Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

«Δὲν τὸ θέλω, δὲν τὸ θέλω»

 

  «Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτὰ εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρὸς με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». (: Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς κάλεσε τὰ παιδιὰ νὰ ἔλθουν κοντά του καὶ εἶπε: Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ ἔρχωνται σ’ ἐμένα καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε· διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ γίνουν σὰν αὐτὰ καὶ θὰ ἀποκτήσουν ταπεινή καρδιὰ καὶ παιδική διάθεση». (Λουκ. ιη΄, 15).

  Τὰ παιδιὰ εἶναι τὸ μέλλον τῆς πατρίδας. Λέγει ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Πόσες χιλιάδες ἔμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα! Ἡ ἔκτρωση εἶναι φοβερὴ ἁμαρτία. Εἶναι φόνος, καὶ μάλιστα πολὺ μεγάλος φόνος, γιατί σκοτώνονται ἀβάπτιστα παιδιά. Πρέπει νὰ καταλάβουν οἱ γονεῖς ὅτι ἡ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως».

  – Καί ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι κάποια κυρία σαράντα χρόνων, ποὺ ἔχει μεγάλα παιδιά, εἶναι ἔγκυος τριῶν μηνῶν καί ὁ ἄνδρας της τὴν ἀπειλεῖ πώς, ἂν δὲν κάνη ἔκτρωση, θὰ τὴν χωρίση, ἀπάντησε κατηγορηματικά: «Ἂν κάνη ἔκτρωση, θὰ τὴν πληρώσουν τὰ ἄλλα παιδιά τους μὲ ἀρρώστιες καὶ ἀτυχήματα. Σήμερα οἱ γονεῖς σκοτώνουν τὰ παιδιὰ μὲ τὶς ἐκτρώσεις καὶ δὲν ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Παλιά, ἂν γεννιόταν ἕνα παιδάκι ἄρρωστο, τὸ βάπτιζαν, πέθαινε ἀγγελούδι, καὶ ἦταν πιὸ ἀσφαλισμένο. Εἶχαν οἱ γονεῖς καὶ ἄλλα γερὰ παιδιά, εἶχαν καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τώρα γερὰ παιδιὰ τὰ σκοτώνουν μὲ τὶς ἐκτρώσεις καὶ διατηροῦν στὴν ζωὴ ἄλλα ποὺ εἶναι ἀρρωστημένα. Τρέχουν οἱ γονεῖς στὴν Ἀγγλία, στὴν Ἀμερικὴ νὰ τὰ θεραπεύσουν. Καὶ συνεχίζεται μετὰ νὰ γεννιοῦνται πιὸ ἄρρωστα, γιατί καὶ αὐτά, ἂν ζήσουν καὶ κάνουν οἰκογένεια, μπορεῖ νὰ γεννήσουν πάλι ἄρρωστα παιδιά, ὁπότε τί βγαίνει; Ἐνῷ, ἂν γεννοῦσαν μερικὰ παιδιά, δὲν θὰ ἔτρεχαν τόσο πολὺ γιὰ τὸ ἕνα, τὸ ἄρρωστο. Θὰ πέθαινε καὶ θὰ πήγαινε ἀγγελούδι».

  ⚫ Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Μεταμόρφωση» ἀντιγράφουμε ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, ὅπως τὸ διηγεῖται ὁ π. Ἠλίας Σουγάεφ.

  «Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅλη ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῶν παιδιῶν περνᾶ μέσα ἀπὸ τοὺς γονεῖς. Τὸ βρέφος, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γεννηθῆ θέλει νὰ προσευχηθῆ, τὸ ἀπαιτεῖ ἡ ψυχή του. Μόλις ξυπνήση, τεντώνεται, καὶ ἡ ψυχὴ του θέλει νὰ μιλήση στὸν Θεό, μὰ δὲν μπορεῖ. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κάνουν οἱ γονεῖς. Ἡ μητέρα σηκώνεται καὶ πηγαίνει στὴν κουζίνα, γιὰ νὰ ἑτοιμάση τὸ πρωινό. Καταλαβαίνει ὅτι τὸ παιδάκι της πεινᾶ καὶ θέλει νὰ φάη, μὰ δὲν μπορεῖ τὸ ἴδιο νὰ ἑτοιμάση τὸ φαγητό του, γι’ αὐτὸ πρέπει ἐκείνη νὰ τοῦ τὸ ἑτοιμάση καὶ νὰ τοῦ τὸ βάλη στὸ στόμα. Ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνει ἡ μητέρα ὅτι τὸ παιδάκι θέλει ἐπίσης νὰ προσευχηθῆ καὶ δὲν μπορεῖ, καὶ ὅτι πρέπει ἡ ἴδια νὰ σηκωθῆ νωρίτερα, νὰ προσευχηθῆ, νὰ σταυρώση τὸ βρέφος καὶ μετὰ νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὸ φαγητό.

  Νὰ ξέρετε ὅτι τὰ παιδιὰ μποροῦν νὰ προσεύχωνται καὶ ὅταν ἀκόμα βρίσκωνται στὰ σπλάγχνα τῆς μητέρας τους. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ὁσίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ. Κάποια φορά ἡ μητέρα τοῦ ὁσίου, ὅταν αὐτὸς ἦταν ἀκόμη ἔμβρυο στὴ μήτρα της, προσευχόταν κατὰ τὴν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας. Καὶ στὶς τρεῖς πιὸ ἱερὲς στιγμὲς τῆς Λειτουργίας ὅλοι μέσα στὸ ναὸ ἄκουσαν ὁλοκάθαρα τὸ ἔμβρυο νὰ φωνάζη δυνατὰ μέσα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Τόσο θερμὰ προσευχόταν ἡ μητέρα, ποὺ τὸ ἔμβρυο ξέσπασε σὲ κραυγές! Φυσικά, αὐτὸ ἦταν ἕνα θαῦμα τοῦ Θεοῦ, μιᾶς καὶ τὰ ἔμβρυα δὲν μποροῦν νὰ φωνάζουν προτοῦ γεννηθοῦν, διότι δὲν περιβάλλονται ἀπὸ ἀέρα παρὰ μόνο ἀπὸ τὸ ἀμνιακὸ ὑγρό τῆς μήτρας. Ὁ Κύριος ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ μᾶς δείξη ὅτι τά παιδιὰ μποροῦν νὰ προσεύχωνται πρὶν ἀκόμα γεννηθοῦν. Δὲν προσεύχονται μὲ λόγια, ἀφοῦ δὲν τὰ γνωρίζουν, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ τους μπορεῖ νὰ νιώση τὴν ἀφοσίωση τῆς μητέρας πρὸς τὸν Θεὸ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἀφοσιώνονται κι αὐτὰ μὲ τὴν ψυχή τους στὴν προσευχὴ καὶ δοκιμάζουν τὴν ἴδια χαρὰ ποὺ δοκιμάζει καὶ ἡ προσευχόμενη μητέρα.

  Νὰ καὶ μία σύγχρονη ἱστορία: Κάποια ἐνορίτισσά μας, ποὺ ἐργαζόταν ἱεραποστολικὰ ἀνάμεσα στοὺς νέους, τὴν ἐπισκέφθηκε πρὶν ἀπὸ χρόνια μία κοπέλα μὲ ὄψη θλιμμένη. Κάθησε κοντὰ της σιωπηλή. Καὶ ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ κτυπᾶ μὲ ὀργὴ τὴν κοιλιά της. «Τί κάνεις ἐκεῖ;», τὴ ρώτησε σαστισμένη ἡ ἐνορίτισσα. «Δὲν τὸ θέλω! Δὲν τὸ θέλω!», φώναξε ἔξαλλη ἐκείνη. Ἡ κοπέλα ἦταν ἔγκυος καί, προφανῶς, ἤθελε ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ παιδί. Ὅλους τούς μῆνες τῆς ἐγκυμοσύνης τοὺς πέρασε σὲ τέτοια κατάσταση. Δὲν προχώρησε βέβαια σὲ ἔκτρωση, ἀλλὰ ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε, γιὰ νὰ ἀποβάλη (σήκωνε μεγάλα βάρη κλπ.). Ὡστόσο, τὸ παιδὶ γεννήθηκε ὑγιὲς καὶ μετὰ τὴ γέννησή του, ξύπνησε μέσα στὴ μητέρα τὸ φυσικὸ μητρικὸ φίλτρο. Ὁ γιὸς της ἔγινε ἡ πιὸ πολύτιμη ὕπαρξη γι’ αὐτὴν καὶ ἡ μόνη παρηγοριά της, καθὼς δὲν εἶχε ἄλλον ἄνθρωπο στὸν κόσμο. Δυσ­τυχῶς, ὅμως, ὅταν αὐτὸς μεγάλωσε, ἄρχισε νὰ μισῆ φοβερὰ τὴ μητέρα του. Δὲν τὴ λογάριαζε καθόλου, τὴν ταπείνωνε καὶ τὴ κτυποῦσε. Γιατί συνέβη αὐτό; Προφανῶς ἡ μητέρα, παρ’ ὅλη τὴ στοργὴ ποὺ ἔδειξε στὸ γιὸ της μετὰ τὴ γέννησή του, δὲν μπόρεσε νὰ ἐξαλείψη ἀπὸ τὴν ψυχὴ του τὴ σφραγῖδα τῆς μεγάλης ἀντιπάθειας ποὺ ἔνιωθε γι’ αὐτόν, ὅταν τὸν εἶχε στὴν κοιλιά της.

  Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο ἀντανακλοῦν στὴν ψυχὴ τοῦ ἐμβρύου καὶ τὸ σημαδεύουν γιὰ ὅλη του τὴ ζωή. Οἱ ἐντυπώσεις τῆς ἐμβρυικῆς περιόδου τοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ πιὸ βαθιές. Κάποτε μία μητέρα ρώτησε ἕνα παιδίατρο: «Γιατρέ, πότε πρέπει ν’ ἀρχίσω τὴ διαπαιδαγώγηση τοῦ παιδιοῦ μου;». «Πόσο χρονῶν εἶναι;». «Ἕξι μηνῶν». «Ἀργήσατε ἕξι μῆνες», εἶπε ὁ γιατρός. Ἐγὼ ὡς ἱερέας θὰ ἔλεγα ὅτι ἡ μητέρα ἄργησε πολὺ περισσότερο.