Σάββατο 30 Απριλίου 2022

Κάθε Χριστιανὸς νὰ εἶνε μάρτυρας

«Γίνεσθέ μοι μάρτυρες…, λέγει Κύριος ὁ Θεός» (Ἠσ. 43,10)

Ἕνα πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶμε, ἀδελφοί μου, δὲν τὸ προσφωνοῦμε μὲ ἕνα χαρακτηρισμὸ – ἕνα ὄνομα· ἐκδηλώνουμε τὴν ἀγάπη μας ὄχι μονολεκτικὰ ἀλλὰ μὲ πολλὰ ὀνόματα καὶ ἐπίθετα. Ἡ μάνα π.χ. ποὺ ἀγαπᾷ τὸ παιδὶ – τὸ σπλάχνο της, ἐνῷ τὸ κρατάει στὴν ἀγκαλιὰ καὶ τὸ βυζαίνει μὲ τὸ ἄδολο γάλα, τοῦ λέει χίλια δυὸ χαϊδευτικὰ ὀνόματα («φῶς μου», «μάτια μου», «χρυσό μου» καὶ ἄλλα) ποὺ ξέρει ἡ γλῶσσα τῆς μάνας, ὅσο ἀγράμματη κι ἂν εἶνε.

Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ φυσικὴ μάνα ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη μάνα, πνευματικὴ – ὑπερφυσική, ποὺ μᾶς ἀγαπάει περισσότερο κι ἀπὸ τὴ φυσική μας μάνα· καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶνε ἡ μάνα μας, ἰδιαιτέρως ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ὀρθοδόξων. Μᾶς παίρνει ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας, μᾶς βαπτίζει στὴν ἱερὰ κολυμβήθρα, μᾶς στεφανώνει στὸ γάμο, μᾶς συνοδεύει διὰ βίου, κι ὅταν πιὰ ἀφήνουμε τὸ μάταιο τοῦτο κόσμο, μᾶς ἀποχαιρετᾷ στὸν τάφο ῥίχνοντας λίγο χῶμα καὶ λέγοντας «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19).

Ἡ μάνα Ἐκκλησία, λοιπόν, ἔχει παιδιά. Καὶ ὑπάρχουν παιδιὰ κακά, χριστιανοὶ δηλαδὴ ἀπειθεῖς, ποὺ δὲν θέλουν νὰ τὴν ἀκούσουν – καὶ παρ᾽ ὅλο ποὺ τὴν λυποῦν αὐτὴ δὲν παύει νὰ τοὺς ἀγαπᾷ. Ἀλλὰ ἔχει καὶ παιδιὰ ὑπάκουα, γιὰ τὰ ὁποῖα χαίρεται, πιστὰ παιδιὰ ποὺ ὅταν ἀκούσουν τὸ «Τάδε λέγει Κύριος…» ὑπακούουν πάντοτε στὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί, τ᾽ ἀγαπημένα παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε οἱ ἅγιοι, τοὺς ὁποίους τιμᾷ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τους καὶ ψάλλει ὕμνους.
Ἔτσι καὶ σήμερα, ποὺ ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Μὰ χρειάζεται κάτι νὰ γίνῃ ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ κατανοοῦν τὰ ὑπέροχα αὐτὰ τραγούδια, ποὺ συνέθεσαν ἱεροὶ ὑμνογράφοι.
Τί λέει σήμερα ἡ Ἐκκλησία; τί ὕμνους, ἐπαίνους, λουλούδια καὶ στεφάνια πλέκει γιὰ νὰ τιμήσῃ τὸν ἅγιο Γεώργιο; Νά μερικὰ μόνο. Εἶσαι, λέει, ἅγιε Γεώργιε, στρατιώτης Χριστοῦ • γενναῖος ἐν μάρτυσιν • θεῖος ἀριστεύς • ἀθλοφόρος • τροπαιοφόρος • χρυσὸς κεκαθαρμένος ἑπταπλασίως • ἀστὴρ πολύφωτος • ἥλιος λάμπων ἐν τῷ στερεώματι • μαργαρίτης πολύτιμος • λίθος αὐγάζων • υἱὸς ἡμέρας • ὑπέρμαχος τῶν πιστῶν ἐν κινδύνοις • δίκαιος γεωργὸς τῆς Τριάδος (ἑσπ. κγ΄ Ἀπρ.). Μαζὶ μὲ τὰ χελιδόνια, ποὺ ἔρχονται τὴν ἄνοιξι καὶ φέρνουν χαρά, ἔρχεται καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος μὲ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ ἄνθη ποιήσεως σὰν αὐτά.
Ἀπ᾽ ὅλα ὅσα λένε οἱ ὕμνοι καὶ τὰ ἀναγνώσματα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, διαλέγω ἕνα μόνο. Θέλω μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἕνα χρωρίο τοῦ προφήτου Ἠσαΐου ἀπὸ τὸ ἀνάγνωσμα τοῦ ἑσπερινοῦ (βλ. Ἠσ. 43,9-14). Τ᾽ ἀκοῦμε, μὰ δὲν τὸ συγκρατοῦμε. Ἂν δώσῃ ὁ Θεὸς καὶ γίνῃ οἰκουμενικὴ σύνοδος, ἀξίζει ἐκεῖ νὰ ἐξετασθῇ, πῶς μποροῦν οἱ πιστοὶ νὰ βοηθηθοῦν στὴν κατανόησι ὅσων λέγονται στὴ λατρεία μας, γιατὶ τώρα ἐλάχιστα ὠφελοῦνται ἀπὸ μία τυπικὴ παρακολούθησι τῶν ἀκολουθιῶν.

* * *

Τί λέει λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὁ προφήτης Ἠσαΐας; Μᾶς μεταφέρει τὸ λόγο τοῦ Κυρίου καὶ μᾶς δίνει ἐντολή· «Γίνεσθέ μοι μάρτυρες» (Ἠσ. 43,10)· νὰ γίνουμε μάρτυρες τοῦ Κυρίου. Πῶς τὸ ἐννοεῖ αὐτό; Εἶνε «χοντρὸ νόμισμα» καὶ πρέπει νὰ τὸ κάνουμε λιανά, νὰ τὸ καταλάβετε ὅλοι. Μὲ ποιό τρόπο νὰ γίνουμε μάρτυρες;
Ὑπάρχουν στὸ σημερινὸ κόσμο ἄνθρωποι ποὺ ἀγνοοῦν τελείως τὴ θρησκεία μας. Μπορεῖ νὰ πῆγαν στὸ γυμνάσιο ἢ καὶ στὸ πανεπιστήμιο, νὰ πῆγαν στὸ ἐξωτερικό, νὰ μάθανε γλῶσσες, νὰ ἔχουν διπλώματα καὶ μεγάλα ἀξιώματα στὸ κράτος· ἀπὸ τὴν πίστι μας ὅμως δὲν γνωρίζουν γρῦ, τίποτα! Ἕνα παιδὶ τοῦ δημοτικοῦ, ποὺ ἀκούει ἀπὸ τὸ κατηχητικὸ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ξέρει περισσότερα ἀπὸ αὐτούς. Αὐτοὶ εἶνε οἱ ἀγνοοῦντες.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχουν ἄλλοι χειρότεροι. Αὐτοί, σὰν τὸ δράκοντα ποὺ σκότωσε ὁ ἅγιος Γεώργιος, σκορπᾶνε φαρμάκι ἐναντίον τῆς θρησκείας· σὲ καφφενεῖα, σαλόνια, δρόμους καὶ πλατεῖες, αὐτοκίνητα καὶ αὐλὲς σχολείων, παντοῦ, δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀκονοῦν τὴ γλῶσσα καὶ νὰ καταφέρωνται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας· ὅτι τάχα ἡ Χριστιανικὴ πίστι ἦταν γιὰ τοὺς περασμένους αἰῶνες, γιὰ παλαιοὺς καιρούς, γιὰ γριὲς καὶ γέρους, ἀλλὰ τώρα εἶνε ἐμπόδιο στὴν πρόοδο, στὴν ἐπιστήμη, στὶς νέες ἰδέες· καὶ ἄρα –μία φωνὴ ἀκούγεται– Πρέπει ν᾽ ἀφήσουμε τὴ θρησκεία καὶ ν᾽ ἀγκαλιάσουμε ἄλλες ἰδέες καὶ συστήματα, ποὺ θὰ μᾶς φέρουν, λέει, εὐημερία. Ὑπάρχουν λοιπὸν ἀγνοοῦντες, ὑπάρχουν καὶ συκοφάντες τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Καὶ ὅπως, ὅταν ἀκοῦς τὸν ἄλλο νὰ συκοφαντῇ τὴ μάνα σου, ἀνεβαίνει τὸ αἷμα σου στὸ κεφάλι, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, ὅταν ἀκοῦμε νὰ δυσφημοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ ὄργανά της, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ αἰσθανώμαστε ὀργὴ καὶ ἀγανάκτησι.
Ὑπάρχουν τέλος καὶ ἄλλοι, ἀκόμη χειρότεροι, οἱ βλάσφημοι. Αὐτοὶ ὄχι ἁπλῶς συκοφαντοῦν καὶ διαβάλλουν, ἀλλὰ ἀνοίγουν τὰ βρωμερά τους χείλη καὶ βλαστημοῦν τὰ θεῖα.
Τέτοιος εἶνε ὁ κόσμος. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ γίνῃ; ὅσοι ἀγνοοῦν νὰ μείνουν στὴν ἄγνοιά τους; ὅσοι συκοφαντοῦν νὰ συνεχίσουν νὰ διαβάλλουν; καὶ ὅσοι βλαστημοῦν νὰ μείνουν ἀνενόχλητοι νὰ χύνουν τὸ δηλητήριο; Ὄχι, ἀδελφοί μου. Χρειάζεται ἀντίδρασις. Πρέπει οἱ ἀγνοοῦντες νὰ διδαχθοῦν, οἱ συκοφάντες νὰ ἀποστομωθοῦν, οἱ βλάσφημοι νὰ φράξουν τὰ στόματά τους. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; μὲ μαχαίρια καὶ σπαθιά, μὲ πιστόλια καὶ κανόνια; Ὄχι βέβαια. Τέτοια πράγματα, «ὅπλα σαρκικά» (Β΄ Κορ. 10,4) καὶ ὅπλα πολεμικά, οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἔχουμε· δὲν ἀσκοῦμε βία ὅπως ἀσκεῖ τὸ κράτος.
Τὸ λέω αὐτό, γιατὶ συχνὰ μὲ κατηγοροῦν ὅτι πιέζω. Ἐγὼ ὅμως δὲν διαθέτω κανένα πολεμικὸ καὶ φονικὸ ὅπλο, οὔτε σουγιᾶ δὲν ἔχω ἐπάνω μου. Κανένα δὲν βιάζω, μόνο δείχνω τὸ δρόμο τῆς ἀληθείας καὶ χρησιμοποιῶ ἁπλῶς τὸν λόγο. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ λόγος εἶνε ἐκεῖνος ποὺ τοὺς στενοχωρεῖ. Καὶ τί δὲν θά ᾽διναν γιὰ νὰ κλείσῃ τὸ στόμα μου καὶ νὰ μὴ μιλάω – σὲ καιρὸ ἀθεΐας, πλάνης καὶ ἀπιστίας!
Πῶς λοιπὸν νὰ φιμώσουμε τοὺς βλασφήμους, ν᾽ ἀποστομώσουμε τοὺς συκοφάντες (π.χ. τοὺς αἱρετικούς λατίνους, ποὺ διαβάλλουν τὴν Ὀρθοδοξία), νὰ διαφωτίσουμε αὐτοὺς ποὺ ἀγνοοῦν; Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις· «Γίνεσθέ μοι μάρτυρες». Ὁ κάθε Χριστιανὸς ἢ Χριστιανὴ δὲν ἀρκεῖ μόνο νά ᾽νε πιστοί, νὰ ἐρχώμαστε στὴν ἐκκλησιά, ν᾽ ἀνάβουμε κεριά, νὰ προσκυνᾶμε τὶς εἰκόνες· πρέπει καὶ ν᾽ ἀνοίγουμε τὸ στόμα. Στὴ Μικρὰ Ἀσία ὑπῆρχαν οἱ κρυπτοχριστιανοί· μέσ᾽ στὰ σπίτια τους ἦταν Χριστιανοί, ἀλλὰ ἔξω ἦταν Τοῦρκοι· ἡ γλῶσσα τους τούρκικη, ἡ καρδιά τους Χριστιανή. Μὰ ἔτσι μᾶς θέλει ὁ Χριστός; Ἐκεῖνος θέλει καὶ ἡ καρδιὰ καὶ ἡ γλῶσσα νὰ εἶνε χριστιανική· νὰ μὴ μένουμε μουγγοί, νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ γλῶσσα ἄλλοτε νὰ διαφωτίσουμε, ἄλλοτε νὰ ἐλέγξουμε, ἄλλοτε νὰ στηλιτεύσουμε· νὰ μπῇ τέλος πάντων μιὰ εὐπρέπεια στὶς συναναστροφές μας.
«Γίνεσθέ μοι μάρτυρες». Γιὰ νὰ γίνῃ κανεὶς μάρτυς, νὰ ὁμολογήσῃ τὸ Χριστό, δὲν εἶνε ἀνάγκη νά ᾽νε κληρικὸς ἢ θεολόγος· κάθε Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶνε μάρτυρας. Δηλαδή· νὰ πῇ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ Χριστό, νὰ μὴν κρύψῃ τὸ θησαυρὸ τῆς πίστεως κατὰ τὸ «Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα» (Ψαλμ. 115,1 = Β΄ Κορ. 4,13).
Ἀπαιτεῖται ὅμως ἡρωισμός. Διότι ὁ κόσμος εἶνε ἐχθρικός. Ἕνα παράδειγμα. Στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς, ποὺ βρεθήκαμε στὴν Κοζάνη, ἔπιαναν ἀθῴους καὶ τοὺς ἔκλειναν στὴ φυλακή. Ἡ ἀθῳότητά τους ὅμως ἔπρεπε ν᾽ ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, καὶ τὰ δικαστήρια δὲν ἦταν ἑλληνικά· ἦταν γερμανικά, ἰταλικά, βουλγάρικα· καὶ ὅποιος τολμοῦσε νὰ τοὺς ὑπερασπιστῇ, ἐκτελεῖτο κι αὐτός. Οἱ γυναῖκες τους ἔτρεχαν νύχτα στὰ καλντερίμια μὲ τὰ φανάρια καὶ παρακαλοῦσαν· –Μάρτυρες ζητᾶμε! δέσποτα – παπούλη, ὁ ἄντρας μου χάνεται… Οὔτε ἀδερφὸς μάρτυρας οὔτε δικηγόρος γιὰ ὑπεράσπισι ἐρχόταν· κ᾽ ἔτσι πολλοὺς τοὺς ἔφαγε τὸ μαῦρο χῶμα. Γιατὶ δὲν ὑπῆρχε ἡρωισμός.
Ὅπως λοιπὸν σὲ τέτοιες ἐποχὲς εἶνε δύσκολο νὰ μπῇς μάρτυρας ὑπὲρ τοῦ ἀθῴου, ἔτσι καὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν ἐποχὲς διωγμῶν, ποὺ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων ἔτρεχε ποτάμι. Τώρα εὔκολα δηλώνει κανεὶς Χριστιανός. Κουράστηκαν τὰ χέρια τῶν ἀστυνόμων νὰ γράφουν στὶς ταυτότητες «χριστιανὸς ὀρθόδοξος». Δὲν στοιχίζει τίποτα. Μὰ τότε, στὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ τῶν ἄλλων μαρτύρων, στοίχιζε· ἔλεγες «Εἶμαι Χριστιανός», καὶ πάει τὸ κεφάλι σου!
«Γίνεσθέ μοι μάρτυρες». Σήμερα βέβαια δὲν κόβουν κεφάλια. Ἀλλὰ καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴ μοντέρνα ἐποχὴ ἀπαιτεῖται ἡρωισμός. Τολμάει κάποιος σὲ λεωφορεῖο, σιδηρόδρομο, ἀεροπλάνο νὰ κάνῃ τὸ σταυρό του; Μόλις τὸν δοῦν γελᾶνε. Καὶ στὴ γενιὰ αὐτὴ τῶν εὐδαιμονιστῶν, τῶν μηδενιστῶν, ἔχει ἀξία νὰ ὁμολογῇς τὴν πίστι σου στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
«Γίνεσθέ μοι μάρτυρες». Εἶνε ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ μαρτυρήσουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ὄχι διὰ τοῦ αἵματος, τοὐλάχιστον διὰ τοῦ στόματος. Στὸ σπίτι, στὸ σχολεῖο, στὸ στρατό, στὶς δημόσιες ὑπηρεσίες, παντοῦ ὅπου βρισκόμαστε, νὰ μὴ ντρεπώμαστε νὰ ὁμολογοῦμε. Καταντήσαμε σὲ τέτοια φοβία τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ, «οἱ υἱοὶ τῆς ἡμέρας» (Α΄ Θεσ, 5,4-5), ὥστε ντρεπόμαστε νὰ κάνουμε καὶ τὸ σταυρό μας.

* * *

«Γίνεσθέ μοι μάρτυρες». Μάρτυρες ἔγιναν ἀναρίθμητοι· ἄντρες καὶ γυναῖκες, γέροντες καὶ παιδιά. Μπροστὰ στὸν τύραννο ἔλεγαν· Κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε Χριστιανοί! καὶ τοὺς θέριζαν ὅπως τὸ δρεπάνι τὰ στάχυα. Ἑκατομμύρια μάρτυρες κάθε ἡλικίας καὶ τάξεως. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν λάμπει σὰν ἥλιος ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ μεγαλομάρτυς.
Ἂς τὸν παρακαλέσουμε, ἀδελφοί μου, ὅσοι τιμοῦμε τὴ μνήμη του, νὰ δώσῃ καὶ σ᾽ ἐμᾶς θάρρος, νὰ ὁμολογήσουμε στὴ γενεά μας τὸ Χριστό· νὰ τὸν μαρτυρήσουμε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμά μας, κι ἂν ἔρθῃ ὥρα –δὲν τὸ ξέρουμε– καὶ μὲ τὸ αἷμα μας ἀκόμα νὰ ὑπογράψουμε τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως, τῆς Ὀρθοδοξίας, λέγοντας κ᾽ ἐμεῖς, ὅτι «Εἴμαστε Χριστιανοί», ὥστε νὰ ἐκτελέσουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ προφήτουἨσαΐου «Γίνεσθέ μοι μάρτυρες».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Φλωρίνης τὴν Τρίτη 22-4-1969 ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 18-3-2022.

https://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=95006#more-95006