ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Διά τούς κατηγοροῦντας τόν Θεόν, διατί δέν ἐξαφανίζει τόν διάβολον· καί ὅτι δέν μᾶς βλάπτει καθόλου ἡ πονηρία του ἄν προσέχουμε.
Ἔχομε εἴπει εἰς προηγουμένην ὁμιλίαν ὅτι ὁ διάβολος δέν ἐπικρατεῖ διά τῆς βίας, οὔτε μέ τήν τυραννίαν, τόν καταναγκασμόν, ἤ τήν ὠμήν ἐπιβολήν. Διότι ἄν συνέβαινε τοῦτο θά μᾶς εἶχε καταστρέψει ὅλους. Καί εἰς ἀπόδειξιν τούτου ἐφέραμεν ὡς παράδειγμα τούς χοίρους, ἐναντίον τῶν ὁποίων δέν ἐτόλμησαν νά ἐπιτεθοῦν οἱ δαίμονες πρίν λάβουν τήν ἄδειαν ἀπό τόν Κύριον (Ματθ. 8, 31). Ἐπίσης ἐφέραμεν ὡς παράδειγμα τά βουκόλια καί τά ποίμνια τοῦ Ίώβ' διότι οὔτε αὐτά ἐτόλμησεν ὁ διάβολος νά τά καταστρέψη παρά μόνον ὅταν ἔλαβεν ἄνωθεν τήν ἐξουσίαν (Ίώβ 1, 12). Τό πρῶτον λοιπόν πού ἐμάθομεν εἶναι ὅτι δέν μᾶς ἐπιβάλλεται διά τῆς βίας οὔτε ἀπό καμμίαν ἀνάγκην" μετά ἀπό αὐτό ἐπροσθέσαμεν ὅτι ἄν καί νικᾶ μέ ἀπάτην, οὔτε ἔτσι κατορθώνει νά τούς νικήση ὅλους. Καί πάλιν ἐφέραμεν ὡς παράδειγμα τόν ἀγωνιστικόν Ίώβ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐχρησιμοποίησε ἀμέτρητα τεχνάσματα καί οὔτε ἔτσι κατόρθωσε νά τόν νικήση, ἀλλά ἀπεσύρθη ἡττημένος.
Δέν εἶναι ὁ διάβολος πού μᾶς ζημιώνει ἀλλά ἡ ἰδική μας ἀδιαφορία εἰς κάθε περίπτωση ἀνατρέπει καί ὑποσκελίζει ὅσους δέν προσέχουν. Ἄς ἀφήσωμεν τόν διάβολον λοιπόν, πού εἶναι πολύ πονηρός, ὄχι ἐκ φύσεως, ἀλλά ἀπό τήν ψυχικήν του διάθεσιν καί τήν γνώμην' ὅτι ὁ διάβολος δέν εἶναι ἐκ φύσεως πονηρός, ἠμπορεῖς νά τό πληροφορηθῆς ἀπό τάς ἰδίας τάς ὀνομασίας του. Ὀνομάζεται διάβολος ἀπό τό διαβάλλειν. Διότι διέβαλε τόν ἄνθρωπον πρός τόν Θεόν λέγων" "δέν σέ λατρεύει δωρεάν ὁ Ίώβ' ἀλλά στεῖλε τήν χεῖρα σου καί ψαῦσε αὐτά πού ἔχει" ει δέ μή θά σέ βλασφημήση κατά πρόσωπον" (Ίώβ 1, 9, 11). Διέβαλε πάλιν τόν Θεόν πρός τόν ἄνθρωπον λέγων" "πῦρ ἔπεσεν ἀπό τόν οὐρανόν καί κατέκαυσε τά πρόβατα" (Ίώβ, 1, Ι6)' προσπαθοῦσε νά πείση αὐτόν, ὅτι ὁ πόλεμος αὐτός ἐξαπελύθη ἀπό ἐπάνω από τούς οὐρανούς, καί ἔφερεν εἰς σύγκρουσιν τόν δοῦλον πρός τόν Κύριον, καί τόν Κύριον πρός τόν δοῦλον" μᾶλλον δέ δέν τούς ἔκαμε νά συγκρουσθοῦν, ἀλλά ἐπεχείρησε νά τούς φέρη εἰς σύγκρουσιν, ὅμως δέν ἠμπόρεσεν, ὥστε, ὅταν ἰδῆς ἄλλον δοῦλον νά συγκρούεται μέ τόν Δεσπότην, τόν Ἀδάμ δηλαδή πρός τόν Θεόν, ὁ ὁποίος Ἀδάμ ἐπίστευσεν εἰς τήν διαβολήν του, νά μάθης ὅτι δέν ἤντλησε τήν δύναμίν του ἀπό τήν ἰδικήν του δύναμιν, ἀλλά ἀπό τήν ραθυμίαν καί ἀδιαφορίαν ἐκείνου. Διά τοῦτο λοιπόν ἔχει ὀνομασθῆ διάβολος" τό νά διαβάλλη ὅμως καί τό νά μή διαβάλλη δέν εἶναι στοιχεῖον τῆς φύσεως, ἀλλά πρᾶξις πού γίνεται καί "ἀπογίνεται", πού συμβαίνει καί πού παύει νά συμβαίνη, καί ὅλα αὐτά δέν ἔχουν θέσιν φύσεως καί οὐσίας.
Θέλετε τώρα νά ἔλθωμεν καί εἰς μίαν ἄλλην ὀνομασίαν καί θά ἰδῆτε ὅτι καί αὐτή ἡ ὀνομασία δέν ἀναφέρεται εἰς τήν οὐσίαν οὔτε εἰς τήν φύσιν τοῦ διαβόλου; "Ὀνομάζεται πονηρός, ἡ δέ πονηρία δέν εἶναι στοιχεῖον τῆς φύσεως, ἀλλά τῆς ψυχικῆς διαθέσεως" διότι ἄλλοτε γίνεται καί ἄλλοτε παύει νά ὑπάρχη. Οὔτε βέβαια νά μοῦ ἰσχυρισθῇς ὅτι αὐτή παραμένει εἰς ἐκεῖνον διά παντός" διότι δέν ἦτο ἐξ ἀρχῆς εἰς ἐκεῖνον, ἀλλά προσετέθη ἀργότερον, δι' αὐτό ὀνομάζεται καί ἀποστάτης' καί ὅμως ένώ πολλοί ἄνθρωποι εἶναι πονηροί, αὐτός μόνον ὀνομάζεται κατ' ἐξοχήν πονηρός. Διατί τέλος πάντων ὀνομάζεται ἔτσι; Διότι ἐνῶ δέν ἀδικήθηκε καθόλου ἀπό ἐμᾶς, ένώ δέν εἶχε οὔτε μικράν οὔτε μεγάλην κατηγορίαν ὅταν εἶδε νά τιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ἀμέσως τόν ἐφθόνησε διά τά ἀγαθά. Καί τί χειρότερον ἀπό αὐτήν τήν πονηρίαν ἠμποροῦσε νά ὑπάρξη κατά τήν ὁποίαν γεννᾶται ἔχθρα καί πόλεμος χωρίς καμμίαν εὔλογον αἰτίαν;
Ἄς ἀφήσωμεν λοιπόν κατά μέρος τόν διάβολον καί άς φέρωμεν πρός συζήτησιν τήν κτίσιν, διά νά μάθης ὅτι αἴτιος τῶν κακῶν εἰς ἡμᾶς δέν εἶναι ὁ διάβολος, ἄν ἐμεῖς θέλωμεν νά προσέχωμεν. Διά νά μάθης ὅτι ὁ ἔχων ἀσθενῆ θέλησιν καί ὁ ἀμελής καί ὁ ἀδιάφορος, καί χωρίς νά ὑπάρχη ὁ διάβολος, καταπίπτει καί κρημνίζεται εἰς μεγάλα βάραθρα κακίας. Ὁ διάβολος εἶναι πονηρός" τό γνωρίζω καί ὁμολογεῖται ἀπό όλους, ἀλλά πρόσεχε μέ μεγάλην προσήλωσιν αὐτά πού πρόκειται νά ειπώ τώρα. Δέν εἶναι συνηθισμένα" ἀλλά εἶναι θέματα διά τά ὁποία ἀπό πολλούς πολλάς φοράς καί σέ πολλά μέρη γίνονται συζητήσεις διά τά ὁποία διεξάγεται μεγάλη μάχη καί πόλεμος ὄχι μόνον μεταξύ τῶν πιστῶν πρός τούς ἀπίστους, ἀλλά καί μεταξύ τῶν ἰδίων τῶν πιστῶν" καί αὐτό εἶναι τό ὀδυνηρόν.
Διά τόν διάβολον λοιπόν ὅλοι συμφωνοῦν, καθώς είπα, ὅτι εἶναι πονηρός" τί θά είπούμεν ὅμως διά τήν δημιουργίαν, τήν ὡραίαν καί θαυμαστήν; Μήπως καί ἡ δημιουργία εἶναι πονηρά; Καί ποιός εἶναι τόσον μιαρός; Ποῖος εἶναι τόσον ἀνόητος καί παρανοϊκός ὥστε νά κατηγορήση τήν κτίσιν; Τί θά είπούμεν λοιπόν δι' αὐτήν; Διότι δέν εἶναι πονηρά, ἀλλά εἶναι καί ὡραία καί ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς σοφίας του Θεοῦ καί τῆς δυνάμεως καί τῆς φιλανθρωπίας του. Ἄκουσε λοιπόν πώς θαυμάζει αὐτήν ὁ προφήτης λέγων' "Πόσον ἐμεγαλύνθησαν τά ἔργα σου, Κύριε, ὅλα τά ἔκαμες μέ σοφίαν" (Ψαλμ. 103, 24)' δέν ἀναφέρεται εἰς τό καθένα χωριστά, ἀλλά ύποχωρεί ἐμπρός εἰς τό ἀκατάληπτον τής σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὅτι τήν ἔπλασε τόσον ὡραίαν καί μεγάλην έπωφελώς, άκουσε κάποιον πού τό λέγει" "ἀπό τό μέγεθος καί τήν ὀμορφιά τών κτισμάτων φαίνεται ἀναλόγως καί ὁ δημιουργός των" (Σοφ. Σολ. 13, 5)" ἄκουσε τόν Παῦλον πού λέγει" "διότι τά ἀόρατα στοιχεῖα τῆς θεότητος ἀπό τήν δημιουργίαν τοῦ κόσμου φαίνονται καθαρά μέ τήν σκέψιν μέσα εἰς τά δημιουργήματα" (Ρωμ. 1, 20). Διότι κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς δι' ὅσων εἶπεν, ἄφησε νά έννοηθή ὅτι ἡ κτίσις ἡ ἰδία μᾶς οδηγεί εἰς τήν θεογνωσίαν' ὅτι αὐτή συντελεί νά γνωρίσωμεν καλῶς τόν Δεσπότην.
Τί λοιπόν ἄν ἴδωμεν ότι αύτή ή ωραία καί θαυμαστή κτίσις υπήρξε διά πολλούς αἰτία άσεβείας, θά τήν κατηγορήσωμεν; Καθόλου, ἀλλά θά κατηγορήσωμεν έκείνους πού δέν έχρησιμοποίησαν όπως πρέπει τό φάρμακον. Ποῦ εὑρίσκεται λοιπόν ἡ αἰτία τῆς ἀσεβείας; Ἐσκοτίσθη", λέγει "ἡ σκέψις τῶν φιλοσόφων καί έσεβά σθησαν καί έλάτρευσαν τήν κτίσιν αντί τοῦ δημιουργού" (Ρωμ. 1, 21, 25). Πουθενά δέν ὑπάρχει ἐδῶ διάβολος" πουθενά δαίμων, ἀλλά ενώπιον όλων άπλώνεται ἡ κτίσις μόνη καί γίνεται διδάσκαλος θεογνωσίας. Πώς λοιπόν έγινεν αιτία άσεβείας; Όχι άπό τήν φύσιν της, άλλά άπό τήν άμέλειαν αύτών πού δέν προσέχουν.
Τί λοιπόν, είπε μου, θά άφανήσωμεν τήν κτίσιν; Καί διατί ὁμιλῶ διά τήν κτίσιν; Ἄς ἔλθωμεν εἰς τά μέλη τοῦ ιδίου τοῦ σώματος μας. Διότι, ἄν δέν προσέχωμεν, θά εὕρωμεν ὅτι καί αὐτά γίνονται αἴτια τῆς ἀπωλείας μας ὄχι ἀπό τήν φύσιν των, ἀλλά ἀπό τήν ἰδικήν μας ἀμέλειαν.
Σκέψου, σέ παρακαλῶ, ὅτι σοῦ ἐδόθη ὁ ὀφθαλμός διά νά δοξάζης τόν Δεσπότην βλέπων τήν κτίσιν. Ἀλλά ἄν δέν κάμης καλήν χρῆσιν τοῦ ὀφθαλμοῦ, σοῦ γίνεται πρόξενος μοιχείας (Ματθ. 5, 28)' ἡ γλώσσα σοῦ ἐδόθη διά νά δοξάζης καί νά ὑμνῆς τόν δημιουργόν' άλλά έάν δέν προσέχης, αὐτή σοῦ γίνεται αιτία βλασφημίας (Ίων. 3, 512)' τά χέρια σοῦ έδόθησαν διά νά τρέχης είς καλά έργα άλλ' άν άμελής, δι' αύτών θά όδηγηθής είς κακάς πράξεις. Βλέπεις ότι τόν άσθενή τόν βλάπτουν τά πάντα; Βλέπεις ότι τόν άσθενή καί τά σωτήρια φάρμακα τόν φέρουν είς τόν θάνατον, ὄχι ἀπό τήν φύσιν των, ἀλλά ἀπό τήν ἀδυναμίαν ἐκείνου; Ό Θεός ἐδημιούργησε τόν οὐρανόν διά νά θαυμάσης τό έργον καί νά προσκυνήσης τόν Δεσπότην' ἀλλά ἄλλοι, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τόν δημιουργόν, προσεκύνησαν τόν ίδιον τόν ούρανόν' αύτά όλα προήλθαν άπό τήν άμέλειαν καί τήν άνοησίαν των.
Ἀλλά διατί ὁμιλῶ διά τήν κτίσιν; Καί μήπως ἠμπορεῖ νά γίνη κάτι ἄλλο περισσότερον σωτήριον ἀπό τόν σταυρόν; Ὅμως αὐτός ὁ σταυρός ύπήρξε σκάνδαλον διά τούς ἀδυνάτους. "Διότι τό κήρυγμα περί τοῦ σταυροῦ διά τά τέκνα τῆς ἀπωλείας είναι μωρία, ἐνῶ διά τούς σωζομένους εἶναι δύναμις Θεοῦ" (Α'Κορ. 1, 18)" καί πάλιν' "κηρύσσομεν τόν Χριστόν τόν έσταυρωμένον, ὁ όποιος είναι σκάνδαλον διά τούς Ιουδαίους, διά τούς εἰδωλολάτρας δέ μωρία" (Α' Κορ., 23). Τί ἠμπορεῖ νά γίνη περισσότερον φωτισμένη διδασκαλία άπό τήν διδασκαλίαν τοΰ Παύλου, καί τών άποστόλων; Άλλά οί άπόστολοι αύτοί διά πολλούς υπήρξαν οσμή θανάτου" διότι λέγει" "δι' άλλους οσμή θανάτου πρός τόν θάνατον, δι' άλλους οσμή ζωής πρός τήν ζωήν" (Β' Κορ. 2, 16). Βλέπεις λοιπόν ότι ό μέν άδύνατος είς τήν πίστιν βλάπτεται καί άπό τόν Παῦλον, ἐνῶ ὁ ἰσχυρός δέν ἀδικεῖται οὔτε ἀπό τόν διάβολον;
Θέλεις τώρα νά φέρωμεν τόν λόγον καί εις τόν Χριστόν; Τί ἠμπορεῖ νά συγκριθῆ μέ τήν σωτηρίαν ἐκείνην; Τί ἄλλο ύπήρξεν ὠφελιμότερον ἀπό τήν παρουσίαν ἐκείνην; Ἀλλά αὐτή ἡ παρουσία ἡ σωτήριος, ἡ χρήσιμη, ἔγινεν ἀφορμή κολάσεως διά πολλούς. "Διότι", λέγει, "ἐγώ ἦλθα εἰς τόν κόσμον τοῦτον πρός κρίσιν, ὥστε αύτοί πού δέν ἔβλεπαν νά ἴδουν καί αύτοί πού έβλεπαν νά γίνουν τυφλοί" (Ίω. 9, 39). Τί λέγεις; Τό φῶς έγινεν αιτία τυφλώσεως; Δέν έγινε τό φως αιτία τυφλώσεως, άλλά ή άδυναμία τών οφθαλμών τής ψυχής δέν ή μπόρεσε νά δεχθῆ τό φῶς.
Εἶδες ὅτι ὁ ἀδύνατος βλάπτεται ἀπό παντοῦ, ὁ δέ ἰσχυρός ὠφελεῖται ἀπό παντοῦ; Διότι παντοῦ αἴτια εἶναι ἡ ψυχική διάθεσις, παντοῦ κυρίαρχος εἶναι ἡ γνώμη. Ἐπειδή ὁ διάβολος, ἄν θέλης νά μάθης, εἶναι καί χρήσιμος εἰς ἐμᾶς, ἄν τόν χρησιμοποιήσωμεν ὅπως πρέπει, καί μάς ώφελεί τά μέγιστα καί ἐπιτυγχάνομεν ἀπό αὐτόν κέρδη όχι μικρά. Καί αύτό τό ἀπεδείξαμεν πολλάκις καί άπό τήν περίπτωσιν τού Ίώβ...
... Όλα αύτά τά είπα τώρα, ὄχι γιά νά άπαλλάξω τόν διάβολον άπό τήν κατηγορίαν, ἀλλά διά νά σας ἐλευθερώσω ἀπό τήν ραθυμίαν. Καθ' ὅσον ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ πολύ νά έπιρρίπτωμεν είς αὐτόν τάς εὐθύνας τῶν ιδικών μας άμαρτημάτων, ώστε τρεφόμενοι μέ αύτήν τήν ἐλπίδα καί διαπράττοντες πᾶν εἶδος κακίας, νά αὐξήσωμεν οἱ ίδιοι τήν εἰς βάρος μας τιμωρίαν, διότι οὐδόλως συγχωρούμεθα μέ τήν μετάθεσιν τῆς εὐθύνης εἰς ἐκεῖνον διά τάς ἰδικάς μας ἁμαρτίας' ὅπως δέν συνεχωρήθη καί ἡ Εὔα. Ἐμεῖς ὅμως νά μή κάμωμεν αὐτό, ἀλλά νά ἐμβαθύνωμεν εἰς τόν εαυτόν μας καί είς τά τραύματά μας' διότι ἔτσι θά ήμπορέσωμεν νά έπιθέσωμεν καί τά φάρμακα διά τήν θεραπείαν, διότι έκεΐνος πού άγνοεΐ τήν νόσον του δέν θά φροντίση καθόλου διά τήν θεραπείαν της.
'Ἔχομεν πολλάς ἁμαρτίας· τό γνωρίζω και ἐγώ· όλοι εἴμεθα ὑπό κολασμόν· άλλά δέν έχομεν άποκλεισθή άπό τήν συγγνώμην, οὔτε εύρισκόμεθα έξω άπό τήν μετάνοιαν" διότι ἱστάμεθα άκόμη εἰς τό σκάμμα έτοιμοι διά τούς άγώνας τής μετανοίας. Εἶσαι γέρων καί ἔφθασες εἰς τήν ἐσχάτην ἔξοδον άπό τήν ζωήν; Μή νομίσης ὅτι έξ αἰτίας αὐτοῦ ἔχεις χάσει τήν εύκαιρίαν τῆς μετανοίας, οὔτε νά ἀπελπισθῇς διά τήν σωτηρίαν σου, άλλά θυμήσου τόν ληστήν πού συνεχωρήθη ἐπάνω εἰς τόν σταυρόν. Πράγματι, ποιον χρονικόν διάστημα είναι συντομώτερον ἀπό τήν στιγμήν ἐκείνην κατά τήν οποίαν έστεφανοῦτο; Ὅμως δι' αὐτόν ἦτο ἀρκετή διά νά σωθή. Είσαι νέος; Μή έπαναπαύεσαι μέ θάρρος είς τήν νεότητα, οὔτε νά νομίσης ότι έχεις άρκετήν προθεσμίαν τής ζωής· "διότι ἡ ήμέρα τοῦ Κυρίου έρχεται ώς κλέπτης μέσα είς τήν νύκτα" (Α' Θεσ. 5, 2). Διά τοῦτο καί δέν μάς έγνωστοποίησε τήν ήμέραν τοῦ θανάτου μας, διά νά έπιδείξωμεν ζήλον καί φροντίδα. Δέν βλέπεις κάθε ήμέραν νέους νά άποθνήσκουν; Διά τοῦτο μάς προτρέπει κάποιος· «Μή βραδύνης νά έπιστρέψης πρός τόν Κύριον, οὔτε νά άναβάλλης άπό ήμέρας είς ήμέραν, μήπως καθώς βραδύνης καταφθαρής» (Σοφ. Σειράχ 5, 7). Ό γέρων λοιπόν άς έχη έκείνην τήν παραίνεσιν ύπ' όψιν· ό νέος αύτήν έδώ τήν νουθεσίαν. Αλλά είσαι άσφαλής, έχεις πλούτη καί καυχάσαι διά τά χρήματά σου καί δέν σοῦ συμβαίνει κανένα κακόν; Άκουσε τί λέγει ὁ Παῦλος' Ὅταν λέγουν είρήνην και άσφάλειαν, τότε έπέρχεται είς αύτούς αιφνίδιος όλεθρος" (Α'Θεσ. 5, 3). Διότι όλα τά πράγματα ύφίστανται μεταβολάς" δέν έξουσιάζομεν τόν θάνατον" άς γίνωμεν κύριοι τής άρετής, διότι ὁ Κύριος μας ὁ Χριστός είναι φιλάνθρωπος. Θέλετε νά σάς αναφέρω καί όδούς τής μετανοίας; Είναι πολλαί καί ποι κίλαι καί διάφοραι μεταξύ των, όλαι όμως όδηγοῦν πρός τόν ούρανόν. Πρώτη οδός μετανοίας είναι ή καταδίκη τών αμαρτημάτων μας' "Λέγε έσύ πρώτος τάς άμαρτίας σου διά νά δικαιωθής" (Ήσ. 43, 26). Δι' αύτό είπε καί ό Προφήτης· "είπα, θά καταδικάσω τόν έαυτόν μου διά τήν άνομίαν μου πρός τόν Κύριον, καί σύ έσυγχώρησες τήν άσέβειαν τής καρδιάς μου" (Ψαλμ. 31,5). Αναγνώρισε λοιπόν καί σύ τά άμαρτήματά σου· αύτό είναι άρκετόν είς τόν Κύριον ώς άπολογία· διότι αύτός πού κατεδίκασε τά άμαρτήματά του είναι δυσκολώτερον νά περιπέση πάλιν είς τά ίδια άμαρτήματα. Ύψωσε τήν συνείδησιν πού έχεις μέσα σου είς κατήγορον, διά νά μή έχης ἐκεῖ άλλον κατήγορον έπί τοῦ βήματος τοΰ Κυρίου. Αύτή είναι μία όδός μετανοίας άριστη. Υπάρχει καί άλλη πού δέν είναι κατωτέρα αυτής, τό νά μή μνησίκακης εναντίον τών εχθρών, τό νά συγκρατής τήν οργή σου, νά συγχωρής τά άμαρτήματα τών συνανθρώπων σου· διότι έτσι θά συγχωρηθούν καί τά ιδικά μας άμαρτήματα πού διεπράξαμεν πρός τόν Κύριον. Ιδού λοιπόν καί δεύτερος τρόπος καθαρισμοῦ τῶν άμαρτημάτων μας. Διότι λέγει "ἄν συγχωρήσετε τούς οφειλέτες σας, καί ὁ οὐράνιος Πατήρ σας θά σας συγχωρήση" (Ματθ. 6, 14).
Θέλεις νά μάθης καί μίαν τρίτην όδόν μετανοίας; Νά κάμης προσευχήν θερμήν καί ειλικρινή πού νά πηγάζη άπό τά βάθη τής καρδίας σου. Δέν είδες έκείνην τήν χήραν πώς εξευμένισε τόν ἀναίσχυντον ἐκεῖνον δικαστήν; (Λουκ. 18, 18). Ένώ σύ έχεις Κύριον ήμερον καί προσηνή καί φιλάνθρωπον' έκείνη έζήτει εναντίον τῶν ἐχθρῶν, σύ ὅμως δέν ζητεῖς έναντιον τών έχθρών, άλλά υπέρ τής ιδικής σου σωτηρίας.
"Αν θέλης νά μάθης καί τετάρτην όδόν μετανοίας, θά σοΰ ειπώ τήν έλεημοσύνην· διότι αύτή έχει πολλήν καί άνέκφραστον δύναμιν. Καί πράγματι ὅταν ὁ Ναβουχοδονόσορ έφθασεν είς λογής κακίαν καί διέπραξε κάθε ἀσέβειαν, ό Δανιήλ του εΐπε' "Βασιλεΰ, νά είσακούσης τήν συμβουλήν μου" λυτρώσου άπό τά άμαρτίας σου μέ τάς έλεημοσύνας, καί άπό τάς άνομίας σου λυτρώσου μέ τήν εύσπλαγχνίαν σου διά τούς πτωχούς" (Δαν. 4, 24). Ποιον πράγμα ημπορεί νά γίνη ἴσον μέ τήν φιλανθρωπίαν; "Υστερα άπό άναρίθμητα αμαρτήματα, ύστερα άπό τόσας παρανομίας ύπόσχεται νά άπαλλάξη όλων αύτών τόν δράστην, έάν δειχθή φιλάνθρωπος είς τούς συνδούλους του. Καί πέμπτη ή μετριοφροσύνη καί ή ταπεινοφροσύνη πού εκμηδενίζουν τήν φύσιν τών αμαρτημάτων όχι όλιγώτερον άπό όλους τούς άλλους τρόπους πού άναφέρα μεν' καί μάρτυς ὁ τελώνης, ὁ οποίος δέν εἶχε νά ἀναφέρη λαμπρά έργα, άλλά άντί όλων αύτών προσέφερε τήν ταπεινοφροσύνη καί άπηλλάγη άπό τό βαρύ φορτίον τών αμαρτημάτων (Λουκά 18, 13).
Ιδού λοιπόν έδείξαμεν πέντε όδούς μετανοίας, πρώτην τήν κατανόησιν τών αμαρτημάτων μας, δευτέραν τήν συγχώρησιν τών άμαρτιών τοΰ πλησίον, τρίτην έκείνην πού προέρχεται άπό τήν προσευχήν, τετάρτην έκείνην πού προέρχεται άπό τήν έλεημοσύνην καί πέμπτην τήν προερχομένην άπό τήν ταπεινοφροσύνην.
Μή βραδύνης, λοιπόν, άλλά νά βαδίζης κάθε ἡμέραν ὅλας αὐτάς τάς ὀδούς' καθ' ὅσον εἶναι εὔκολοι ὁδοί καί δέν ἠμπορεῖς νά προβάλης ώς πρόσχημα την πενίαν' άλλά καί άν ακόμα ζής πτωχότερα άπό όλους καί τήν οργήν θά ήμπορέσης νά άφήσης κατά μέρος καί νά ταπει νοφρονής θά ήμπορέσης καί νά προσευχηθής ἐπαρκῶς καί νά καταδικάσης τά άμαρτήματά σου' καί είς τίποτε δέν γίνεται ἡ πενία έμπόδιον. Καί τί λέγω ἐδῶ, ἀφοῦ οὔτε δι' έκείνην τήν μέθοδον τῆς μετανοίας πού απαιτεί τήν καταβολήν τών χρημάτων (δηλαδή ἡ ελεημοσύνη) οὔτε ἐκεῖ αποτελεί έμπόδιον είς ήμάς ή πενία. Και αύτό τό έφανέρωσεν είς ή μας ή χήρα πού κατέβαλε τά δύο λεπτά (Μάρκ. 12, 4144).
Άφοῦ λοιπόν έδιδάχθημεν τήν θεραπείαν τῶν τραυμάτων μας, άς θέτωμεν επάνω είς αύτά τά φάρμακα, ώστε, ἀφοῦ άνακτήσωμεν τήν πραγματικήν ύγείαν νά άπολαύσωμεν καί τήν ίεράν τράπεζαν μέ παρρησίαν καί μέ μεγάλην δόξαν νά συναντήσωμεν τόν βασιλέα τῆς δόξης Χριστόν καί νά έπιτύχωμεν τά αιώνια άγαθά μέ τήν χάριν καί τούς οίκτιρμούς καί τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ήμών Ίησοΰ Χριστού, διά τοῦ οποίου καί μετά τοῦ οποίου δόξα καί δύναμις καί τιμή τώρα καί πάντοτε καί είς τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.
(Άπό τήν έκδοση "ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ" Θεσ/νίκης).
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου