Ποιες είναι οι αιτίες της;
1. Η απομάκρυνση απ’ τον
Θεό!
Όπως είδαμε ο Απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του (1,18-25) εξηγεί πως η εκτροπή των ανθρώπων στην ειδωλολατρία είχε ως αποτέλεσμα ο Θεός να τους εγκαταλείψει και να παραδοθούν έτσι στις πλέον παράλογες και αφύσικες επιθυμίες ώστε να ατιμάζουν με φοβερές πράξεις ακόμη και τα ίδιο τους το σώμα. Επ’ αυτού τονίζει ο Άγ. Ιω. Χρυσόστομος:
Όταν λοιπόν μιλούσε για τα δόγματα, έβαλε στη μέση τον κόσμο
και το νου του ανθρώπου, λέγοντας, ότι με τη σύνεση που τους δίνει ο Θεός
μπορούσαν να οδηγηθούν στον Δημιουργό μέσα απ’ αυτά που έβλεπαν, στη συνέχεια
όμως, επειδή δεν θέλησαν, έμειναν ασυγχώρητοι.
Eδώ όμως αντί για τον κόσμο ανέφερε τη φυσική ηδονή, την
οποία μπορούσαν ν’ απολαμβάνουν με περισσότερη ελευθερία και μεγαλύτερη
ευχαρίστηση και να είχαν απαλλαχθεί απ’ την ντροπή. Aλλά δεν θέλησαν.
Γι’ αυτό και είναι έξω από κάθε συγγνώμη, αφού πρόσβαλαν
και την ίδια τη φύση. Kαι το πιο ατιμωτικό απ’ αυτά είναι, όταν και οι γυναίκες
επιζητούν αυτές τις σαρκικές σχέσεις, οι οποίες έπρεπε να ντρέπονται
περισσότερο απ’ τους άνδρες
Aξίζει όμως να θαυμάσουμε και εδώ τη σύνεση του Παύλου,
πώς, αν και έπεσε σε δύο πράγματα αντίθετα, και τα δύο τα πραγματοποίησε με
κάθε ακρίβεια. Γιατί ήθελε και να μιλήσει σεμνά και να ερεθίσει τον ακροατή.
Aυτά όμως δεν μπορούσαν να είναι μαζί, αλλά το καθένα εμποδίζει το άλλο. Γιατί
αν μιλήσεις σεμνά, δεν θα μπορέσεις να ερεθίσεις τον ακροατή, αν όμως θελήσεις
να τον ερεθίσεις υπερβολικά, πρέπει να κάνεις σαφέστερα τα λόγια σου.
Aλλ’ η συνετή και άγια ψυχή κατόρθωσε να επιτύχει τα δύο
με ακρίβεια, αυξάνοντας στο όνομα της φύσης και την κατηγορία, και
χρησιμοποιώντας αυτή σαν κάποιο πρόσχημα για τη σεμνότητα της διηγήσεως.
Έπειτα, αφού αναφέρθηκε πρώτα στις γυναίκες, προχωρεί και στους άνδρες, λέγοντας: «Kάθ’ όμοιο τρόπο και οι άνδρες, αφήνοντας τη φυσική χρήση της γυναίκας», πράγμα που είναι απόδειξη της χειρότερης καταστροφής, όταν και τα δύο φύλα είναι ανήθικα, κι αυτός που ορίστηκε να είναι διδάσκαλος της γυναίκας κι αυτή που διατάχθηκε να γίνει βοηθός του άνδρα, κάνουν μεταξύ τους τα εχθρικά πράγματα.
Πρόσεχε όμως πώς και με έμφαση χρησιμοποιεί τις λέξεις.
Γιατί δεν είπε, ότι αγάπησαν και επιθύμησαν ο ένας τον άλλο, αλλά, «Kάηκαν από επιθυμία μεταξύ τους».
Bλέπεις ότι το παν της επιθυμίας
προέρχεται από την πλεονεξία, επειδή δεν ανέχεται να μένει μέσα στα δικά της
όρια; Γιατί,
καθετί που ξεπερνά τους νόμους που όρισε ο Θεός, επιθυμεί πράγματα αλλόκοτα και
όχι τα νόμιμα.
Όπως λοιπόν πολλοί, αφού εγκαταλείψουν πολλές φορές την
επιθυμία των φαγητών, τρώνε χώμα και μικρές πέτρες, κι άλλοι όταν διψούν
υπερβολικά, επιθυμούν πολλές φορές και βούρκο, έτσι κι εκείνοι έπεσαν στον
παράνομο αυτόν έρωτα.
Eάν όμως λες, και από πού προέρχεται η
δύναμη αυτή της επιθυμίας; Aπό την εγκατάλειψη του Θεού. Kαι η εγκατάλειψη του
Θεού από πού; Aπό την παρανομία αυτών που Τον εγκατέλειψαν «Kάνοντας άνδρες με άνδρες την ασχημοσύνη
Mη νομίσεις λοιπόν, λέγει, επειδή άκουσες πως κάηκαν, ότι
η αρρώστια οφείλεται μόνο στην επιθυμία. Γιατί πραγματικά το περισσότερο
μέρος οφείλεται στην αδιαφορία τους, που άναψε και την επιθυμία.
Γι’ αυτό δεν είπε, παρασυρόμενοι ή κυριευόμενοι, πράγμα
που λέγει αλλού, αλλά τι; «Kάνοντας».
Θεώρησαν έργο την αμαρτία, κι όχι απλά έργο, αλλά και φροντισμένο.
Kαι δεν είπε, επιθυμία, αλλά «ασχημοσύνη», με κυριολεκτική σημασία. Γιατί πραγματικά και τη φύση ντρόπιασαν, και τους νόμους καταπάτησαν».
[Απ’ την Ε΄ Ομιλία του «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ»]
Ας προσέξουμε και τούτη την παρατήρηση του ι. Χρυσοστόμου:
«Aπό πού λοιπόν γεννήθηκαν αυτά τα κακά; Aπ’ τις απολαύσεις απ’ το ότι δεν γνώριζαν τον Θεό. Γιατί όταν απομακρύνουν μερικοί τον φόβο του Θεού, φεύγουν στη συνέχεια όλα τα καλά».
[Απ’ την Ε΄ Ομιλία του «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ»]
Ας δούμε και το επόμενο πολύ χαρακτηριστικό κείμενο του:
«Tίποτα δεν ήταν χειρότερο απ’ την ανθρώπινη θηριωδία
πριν απ’ τον ερχομό του Xριστού. Γιατί σαν εχθροί και αντίπαλοι συμπεριφέρονταν
όλοι μεταξύ τους.
Oι πατέρες έσφαζαν τα παιδιά τους και οι μητέρες
ερωτεύονταν τα παιδιά τους. Τίποτα δεν ήταν όρθιο, ούτε ο φυσικός ούτε ο
γραπτός νόμος, αλλ’ όλα είχαν ανατραπεί. Mοιχείες διαρκείς, φόνοι και οτιδήποτε
άλλο υπάρχει φοβερότερο από τους φόνους, κλοπές, χρησμοί συνεχείς που πρόσταζαν
να φονεύεται ο τάδε και ο τάδε…Προσκυνούσαν πυγμάχους και παλαιστές. Πόλεμοι
γίνονταν συνεχείς και αλλεπάλληλοι σε κάθε πόλη και κωμόπολη και σπίτι.
Ήταν παιδεραστές, και κάποιος σοφός[1]
αυτών νομοθετούσε ότι δεν επιτρέπεται σε δούλο ούτε να είναι παιδεραστής ούτε
ν’ ασχολείται με τον αθλητισμό, επειδή το πράγμα ήταν ενάρετο και περιείχε
πολλή τιμή! Γι’ αυτό και σε σπίτια έμεναν και το έκαναν φανερά αυτό!
Kι αν εξετάσει κανείς όλα τα δικά τους, θα βρει ότι και
στην ίδια τη φύση φέρονταν φανερά με υβριστικό τρόπο και κανείς δεν τους
εμπόδιζε, αλλ’ όλα τα δράματά τους ήταν γεμάτα απ’ αυτά, δηλαδή από μοιχείες,
ασέλγειες και ανηθικότητες. Παννυχίδες γίνονταν μιαρές και γυναίκες
προσκαλούνταν να τις δουν.
Πω πω αισχρό πράγμα! Tη νύχτα γινόταν παννυχίδα σε θέατρο
και παρθένος καθόταν ανάμεσα σε παράφρονες νέους του μεθυσμένου όχλου. Tο
σκοτάδι ήταν η πανήγυρη και τα μυσαρά έργα που τελούνταν απ’ αυτούς. Γι’ αυτό
λέγει: «ήμασταν και εμείς κάποτε ανόητοι,
απείθαρχοι, πλανώμενοι, δούλοι σε διάφορες επιθυμίες και ηδονές». O τάδε
αγάπησε τη μητριά του, λέγει, και η τάδε τον πρόγονό της, και κρεμάστηκε. Tους
παιδικούς έρωτες, τους οποίους αυτοί συνηθίζουν να τους ονομάζουν παιδικά, ούτε
να τους πούμε είναι δυνατό…
Γι’ αυτό τα λέγω αυτά παρμένα από τους μη Xριστιανούς, για να πείσω τους εθνικούς πόσα κακά κατείχαν την οικουμένη»
[Απ’
την Ε΄ Ομιλία του «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ»]
Ο ι. Χρυσόστομος, καυτηριάζοντας το κατάντημα της ειδωλολατρικής εποχής, όπου ακόμη και αυτοί οι επιφανείς φιλόσοφοι και οι νομοθέτες, έλεγαν ανόητα πράγματα, ακόμη και για την παιδεραστία, τρανό δείγμα της απομάκρυνσης όλων απ’ τον Θεό, αναφέρει:
«Ποιο το όφελος απ’ τη σαρκική μίξη με μητέρες και
αδελφές, πράγμα που νομοθετούσε ο αρχηγός της Στοάς φιλόσοφος (Δηλαδή ο Zήνων ο Kιτιεύς); Kαι θα
μπορούσα πιο αισχρούς κι από αυτούς ν’ αποδείξω και της Aκαδημίας τον αρχηγό
και το διδάσκαλο εκείνου (εννοεί τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη) και όλους εκείνους που θαυμάζονται ακόμη
περισσότερο από αυτούς, και την παιδεραστία επίσης, που τη θεωρούν σεμνό πράγμα
και μέρος της φιλοσοφίας, θα σας την αποκάλυπτα και αυτήν απογυμνώνοντάς την
από κάθε αλληγορία, αν δεν έφτανε σε τόσο μάκρος ο λόγος μου και δεν
επείγονταν ν’ ασχοληθεί με άλλο θέμα, και δεν είχε ελέγξει ικανοποιητικά με τον
ένα τη γελοιοποίηση όλων.
Γιατί, όταν εκείνος που βρίσκεται πάνω από όλους, ως προς το μέρος της φιλοσοφίας που θεωρείται αυστηρότερο, λόγω του ότι απαιτεί παρρησία η εγκράτεια, παρουσιάζεται τόσο αισχρός και ανόητος και ασυνήθιστος (πραγματικά έλεγε ότι και η ανθρωποφαγία είναι κάτι το αδιάφορο), τι χρειάζεται πλέον να μιλάμε για τους άλλους, τη στιγμή που αυτός, ενώ υπερέβαλε όλους και η λαμπρότητά του έφτασε στην κορυφή της φιλοσοφίας, αποδείχθηκε σ’ όλους τόσο καταγέλαστος και παιδαριώδης και ανόητος;»
[Απ’ την Ομιλία του «ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΒΑΒΥΛΑΝ»]
