐτά τά θαυμαστά περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὡσάν νά συμβαίνουν σέ ἄλλο πρόσωπο καί ὄχι στόν ἑαυτό του. Τόση ταπείνωσι καί ἁπλότητα πρώτη φορά ἐγνώρισα στήν μοναχική μου ζωή. Δέν ἐφοβεῖτο διηγούμενος τά θαυμάσια αὐτά τοῦ Θεοῦ, μήπως ὑπερηφανευθῆ, ὅπως λέγομεν καί κάνουμε ἐμεῖς οἱ «ὀγδοῆτες» μοναχοί. Δέν εἶχε τήν παραμικράν ἐνόχλησιν ἤ αἴσθησιν τοῦ πάθους τῆς κενοδοξίας. Καί τώρα μοῦ ἔρχεται στόν νοῦ μου, ἡ ἀπάντησις τοῦ Γέρου Δημητρίου, μοναχοῦ τῆς Μονῆς μας. Στήν ἐρώτησί μου, τό 1976, τί εἶναι ἡ κενοδοξία καί πῶς θά ἀπαλλαγῶ πάτερ Δημήτριε; Καί ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε ἁπαθῶς καί λακωνικῶς: «Δέν ξέρω τί εἶναι αὐτό. Ρώτησε τόν Γέροντά μας, πού εἶναι τοῦ πανεπιστημίου».
Ὁ π. Λάζαρος, ὅπως εἴπαμε, ἔζησε μέσα στόν κόσμο. Δέν ἔζησε ἄγαμον καί μοναχικόν βίον. Δέν ἀσκήτευσε σέ κάποια ἁγιορείτικη σπηλιά. Δέν εἶχε σχεδόν ἰδέα γιά τόν μοναχισμό μας. Δέν ἔκαμε κάποια ὑψηλή ἀσκητική ἀγωγή μέ σκοπό νά ἁγιασθῆ, ὅπως θά ἐλέγαμε ἐμεῖς, πού θέλουμε νά ἁγιασθοῦμε καί δέν ξέρουμε ἀπό ποῦ νά ἀρχίσωμεν. Καί ὅμως ὁ π. Λάζαρος, πού καθωδηγεῖτο ἀπό τήν Χάρι τοῦ Χριστοῦ, ἀφ᾿ ὅτου προσεκλήθη νά ἀκολουθήσει τήν Ἐκκλησία πού σώζει ψυχές, ἔφθασε σέ μέτρα ἁγιασμοῦ. Μά πῶς; Θά ἐρωτήσει ὁ κάθε καλῶς καί χριστιανικῶς σκεπτόμενος ἄνθρωπος. Καί τήν ἀπάντησι, τήν ἐπῆρα μέσα στήν καρδιά μου, καί μάλιστα μετά ἀπό πολλή προσευχή.
Ὁ π. Λάζαρος ἁγίασε διότι ἀγάπησε τήν ὑπακοή στόν Προϊστάμενό του καί δι᾿ αὐτοῦ στόν Φιλάνθρωπο Θεό μας.! Ἔλυωνε καθημερινά στήν ὑπακοή ἀπό ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο καί τόν Πνευματικό του Πατέρα. Δέν σκέφθηκε ποτέ ὅτι εἶναι ἅγιος, οὔτε ἀγωνίσθηκε νά ἁγιασθῆ. Ἀγωνίσθηκε μόνο νά θυσιάζει τόν ἑαυτό του στόν βωμό τῆς ὑπακοῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν κι ἐγώ ἐργαζόμουν ἐκεῖ στό Κολουέζι τοῦ Κογκό, τόν Προϊσταμενό του νά λέγει: «Λαζαράκι, στήν ἐκκλησία νά σφουγγαρίσεις, μετά νά ποτίσεις τά λουλούδια, μετά νά φτιάξης φαγητό στά παιδιά τοῦ οἰκοτροφείου, τό βράδυ νά κάνης τά πρόσφορα γιά τίς Λειτουργίες τῆς ἑβδομάδος, τήν Κυριακή τρόφιμα στίς φυλακές καί ἕνα λόγο στούς φυλακισμένους....
Μία ὁλόκληρη καί ἀτέλειωτη ἁλυσίδα ἀπό ἀναρίθμητες ὑπακοές ἦταν ἡ ζωή του. Καί ὁ Θεός βλέποντας τήν θυσιαστική αὐτή προσφορά του, τί λέτε, δέν θά ἔπρεπε νά τόν στολίσει μέ τά χαρίσματα πού τοῦ ἔδωσε; Ποῦ ἀλλοῦ θά κατοικήσει τό Ἅγιο Πνεῦμα; Ἄν ὄχι σ᾿ αὐτούς τούς ἐσχάτους τῆς γῆς καί ἄγνωστους πού ζοῦσαν στά σοκκάκια τῶν χωριῶν καί στά δάση τῆς Ἀφρικῆς! Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, σάν τόν π. Λάζαρο, εἶναι ὀλίγοι. Ἐμεῖς θέλουμε νά ἁγιασθοῦμε, ἀλλά νά κάνουμε καί τό θέλημά μας. Διαβάζουμε βιβλία καί ἀποκτοῦμε πράγματι μόρφωσιν ἀληθείας, ἀλλά δέν ἀποκτήσαμε πνεῦμα μετανοίας. Τρέχουμε νά βοηθήσουμε τούς ἄλλους καί ξεχνοῦμε νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν σαβούρα πού κουβαλᾶμε στήν ψυχή μας.
Ἀδελφοί, μαθημένος κι ἐγώ νά λέω πολλά καί νά διδάσκω τούς ἄλλους, τώρα θά σταματήσω. Ἀπό ἐδῶ καί πέρα ἔχουν δικαίωμα νά ὁμιλοῦν οἱ Ἅγιοι, σάν τόν π. Λάζαρο, τόν ἱερέα τῆς ὑπακοῆς καί τῆς θυσίας. Ἔτσι θά μείνει στήν καρδιά μας αὐτός ὁ κοντούλης, ὁ ἀδυνατούλης καί πάντα χαμογελαστός παπᾶς τοῦ Κολουέζι τοῦ Κογκό. Θά μείνει στήν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς ὁ παπᾶς τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἀγάπης. Τήν εὐχήν του νά ἔχουμε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πάτερ Λάζαρε, πρέσβευε στόν Χριστό ὑπέρ τοῦ κογκολλέζικου λαοῦ σου νά γνωρίσει τήν Ὀρθοδοξία καί νά ἀκολουθήσει τά ἀχνάρια σου. Πρέσβευε καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οἰκουμένης, ὑπέρ τῶν φίλων καί συνεργατῶν σου, ὑπέρ τῶν φυλακισμένων πού ἀγάπησες, ὑπέρ τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου, πού τούς ἐμαγείρευες καί ὑπέρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΥ Η ΜΝΗΜΗ ΑΞΙΟΜΑΚΑΡΙΣΤΕ ΚΑΙ ΑΕΙΜΝΗΣΤΕ ΠΟΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΓΚΟ, π.ΛΑΖΑΡΕ.
Ὁ φίλος καί συνεργάτης σου μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης. 15-3-2021.
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου