Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΟΛΑΡΟΥ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

Παρηγορητικός λόγος πρός τήν Γερόντισσα Βικτωρία

'Ο Θεός καί ἡ Κυρία Θεοτόκος νά οἰκονομήσουν ὅσα εἶναι ὠφέλιμα γιά τήν σωτηρία  τῆς ψυχῆς σου. Πήγαινε, παιδί μου ἐλαφρά σάν τό πούπουλο, ἔτσι νά πορεύεσαι. Νά σέ πληρώση ὁ Θεός καί νά εἶναι οἱ κόποι σου γιά τήν ψυχική σου ὠφέλεια. Νά εἶσαι, ὅπως τό πεσμένο σιτάρι μέσα στήν καλή γῆ. Πήγαινε στό καλό καί θά συναντηθοῦμε στήν πόρτα τοῦ παραδείσου!

'Επιθυμῶ νά ἀκούω τά καλλίτερα λόγια γιά σένα. Εὔχου γιά μένα καί τούς ἀγαπητούς Πατέρας πού ἐργάζονται στό Βουκουρέστι, στόν 'Αμπελῶνα τοῦ Κυρίου μας. 'Ο Θεός νά ἐπαυξήση τούς καρπούς τῶν καλῶν ἔργων καί λόγων τους γιά νά δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας καί τοῦ 'Επουρανίου Πατρός μας.

Καλόν δρόμο. Πήγαινε μέ ὑγεία καί μή ξεχνᾶς τά μονοπάτια πού ὁδηγοῦν στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Διότι στενή εἶναι ἡ πόρτα καί θλιμμένη ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ στήν ζωή, ἐνῶ ἡ πόρτα πού κατευθύνεται στήν ἀπώλεια εἶναι εὐρύχωρη. Νά ἀποφεύγης τήν εὐρύχωρη ὁδό καί ν' ἀκολουθεῖς τήν στενή, διότι πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού διαλέγουν τήν λεωφόρο τῆς ματαιότητος καί ἀπωλείας τῶν ψυχῶν τους.

'Εάν ἔλθης καί πάλι ἐδῶ σέ μένα, νά μοῦ φέρης δῶρα. ῎Οχι δῶρα ὅμοια μέ τά τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά δῶρα πνευματικά ὅπως: ταπείνωσι, ἀγάπη καί ὅλα τά ἀληθινά καί μόνιμα καλά ἔργα γιά νά χαίρομαι κι ἐγώ πάντοτε, ὅταν βλέπω αὐτά στήν ἀφεντιά σου. Καί, ἄν δέν ἠμπορέσης νά μοῦ βρῆς καί νά μοῦ φέρης ὅλα τά δῶρα, σίγουρα θά χαροῦμε στήν ἄλλη ζωή μαζί. Καί ἄν σοῦ συμβῆ κάποια «παραλυσία», διότι γίνεται λόγος μεταξύ τῶν γερόντων: Τό κτῆνος, πού ἔχει τέσσερα πόδια καί εἶναι ταυτόχρονα καί χωλό, κι αὐτό, πάλι σκοντάφτειὅ πόσο μᾶλλον ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει μόνο δύο πόδια. Αὐτό μᾶς διδάσκει ὅτι πρέπει νά βάλουμε καλή ἀρχή μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μόνο νά μή χωλαίνουμε κι ἀπό τά δύο πόδια, παιδί μου. ῎Ετσι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐχές τῆς Κυρίας Θεοτόκου, σιγά-σιγά, ἄϊντε-ἄϊντε  θά μποῦμε κι ἐμεῖς σέ μιά γωνιά τοῦ παραδείσου. 'Ο Κύριος νά μᾶς βοηθήση! Εἴθε νά συναντηθοῦμε ὁπωσδήποτε. Εἴτε ἐδῶ, εἴτε στόν ἄλλη ζωή, στήν πόρτα τοῦ παραδείσου! 'Η εὐλογία τοῦ Κυρίου νά εἶναι μαζί σου.

Πήγαινε μέ ὑγεία καί βάλε ἀρχή μετανοίας. Καί μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ νά σκεπασθῆς μέ ὅλα τά καλά ἔργα σάν ἕνα ὡραῖο στεφάνι πού θά σέ στολίζη παντοτεινά. ῞Οπως τό στεφάνι ἀπό λουλούδια, ἔτσι κι ἐσύ νά ἔχης ἀπ' ὅλα τά εἴδη τῶν λουλουδιῶν-ἀρετῶν· 'Αγωνίσου νά συγκεντρώσης ὅλα τά εἴδη τῶν λουλουδιῶν γιά τό στεφάνι τῆς ἀφεντιᾶς σου: Τήν ἐλεημοσύνη, τήν ὑπακοή, τήν προσευχή, τήν ταπείνωσι.

'Ενθυμοῦμαι πῶς ἔψαλλαν τά παιδιά στό σχολεῖο. 'Επῆρα κι ἐγώ ἕνα μικρό στεφάνι, φτιαγμένο ἀπό τά παιδιά, γεμᾶτο ἀπό ψεύτικα ἄστρα καί πολλά λουλούδια, καί, ὅταν τά παιδιά μοῦ τό ἔβαλαν στό κεφάλι μου, τραγουδοῦσαν ὡς ἑξῆς:     

'Υπάκουσε,

 ἔμαθε,

 στεφάνι ἔβαλε!

῎Ετσι καί ἡ ἀφεντιά σου. Θά ὑπακούης, θά μάθης καί θά στεφανωθῆς.

Κάνε κι ἐσύ ὅ,τι κάνουν οἱ μέλισσες πού πετοῦν ἀπό λουλούδι σέ λουλούδι καί συλλέγουν μόνο τήν γῦρι, ἀπό τήν ὁποία ἠμποροῦν νά φτιάξουν τό μέλι. 'Η μέλισσα πετᾶ σέ πολλά καί διάφορα λουλούδια, ἀλλά ὅπου δέν ὑπάρχει νέκταρ ἀπό τό ὁποῖο θά κάνη τό μέλι, δέν στέκεται. Φεύγει. ῎Ετσι κι ἐσύ νά συλλέγης ἀπ' ὅλα, ἀλλά μόνο ἀπ' αὐτά πού εἶναι καλά καί ὠφέλιμα γιά τήν ζωή καί τήν σωτηρία σου. Τελικά νά ξεγλυστρᾶς, ὅπως τρέχεις νά γλυτώσης ἀπό τήν νεροποντή. Σοῦ λέγω κι ἐγώ ὁ ἀνόητος. Κάποτε πήγαινε στόν δρόμο του ἕνας τσιγγᾶνος, πού ἦτο ντυμένος καλούτσικα καί μέ ἀρκετά ἀξιοπρεπῆ παρουσία. Πολύς κόσμος περνοῦσε ἀπ' ἐκεῖνο τόν δρόμο.Ήλθε μιά βροχή κι ὅλοι κρύφθηκαν ὁπουδήποτε, ἀλλά ὁ τσιγγᾶνος δέν εἶχε ποῦ νά κρυφθῆ. Καί τί σκέφθηκε; ῎Εβγαλε τά ροῦχα του, τά ἔβαλε στόν ἀτμολέβητα καί ἀνέβασε τό θερμόμετρο τοῦ λέβητα στά ὕψη. Αὐτός στάθηκε μέσα στόν ἀτμολέβητα καί περίμενε ἐκεῖ μέχρι νά σταματήση ἡ βροχή. 'Αφοῦ σταμάτησε ἡ βροχή, ἔβγαλε τά ροῦχα του, τά ἐφόρεσε καί νάτος, ἦτο τελείως στεγνός. Τόν ἐρωτοῦσαν οἱ ἄνθρωποι: «῎Εε τσιγγᾶνε, πῶς παρέμεινες στεγνός; Σέ σένα δέν ἔβρεξε ὁ Θεός; Αὐτός τούς ἀπαντοῦσε: ῎Ημουν κι ἐγώ μέσα στήν βροχή ἀλλά μέ τήν βοήθεια τοῦ ἀτμοῦ ἐστέγνωσα τά ροῦχα μου». ῎Ετσι καί ἡ ἀφεντιά σου, στέγνωσε τά ἐνδύματα τῆς ψυχῆς σου, καί πρόσεχε νά μή βρεχθῆς πάλι ἀπό τήν βροχή τῆς ἁμαρτίας.

Τί ἡμέρα εἶναι σήμερα; 9 Αὐγούστου 1981. Λοιπόν, ἄς παραμείνουν στήν μνήμη σας αὐτοί ἐδῶ οἱ τόποι, οἱ πηγές, τά βουνά, οἱ κοιλάδεςὅ καί τόν ἑπόμενο χρόνο ὅλα αὐτά θά σᾶς ὑπενθυμίζουν ὅτι τόν περασμένο χρόνο, αὐτόν τόν καιρό, ἐμεῖς εἴμασταν στήν Σύχλα, ἐκεῖ ψηλά καί συζητούσαμε μ' ἕνα μουγγό καί τυφλό γέροντα. Δέν εἶχε τίποτε νά μᾶς εἰπῆ, διότι ἦτο καί κωφός καί δέν ἔβλεπε καλά. Ητο ἕνας γέροντας παλαβός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔλεγε μερικές «χαζομάρες». ῎Αρα γε ζῆ ἀκόμη; Τοῦ χρόνου. Εἶναι πολύς καιρός μέχρι τοῦ χρόνου! ῞Οσοι εἶσθε ἐδῶ πλησίον, εἴτε ἀποφασίστε νά  'ρθῆτε ἐδῶ, εἴτε ρωτῆστε ἤ ἄν ἡ ἀγάπη σᾶς προτρέπει νά ἰδῆτε αὐτούς τούς τόπους. Πιστεύω ὅτι μέχρι νά ξαναρθῆτε πάλι ἐδῶ, ποιός ξέρει ἄν θά συναντηθοῦμε πάλι! 'Αλλά ἐπιθυμῶ, ἐσεῖς πού εἶσθε ἐδῶ ὅλοι  μαζί μου, νά μέ συγχωρήσετε, διότι ἴσως μερικούς νά σᾶς σκανδάλισα. Μή σκανδαλίζεσθε ἀπό ὅσα ἀπό μένα ἀκούσατε ἤ εἴδατε, διότι ἕνας εἶναι αὐτός πού ἀκούει καί ἄλλος εἶναι αὐτός πού βλέπει. Καί ἀλλοίμονο σ'αὐτόν τόν ἄνθρωπο, πού θά τιμηθῆ περισσότερο ἀπό ὅτι ἀξίζουν ἡ ζωή καί τά ἔργα τουὅ 'Ενῶ ὅσοι ἀπό ἐσᾶς, πού ἔρχεσθε ἐδῶ συχνά ἀπό παλιά καί ὠφεληθήκατε κάτι, θέλω νά μέ μνημονεύετε. Νά μέ μνημονεύετε ὡς ἑξῆς: «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν γνώριζε πολλά βιβλία, ἀλλά εἶχε μιά φιλοδοξία, ἕνα ἀνεξέλεγκτο ζῆλο: Νά μᾶς ὠφελήση ψυχικά. Καί μέ τά χέρια του ἔπλεκε κομποσχοίνια γιά νά μᾶς διδάξη, ἔτσι ἤθελε αὐτός καί ἐμεῖς, ἄλλοι ὠφεληθήκαμε καί ἄλλοι σκανδαλισθήκαμε».

'Εγώ σκέπτομαι ἔτσι: 'Εάν ἔχω νά ζήσω ἀκόμη μερικές ἡμέρες, μοῦ ἐπετράπησαν ἀπό τόν Κύριο, ὥστε μερικές σκουριές πού μοῦ ἀπέμειναν, νά τίς καθαρίσω μέ τήν ράσπα τῆς μετανοίας. ῞Ο,τι ἐπιτρέπει ὁ Κύριος εἶναι ὠφέλιμο γιά τόν τέλειο καθαρισμό τῆς ψυχῆς μου. Κι ἐμεῖς πρέπει νά τόν εὐχαριστοῦμε μέ ὅποιο τρόπο 'Εκεῖνος μᾶς οἰκονομεῖ, διότι ξέρει ὡς Θεός τί μᾶς χρειάζεται. Μερικούς νέους τούς παίρνει ὁ Θεός στόν οὐρανό γιά νά μήν ἁμαρτήσουν περισσότερο, ἐνῶ ἄλλους, τούς γέρους, τούς ἀφήνει ἀκόμη στήν γῆ γιά νά μετανοήσουν. Βλέπετε τίς κρίσεις τοῦ Θεοῦ; Μεγάλες καί ἀνεξήγητες εἶναι οἱ κρίσεις τοῦ Θεοῦ! Γι'αὐτό δοξασμένος ἄς εἶναι, διότι μᾶς ἀνέχεται ἀκόμη, ἐνῶ ἐγώ ἀντί νά μετανοῶ, προσθέτω κι ἄλλες ἁμαρτίες. Κατηγορῶ τόν ἕνα καί τόν ἄλλο λέγοντας: «Πάλι ἔσφαλε αὐτός. Τί εἴδους ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί;»

῏Ητο ἕνας νεαρός δόκιμος μοναχός, τόν ὁποῖον τήν Πέμπτη τόν διάβασα μοναχό στό κρεββάτι καί τό Σάββατο ἐκοιμήθη. Τόν ὠνόμασα Γερβάσιο. Πρίν πεθάνη μοῦ εἶπε:

-Εἰδοποίησε, πάτερ τόν Πνευματικό νά φέρη τήν Θεία Κοινωνία νά μέ κοινωνήση. Καί ἀφοῦ ἔκανα ὅλα, κατόπιν μοῦ εἶπε:

-Πάτερ, ἄναψε γρήγορα τό κερί.

Κρατοῦσα ἐγώ τό κερί στό χέρι μου ἀναμμένο καί πῆρα καί τό δικό του χέρι νά τό κρατάη κι αὐτός μαζί. (Στήν 'Ορθόδοξη Ρουμανική 'Εκκλησία, οἱ μοναχοί πού κοινωνοῦν, φοροῦν τόν μοναχικό τους μανδύα καί κρατοῦν στό δεξί τους χέρι ἕνα κερί ἀναμμένο).

-῎Αφησέ το, πάτερ, νά τό κρατάω ἐγώ.

Κρατοῦσε, λοιπόν, αὐτός, τό κερί περίπου δύο λεπτά. 'Εκύτταζε δεξιά-ἀριστερά καί ἐπάνω. Κυττάζοντας ἀριστερά ἔκανε ἄσχημους μορφασμούς καί φαινόταν ξαφνιασμένος, ἐνῶ κυττάζοντας δεξιά, χαιρόταν λίγο.

-Πάτερ, σβῆσε τό κερί, διότι ἔχω ἀκόμη λίγο. Κατόπιν μοῦ εἶπε:

-Πάτερ Παῒσιε, πήγαινε καί πές στόν Πνευματικό νά ἔλθη νά μοῦ διαβάση τήν συγχωρητική εὐχή γιά τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς μου.

῞Οταν τό ἄκουσα, ἀναρωτήθηκα: Κι αὐτό τό ζήτησε; 'Επῆγα πάλι στόν Πνευματικό καί τοῦ εἶπα τήν συνέχεια τῆς ὑποθέσεως. 'Εκεῖνος ἔτρεξε ἀμέσως. 'Ο π. Γερβάσιος ἦτο σέ ἀναμονή καί ρωτοῦσε: ῎Ερχεται ὁ πατήρ; ῎Ερχεται, ἔρχεται, τοῦ ἀπαντοῦσαν οἱ διπλανοί του. Μπῆκε στό σπίτι ὁ Πνευματικός π. Γεδεών. Τόν ἐρώτησε:

-Τί θέλεις, Γερβάσιε;

Πάτερ, νά μοῦ διαβάσης τήν συγχωρητική εὐχή γιά τήν ἀναχώρησι τῆς ψυχῆς μου.

Πράγματι, τοῦ διάβασε τήν εὐχή κι ἐκεῖνος ἦτο πολύ εἰρηνικός.

 ῏Ηλθαν κι ἄλλοι Πατέρες ἀπό τό μοναστήρι, διότι εἶχαν ἀκούσει τήν ὑπόθεσι αὐτή. 'Εγώ τράβηξα τό κρεββάτι μέ τόν ἑτοιμοθάνατο νεόκουρο μοναχό στό μέσον τοῦ δωματίου. Σταθήκαμε τριγύρω του κυττάζοντάς τον. Αὐτός μᾶς ἔλεγε:

-Σᾶς ἀκούω, ἀλλά δέν σᾶς βλέπω πλέον.

Αὐτός κάτι ἄλλο ἔβλεπε ἐκείνη τήν στιγμή. Καί ξαφνικά μᾶς εἶπε φωναχτά:

-Συγχωρέστε με.

-'Ο Θεός νά σέ συγχωρήση, τοῦ εἴπαμε ἐμεῖς. Αὐτός κατάπιε μιά φορά, μετά ἐπῆρε μιά βαθειά ἀναπνοή, μετά μιά μικρότερη, μιά ἄλλη παρατεταμένη καί βγῆκε ἡ ψυχή του ἀπό τό σῶμα του. Νά, μοναχός γιά τρεῖς ἡμέρες, ἡλικίας 19 ἐτῶν! Κι ἐγώ εἶμαι 60 καί πλέον χρόνια στήν μοναχική ζωή κι ἀκόμη δέν ἔβαλα ἀρχή. Δέν προετοιμάσθηκα ἀκόμη γιά τόν θάνατο. Βάζω τίς πέτρες γιά τά θεμέλια, βάζω τήν ἄλλη, τήν βγάζω, γιατί δέν ταιριάζει κ.ο.κ. Βλέπετε πῶς μᾶς πλανᾶ ὁ διάβολος;

῎Ετσι, εἶναι παιδιά μου. 'Ο Θεός νά σᾶς ἐνισχύη, νά σᾶς ἑνώνη, νά σᾶς σοφίζη τόν νοῦ γιά νά ἀγαπήσετε τήν μοναχική ζωή μας. Νά σᾶς βοηθήση νά φέρετε μέχρι τέλους τόν σταυρό τῆς κάθε δοκιμασίας μέ ὑπομονή, ταπείνωσι καί ὑπακοή καί ἔτσι θά σωθῆτε. ῞Οσοι εἶσθε ὑγιεῖς εὔχομαι νά ἔχετε πολλά χρόνια. Καί ὅσοι εἶσθε ἀσθενεῖς, εὔχομαι ὁ Καλός Θεός νά σᾶς δίνη ὑπομονή. Πολλή ὑπομονή σ' αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη ὑπομονῆς· καί πνευματικές χαρές εἴθε νά δίνη ὁ Θεός σ'αὐτούς πού ἀγωνίζονται σκληρά γιά τήν σωτηρία τους.

Νά ζῆτε, νά κάνετε ὑπακοή διότι εἶναι πολύ ὠφέλιμη γιά τήν σωτηρία. 'Ο Θεός νά σᾶς δίνη ὑπομονή καί ἀγάπη καί καλή ἐλπίδα καί μή ξεχνᾶτε τήν ἀπόφασι πού εἴχατε στό σπίτι σας, πρίν ἔλθετε στό μοναστήρι. Εἴθε νά τήν ἔχετε μέχρι τέλους, ν' ἀποδώσετε καρπούς καί ὄχι μέχρι τό σκάλισμα τῶν δένδρων τῶν ἀρετῶν. Νά προσευχώμεθα περισσότερο καί ὁ Θεός ἔτσι μᾶς δίνει ὑπομονή, ταπείνωσι καί ἀγάπη. Διότι, ἄν ἔχουμε ἀγάπη, τά ἔχουμε ὅλα. ῎Ας ὑπομένουμε τίς ἐπιπλήξεις καί ὀνειδισμούς τῶν ἄλλων, διότι ἔτσι μᾶς ἐμακάρισε ὁ Κύριός μας: «Μακάριοι ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ρῆμα καθ' ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ» (Ματθ. 5,11). Νά ὑπομένουμε τά πάντα γιά τήν ἀγάπη Του, παιδιά μου, γιά νά ἠμπορέσουμε νά κερδίσουμε, ὄχι ὅλο τόν παράδεισο, ἀλλά τουλάχιστον μιά γωνίτσα του.

'Εσεῖς πού ἔχετε ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, ζητᾶτε ἀπό τόν Θεό νά σᾶς χαρίζη στό σπίτι τήν εἰρήνη μεταξύ σας.

Αὐτός πού κάνει ἐλεημοσύνη στούς ξένους, ἐνῶ τά παιδιά του τρέμουν ἀπό τό κρῦο καί πεινοῦν, αὐτός δέν κάνει ἐλεημοσύνη γιά τόν Θεό, ἀλλά γιά νά λέγη γ'αὐτόν ὁ κόσμος: «Κυττᾶξτε, τί ἐλεήμων εἶναι ἐκεῖνος». Βάλτε γιά ὅλα τά πράγματα καλή ἀρχή. ῞Οσοι χωλαίνετε σέ κάτι, διορθῶστε το, καί, ὅσοι δέν χωλαίνετε, νά κυριαρχῆτε στόν ἑαυτό σας. Μή στηρίζετε τίς ἐλπίδες σας σέ ἀνθρώπους, διότι ὁ ἄνθρωπος καθημερινά ἀλλάζει. Σήμερα σοῦ δίνει καί αὔριο στό ζητάει· σήμερα σέ δοξάζει καί αὔριο σέ κακολογεῖ. 'Αλλά, ἄν στηρίζετε τήν κάθε ἐλπίδα σας στόν Θεό, δέν θά μετανοιώσετε ποτέ.

Αὐτά, παιδιά μου. Τόσα ἠμποροῦσα νά σᾶς εἰπῶ, διότι συγκινοῦμαι ἀπό τά ἄλλα, τά ὁποῖα δέν βλέπω, ἀλλ' ὅμως τά αἰσθάνομαι.

'Επί πλέον ἐγώ δέν βλέπω καλά. Χάνω ἀπό μπροστά μου τό κάθε τι. Βάζω ἐδῶ μιά βελόνα καί πέφτει κάτω. Τήν ψάχνω ἐδῶ-ἐκεῖ. Μά, ἐδῶ τήν ἔβαλα. ῎Αρα γε μοῦ τήν ἔκλεψε κάποιος;  Βλέπετε, πᾶς σφάλλω καί ὑποπτεύομαι ἄλλον. Καί κάνω ἁμαρτίες πού δέν ἔχω τήν διάκρισι νά τίς ἰδῶ, διότι ἄλλοτε δέν βλέπω, ἄλλοτε δέν ἀκούω καί ἐνοχοποιῶ ἄλλους. Βλέπετε πῶς μᾶς ἐξαπατᾶ ὁ διάβολος;

῎Ετσι εἶναι, παιδιά μουὅ Εἰρήνη στήν Χώρα, εἰρήνη στόν κόσμο, εἰρήνη στό μοναστήρι μας, εἰρήνη στά σπίτια σας.

Αὔριο, ἴσως νά μή μέ ἰδῆτε πάλι, διότι πρέπει κι ἐγώ ἀπ' ἐδῶ ν' ἀναχωρήσω. ῎Αν ζήσω κι αὐτό τόν χρόνο μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, νά μέ μνημονεύετε, λέγοντας ὅτι πέρασε ἀπ' ἐδῶ ἕνας γέροντας ἀνόητος καί τυφλός καί μᾶς εὐχόταν τό καί τό. 'Εγώ εἶμαι γέρος, παιδιά μου, καί θ' ἀναχωρήσω, ὅταν ἀποφασίση ὁ Θεός, ἀλλά θά συναντηθοῦμε χωρίς ἀμφιβολία πάλι, εἴτε ἐδῶ, εἴτε στήν ἄλλη ζωή, στήν πόρτα τοῦ παραδείσου. Σέ ἄλλο μέρος ὄχι. 'Ο Θεός νά σᾶς δυναμώση καί φωτίση στόν ἀγῶνα σας, διότι στήν ἄλλη ζωή δέν ὑπάρχουν, παρά μόνο δύο δρόμοι: 'Ο παράδεισος καί ἡ κόλασις. Πρέπει νά διαλέξουμε τήν μιά ἀπό τίς δύο. Καί μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς μας νά σηκώνουμε τόν σταυρό τοῦ πόνου μας μέ ὑπομονή, ταπείνωσι, ἀγάπη καί ὑπακοή κι ἔτσι θά σωθοῦμε.

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου