«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ὑπό Ρουμάνου Γέροντος Κλεόπα Ἠλίε.
«Καί έν τω άδη έπάρας τούς όφθαλμούς αὐτοῦ, υπάρχων έν βασάνοις, δρά τόν Αβραάμ άπό μακρόθεν καί Λάζαρον έν τοις κόλποις αύτοϋ» (Λουκ. 16,23).
Πατέρες καί άδελφοί,
Επειδή στά προηγούμενα ώμιλήσαμε περί θανάτου, μελλούσης κρίσεως καί παραδείσου, καλό είναι νά όμιλήσουμε τώρα καί περί κολάσεως.
Ενα παλαιό καί ψυχωφελές βιβλίο ἡ «Θύρα Μετανοίας» μάς συμβουλεύει νά κατεβαίνουμε συχνά μέ τόν νοῦ μας στά βάθη τής κολάσεως, διότι μέ τήν σκέψι μας αύτή, άνεβαίνουμε συγχρόνως πολύ ύψηλά στόν ούρανό. «Ολοι οί άνθρωποι πού κατοικούν σ' όλα τά μέρη τής γής καί τοῦ κόσμου αὐτοῦ, νά κατεβαίνουν μέ τόν νοῦ των στόν τόπο τής κολάσεως ζωντανοί γιά νά μή κατέβουν ἐκεῖ πεθαμένοι», καί πάλι: «Έάν, άνθρωπε, έπιθυμής μέ τήν καρδιά σου ν' άνέβης στόν ούρανό, κατέβα πρώτα στόν άδη».
Ἡ Άγία Γραφή μάς λέγει ότι ό άδης είναι τόπος βασάνων καί τιμωρίας (Ματθ. 23,33 καί Λουκ. 16,23). Ένώ, όσον άφορα τά είδη τών βασάνων πού ύφίστανται οί κολασμένοι, μάς λέγει" «έν τῷ άδη ό σκώληξ αύτών ού τελευτά, καί τό πῦρ ού σβέννυται» (Μάρκ. 9,44). Υποφέρει τό σώμα καί ἡ ψυχή, όπως είναι γραμμένο: «εί δέ ό οφθαλμός σου ό δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αύτόν καί βάλε άπό σοῦ" συμφέρει γάρ σοι ἶνα άπόληται έν τών μελών σου καί μή όλον τό σώμα σου βληθή εις γέενναν» (Ματθ. 5,29). Οἱ τιμωρίες στόν άδη θά είναι αιώνιες καί τό πυρ άσβεστο, κατά τήν μαρτυρία πού λέγει: «εί δέ ἡ χείρ ἤ ό πούς σου σκανδαλίζει σε, έκκοψον αύτά καί βάλε άπό σοῦ' καλόν σοί έστιν έλθειν εις τήν ζωήν χωλόν ἤ κυλλόν ἤ δύο χείρας καί δύο πόδας έχοντα βληθήναι εις τό πυρ τό αίώνιον» (Ματθ. 18,8). Στόν άδη θά ύπάρχη πῦρ καί θείον, όπως λέγη ή Άποκάλυψις (20,10) «καί ό διάβολος ό πλανών αύτούς έβλήθη εις τήν λίμνην τοῦ πυρός καί τοῦ θείου...», θά είναι άκόμη κάμινος τοῦ πυρός, ό κλαυθμός καί ό βρυγμός τών οδόντων (Ματθ. 13,50), θά είναι ὁ τάρταρος δηλαδή φρίκη, κρύο καί άνυπόφορη παγωνιά (Β' Πέτρ. 2,4), θά ύπάρχη πηκτό σκοτάδι (Ιούδα 6 Ρωμ. 13,12), θά ύπάρχη βρώμα καί δυσωδία άνυπόφορη (Ίωάν. 11,39), θά ύπάρχη πένθος καί κλαυθμός' «Ούαί ύμιν οί γελώντες νυν, ότι πενθήσετε καί κλαύσετε» (Λουκ. 6,25). Οί κολασμένοι θά πεινάσουν ώς τά σκυλιά (Ψαλμ. 58,15). Γι' αύτό πῦρ καί άκοίμητο σκώληκα τόν ώνόμασε ό Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός: «Οπου ὁ σκώληξ αύτών ού τελευτά καί τό πῦρ ού σβέννυται» (Μάρκ. 9,44). Δέν θά ύπάρχη καιρός σωτηρίας, άλλά άπελπισία, διότι γιά τούς άμετανοήτους καί άπροετοιμάστους θά κλείση ἡ πύλη ελέους τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 15,10). Τά βάσανα στόν άδη θά είναι αιώνια, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «Πορεύεσθε άπ' ἐμοῦ οί κατηραμένοι εις τό πῦρ τό αίώνιον τό ήτοιμασμένον τω διαβόλω καί τοις άγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. 25,41).
Ό άδης, κατά τούς Πατέρας τής Εκκλησίας είναι ἡ χώρα τοῦ αιωνίου θανάτου, ἡ βασιλεία τοῦ διαβόλου, στήν όποία βασιλεύει άπελπισία, ό τόπος τών θλίψεων καί στεναγμών καί τών άτελευτήτων βασάνων. Ό άδης είναι ό τόπος, όπου βασιλεύει τό θηρίο, ό σατανάς μέ όλους τούς άμετανοήτους άμαρτωλούς καί βασανίζονται, σύμφωνα μέ τήν δικαία όργή τοῦ Θεοῦ.
Τό πρώτο τιμωρητικό μέσο τοῦ άδου είναι τό πῦρ, τό όποιο θά είναι τόσο φοβερό μπροστά στό κοσμικό πυρ όση διαφορά έχει ένας μεγάλος φλογώδης φούρνος άπό ένα άλλον ζωγραφισμένο μέ χρώμα καί τοποθετημένον στόν τοίχο, ώς πίνακα. Αύτό τό αιώνιο πυρ έχει τρεις ιδιότητες: α) Είναι σκοτεινό καί δέν έχει ούδέποτε φώς, άλλά μόνο καυστικότητα, β) Δέν καίει άπό ξύλα καί άλλα υλικά αίσθητά, άλλά είναι άϋλο πυρ, τό όποιο βασανίζει πολύ φοβερά. Καί γ) Ποτέ δέν τελειώνει ή σβήνει.
Τό δεύτερο βάσανο τοῦ άδου είναι ό παγετός καί τό κρύο. Οἱ δαίμονες θά βγάζουν τούς άμαρτωλούς άπό τό πῦρ γιά νά τούς ρίξουν στόν τάρταρο. Ό τάρταρος είναι μία άπύθμενη λίμνη γεμάτη παγωμένο νερό, όπου ύπάρ χει πολύ κρῦο. Έκεῖ είναι ό τρυγμός τών όδόντων, όπως μάς λέγει ή "Αγία Γραφή.
Τό τρίτο βάσανο είναι ή δυσωδία. Τόση δυσωδία ύπάρχει έκεῖ στόν άδη, ώστε, έάν ήταν δυνατόν νά έλθη εδώ στόν κόσμο κάποιος άπό τούς έκει τιμωρημένους, θά μολυνόταν όλος ό άέρας καί θά άπέθνησκε πλήθος άνθρώπων. "Οποιος άμφιβάλλει γι' αύτή τήν αλήθεια, άς ά κούση τό εξής φρικτό διήγημα: «Κάποτε ύπήρχαν δύο κατά σάρκα αδελφοί ύπό τήν καθοδήγησι ένός Πνευματικού, ό όποιος συχνά τούς ώμιλούσε περί τών παιδεύσεων τοῦ άδου. Ό ένας άπό τούς άδελφούς έφριττε άκούοντας αύτά καί γιά νά σωθή, άπεφάσισε νά γίνη μοναχός. Ένώ ό άλλος μή πιστεύοντας σέ αύτά, παρέμεινε στόν κόσμο, κάνοντας κάθε είδους αμαρτίες. Σέ ολίγα χρόνια έπλησίασε τό τέλος τής ζωής του. Τότε ό αδελφός του μοναχός, ερχόμενος σ' αύτόν, τόν παρεκάλεσε νά έλθη μετά τόν θάνατο του καί νά τού είπή πώς ευρίσκεται έκεῖ καί έάν πράγματι ύπάρχουν βάσανα στόν άδη, έτσι όπως τούς τά διηγόταν ό Πνευματικός των.
Μετά άπό ώρισμένο καιρό, μία νύκτα, άφοῦ είχε πεθάνει ό άδελφός του πού ζοῦσε στόν κόσμο, παρουσιάσθηκε στόν μοναχό άδελφό του. Τότε έκεῖνος τόν έρώτη σε: «Σέ παρακαλώ, αδελφέ μου, λέγε μου τήν αλήθεια, άραγε στόν άδη υπάρχουν αύτά τά φοβερά βασανιστήρια, καθώς έλεγαν τά βιβλία μας καί ό Πνευματικός μας, ἤ γράφθηκαν μόνο γιά νά μάς φοβίζουν;»
Τότε ό αδελφός του, ό όποιος είχε πεθάνει, τοῦ απήντησε:
Τά βασανιστήρια τού άδου είναι χιλιάδες φορές φοβερώτερα άπό ό,τι είναι γραμμένα. "Ολες οι γλώσσες τοῦ κόσμου δέν μπορούν νά διηγηθούν αύτά τά βάσανα. Ό μοναχός πάλι τόν έρώτησε:
"Αραγε θά μπορέσω καί εγώ νά δοκιμάσω ολίγο άπ' αύτά γιά νά πιστεύσω σ' αύτά πού μου λέγεις;
Ό άδελφός του τού είπε: Μέ ποία αίσθησι θέλεις νά τά καταλάβης;
Καί ό μοναχός τού είπε: Έγώ είμαι πολύ μικρός στήν ψυχή καί φοβούμαι μήπως καί πεθάνω, έάν ιδώ μέ τά μάτια μου ή αισθανθώ μέ τά χέρια μου, εκτός καί μυρίσω ολίγο.
Τότε ό φαινόμενος νεκρός άδελφός του τοῦ έξέτεινε ολίγο τό ένδυμά του καί εξήλθε τόση δυσοσμία, ώστε οί μοναχοί τού μοναστηρίου εκείνου δέν μπορούσαν νά ύπομείνουν, άλλά έφευγον έδώ καί έκεΐ σάν τρελλοί. 'Ανεχώρησαν γι' αύτό λοιπόν τόν λόγο, άπό εκείνο τόν τόπο καί έκτισαν σέ άλλο μέρος μοναστήρι.
Τό τέταρτο είδος βασάνου είναι ή όρασις. Μέ αύτό τό είδος οί κολασμένοι αμαρτωλοί παιδεύονται μέ τό άντίκρυσμα τοῦ σκότους στίς μορφές τών δαιμόνων, οί όποιες είναι τόσο μισητές καί φοβερές, ώστε έάν μπορέση καί ίδή κάποιος έναν άπ' αύτούς καί ύπάρχη έκεῖ δίπλα ένας γκρεμός 100 μέτρων καί ένας φοῦρνος φοβερά κε καυμένος, θά προτιμήση εύκολώτερα νά πέση στόν γκρεμό ή νά μπή μέσα στόν φούρνο, παρά νά βλέπη τήν μορφή ενός δαίμονος.
Τό πέμπτο βάσανο είναι ή φοβερά πείνα καί άμέτρη τη δίψα, όπως έλέχθη παραπάνω.
Τό έκτο είδος βασάνου είναι οί άκοίμητοι σκώληκες τής συνειδήσεως.
Τό έβδομο είδος βασάνου είναι τό έξώτερο σκότος, τό όγδοο είναι ή άπελπισία καί αιώνια οργή καί τό έννατο είναι ή αίωνιότης όλων τών βασάνων του άδου. Γιά νά άντιληφθή κανείς τήν αιωνιότητα αύτή άς σκεφθή ώς έξής: Έάν, υποθέσουμε, ένας άγγελος έρχεται κάθε χρόνο καί παίρνει μία σταγόνα νερού άπό όλους τούς ωκεανούς όλου τοϋ κόσμου, κάποτε θά έλθη καιρός πού θά τελειώσουν τά νερά τών ώκεανών, ένώ τά βάσανα τοΰ άδου δέν θά τελειώσουν στούς αιώνας τών αιώνων.
Γιά νά καταλάβουμε καλλίτερα τά άνυπόφορα βάσανα του άδου θά σημειώσουμε στήν συνέχεια μία άληθινή ιστορία άπό τό Άγιον "Ορος:
«"Ενας μοναχός ήταν άσθενής καί παράλυτος έπί πολλά χρόνια. "Εχασε όμως τήν ύπομονή του καί παρακαλούσε τόν Θεό νά τοῦ συντομεύση τήν ζωή γιά νά μή βασανίζεται άπό τήν άσθένειά του. Τότε ό Πανάγαθος Θεός τοϋ έστειλε ένα άγγελο, ό όποιος καί τοῦ είπε: «Πάτερ, ό Κύριος τών οίκτιρμών άκουσε τήν προσευχή σου καί σοϋ συντομεύει τόν έπί γής χρόνο τής ζωής σου, άλλά μέ τήν προϋπόθεσι, θέλεις νά ύποφέρης άκόμη ένα χρόνο ώς άσθενής ἤ νά πάς στόν άδη γιά τρεις ώρες; Τότε ό μοναχός τοῦ είπε: «Νά παραμείνω άκόμη στήν γή έπί ένα χρόνο είναι πολύς χρόνος, καλλίτερα έπιθυμώ νά ύποφέρω στόν άδη γιά τρεις ώρες. Μετά άπ' αύτά τά λόγια του, ό άγγελος επήρε τήν ψυχή του καί τήν ώδήγησε στόν άδη, παρηγορώντας τον ότι θά έπανέλθη πάλι μετά άπό τρεις ώρες. Μετά τήν άναχώρησι τοϋ άγγέλου κυριεύθηκε ἡ ψυχή του άπό πηκτό σκοτάδι καί μέ στεναγμούς ζητούσε βοήθεια. Οί φοβερές μορφές τών δαιμόνων, τό άσβεστο πΰρ, ό άκοίμητος σκώληξ, τά άπερίγραπτα βάσανα τόν είχαν περικυκλώσει άπό παντού, άλλά στίς φωνές του κανείς δέν τού απαντούσε. Ένόμιζε ότι είχαν περάσει τριακόσια χρόνια καί κανείς δέν τόν άκουγε, διότι καθένας άπό τούς έκεῖ κολασμένους ήταν φορτωμένος μέ τά ιδικά του βάσανα. Μέσα στά βάσανά του λοιπόν καί τήν άπελπισία του, ξαφνικά φως έλαμψε στήν φυλακή του καί άγγελος Κυρίου τόν πλησίασε καί τού είπε: «Πώς είσαι έδώ, άδελφέ, είναι καλά;» Καί ό μοναχός τού άπήντη σε: «Ούδέποτε θά μπορούσα νά πιστεύσω ότι ένας άγγελος λέγει ψέμματα». Τότε ό άγγελος τόν έρώτησε: «Τί θέλεις νά είπής μέ αύτό»; «Δέν μου ύποσχέθηκες, τού λέγει ό μοναχός, ότι θά μέ βγάλης άπό έδώ μετά άπό τρεις ώρες, ένώ μέχρι τώρα έπέρασαν έκατοντάδες χρόνια μέσα στά βάσανα;» «Τί λέγεις άδελφέ, γιά έκατοντάδες χρόνια μία ώρα μόνο έπέρασε άπό τήν στιγμή πού σέ άφησα καί έχεις άκόμη άλλες δύο» τού άπήντησε ό άγγελος. «Δύο ώρες, έφώναξε ό μοναχός μέ άπορία, δύο ώρες άκόμη!! Δέν είναι άραγε δυνατόν νά έβγω άπό έδώ, διότι δέν έχω άλλη δύναμι νά ύποφέρω αύτά τά βάσανα; Προτιμώ νά ύ ποφέρω στήν γή άπό άρρώστιες έκατοντάδες χρόνια, άκόμη μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου, άρκεῖ νά μέ βγάλης άπό έδώ μέσα». Τότε ό άγγελος τού είπε: «Ό Πολυέλεος καί Φιλάνθρωπος Θεός σού δείχνει τώρα τήν άπειρη άγαθότητά Του, άλλά έσύ μή ξεχνάς άπό έδώ καί στό εξής νά διηγήσαι στούς άλλους τά σκληρά βάσανα τού άδου».
Πατέρες καί άδελφοί, έσημείωσα έδώ μερικά άπό τίς μαρτυρίες τής Αγίας Γραφής καί άπό άλλα βιβλία άγίων γιά τά άνέκφραστα βάσανα τού άδου, άπό τά όποια εμείς θά γλυτώσουμε, έάν έδώ δέν παραβαίνουμε τό θέλημα τού Θεού. Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος μάς λέγει ότι:
«"Ολοι αύτοί πού σκέπτονται τήν κόλασι, δέν θά εισέλθουν σ' αύτή, καί όσοι τήν λησμονούν, δέν θά λυτρωθούν άπ' αύτή». Αμήν.
Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
