Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

+ Γέροντος π. Κλεόπα 'Ηλίε: ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

Ἀπό τό κελί τοῦ ἁγίου Γέροντος Κλεόπα

 
(σχ. ΙΧΘΥΣ: Ἄς ἁγιάσουμε τή νέα χρονιά μέ μία γενική ἐξομολόγηση)

+ Γέροντος π. Κλεόπα 'Ηλίε

Ρουμάνου 'Ησυχαστοῦ καί Διδασκάλου

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

 Μετάφρασις-ἐπιμέλεια

ὑπό 'Αδελφῶν 'Ιερᾶς Μονῆς

'Οσίου Γρηγορίου 'Αγίου ῎Ορους

2001

     'Αμαρτίες πού γίνονται ἐναντίον τοῦ 'Αγίου Πνεύματος.

Ι)  'Αμάρτησα ἐμπιστευόμενος τόν ἑαυτό μου ὑπερβολικά καί ἀδιάκριτα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, λέγοντας ὅτι εἶναι Πολυέλεος καί θά μέ συγχωρήση, ὁπότε καί ἠμπορώ νά ἁμαρτάνω πάντοτε.

2). 'Απεφάσισα νά ἁμαρτάνω, ὅσο ἠμπορῶ, χωρίς κανένα χαλινάρι, λέγοντας ὅτι θά μετανοήσω ὅπως τοῦ χρόνου ἤ στά γεράματα ἤ στό κρεββάτι τοῦ θανάτου.

3) Εἶπα: 'Εάν θέλη ὁ Θεός, ἄς μέ σώση, ἐάν δέν θέλη, ἄς χαθῶ γιά πάντα.

4) 'Απελπίστηκα ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί εἶπα: Νά ἁμαρτήσω τώρα, ἐφ' ὅσον δέν θά μέ συγχωρήση ὁ Θεός καί ἐφ' ὅσον σίγουρα θά πάω στόν ἅδη.

5) Εἶπα μέ τό μυαλό μου μία ἤ πολλές φορές ν' αὐτοκτονήσω καί ἀπεφάσισα νά ἐκτελέσω αυτή τήν ἁμαρτία.

6) ῎Ήμουν πάντα ἀντίθετος στήν καταφανῆ καί ἀποδεδειγμένη ἀλήθεια.

7) 'Ελύπησα, ἐνώχλησα καί ἀπεμάκρυνα ἀπό κοντά μου τό ῞Αγιο  Πνεῦμα.

8) Σκληρύνθηκε ἡ καρδιά μου, μή θέλοντας νά φυλάξη  καί ἐφαρμόση τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

9) 'Εθεώρησα τίς Θεῖες Γραφές μία ψευδαπάτη.

10) ῎Ημουν ἀλαζών καί ὑπερήφανος, ὁσάκις ἐπιθυμοῦσα ν' ἁμαρτήσω, ἀλλά καί ὅταν ἁμάρτανα αἰσθανόμουν ὑπερηφάνεια.

11) 'Εβλασφήμησα καί κατέκρινα τίς ἀρετές τοῦ πλησίον μου.

12) 'Εφθόνησα τόν πλησίον μου γιά τά δῶρα καί χαρίσματα πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός.

13) Λόγῳ τῆς κακίας μου δέν ἤθελα νά διδάξω τούς ἀμαθεῖς γιά τά ἄρθρα τῆς πίστεώς μας.

14) Δέν ἤθελα, οὔτε θέλω ν' ἀκούω, νά ὁμιλοῦν συχνά γιά τόν Θεό, γιά τήν πίστι καί τήν  θρησκεία.

15) Εἶπα ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐπινόησις τῶν ἱερέων, ὅτι Αὐτός δέν ὑπάρχει στήν πραγματικότητα καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ψυχή.

16) Εἶπα ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε Θεός, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε δαίμονες, οὔτε ἄλλη μέλλουσα ζωή, διότι δέν τήν εἶδα ἐπιμένοντας, ὅτι ἐγώ πιστεύω μόνο σ' αὐτή ἐδῶ πού εὑρίσκομαι, ἡ ὁποία καί ὑπάρχει.

17) Κατεπολέμησα τίς διδασκαλίες τῆς 'Εκκλησίας καί τῶν ἱερέων, λέγοντας ὅτι μετά θάνατον δέν ὑπάρχει κρίσις, ἀνταπόδοσος τῶν ἔργων τοῦ καθενός, παράδεισος, κόλασις καί ὅτι κάποτε μέ τόν θάνατό μας ὅλα πεθαίνουν γιά ἐμᾶς.

18) Εἶπα ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τήν λησμονιά γιά νά μή ἀσχολούμεθα μέ αὐτά.

19) 'Επίστευα καί στηριζόμουν περισσότερο στόν ἑαυτό μου, παρά στόν Θεό καί στίς διδασκαλίες τῆς 'Αγίας 'Εκκλησίας Του.

20) ῎Εδινα ἐμπιστοσύνη περισσότερο στούς μάγους, στούς νεκρομάντεις στίς γητεῖες καί ὄχι στόν Θεό.

21) ῎Εδινα προσοχή στά διάφορα ὄνειρα πού ἔβλεπα ἤ ὁράματα.

22) 'Αρνήθηκα τήν μία καί ἀληθινή ὀρθόδοξο πίστι τοῦ Χριστοῦ.

23) Φεύγοντας ἀπό τήν Μία 'Εκκλησία τοῦ Κυρίου, προσχώρησα σέ ἄλλες ὁμολογίες, σχισματικούς, αἱρετικούς, ἑβραίους, μουσουλμάνους, κ.λ.π.

24) Συνεργάσθηκα μαζί μέ ἄλλους ἐχθρούς τῆς 'Ορθοδοξίας γιά τήν ἀπώλεια τῆς τιμῆς καί ὑπολήψεως τῶν ἀγωνιστῶν ἱερέων καί τῶν διδασκάλων τῆς 'Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

  'Αμαρτίες πού μόνες τους κραυγάζουν πρός τόν Θεό.

25. 'Εφόνευσα ἀνθρώπους μέ τήν θέλησί μου.

26. ῎Επραξα σοδομιτικές ἁμαρτίες δηλαδή ἄνδρας μέ ἄνδρα ἤ γυναῖκα μέ γυναῖκα, ἐγώ μέ ἄλλον καί ἄλλος μέ ἐμένα.

27. 'Αμάρτησα παρά φύσιν μέ τήν σύζυγό μου ἤ μέ ἄλλου ἀνδρός σύζυγο ἤ μέ ἄνδρα παντρεμμένο κινδυνεύοντας ἔτσι τόν ἔσχατο κίνδυνο.

28. Περιεφρόνησα τούς πτωχούς, τίς χῆρες, τά ὀρφανά, τούς ἀδυνάτους καί ἐμπεριστάτους  ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ.

29. ῎Επαυσα νά πληρώνω τούς ὑπηρέτες μου, τούς ἐργάτες τῆς ὑπηρεσίας μου κ.λ.π.

30. 'Ωνείδισα, περιγέλασα καί κακωμίλησα στούς κατά σάρκα γονεῖς μου.

31. ῎Εδειξα μέ πολλούς τρόπους τήν ἀχαριστία μου ἀπέναντι στούς γονεῖς μου καί μάλιστα τούς ἐκτύπησα.

32. 'Εχλεύασα τούς ἱερεῖς τῆς 'Εκκλησίας, τούς ἀναδόχους μου, χωρίς νά ἀντιλαμβάνομαι ὅτι μοῦ προσφέρονται γιά τήν ψυχική μου ὠφέλεια.

    'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς Πρώτης ἐντολῆς.

 33. ῎Εχω ἀμφιβολίες γιά τήν πίστι στόν  ἕνα Τριαδικό Θεό, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα, πού εἶναι  'Ομοούσιος καί ἀχώριστος.

34. Δέν πιστεύω ἀκράδαντα στό ἕνα ῞Αγιο Βάπτισμα, τό ὁποῖον γίνεται γιά τήν συγχώρησι τῆς  προπατορικῆς ἁμαρτίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, πού θά βαπτισθοῦν.

35. 'Ενίοτε ἀμφέβαλλα γιά τήν πίστι στήν Μία, 'Αγία, Καθολική καί 'Αποστολική 'Εκκλησία, στά ἑπτά Μυστήρια, στίς πατερικές διδασκαλίες καί στά δόγματα τῆς 'Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

36. Δέν ἀγάπησα τόν Θεό περισσότερο ἀπό ὅλο τόν κόσμο.

37. 'Επιθυμοῦσα νά ἀρέσω πρῶτα στούς ἀνθρώπους καί κατόπιν στόν Θεό.

38. ῎Εφερα τό χριστιανικό μου ὄνομα μέ περιφρόνησι πρός αἰωνία τιμωρία μου.

39. Προσχώρησα στούς σχισματικούς, αἱρετικούς, ἑτεροδόξους, μουσουλμάνους καί ἄλλους αἱρετικούς.

40. Δέχθηκα διαφόρους αἱρετικούς στό σπίτι μου, προσευχήθηκα μαζί τους, ἔφαγα, μέ  ἐβοήθησαν στίς ἀνάγκες μου, μέ ἐπροστάτευσαν καί ἔτσι μέ  παρέσυραν στήν πλάνη τους.

41. Μετέφερα χρήματα καί ἄλλα δῶρα σέ διαφόρους αἱρετικούς.

42. ῎Επαιρνα τό μέρος τῶν αἱρετικῶν, λέγοντας ὅτι λέγουν καλά λόνά ἀπό τίς ῞Αγιες Γραφές, ὅτι στήν πίστι καί στήν ζωή των εἶναι καλοί καί μάλιστα καλλίτεροι ἀπό ἐμᾶς, κατάπατώντας ἔτσι τήν ὀρθόδοξη πίστι καί γενόμενος ἄξιος ἀφορισμοῦ καί ἀναθέματος.

43. Δέχθηκα εὐλογίες ἀπό αἱρετικούς στήν ἐκκλησία τους.

44. Νυμφεύθηκα μέ αἱρετικούς, σχισματικούς, ἑτεροδόξους, κ.λ.π.

45. 'Εδιάβασα βιβλία διαφόρων αἱρέσεων πού παγιδεύουν τήν ψυχή καί ἐξευτελίζουν τήν 'Ορθόδοξη 'Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν λατρεία, τούς 'Αγίους καί τούς ποιμένας της.

46. Γελοιοποίησα μέ ἀστεῖα, σκίτσα καί ἄλλες φλυαρίες τήν 'Ορθοδοξία καί τόν Κλῆρο της.

47. Εἶπα ἀστεῖα χρησιμοποιώντας λόγια τῶν Θείων Γραφῶν, λόγια τῶν 'Αγίων ἤ ἱερῶν ἀντικειμένων καί σκευῶν.

48. Διεκωμώδησα τούς χωλούς, τούς τυφλούς, παραλύτους, τούς κωφούς, ὡσάν νά μήν εἶναι ἄνθρωποι καί δέν ἔχουν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

49. Ντράπηκα νά προσευχηθῶ στόν Θεό, νά κάνω τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στό στῆθος μου καί μᾶλλον τό περιγέλασα κάνοντας μορφασμούς ἤ κάνοντας τόν στραβό καί περιπαιχτικά μπροστά μου.

50. ῎Εφτιαξα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σέ διάφορα ἀντικείμενα, ὅπως στά διάφορα ραψίματα, στά κεντήματα, στίς πετσέτες, στά κλινοσκεπάσματα, στά χαλιά, τά ὁποῖα ἔστρωνα κατόπιν κάτω στό δάπεδο τοῦ σπιτιοῦ μου, στήν ἐκκλησία, καί σέ ἄλλους τόπους, ὅπου βεβηλώνονταν τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μέ τήν καταπάτησι ἀπό τούς ἄλλους χριστιανούς.

51.  ῎Εκανα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στά πλακόστρωτα δάπεδα, στά μωσαϊκά κ.λ.π. τό ἔβαλα κάτω στά πεζοδρόμια, στά σπίτια, στίς ἐκκλησίες, στά σχολεῖα, στούς δημόσιους χώρους κ.λ.π., ὅπου βεβηλώθηκε μέ τήν καταπάτησι ἀπό τούς ἀνθρώπους.

52. ῎Εκανα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στήν γῆ, ὅπου θά μποροῦσε νά καταπατηθῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους καί αὐτά ἤ ἄλλα παρόμοια ἔκαναν ἄλλοι ἄνθρωποι καί ἐγώ δέν τούς ἐμπόδιζα.

53. ῎Εκανα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, χωρίς εὐλάβεια, ὅταν ἐπέρασα μπροστά ἀπό τίς ἅγιες ἐκκλησίες, ὅπου εὑρίσκεται πάντοτε μέσα στήν 'Αγία Τράπεζα τό ῞Αγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου στό 'Αρτοφόριο, ἤ ὅταν ἐπέρασα μπροστά σέ προσκυνητάρια πού μοῦ ὑπενθύμιζαν τήν Σταύρωσι τοῦ Κυρίου μας 'Ιησοῦ Χριστοῦ.

54. Προσευχήθηκα στόν Θεό ὄχι μέ πίστι, ἀλλά τυπικά, λόγω συνηθείας.

55. Σκεπτόμουν συχνά στήν ὥρα τῆς προσευχῆς, τά κοσμικά ἔργα, τούς ἀνθρώπους, τά ζῶα μου, τίς οἰκιακές μου δουλειές, τούς ἐχθρούς μου κ.λ.π.

56. Δέν προσευχόμουν πάντοτε μέ τό πρόσωπο στραμμένο πρός ἀνατολάς, κατά τήν τάξι τῆς ἁγίας μου 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας, ἀλλά ἐν γνώσει μου ἤμουν στραμμένος ἀλλοῦ.

57. 'Επίστευα ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα.

 'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς Δευτέρας ἐντολῆς.

 58. 'Υπηρέτησα περισσότερο τά κτίσματα παρά τόν Θεό καί Δημιουργό τους, δηλαδή τούς γονεῖς μου, τά παιδιά μου, τά ἀδέλφια μου, τίς ἀδελφές, τήν σύζυγο μου, τούς συγγενεῖς,   τούς γείτονες, τίς περιουσίες μου, τίς διάφορες μάταιες ἐπιδιώξεις μου, τίς δαιμονικές ἑορτές μέ τά ἀστεῖα, τήν πολυφαγία κ.λ.π.

59. Κατεπάτησα τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ δουλεύοντας στίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες τοῦ σώματος, τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου.

60. 'Εξαπατήθηκα ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό διαφόρων εἰδῶν φόβους, ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους γιά φθαρτά ἀγαθά, σωματικές ἀπολαύσεις κ.λ.π.

61. 'Ασχολήθηκα μέ τούς διαφόρους πολυτελεῖς στολισμούς τοῦ σώματος, οἱ ὁποῖοι φονεύουν τήν ψυχή.

62. 'Υπηρέτησα τά εἴδωλα τῆς γαστριμαργίας, τῆς ὑπερηφανείας, ἀκαθαρσίας, πορνείας, μοιχείας, ὀργῆς, φιλαργυρίας, φθόνου, ὀκνηρίας, συκοφαντίας, γέλωτος, τῶν δαιμονικῶν διασκεδάσεων μέ ἀστεῖα καί παιγνίδια, τῆς ἀκρατείας καί ἄλλων εἰδωλολατρικῶν παθῶν τά ὁποῖα ἔκανα μέ τήν θέλησί μου.

63. 'Εσκανδάλισα τούς ἄλλους, τούς ὠνείδισα λέγοντάς τους γιατί εἶναι ἔτσι πρᾶοι, γιατί ἄφησαν τά παιγνίδια, γιατί συχνάζουν τακτικά στήν ἐκκλησία, γιατί πάντοτε προσεύχονται στόν Θεό.

64. Περιεγέλασα αὐτούς πού ἐγκρατεύοντο ἀπό τίς δαιμονικές διασκεδάσεις, ἀπό τά παιγνίδια, ἀπό τά κοσμικά τραγούδια, τά ἄπρεπα ἀστεῖα, ἀπό τό κάπνισμα, ἀπό τά ποτά καί αὐτούς πού ἐξωμολογοῦντο καί κοινωνοῦσαν τά ῎Αχραντα Μυστήρια.

65. 'Εμπόδισα τούς ἄλλους στήν ἐκτέλεσι τῶν ἀρετῶν.

66. Εἶχα καί ἔχω ἐπιφυλάξεις γιά τήν ἁγιότητα τῆς 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῶν ἁγίων εἰκόνων καί τά βλασφήμησα μέ σατανικό τρόπο, λέγοντας ὅτι εἶναι εἴδωλα καί εἰδωλολάτρες αὐτοί πού τά προσκυνοῦν.

67. 'Αντί νά ἀνάψω στό σπίτι μου εὐωδιαστό θυμίαμα γιά νά δοξάσω τόν Θεό μου, ἐγώ ἄναψα τσιγάρο καί ποῦρο γιά νά χαροποιήσω τούς δαίμονες.

68. 'Αντί τῆς προσευχῆς, καί τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ κάθε πρωῒ, βράδυ, καί μεσημέρι, ἐγώ, πρό καί μετά τό φαγητό, ἄναβα τσιγάρο, χαροποιώντας ἔτσι τόν διάβολο καί ὀργίζοντας τόν Θεό, τόν ὁποῖον δέν εὐχαριστοῦσα ὅπως θά ἔπρεπε, γιά τό φαγητό, το ποτό καί ὅλες τίς εὐεργεσίες Του πού μᾶς δίνει.

69. Χρησιμοποίησα ναρκωτικά καταστρέφοντας ἔτσι τήν ὑγεία καί τήν ζωή μου. 'Ακόμη πολλές φορές, ὅταν σηκωνόμουν ἀπό τόν ὕπνο, ἀντί νά κάνω προσευχή καί τόν σταυρό μου, ἄναβα τσιγάρο μπροστά στίς εἰκόνες, πού εἶναι στό σπίτι σάν ἕνα μικρό καταπέτασμα τῆς ἐκκλησίας, στό ὁποῖο κατοικεῖ ὁ Θεός. Παρακίνησα ἄλλους νά καπνίσουν προσφέροντας τους τσιγάρα ἤ σπίρτα ἤ ἐργαζόμενος στήν καλλιέργεια καί προετοιμασία του στά ἐργοστάσια ἤ δίνοντας χρήματα ν' ἀγοράσουν τσιγάρα συμμετέχοντας ἔτσι στήν ἁμαρτία τους.

70. 'Από λόγους κενοδοξίας ἄφησα τά γένεια καί τά μουστάκια.

71. Χρησιμοποίησα μυρωδικά καί ἀρώματα γιά νά γίνωμαι ἑλκυστικός ἀπό τούς ἄλλους.

72. 'Επίστευα στά ὄνειρα.

73. ῎Εγινα καρνάβαλος, ἀλλάζοντας ἐνδύματα καί ἀπό γυναῖκα φαινόμουν ἄνδρας καί ἀπό ἄνδρας γυναῖκα ἤ παίρνοντας ἄλλες μορφές ζώων, ὅπως τῆς γίδας, τῆς ἀρκούδας καί  ἄλλες μορφές ἀηδιαστικές καί μισητές ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί εὐχάριστες στούς δαίμονες, στά εἴδωλα τῆς Αἰγύπτου, τά ἀσιατικά πού εἶχαν κεφαλή ζώου ἤ ἄλλων ἀγρίων θηρίων, πίπτοντας ἔτσι στό ἐπιτίμιο τοῦ ἀναθέματος τῆς 'Εκκλησίας.

74. 'Επῆγα στούς μάγους, στούς γητευτάς καί σέ ἄλλους σατανιστές.

5. ῎Εδωσα ἐμπιστοσύνη στά λόγια ἄλλων γιά τούς βρυκόλακες, ἀκολούθησα τούς μάγους, τά ζώδια ἀπό τίς κινήσεις τῶν ἀστέρων, τήν πρόγνωσι τῶν μελλόντων ἀπό τίς καφετζοῦδες, τά μέντιουμ, τό ἄνοιγμα τοῦ ψαλτηρίου, τό ἐρέθισμα τῆς παλάμης, τό κράξιμο τῶν πουλιῶν καί ἄλλων προλήψεων.

76.῎Εδωσα ἐμπιστοσύνη στόν πνευματισμό, στήν εἱμαρμένη καί σέ ἄλλες σατανικές καί ψευδογνωστικές θεωρίες καί διδασκαλίες.

77. 'Επίστευα καί τό ἔλεγα καί σέ ἄλλους ὅτι εἶναι κακό σημάδι, ὅταν φανῆ στόν δρόμο ἕνας  ἱερεύς ἤ ὅταν συναντήσουμε ἕνα ἄδειο δοχεῖο.

78. ῞Οταν ἀρώστησα ἐγώ ἤ κάποιος ἄλλος ἀπό τό σπίτι μου ἤ ὑπέφερα ἀπό θλίψεις, κατάδιώξεις, πόνους ἤ τρόμο, δέν ἐζήτησα τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ μέ τίς ἀκολουθίες καί εὐχές τῆς 'Εκκλησίας Του, ἀλλά ἔτρεξα στήν βοήθεια τοῦ σατανᾶ καί τῶν μάγων, νομίζοντας ὅτι αὐτοί θά ἠμπορέσουν νά μέ ὠφελήσουν.

79. Συμβούλευσα καί ἄλλους νά πηγαίνουν στούς μάγους, στούς φαρμακούς, καί σατανιστές παγιδεύοντας μέ αὐτούς καί τήν ψυχή μου.

80. 'Εφόρεσα δακτυλίδια στά χέρια ἀπό ὑπερηφάνεια καί κενοδοξία.     

81. 'Εφόρεσα  φορέματα καί ἐνδύματα ὑπερπολυτελείας.

82. Εἶχα τήν πίστι ὅτι ἡ ψυχή, μετά ἀπό τήν ἔξοδο της ἀπό τό σῶμα, πηγαίνει σέ ἄλογα ζῶα.   (μετεμψύχωσις).

83. Εἶχα καί ἔχω πολλές προλήψεις, οἱ ὁποῖες μέ ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ὀρθόδοξο πίστι μας.

   'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς Τρίτης ἐντολῆς.

 84. 'Απεφάσισα νά ὁρκισθῶ ψευδῶς μέ τό θέλημά μου ἤ πιεζόμενος ἀπό ἄλλον.

85. ῎Εχω συνήθεια νά λέγω "μά τόν Θεό", νά χρησιμοποιῶ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ χωρίς καμμία   ἀνάγκη, καθώς τῶν 'Αγίων καί τῆς Παναγίας, σ' ὅλες ἀκόμη καί τίς μικρότερες καί  ἀσήμαντες ὑποθέσεις.

86. Καταράσθηκα κάποιον μέ ὅρκο ἤ ὄχι.

87. 'Ωρκίστηκα νά ἀνταποδώσω κάνοντας τό κακό σ' αὐτούς πού μοῦ κάνουν τό κακό.

88. 'Ενόμισα ὅτι πρέπει νά ἐκπληρώσω τούς παράνομους ὅρκους μου πού εἶπα ἐπάνω στήν ὀργή ἤ στήν μέθη μου καί μάλιστα τούς ἐξεπλήρωσα.

89. 'Αντί νά συμφιλιωθῶ, ὡδήγησα στό δικαστήριο τόν πλησίον μου.

90. 'Εδίκασα, χωρίς διάκρισι τόν πλησίον μου, χωρίς εὐσπλαγχνία καί δικαιοσύνη καί χωρίς τόν φόβο στό μελλοντικό Δικαστήριο τοῦ Θεοῦ.

91. Διανοήθηκα, ὡμίλησα, ἐπέμεινα ὅτι οἱ χριστιανοί ἔχουν τό δικαίωμα νά δικάζουν ὀρθοδόξους πιστούς πού προέρχονται ἀπό τό μοναχικό καί ἱερατικό πολίτευμα.

92. 'Ωρκίσθηκα νά πεθάνω, νά τυφλωθῶ, τα χέρια μου νά κοποῦν, νά μή προφθάσω νά  ἐπιστρέψω στό σπίτι μου ζωντανός καί ἄλλους παρόμοιους ὅρκους.

93. 'Ανάγκασα κάποιον μέ χρήματα, μέ κατατρεγμούς καί φοβέρες καί μέ ἀπάτες ἤ πονηριές νά ὁρκισθῆ ψευδῶς στό δικαστήριο πρός χάριν μου ἤ πρός χάριν ἄλλου.

94. 'Εβλασφήμησα τήν 'Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ γιά τά τυπικά της, τίς ἀκολουθίες,  τίς διδασκαλίες, τίς ψαλμωδίες καί τά Μυστήρια της.

95. ῎Εστειλα στόν διάβολο μέλη τῆς οἰκογενείας μου ἤ συγγενεῖς μου, τούς ξένους, τά ζῶα, τά  ἔργα, τόν ἑαυτό μου κ.λ.π.

96. Κατέκρινα τά Θεῖα μπροστά στά παιδιά μου, σέ μεγάλους ἀνθρώπους, προκαλώντας ἔτσι  σκάνδαλο καί διδάσκοντας νά κάνουν καί αὐτοί τίς ἴδιες σατανικές πράξεις καί συνήθειες.

97. 'Ωμίλησα μέ ἀτιμία καί βλάσφημα λόγια γιά τόν Θεό, γιά τούς 'Αγίους καί τήν 'Αγία  'Εκκλησία.

98. Δέν ἐργάσθηκα μέ ὅλες τίς δυνάμεις μου νά φυλάξω τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά νά τίς ἀτιμάσω, βλασφημήσω καί τίς ποδοπατήσω.

99. Κοινώνησα ἀναξίως τά ῎Αχραντα Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ μας.

100. Μετά τήν ἐξομολόγησι καί τήν Θεία Κοινωνία, ἐπέστρεψα στήν ἁμαρτία γενόμενος ἔτσι κλέπτης τῶν Θείων Μυστηρίων. ῎Εφτυσα ἐν γνώσει μου κάτω στό ἔδαφος τήν ἡμέρα πού ἔλαβα τά Θεῖα Μυστήρια, τόν Μεγάλο 'Αγιασμό κ.λ.π.

101. 'Επῆρα Μεγάλο 'Αγιασμό, χωρίς προηγουμένως προετοιμασία καί συμφιλίωσι μέ τόν πλησίον μου.

102. Μνημόνευσα στήν ὥρα τῆς Προσκομιδῆς ὀνόματα μάγων προκειμένου νά ἐπιτύχω κάποιο σατανικό σκοπό ἤ εἶπα στόν ἱερέα νά βγάλη μερίδα γιά μάγους γιά πονηρούς καί σατανικούς σκοπούς.

103. 'Επίστευα ἐσφαλμένα γιά τούς κοινωνοῦντας συχνά, νομίζοντας ὅτι αὐτή ἡ τάξις ἐπιφέρει τόν θάνατο καί τήν καταδίκη τῆς ψυχῆς.

104. 'Εχρησιμοποίησα τό Πανάγιο ῎Ονομα τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν 'Αγίων, καθώς καί τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στά ἔργα τῆς μαγείας.

105. ῎Εκανα τό ἁμάρτημα τῆς ἱεροσυλίας ἐξευτελίζοντας τά Θεῖα.

106. 'Επικαλέσθηκα τόν Θεό νά μέ βοηθήση  νά ἁμαρτήσω γιά νά πολεμήσω τήν ὀρθόδοξη πίστι καί νά γίνω σχισματικός, αἱρετικός κ.λ.π.

107. 'Εζήτησα στήν προσευχή μου ἀπό τόν Θεό αὐτό πού ἦταν βλαβερό γιά μένα.

108. Σέ περίοδο θλίψεων καί δοκιμασιῶν ἐζήτησα τόν θάνατο τοῦ ἑαυτοῦ μου.

109. 'Επίστευα καί διέδιδα ὅτι δέν πρέπει νά βαπτίζωνται ἀπό μικρά τά παιδιά, διότι  δέν ἔχουν ἁμαρτίες.

110. 'Υποσχέθηκα κάτι μέ ὅρκο σκεπτόμενος συγχρόνως ὅτι τόν τάδε καιρό δέν θά  ἐκπληρώσω τήν ὑπόσχεσί μου.

111. 'Υποσχέθηκα καλά πράγματα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σέ στιγμές ἀνάγκης καί δοκιμασίας καί  κατόπιν, ἐνῶ πέρασαν οἱ δυσκολίες, κατεπάτησα τίς ὑποσχέσεις μου.

112. 'Υποσχέθηκα νά δώσω χρήματα, ἄμφια, καλύμματα καί ἄλλα ἐκκλησιαστικά ἀντικείμενα στήν ἐκκλησία, στά μοναστήρια, νά ἐνδύσω μοναχούς, ἀδυνάτους, καί δέν ἔκανα τίποτε  καταπατώντας ἔτσι τίς ὑποσχέσεις μου.

113. 'Ατίμασα τό ῎Ονομα τοῦ Θεοῦ με πολλούς καί διαφόρους τρόπους.

     'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς Τετάρτης ἐντολῆς.

 114. 'Εργαζόμουν τίς Κυριακές, τίς ἑορτές γιά τόν ἑαυτό μου, γιά τούς ἄλλους πωλώντας ἤ  ἀγοράζοντας διάφορα πράγματα καί τρόφιμα.

115. 'Εργάσθηκα ὡς μισθωτός λέγοντας ἤ ἀκούγοντας ἀσεβῆ λόγια, πράττοντας παράνομα ἔργα, σατανικές τελετές, τραγουδώντας ἀκόλαστα τραγούδια, μεθώντας καί ἔτσι ἀτιμάζοντας τίς Κυριακές καί ἑορτές.

116. 'Ως γυναῖκα ἤ νεαρή κοπέλλα δέν στάθηκα μέ εὐλάβεια καί εὐταξία ἀπέναντι ἀπό τούς  ἄνδρες στήν ἐκκλησία.

117. Δέν ἐπῆγα δῶρα στήν ἐκκλησία, κατά τήν χριστιανική τάξι.

118. Δέν παρηκολούθησα μέ προσοχή καί εὐλάβεια τίς ἀκολουθίες καί τό κήρυγμα τῶν ἑορτῶν καί Κυριακῶν.

119. Θεώρησα ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά πηγαίνω στήν ἐκκλησία τίς Κυριακές καί ἑορτές καί ἔμεινα νά προσεύχωμαι στό σπίτι μου.

120. ῏Ηλθα στήν ἐκκλησία ἀργοπορημένος ἤ ἐξῆλθα πρίν νά τελειώση ἡ Θεία Λειτουργία, ὁμοιάζοντας ἔτσι μέ τόν 'Ιούδα τόν 'Ισκαριώτη, ὁ ὁποῖος ἔφυγε ἀπό τόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.

121. 'Εδημιούργησα ὁμάδα ἀπό ὁμοϊδεάτες μου καί βλασφήμησα τούς Θείους Νόμους καί τά ῞Αγια.

122. Τήν Κυριακή καί ἑορτές δέν ἔκανα τά ἔργα πού ἁρμόζουν σέ τέτοιες χρονιάρες ἡμέρες.

123.  'Αρνήθηκα τήν Παράδοσι τῆς 'Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐπιμένοντας ὅτι μόνο ἡ 'Αγία Γραφή εἶναι ἡ πηγή τῆς σωτηρίας καί τῆς πίστεώς μας.

124.  Διεκωμώδησα τούς λειτουργούς τῆς  'Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

125. 'Επῆγα στήν ἐκκλησία, στολισμένος μέ σκανδαλώδη ἀμφίεσι καί πνιγμένος ἀπό λογισμούς κενοδοξίας.

126. Σκέφθηκα κακά πράγματα στήν ἐκκλησία, ὡμίλησα μέ ἄλλους χριστιανούς.

127. 'Εδιηγήθηκα μάταιες ἱστορίες καί, ξεχνώντας ὅτι εἶμαι σέ τόπο ἱερό, ἔκανα κινήσεις μέ τά χέρια καί τό πρόσωπο μου ταράζοντας ἔτσι τούς ἄλλους εὐλαβεῖς πιστούς.

128. 'Απηγόρευσα μέλη τῆς οἰκογενείας μου, ὑπηρέτες μου καί φίλους μου νά πηγαίνουν στήν ἐκκλησία γιά προσευχή καί ἀκρόασι  τοῦ θείου λόγου.

129. Προέτρεψα ἄλλους ν' ἀφήσουν τήν ὀρθόδοξο 'Εκκλησία καί νά γίνουν σχισματικοί, αἱρετικοί κ.λ.π.

130. Νήστεψα ἤ ἔκανα μετάνοιες σέ ἡμέρες πού αὐτά ἀπαγορεύονται, δηλ. Σάββατο καί Κυριακή.

131. Τίς ἡμέρες πού ἔπρεπε νά κάνω μετάνοιες δέν τίς ἔκανα.

132. Δέν εἶχα σέ εὐλάβεια τό ἔργο τῆς προσευχῆς.

133. Δέν ἐδόξασα τόν Θεό στόν κατάλληλο καιρό, κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας καί ὅταν δέν ἠμποροῦσα νά ὑπάγω στήν ἐκκλησία, δέν προσευχόμουν στό σπίτι μου κατά τήν ὥρα ἐκείνη τῆς Λειτουργίας.  

134. 'Ως κοπέλλα ἤ γυναῖκα σέ περίοδο ἐμμήνου ροῆς τόλμησα καί πλησίασα τά φρικτά  Μυστήρια.

135. 'Ως ἄνδρας σέ περίοδο νυκτερινοῦ πειρασμοῦ, ὄντας ἀκάθαρτος, τόλμησα καί πλησίασα τά φρικτά Μυστήρια.

136. 'Επίστευα καί ἔζησα ἀντιχριστιανικό βίο καί ἐξ αἰτίας μου βλασφημήθηκε τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς ἄλλους.

137. Κάθισα καί σηκώθηκα ἀπό τήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, χωρίς προσευχή.

138. 'Ενῶ ἔτρωγα, ὡμιλοῦσα καί γελοῦσα, χωρίς διάκρισι καί μάλιστα ἔτρωγα μέ λαιμαργία καί ἀκράτεια.

139. 'Υπεστήριζα τούς ἀντβεντιστάς (παραφυάδα τοῦ προτεσταντισμοῦ), οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τό Σάββατο ὡς ἀργία ἡμέρα ἀντί τῆς Κυριακῆς.

140. Δέν ὑπελόγισα τήν ἀπόφασι τῆς 'Ιερᾶς Συνόδου, ὅσον ἀφορᾶ τήν ρύθμισι τοῦ ἡμερολογίου καί ἐργάσθηκα μέ ἐχθρότητα μέ λόγια καί ἔργα προτρέποντας καί ἄλλους στήν παρακοή καί στόν πόλεμο ἐναντίον αὐτῆς τῆς τάξεως τῆς 'Εκκλησίας.

141. 'Υπήκουσα στίς διδασκαλίες τῶν σχισματικῶν παλαιοημερολογιτῶν καί εἶπα ὅτι ἡ 'Εκκλησία εἶναι ἀκάθαρτη, στερεῖται τῆς Θείας Χάριτος καί οἱ ἱερεῖς της δέν μεταδίδουν τήν Χάρι κ.λ.π.

142. 'Επανέλαβα τό βάπτισμα καί τόν γάμο μου, ἐνῶ τά εἶχα λάβει ἀπό τούς ἱερεῖς τῆς 'Εκκλησίας πού ἀκολουθοῦν τό νέο ἡμερολόγιο.

143. 'Υποκρίθηκα ὅτι πιστεύω καί ὅτι ζῶ κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ στήν πραγματικότητα  ἤμουν ἐναντίον τῆς πίστεως.

   'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς Πέμπτης ἐντολῆς.

 144. 'Ως γονέας δέν φρόντισα ἐξ ἴσου γιά ὅλα μου τά παιδιά.

145. 'Εμπόδισα τά παιδιά μου νά ὑπάγουν στόν μοναχισμό, ἐνῶ τόν ποθοῦσαν καί τούς ἐστέρησα τό κληρονομικό τους μερίδιο.

146. 'Ως πατήρ κατά σάρκα δέν ἐφρόντισα γιά τήν σωτηρία τῶν παιδιῶν μου, δέν τά ἀνέθρεψα μέ τίς διδασκαλίες τῆς 'Εκκλησίας, δέν τούς ἐδίδαξα τίς στοιχειώδεις προσευχές, ὅπως τό "Βασιλεῦ Οὐράνιε.." τό "Πάτερ ἡμῶν.." τό "῎Αξιόν ἐστίν.." τόν 50ον ψαλμό κ.λ.π.

147. Δέν τά ἐδίδαξα νά ἐξομολογοῦνται τακτικά, οὔτε τούς ἔδωσα ὡς καλό παράδειγμα τόν ἑαυτό του γι' αὐτό τό ἔργο καί δέν τούς ἔδειξα πῶς νά φυλάγωνται ἀπό τίς παγίδες τῆς ψυχῆς.

148. Δέν ἤλεγξα τά παιδιά μου, δέν τά ἐπαίδευσα γιά τά κακά τους ἔργα, προπαντός γιά τίς κλοπές καί ἀκολασίες καί τά ἄφησα νά κυκλοφοροῦν τήν νύκτα κατά τό θέλημα τους.

149. Ντράπηκα νά ἐκπληρώσω τό καθῆκον μου καί ὡς πνευματικός πατήρ τῶν παιδιῶν μου γιά τήν χριστιανική τους ἀνατροφή καί παιδαγώγησι.

150. Συμβούλευσα τά παιδιά καί τούς ὑπηρέτες μου νά καταπατοῦν τά σπαρτά τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

151. Συμπεριφέρθηκα μέ μῖσος ἐναντίον τοῦ πατρός καί τῆς μητρός μου.

152. Δέν ὑπήκουσα στούς γονεῖς μου, ὅταν μέ ἐδίδασκαν τά ὠφέλιμα γιά τήν ψυχή καί τήν σωτηρία της.

153. 'Αγάπησα τούς γονεῖς μου περισσότερο ἀπό τόν Θεό.

154. Δέν ἐτίμησα τούς γονεῖς μου μέ τά ἔργα, τά λόγια καί τούς καταράστηκα, τούς χλεύασα, τούς εἶπα ἀσεβῆ καί ἄπρεπα λόγια, ἐπεθύμησα νά ἀρρωστήσουν, νά δοκιμασθοῦν ἀπό συμφορές καί νά πεθάνουν ἀκόμη. Τούς ἐγκατέλειψα σέ στιγμές μεγάλης ἀνάγκης τους, σέ περίοδο ἀσθενείας ἤ ἀδυναμίας τους, χωρίς καθόλου νά τούς παρηγορήσω ἤ νά τούς βοηθήσω στά στοιχειώδη ἀναγκαῖα γιά τήν ζωή τους.   

155. 'Επίστευα στά ὄνειρα καί ἐδιάβασα ἀνάλογα βιβλία πού τά ἐξηγῶ καί τά διατηρῶ ἀκόμη μέχρι τώρα στό σπίτι μου.

156. 'Από φιλαργυρία καί ἀδιαφορία δέν ἔδωσα χαρτί τῶν ὀνομάτων καί προσφορά στήν ἐκκλησία γιά τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων συγγενῶν μου.

157. 'Ως οἰκοδεσπότης ἤ ὑπεύθυνος κάποιου ἔργου δέν εἶχα φροντίδα καί καλωσύνη στούς ἐργαζομένους μαζί μου, τούς ὁποίους ἐξευτέλιζα καί συμπεριφερόμουν μέ αὐστηρότητα.

158. Δέν ἔκανα ὑπακοή στούς ἀνωτέρους μου, στήν ἐξουσία πού ὑπάγομαι καί τούς στούς κυβερνῆτες τῆς χώρας μου.

159. Δέν ὑπήκουσα στούς Πνευματικούς πατέρες, τούς ὁποίους περιέπαιξα, περιεφρόνησα, τούς κατέκρινα αὐθαδιάζοντας ἐνώπιόν τους καί ἐγειρόμενος ἐναντίον τους ὅπως ὁ  προδότης 'Ιούδας.

160. Δέν ἐπῆρα σύζυγο, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κατά τήν θέλησί μου καί σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ ματαιόφρονος κόσμου.

161. 'Ως ἄνδρας δέν ἀγάπησα τήν γυναῖκα μου, ὅπως τόν ἑαυτό μου καί τήν ὠνείδιζα, τήν  ἐμάλλωνα, τήν ἐκτυποῦσα καί τήν ἐθεωροῦσα σάν δούλη μου.

162. 'Ως γυναῖκα δέν ὑπήκουσα τόν ἄνδρα μου, τόν ἐγκρίνιαζα, τόν ἐκακολογοῦσα, τόν ἐτάραζα τόσο πολύ, ὥστε ἐδαιμονιζόταν, ἐκαταριόταν καί ἐβλασφημοῦσε τά Θεῖα.

163.  'Επίεζα τόν σύζυγο μου, λόγω ὑπερηφανείας καί κενοδοξίας, νά σπαταλήση περισσότερα χρήματα γιά πολυτελῆ ἐνδυμασία μου, προκαλώντας ἔτσι δυστυχία καί πτώχεια στό   σπίτι μας κ.λ.π.

164. 'Απεμάκρυνα τόν σύζυγο (τήν σύζυγο) μου ἀπό τό σπίτι καί ξαναπαντρεύτηκα.

165. Κατηγόρησα τούς ἱερεῖς καί Πνευματικούς πατέρες ὅτι εἶναι λαίμαργοι καί ἄπληστοι.

     Κατέκρινα τά ἱερά Μυστήρια καί τίς τελετές τῆς ὀρθοδόξου 'Εκκλησίας καί ἐγκωμίασα τά  τῶν ἄλλων «ἐκκλησιῶν».

  'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς ἕκτης ἐντολῆς.

 166. Σκέφθηκα νά ἐπιτεθῶ κατά τῶν ἐχθρῶν μου, νά βάλω παγίδες θανάτου, νά τούς ταράξω

     νά τούς ἐπιφέρω ἀσθένειες, νά τούς παροργίσω, νά τούς τραυματίσω, ἀκόμη καί νά τούς φονεύσω.

167. Συνασπίσθηκα μέ κακούς χριστιανούς καί ἐδίωξα ἤ κακομεταχειρίσθηκα εὐλαβεῖς καί ἐναρέτους ἱερεῖς ἤ χριστιανούς.

168. 'Εμίσησα τόν πλησίον μου, τόν ἐτραυμάτισα ἤ προέτρεψα ἄλλους νά κτυπήσουν ἤ νά φονεύσουν κάποιον ἐχθρό μου.

169. 'Εφόνευσα ἄλλους μέ κτυπήματα, σέ περίοδο πολέμου, στήν θάλασσα μέ πνιγμό κ.λ.π. με τήν θέλησί μου ἤ καί χωρίς.

170. 'Εφόνευσα τόν πλησίον μου μέ τήν συκοφαντία καί δυσφήμησι ἤ τόν ἐφόνευσα γιά νά  τοῦ πάρω τήν περιουσία του.

171. Συνέβαλα στόν σωματικό ἤ καί πνευματικό φόνο τῶν παιδιῶν μου ἤ ἔφτιαξα δηλητηριώδη σιρόπια ἀπό βότανα  μέ τήν βοήθεια ἰατρῶν καί ἐφόνευσα μέ αὐτά τά εὑρισκόμενα στήν κοιλιά βρέφη τῶν γυναικῶν.

172. Προέτρεψα ἐγκύους γυναίκας νά ἀποβάλλουν τά βρέφη τους (ἐκτρώσεις) μέ τήν βοήθεια ἰατρῶν καί βοτάνων.

173. 'Εφόνευσα βρέφη ὄντας ἀβάπτιστα καί μετά τήν γέννησί τους ἤ, ἐνῶ ἦταν βαπτισμένα.

174. 'Επλάκωσα κατά τόν ὕπνο τό βαπτισμένο παιδί μου, πού κοιμόταν κοντά μου, χωρίς νά τό θέλω.

175. 'Από τήν ἀδιαφορία καί μισοτεκνία μου ἄφησα τό παιδί μου νά πέση στό νερό, στήν φωτιά, ἀπό μεγάλο ὕψος καί τραυματίσθηκε ἤ ἀπέθανε.

176. 'Εγκατέλειψα μέ τήν θέλησί μου τό βαπτισμένο παιδί μου σέ τόπο, ὅπου ἦταν δυνατόν βρεθῆ καί υἱοθετηθῆ ἀπό κάποιον.

177. 'Αμάρτησα μέ τήν σκέψι μου ἐναντίον τῆς (τοῦ) συζύγου μου διότι, λόγω τῆς ἐκ φύσεως ἀτεκνίας της (του) δέν ἔχουμε παιδιά.

178. 'Εβοήθησα ἄλλους σέ διαφόρων εἰδῶν φόνους.

179. Κατέστρεψα μόνος μου τήν ὑγεία μου ἐλαττώνοντας τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου με τό ἄμετρο φαγητό, ποτό, τσιγάρο καί ἄλλες ἀσωτίες.

180. 'Εφόνευσα τήν ψυχή μου φροντίζοντας πλέον μόνο γιά τίς σωματικές ἀπολαύσεις μέ τήν ἐπιτέλεσι θανασίμων ἁμαρτιῶν.

181. 'Απέκτησα χρήματα καί περιουσίες μέ πονηρούς τρόπους, ἀπό τήν μαγεία καί ἄλλα δαιμονικά μέσα, φονεύοντας, ἔτσι τήν ἰδική μου ψυχή καί τῶν ἄλλων.

182. Συμπεριφέρθηκα μέ κακία καί περιφρόνησι ἀπέναντι στόν πλησίον μου.

183. Συμπεριφέρθηκα μέ ὠμότητα στά ζῶα, στά ὁποῖα ἔβαζα ὑπερβολικό φορτίο, τά  ἐκτυποῦσα καί τά ἐσκότωνα. Τό ἴδιο ἔκανα καί γιά τά πουλιά τά ὁποῖα ἐβασάνιζα καί τέλος τά ἐσκότωνα μέ σκληρότητα.

Θ)  'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς ἑβδομης ἐντολῆς.

184. Εἶχα ἀκάθαρτες σωματικές ἐπιθυμίες καί σκέψεις, τίς ὁποῖες καί δέν ἀγωνίσθηκα νά τίς ἐκβάλλω ἀπό τήν καρδιά καί τόν νοῦ μου.

185. Δέν ἡμάρτησα μέ τό ἔργο, ἀλλά ἡδονιζόμουν μέ τήν σκέψι. ῎Αλλοτε ἐπιζητοῦσα εὐκαιρία καί κατάλληλο χρόνο καί τόπο γιά νά ἁμαρτήσω.

186. 'Αντί νά κυριαρχῶ στίς ἐπιθυμίες τοῦ σώματός μου, ἐγώ ἄναψα περισσότερο απ' αὐτές.

187. 'Εμπιστεύθηκα περισσότερο στήν ἀρετή μου καί δέν προφυλάχθηκα ἀπό τούς πειρασμούς μέ ἀποτέλεσμα νά πέσω σέ βαρέα ἁμαρτήματα.

188. 'Εγόγγυσα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τοῦ ζητοῦσα νά μέ ἀπαλλάξη  ἀπό τόν πόλεμο τῆς πορνείας.

189. Εἶπα λόγια, καί ἔκανα ἀνόσια ἔργα ἐνώπιον παιδιῶν, νέων καί πιό ἡλικιωμένων.

190. 'Εγέλασα χωρίς διάκρισι  καί ἐντροπή.

191. Συμπεριφέρθηκα μέ παρρησία ὡς ἄνδρας πρός τήν γυναῖκα μου ἤ ὡς γυναῖκα πρός τόν ἄνδρα μου.

192. ῎Ακουσα μέ εὐχαρίστησι ἀνήθικα λόγια, ἀστεῖα καί διηγήσεις.

193. 'Επλήρωσα μέ χρήματα ἤ ἔδωσα δῶρα σέ τραγουδιστές νά τραγουδίσουν κοσμικά τραγούδια ἤ νά κάνουν θεατρικές παραστάσεις.

194. 'Εδιάβαζα βιβλία αἱρετικά, ἀνήθικα καί τρομακτικά καί τά ἐδάνειζα καί στούς ἄλλους.

195. Εἶχα στό σπίτι μου διαφόρους σκανδαλώδεις πίνακες ζωγραφικῆς, τούς ὁποίους εἶχα κρεμάσει στούς τοίχους καί μάλιστα μερικούς κοντά στά εἰκονίσματά μου.

196. ῎Εβλεπα στόν καιρό τοῦ ὕπνου ἀκόλαστα ὄνειρα ἤ ἐμόλυνα τήν καθαρότητά μου μέ τό ἁμάρτημα τοῦ αὐνανισμοῦ. ῎Αλλοτε συγκυλιζόμουν ὡς ἄνδρας μέ ἄνδρα, ὡς γυναῖκα μέ γυναῖκα ἤ  ὡς παιδί μέ ἄλλο παιδί.

197. 'Εκοίταζα ξένες κοπέλλες μέ πονηρές σαρκικές σκέψεις, καθώς ἐπίσης παρθένες καί τίς χῆρες.

198. 'Ημάρτησα μέ παρθένο, μέ γυναῖκα χήρα, μέ γυναῖκα παντρεμένη, μέ κορίτσια ἀφιερωμένα στήν ἐκκλησία, μέ γυναῖκες, ἐνῶ εἴχαμε πνευματική συγγένεια ἤ συγγένεια ἐξ αἵματος.

199. ῎Εζησα σ' ὅλη μου τήν ζωή στήν παλλακεία δηλ. συνδεόμενος μέ γυναῖκα παρανόμως καί δημιουργώντας παιδιά καί οἰκογένεια.

200. 'Ημάρτησα μέ ζῶα ἤ καί μέ πουλιά.

201. 'Ενῶ ἤμουν παντρεμένος ἡμάρτησα μέ ἄλλη γυναῖκα ἤ ἄνδρα.

202. 'Ημάρτησα στίς ἡμέρες τῆς νηστείας, ἤ στίς παραμονές μεγάλων ἑορτῶν, στήν περίοδο ἐμμήνου ροῆς τῆς γυναικός μου ἤ στό διάστημα τῶν 40 ἡμερῶν ἀπό τήν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τέκνου μας εἴτε μέ τήν σύζυγό μου, εἴτε μέ ξένες γυναῖκες ἤ καί μέ ζῶα.

203. 'Επῆγα στήν ἐκκλησία προκειμένου γιά γυναῖκες πρίν ἀκόμη συμπληρωθοῦν 40 ἡμέρες ἀπό τήν ἡμέρα γεννήσεως τοῦ τελευταίου παιδιοῦ μου.

204. 'Ως πατήρ ἐξάπλωσα στό ἴδιο κρεββάτι μέ τίς μεγαλύτερες κόρες μου, ἐνῶ ὡς μητέρα συγκοιμήθηκα μέ τά μεγαλύτερα ἀγόρια μου.

205. 'Απήγαγα μιά παρθένο ἤ γυναῖκα παντρεμένη ἤ χήρα. 'Ημάρτησα μαζί της πρό τοῦ γάμου μας, ἐνῶ ἄλλες, ἀφοῦ ἡμάρτησα μαζί τους, τίς ἐγκατέλειψα.

206. 'Εχόρεψα σέ πανηγύρια καί γάμους σκανδαλώδεις χορούς κάνοντας καί διάφορες ἀντιχριστιανικές πράξεις καί σκανδαλίζοντας ἄλλους.

207. 'Εγύριζα στά σπίτια, χωρίς κάποια δουλειά τραγουδώντας ἤ λέγοντας ἄπρεπα λόγια ἤ ἐνδεδυμένος ὡς καρνάβαλος μέ ἀποτέλεσμα νά ὁδηγῶ πολλούς στήν ψυχική ἀπώλεια.

208. Δέν προσπάθησα νά ἐμποδίσω, ὅσο μοῦ ἦταν δυνατόν, αὐτούς πού ζοῦσαν στήν ἀκολασία.

209. Παντρεύτηκα πρίν νά πάρω τό διαζύγιο ἀπό τήν πρώην σύζυγο μου.

Ι)  'Αμαρτίες τῆς ὀγδόης ἐντολῆς.

210. ῎Εβαλα στό μυαλό μου νά κλέψω τήν περιουσία τοῦ πλησίον μου, τῆς ἐκκλησίας, τοῦ μοναστηρίου ἤ νά μή πληρώνω τίς ὑποχρεώσεις μου.

211. 'Επεθύμησα νά πλουτίσω μέ κάθε τρόπο, ἀκόμη καί μέ τήν ἐξαπάτησι τῶν ἄλλων.

212. 'Επώλησα ἄχρηστο ἐμπόρευμα καί ἐζήτησα χρήματα περισσότερα ἀπό τήν κανονική του ἀξία.

213. 'Εξαπάτησα μέ τήν ζυγαριά, μέ κολακευτικά γιά τό ἐμπόρευμά μου λόγια προκειμένου νά τό πωλήσω ἤ νά ἀγοράσω κάτι.

214. 'Επίεζα τούς ἄλλους ν' ἀγοράζουν ἀκριβά ἀπό μένα, ἐνῶ ἐγώ ν' ἀγοράζω ἀπό ἄλλους φθηνά.

215. Με τίς πονηριές καί τήν διπροσωπεία μου ἐξηπάτησα τόν πλησίον μου, τήν χώρα μου ἤ  τήν ἐκκλησία.

216. ῎Επαιρνα περισσότερο ἀπό τόν κανονικό τόκο.

217. 'Αδίκησα τόν πλησίον μου ἐκτιμώντας τον ἀπό τήν ἐνδυμασία, τήν περιουσία, τήν κοινωνική του θέσι καί ὄχι ἀπό τήν νομική δικαιοσύνη του καί τήν ἄμεμπτο σχέσι του μέ τούς συνεργάτες καί τήν ἀκριβῆ ἐπιτέλεσι τῶν καθηκόντων του.

218. 'Ωργίστηκα γιά τήν ὑλική μου κατάστασι καί ἐνίοτε ἐταραζόμουν ἀπό θλίψι πάρα πολύ.

219. ῎Εκλεψα ἀπό μέλη τῆς οἰκογενείας μου πράγματα, ἀπό τό κράτος, ἔκανα γαστριμαργία  καί ἀδίκησα ἄλλους.

220. 'Εμίσησα θανάσιμα αὐτούς πού μ' ἔκλεψαν.

221. Κατάστρεψα τήν τιμή καί τήν ἀξία τῆς καριέρας τοῦ πλησίον μου.

222. Βρῆκα ξένα ἀντικείμενα καί ἐνῶ ἐγνώριζα ποίου εἶναι, δέν τά ἐπέστρεψα, ἀλλά τά  ἐκράτησα γιά προσωπική μου χρῆσι.

223. 'Απέκρυψα τό ἀντικείμενο πού δανείστηκα μέ τήν ἀπόφασι νά μή τό ἐπιστρέψω πλέον ποτέ.

224. 'Ελήστεψα ἀντικείμενα νεκρῶν ἀπό τούς τάφους τους πράττοντας ἱεροσυλία.

225. Εἰρωνεύτηκα τούς τάφους καί τούς ἀναπαυμένους σ' αὐτούς νεκρούς, δέν σεβάστηκα τίς  παννυχίδες πού γίνονται γι' αὐτούς καί δέν ἔκανα τά Τρισάγια καί μνημόσυνα πού προβλέπει ἡ 'Εκκλησία γιά αὐτούς.

226. 'Επῆρα ἀπό τήν ἐκκλησία ἀντικείμενα, χρήματα, κεριά, λάδι καί δέν τά ἐπέστρεψα ὀπίσω.

227. Προσέφερα στήν ἐκκλησία ὅ,τι πιό ἄχρηστο καί εὐτελές εἶχα νά προσφέρω ὡς θυσία.

228. Προσέφερα στήν ἐκκλησία ὡς θυσία χρήματα ἀπό κλοπές καί ἀπό ξένους κόπους.

229. 'Εξηπάτησα ψυχές ὀρθοδόξων, στούς ὁποίους ἔδωσα ἐχθρικές πρός τήν ὀρθόδοξο πίστι διδασκαλίες καί ἔτσι τούς ὡδήγησα στόν ἀθεϊσμό, στήν αἵρεσι κ.λ.π.

230. 'Εδίδαξα ψυχές πῶς νά ἁμαρτάνουν θανάσιμα, ὁδηγώντας αὐτές στήν ἀκολασία καί σέ ἄλλες ἐπικατάρατες πράξεις.

231. ῞Αρπαξα, χωρίς νά τό ἀξίζω, μιά ὑπηρεσία γιά νά κερδίζω πιό πολλά χρήματα.

232. 'Υποσχέθηκα ἤ ἔδωσα χρήματα, ὅπως ὁ Σίμων ὁ μάγος, γιά νά ἀποκτήσω μέ αὐτό τό τρόπο τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἐνῶ δέν ἤμουν ἄξιος, κλέπτοντας ἔτσι τήν Χάρι τοῦ 'Αγίου Πνεύματος.

233. ῞Αρπαξα δημόσιες περιουσίες ὅπως τοῦ κράτους, τοῦ στρατοῦ, τῆς ὑπηρεσίας μου κ.λ.π.

234. 'Επῆρα ἀντίδωρο καί ἁγιασμό σέ ἀνεπίτρεπτη ὥρα.

235. Μετεκίνησα τά κτηματικά σύνορα τοῦ γείτονά μου ἁρπάζοντας μέρος τῶν κτημάτων του.

236. 'Εκέρδισα μέ ψέματα, ἀπάτες καί παράνομες  πράξεις τήν περιουσία μου.

237. 'Εσυμβούλευσα τούς ἄλλους νά κλέβουν καί νά κάνουν τό κακό στόν πλησίον μου.

238. 'Ωδήγησα τόν πλησίον μου στό δικαστήριο μέ τήν παρουσία ψευδομαρτύρων, προκειμένου νά οἰκειοποιηθῶ ξένη περιουσία καί νά ὁρκισθῶ ψευδῶς.

239. 'Εδαπάνησα τήν περιουσία μου σέ πολυτελῆ ἐνδύματα, ποικίλα στολίδια, ἀρώματα, τσιγάρα, διασκεδάσεις, ποτά, ἀκολασίες καί ἄλλα.

240. Δέν σεβάστηκα τό συμβόλαιο πού ἔκανα, οὔτε τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσα στόν πλησίον  μου.

241. Δέν ἐργάστηκα κατά τήν δύναμί μου στήν ἐργασία μου μέ ἄλλους ἀνθρώπους, στήν  ἐκκλησία, στόν Θεό, ἀμελώντας ἔτσι τά καθήκοντα μου.

242. Δέν ἐπλήρωσα στόν κατάλληλο χρόνο τούς ἐργάτες ἤ ὑπηρέτες μου.

243. Δέν ἐξεπλήρωσα τίς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ κράτους καί ἔκανα ψευδεῖς δηλώσεις, ὅσον ἀφορᾶ τά περιουσιακά μου στοιχεῖα.

244. Δέν ἐλέησα αὐτούς πού ἦσαν σέ ἀνάγκη.

245. Δέν παραμέρισα τούς ὀνειδισμούς καί παγίδες πού ἀπυθύνοντο στόν πλησίον μου ἀπό κάποιον ἄλλον, ἐνῶ εἶχα τήν δύναμι νά τό κάνω καί ἔτσι ἐπαγίδευσα  ἐν γνώσει μου τόν συνάνθρωπό μου.

246. ῎Εκλεψα κατά ληστρικό τρόπο τίς κρατικές τράπεζες, κατατρομάζοντας τόν κόσμο καί προκαλώντας ὑλικές ζημίες στά κτίρια.

247. ῎Εσπασα θύρες σπιτιῶν καί ἔκλεψα διάφορα ἀντικείμενα, ζῶα, πουλιά, αὐγά, φροῦτα,χρήματα κ.λ.π.

248. ῎Εκρυψα κλέπτες στό σπίτι μου καί κλεμμένα ἀντικείμενα.

249. Κατέστρεψα ἀπό τήν κακία μου ξένη περιουσία, ὅπως τόν σίτο στούς ἀγρούς, τά κηπουρικά στούς κήπους, δένδρα, καρπούς κ.λ.π.

250. Συγκέντρωσα χρήματα μέ διάφορες πονηριές, μέ ἁπανταχοῦσα, ἐνῶ δέν ἤμουν πράγματι πτωχός καί ἀπό τό φιλόπτωχο ταμεῖο τῆς ἐκκλησίας.

251. 'Υπέθεσα καί διέβαλα τούς ἀθώους, ὡς ἐνόχους γιά τήν ἀπώλεια τῆς περιουσίας μου  καί τῆς τιμῆς μου. 'Ετιμώρησα τόν ἄδικο ἤ τόν ἀδίκησα.

252. 'Ετάραξα τήν εἰρήνη τοῦ πλησίον μου. Προεκάλεσα διχόνοια μεταξύ λαϊκῶν καί κληρικῶν φυγαδεύοντας τήν εἰρήνη καί ἡσυχία τους.

253.  'Εμπόδισα τόν πλησίον μου μέ βλασφημίες καί ἄλλα ἀνεπίτρεπτα μέσα γιά νά μή ἀποκτήση  κάτι καλό στήν ζωή του.

254. Δέχθηκα νά κληρονομήσω περιουσία πού ἀποκτήθηκε ἀπό ἀπάτες, ἀδικίες, κλοπές κ.λ.π.

 Κ)  'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς ἐννάτης ἐντολῆς.

255. 'Εδήλωσα ψευδῆ πράγματα ἐναντίον τοῦ πλησίον μου ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.

256. Εἶπα ψέμματα μέ τά  ὁποῖα ἔφερα σέ δυσκολία τούς ἄλλους καί τούς παγίδευσα πνευματικά καί σωματικά.

257. Δέν ἤμουν εἰλικρινής στά καθήκοντά μου λέγοντας διάφορα ψέμματα.

258. 'Αναγκάστηκα, χωρίς τήν θέλησί μου, νά λέγω ψέμματα.

259. 'Εβάδιζα καί ὡμιλοῦσα ὑποκριτικά τραυματίζοντας τό καλό ὄνομα καί τήν ἀξία τοῦ πλησίον μου.

260. 'Εσυκοφάντησα τόν πλησίον μου. ῎Εδεσα τόν ἑαυτό μου καί τούς ἄλλους με ὅρκο νά ἀρνηθοῦν γιά τίς κλοπές πού ἐκάναμε.

261. 'Εκατηγόρησα ἄλλους μέ μῖσος, κακία καί ἀδικία.

262. 'Ενῶ ἤμουν κατηγορούμενος, ὑπεράσπισα τόν ἑαυτό μου μέ ψευδομάρτυρες, δίνοντάς τους χρήματα γιά νά μή μέ ὁδηγήσουν στό δικαστήριο καί τιμωρηθῶ.

263. 'Εμίσησα τήν ἀλήθεια ἤ τήν παρεποίησα.

264. Εἶχα ἀμφιβολίες γιά τό πότε πρέπει νά λέγω ναί καί πότε ὄχι.

265. ῎Ημουν ἀσταθής στήν πίστι καί στά λόγια πού ἔλεγα, τά ὁποῖα ἐνίοτε ἦταν διφορούμενα.

266. 'Ωμίλησα ὄχι, ὅπως σκέφθηκα καί σκέφθηκα ὄχι, ὅπως ὡμίλησα.

267. 'Εγύριζα μέ ἐπιπόλαιους, ἐνδόξους καί ἀλαζόνες νέους πού συνεχῶς μέ ἐκολάκευαν.

  'Αμαρτίες ἐναντίον τῆς Δεκάτης ἐντολῆς.

268. 'Επεθύμησα τήν περιουσία, τήν οἰκία, τήν γυναῖκα, τόν ἄνδρα, τά παιδιά, τήν εὐτυχία, τίς ἀρετές, τόν πλοῦτο, κ.λ.π. τοῦ πλησίον μου.

269. 'Εβοήθησα μέ λόγια καί ἔργα γιά τήν ἁρπαγή ἤ δήμευσι τῶν ἀγαθῶν τῶν λαϊκῶν, τῶν  κληρικῶν, τῆς ἐκκλησίας κ.λ.π.

270. 'Επεθύμησα καί ὡμίλησα γιά αὐτά μέ σκοπό νά τά οἰκειοποιηθῶ.

   Θανάσιμες ἁμαρτίες.

       1)    'Η ὑπερηφάνεια.

 271. Εἶχα ἐλευθερία στήν θέλησί μου καί ἔκανα ὅ,τι ἤθελα. Εἶχα κακές συνήθειες καί δέν τίς ἐγκατέλειπα. Εἶχα ἰδιοτροπίες καί τρόπους ἀλαζονικῆς συμπεριφορᾶς.

272. ῎Ημουν ἰσχυρογνώμων, ἀνυπότακτος, ἀλαζών, φιλόδοξος καί ματαιόφρων.

273. ῎Ημουν τολμηρός στό νά κάνω τό κακό, εἰρωνικός στούς ἄλλους, θρασύς καί ἀδίστακτος.

274. ῞Ολη τήν ἐμπιστοσύνη μου ἔχω στούς ἀνθρώπους, στίς κοσμικές ἀπολαύσεις καί  περισσότερο στόν ἑαυτό μου.

275. Εἶμαι ἀντιδραστικός, παρήκοος καί σκληροτράχηλος.

276. 'Υπερηφανεύομαι μέ τά πολυτελῆ ἐνδύματά μου καί τά στολίδια μου.

277. 'Υπερηφανεύομαι γιά τούς πλουσίους συγγενεῖς μου, γιά τήν ξένη περιουσία μου, πού ἐκληρονόμησα καί γιά τήν τιμή τοῦ γένους μου.

278. 'Από ὑπερηφάνεια δυσφήμησα τό ἀγγελικό πολίτευμα, τήν ἱερωσύνη κ.λ.π.

279. 'Ως γυναῖκα ὑπερηφανεύομαι μέ τά στολίδια τῶν μαλλιῶν μου, τοῦ προσώπου μου καί τά περιποιοῦμαι μέ κενοδοξία.

280. 'Εφόρεσα ἐνδύματα ἀλλόκοτα καί ἰδιότυπα, χωρίς πνεῦμα ταπεινώσεως.

281. 'Εστόλισα τίς εἰκόνες μέ εἰδωλολατρικά στολίδια, ἔβαλα σταυρό στόν λαιμό τοῦ Θείου  Βρέφους 'Ιησοῦ κ.λ.π.

282. 'Εγέλασα μέ τίς ἁμαρτίες ἄλλων καί στήν καρδιά μου τίς κατεδίκασα, ἐνῶ τήν ἰδική μου ἁμαρτία δέν ἀντελήφθηκα γιά νά τήν καταδικάσω.

283. Θεωροῦσα τόν ἑαυτό μου ἔξυπνο καί ἤθελα πάντοτε νά ὁμιλῶ λέγοντας σχεδόν πάντοτε ματαιολογίες.

284. 'Επίστευα ὅτι εἶμαι ἀνώτερος ἀπό τούς ἄλλους στήν ὡραιότητα, στήν γνῶσι, στόν λόγο, στήν ψαλμωδία, στόν πλοῦτο, στά πολυτελῆ ἐνδύματα, στά πλούσια ἤ τά λιτά καί νηστήσιμα φαγητά, στήν ἐμφάνισι καί τό πάχος τοῦ σώματος στό ἀσκητικό  ἤ καί  ἀδύνατο πρόσωπο.

285. Παραμόνευα γιά νά ἀκούσω λόγια ἀπό ἄλλους κοντά σέ πόρτες καί παράθυρα τῶν σπιτιῶν τους.

286. ῎Εδωσα ἐλεημοσύνη γιά νά δοξαστῶ ἀπό τούς ἄλλους.

287. Προσευχήθηκα μέ δυνατή φωνή γιά νά μέ ἀκούσουν οἱ ἄνθρωποι καί νά μέ ἐπαινέσουν.

288. Μπῆκα χωρίς εὐλογία στό 'Ιερό Βῆμα. 'Ακούμπησα στήν 'Αγία Τράπεζα. Εἶπα ἀστεῖα καί ἄλλα μάταια λόγια καί παρώργισα τόν Θεό.

289. 'Επιθυμοῦσα νά ζῶ καί νά ἐμφανίζωμαι μέ τήν κοσμική μόδα, χωρίς νά ἀναρωτιέμαι ἐάν αὐτό εἶναι σωστό ἤ ἀνεπίτρεπτο.

290. 'Εγκωμίασα τίς ἁμαρτίες τοῦ πλησίον μου.

    2) 'Η φιλαργυρία.

 291. ῎Ημουν πλεονέκτης στά πλούτη.

292. ῎Ημουν σκληροτράχηλος στήν καρδιά καί τσιγκούνης μέ ἀποτέλεσμα νά μή βλέπω τίς ἐλλείψεις τοῦ πλησίον μου.

293. ῎Ημουν ἀκόρεστος, ἄδικος, πονηρός, λαμβάνοντας χρήματα μέ ἀπάτες. 'Ωρκίστηκα ψέμματα, λόγῳ μανίας γιά τήν ἀπόκτησι περιουσίας. ῞Αρπαξα ξένη περιουσία γιά νά πλουτίσω.

294. 'Επτώχευσα καί ἐπίεσα τούς ἄλλους μέ πονηριά καί ἀπάτη γιά τό χρῆμα.

295. ῎Ημουν ἀνελεήμων καί κλειστός πρός τούς ἄλλους. 'Εμάζευα θησαυρούς καί τούς ἔθαπτα στήν γῆ, στηρίζοντας τίς ἐλπίδες μου σ' αὐτούς.

296. Συγκέντρωσα χρήματα καί περιουσία μέ  ζητιανιά.

297. Μεγάλωσα τά μαγαζιά μου γιά νά μαζεύω τό περίσσευμα τῶν καρπῶν στήν περίοδο πού οἱ πτωχοί ὑπέφεραν ἀπό τήν πεῖνα.

298. ῎Ημουν πάντοτε πρόθυμος γιά νά πάρω καί ἀργός γιά νά δώσω.

299. ῎Εδωσα ἐλεημοσύνη, ἀλλά μετάνοιωσα γι' αὐτήν. ῎Αλλοτε ἔδωσα, ἀλλά μέ πολλή τσιγκουνιά.

300. 'Επέτρεψα ἤ  προέτρεψα τούς ἄλλους νά ἁμαρτήσουν γιά νά ἔχω ἐγώ κάποιο κέρδος.

301. 'Απελπίστηκα, ὅταν ἔχασα τήν περιουσία μου καί τήν κοσμική τιμή μου. Δέν ἐπίστευα ὅτι ἡ πλεονεξία φονεύει, ἐνῶ ἡ ἐλεημοσύνη δίνει ζωή στήν ψυχή.

302. Δέν σκέφτηκα τήν αἰώνιο ζωή, ὥστε νά δίνω ἐλεημοσύνη γιά τήν ἀνάστασι τῆς ψυχῆς μου πλησίον τοῦ Θεοῦ. 'Ενόμισα ὅτι εἶναι καλό μόνο τό νά δίνουν οἱ ἄλλοι γιά τήν ψυχή μου, μετά τήν ἀναχώρησί μου ἀπ' αὐτόν τόν κόσμο.

3) 'Η ἀκολασία.

303. Εἶχα ἀκαθάρτους λογισμούς, εἶπα ἀνήθικα λόγια καί ἀστεῖα ἐξ αἰτίας τῶν πονηρῶν μου σκέψεων καί ἐτραγούδησα πορνικά ἄσματα.

304. 'Εσύχναζα στίς ταβέρνες καί τά νυκτερινά κέντρα κάνοντας ἔργα ἀντιχριστιανικά καί  μάλιστα σέ ἡμέρες μεγάλων ἑορτῶν.

305. 'Εκκύταζα μέ πονηρή ἐπιθυμία ἤ ἄγγιζα ξένο σῶμα μέ πονηρές σκέψεις.

306. ῎Εκανα τόν γάμο μου μέ σατανικές διασκεδάσεις καί σκανδαλώδη μουσική.

307. ῎Επαιζα, ἐκτυποῦσα παλαμάκια καί ἐφώναζα μέ σαρκικά λόγια καί ὕφος.

308. 'Εξ αἰτίας τῆς πορνικῆς  ζωῆς μου, εἶχα στόν ὕπνο μου ρυπαρά ὄνειρα.

309. 'Εγέλασα ἀνόητα καί μάλιστα χωρίς διακοπή.

310. Εἶχα ἀλληλογραφία ἀναφερόμενος σέ αἰσχρές πράξεις καί λόγια.

311. 'Εβοήθησα ἄλλους νά ἐκπέσουν στά ἔργα τῆς ἀκολασίας.

312. Μή δίνοντας σημασία στά λόγια τῶν Πνευματικῶν μου πατέρων, ἔρριξα καί τούς ἄλλους στήν ἁμαρτία. ῎Αλλοτε ἡμάρτησα μέ συγγενικό μου πρόσωπο.

313. 'Ημάρτησα μέ τούς ὀφθαλμούς, μέ  τό πρόσωπο, μέ  σωματικές μου κινήσεις, προκαλώντας τούς ἄλλους στίς διάφορες μορφές τῆς ἁμαρτίας.

314. 'Ημάρτησα πολλές φορές ψυχικά, χωρίς νά αἰσθάνωμαι τήν ἐνοχή μου.

315. ῎Ελεγα ὅτι ἡ τάδε σωματική ἁμαρτία δέν εἶναι μεγάλη, διότι εἶναι φυσική ἀνάγκη τοῦ  σώματος.

 4. Φθόνος, ζηλοτυπία, ἐκδίκησις.

316. Συκοφάντησα ἤ ψιθύρισα στά αὐτιά κάτι ἤ ἔκανα κάποιο σημεῖο κακίας καί ἐκδικήσεως  μέ τό χέρι.

317. Χάρηκα ἀπό τίς δοκιμασίες καί τούς θανάτους τῶν ἄλλων καί ὠργίστηκα γιά τίς χαρές καί τά ἀγαθά τους.

318. 'Ωρκίστηκα, καταράσθηκα καί ἔστειλα στόν διάβολο συνανθρώπους μου γιά νά τούς συμβῆ κάποιο κακό στήν ζωή τους.

319. ῎Εκανα μάγια γιά νά καταστρέψω τήν εὐτυχία, τήν πρόοδο καί τήν τιμή τοῦ πλησίον μου.

320. Συμβούλευσα ἄλλους στό κακό, ἐνῶ ἐπαίνεσα ἄλλους πού ἔκαναν κακό στόν πλησίον τους.

321. 'Εξευτέλισα τόν πλησίον μου μπροστά στούς ἄλλους, ἀφανίζοντας ἔτσι τήν τιμή του καί τήν ψυχική μου εἰρήνη καί δέν ἐπανώρθωσα τό σφάλμα μου.

322. Δέν συνεχώρησα τούς ἐχθρούς μου, ὅταν μοῦ ἐζήτησαν συγχώρησι.

323. Δέν ἐζήτησα συγχώρησι ἀπ' αὐτούς, πού ἤμουν στήν μαγεία, οὔτε καί ἀπ' αὐτούς πού ἐλύπησα ἤ ἔβλαψα μέ τίς μαγεῖες μου, πού μέ γνώριζαν.

324. Λόγῳ τοῦ φθόνου μου, ἐγέμισα ἀπό πάθη καί σκοτίσθηκε ὁ νοῦς μου ἀπό τίς πολλές μου ἁμαρτίες.

325. Δέν αἰσθάνομαι εὐγνωμοσύνη πρός αὐτούς πού μοῦ ἔκαναν κάποιο καλό. Αἰσθάνομαι ἐχθρικός ἀπέναντί τους, σκέπτομαι τό κακό καί χαίρομαι, ὅταν κάποιος χλευάζεται ἀπό ἄλλον. 'Ακόμη χαίρομαι, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος φονεύει τόν πλησίον του.

326. Διηγήθηκα στούς ἄλλους τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον καί τά μεγαλοποίησα.

5. Γαστριμαργία.

327. Κατεπάτησα τίς τέσσερεις νηστεῖες τοῦ ἔτους, τήν Τετάρτη καί Παρασκευή, τρώγοντας  ἀπό ὅλα τά καταλύσιμα  φαγητά.

328. Στήν νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς δέν κρατήθηκα ἀπό τό φαγητό καί τό ποτό.

    ῎Ελεγα ὅτι εἶμαι ἀδύνατος κατά τό σῶμα καί ὅτι ἡ νηστεία ζητεῖ νά δαπανᾶς περισσότερα χρήματα γιά νηστήσιμα φαγητά.

329. 'Εξ αἰτίας τῆς πολυφαγίας μου κατέστρεψα τήν ὑγεία μου, ἐκούρασα καί ἐθόλωσα τόν νοῦ μου καί κατεδαπάνησα τήν περιουσία μου.

330. 'Ενήστεψα  μέ μῖσος γιά νά παγιδεύσω τούς ἐχθρούς μου.

331. 'Ενήστεψα μόνο στό φαγητό καί ὄχι στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη μου.

332. 'Ενήστεψα, ὅπως ἤθελα ἐγώ καί ὄχι, ὅπως ἔχει θεσπίσει ἡ 'Εκκλησία.

333. ῎Ηπια ποτά στήν ταβέρνα ὑπέρ τό δέον λέγοντας ἄπρεπα ἀστεῖα, καί λόγια κενόδοξα καί ἐμπαθῆ καί μάλιστα σέ ἡμέρες ἑορτῶν.

334. ῎Εφαγα πλουσιοπάροχα στό τραπέζι καί πρό τῆς βραδυνῆς τραπέζης πάλι ἔφαγα κρυφά.

335. Δέν εἶχα μέτρο στά ἔξοδα μου γιά τίς ἀνάγκες μου καί τῆς οἰκογενείας μου.

336. ῎Ηπια ὑπέρμετρα μετά τό ἀντίδωρο, τόν ἁγιασμό, ἀκόμη καί μετά τήν Θεία Κοινωνία.

337. Δέν ἐνδιαφερόμουν γιά τήν ὑγεία μου, ὅταν ἤμουν ἀσθενής, διότι δέν ἔκανα τήν ἐπιβαλόμενη ἀπό τόν ἰατρό ἐγκράτεια.

338. Κατηνάλωσα τόν χρόνο μου στίς διασκεδάσεις, στά ἁμαρτωλά κέντρα καί στά  ἀντιχριστιανικά πανηγύρια.

339. 'Εγόγγυζα κατά τῶν μαγείρων, ὅτι τά φαγητά τους δέν ἦταν νόστιμα.

340. ῎Εφαγα μερικά ἀπό τά ἀπηγορευμένα φαγητά, ὅπως αἷμα ἀπό ζῶα καί τροφές φτιαγμένες ἀπό ἐθιμοτυπικές τελετές ἑβραίων καί ἄλλων ἀλλοθρήσκων.

341. ῎Εφαγα καί ἤπια στήν ἐκκλησία, χωρίς νά δίνω σ' αὐτό τόν ἱερό χῶρο τήν πρέπουσα τιμή καί σεβασμό.

342. ῎Εφαγα τρόφιμα κλοπιμαῖα ἤ σκέφθηκα νά κλέψω κάτι γιά νά φάω, χωρίς νά εὑρίσκωμαι στόν ἔσχατο τῆς πείνας κίνδυνο.

343. 'Εδίδαξα τά παιδιά μου νά κλέβουν ψωμί, αὐγά, πουλιά γιά νά τά φᾶμε.

344. 'Ελύπησα τόν πλησίον μου τρώγοντας ἔτσι ἀπό τούς ἰδικούς του κόπους.

345. ῎Ημουν ἕτοιμος νά ὀργιστῶ γιά νά διεκδικήσω τό φαγητό καί τό ποτό μου.

346. 'Εμίσησα τόν πλησίον μου γιά θέματα φαγητοῦ.

6. 'Η ὀργή.

 347. 'Εκδικήθηκα τούς ἄλλους ἀντί νά τούς βοηθήσω στήν ψυχική τους γαλήνη.

 348. 'Ωρκιζόμουν, βλασφημοῦσα τά Θεῖα καί ἐδίδασκα καί τά παιδιά μου νά κάνουν τά ἴδια.

 349. ῎Επτυσα καί ἐκτύπησα τούς ἄλλους μέ ὀργή ἤ ὠργίστηκα ἐπειδή δέν ἠμποροῦσα νά  ἐκδικηθῶ τούς ἄλλους.

 350. 'Εκάλεσα ἀπό ἐκδίκησι στό δικαστήριο τούς συγγενεῖς μου.

 351. 'Ωνείδισα, τραυμάτισα καί περιέπαιξα τούς ἀδελφούς καί τίς ἀδελφές μου.

 352. Δέν εἶχα ὑπομονή, ὅταν ἔπεσα σέ πειρασμούς καί δοκιμασίες.

 353. 'Εκτύπησα, χωρίς εὐσπλαχνία τά ζῶα, ἐνῶ ἦταν φορτωμένα καί τά περιέπαιζα.

 354. Στήν ὀργή καί στήν χαρά μου διακωμωδοῦσα τά Θεῖα.

 355. ῎Ημουν ἀντιπαθητικός, ἔδιωχνα ἀπό κοντά μου τούς ἄξιους συνεργάτες καί φίλους μου, δέν εἶχα ὑπομονή καί μέ τό παραμικρό ὠργιζόμουν.

 356. 'Επλήγωσα μέ τά λόγια μου τά μέλη τῆς οἰκογενείας μου, διότι δέν μοῦ ἔδωσαν τό φαγητό, ἤ τό ποτό ἤ τά ροῦχα πού μοῦ ἄρεσαν.

 357. Δέν ἠμπορῶ νά ὑπομείνω αὐτούς πού μέ ἀδικοῦν.

 358. 'Εγόγγυσα ἤ ἐργάσθηκα ἐναντίον τῶν θείων καί ἀνθρωπίνων νόμων.

 359. Παραπονέθηκα, ὅταν ἄλλοι μέ περιφρόνησαν, καί ἐγόγγυσα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ λέγοντας ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί κάνουν τό καλό.

 360. 'Ελύπησα, κατεφρόνησα, συκοφάντησα ἤ ἐτάραξα τόν πλησίον μου. Προέτρεψα τούς ἄλλους στήν ὀργή καί στό μῖσος ἐναντίον ἄλλων.

 361. Διατηρῶ ἐχθρότητα μέ τόν πλησίον μου μέχρι τώρα. Δέν ἠμπορῶ νά ὑπομείνω μέ σιωπή τήν ἀντιδικία τοῦ ἄλλου.

 362. 'Επάνω στήν ὀργή μου καταράσθηκα τόν ἑαυτό μου λέγοντας καλύτερα νά μήν ἤμουν χριστιανός.

 363. Εἶχα ζῆλο ἀδιάκριτο, ἀνόητο, δαιμονικό. Δέν ἐσυγκράτησα τήν γλῶσσα μου, λόγῳ τῆς ὀργῆς μου, λέγοντας ματαιολογίες.

 7. 'Η ἀκηδία.

364. 'Αμέλησα τήν ἐκπλήρωσι  τῶν ὑποχρεώσεών μου ὡς πατήρ, οἰκοδεσπότης, πολίτης, παιδαγωγός καί δέν ἐπροθυμοποιήθηκα νά βοηθήσω στήν πτῶσι του τόν ἀδελφό μου.

365. Εἶχα ἀκηδία στήν προσευχή καί στίς πρός τούς κοιμηθέντας προσευχές.

366. Δέν εἶχα πόθο νά προσεύχωμαι σέ κάθε καιρό καί τόπο, ὅταν κυρίως ἐκινδύνευα ἀπό  ἀσθένειες καί πειρασμούς.

367. 'Αμέλησα νά διαβάσω τά πνευματικά βιβλία πού οἰκοδομοῦν τήν ψυχή καί μέ ἐνισχύουν  νά παραμένω στήν ὀρθόδοξο πίστι.

368. Δέν ἠθέλησα ν' ἀρχίσω τόν πνευματικό ἀγῶνα γιά τήν κάθαρσι τῶν παθῶν μου, μά κι ἄν τό ἔκανα αὐτό, δέν θά ἐπέμενα στόν ἀγῶνα γιά τήν νίκη τῶν πειρασμῶν.

369. Τό βράδυ, ἐξ αἰτίας τοῦ ἡμερησίου κόπου, ἐξάπλωσα χωρίς προσευχή, ἐνῶ τό πρωῒ, λόγῳ βιασύνης, ἀνεχώρησα γιά τήν δουλειά μου χωρίς προσευχή, νομίζοντας ὅτι εἶναι ἀνεκτό, λόγῳ τῶν περιστάσεων.

370. 'Αμέλησα στήν προσευχή καί περίμενα νά ἔλθουν ὅλα τά ἀγαθά, χωρίς τόν ἰδικό μου κόπο.

371. Τήν νύκτα, ὅταν ἐξυπνοῦσα ἀπό τόν ὕπνο, ἀπό ὀκνηρία δέν ἔφερνα τόν νοῦ μου στόν Θεό καί στήν προσκύνησι Αὐτοῦ.

372. 'Αμέλησα νά πηγαίνω τακτικά στήν ἐκκλησία, στήν Θεία Λειτουργία ἤ σέ ἄλλες ἑορταστικές ἡμέρες.

373. Δέν ἐπεδίωξα νά κάνω τά στοιχειώδη καθήκοντά μου ὡς χριστιανός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον.

374. ῎Αφησα τόν ἑαυτό μου στό θέλημα μου γιά τόν ὕπνο μου, νά χασμουριέμαι χωρίς διακοπές καί νά ἐπαυξάνω τήν τεμπελιά μου στήν ὥρα τῆς προσευχῆς.

375. ῎Αφησα ἀπό ἀδιαφορία νά χαλάσουν οἱ εἰκόνες καί τά ἄλλα ἱερά ἀντικείμενα.

376. 'Από ἀκηδία δέν ἤθελα νά σκεφθῶ τίς ἁμαρτίες μου καί νά τίς ἐξομολογηθῶ.

377. 'Αδιαφόρησα  νά κάνω τά καλά ἔργα καί τίς ἀρετές.

378. 'Απέφευγα νά κάνω ἐλεημοσύνη.

379. 'Αμελοῦσα νά ἀνάπτω τό καντήλι, τά κεριά, τό θυμίαμα στόν κατάλληλο καιρό τῆς προσευχῆς.

380. Στήν προσευχή ἀπό τεμπελιά καθόμουν γονατιστός ἤ στήν καρέκλα καί ὄχι ὄρθιος.

382. 'Ανέπαυα τήν ὀκνηρία μου λέγοντας ὅτι, ἐάν ἤμουν σέ μοναστήρι, θά προσευχόμουν κατά τήν μοναχική τάξι, ἀλλά ὄντας τώρα στόν κόσμο, δέν εἶναι δυνατόν.

383. 'Αμέλησα νά καλέσω τόν ἱερέα στόν κατάλληλο καιρό νά κάνη 'Αγιασμό ἤ Εὐχέλαιο ἤ ἄλλο ἀναγκαῖο μυστήριο ἤ τελετή.

384. Δέν ἔκανα ἁγιασμό στό νέο σπίτι μου, στό πηγάδι, στό μαγαζί, στά σκεύη ἐάν ἦταν ἀκάθαρτα.

385.  'Αμέλησα νά προσευχηθῶ καί νά προσκυνήσω τόν Θεό κατά τήν ἀναχώρησί μου, τήν ἄφιξί μου κἄπου, στήν ἔναρξι ἑνός ἔργου ἤ στήν ἀποπεράτωσί του.

386. Συχνά, λόγῳ ἀκηδίας, ἄφηνα τήν ἀληθινή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί ἔκανα ὅ,τι ἄρεσε στό θέλημα μου.

387. ῎Αφησα ἀπό ἀμέλεια τούς τάφους τῶν συγγενῶν μου ἀπεριποίητους.

388.  Λόγῳ ὀκνηρίας ἀναβάλλω τήν μετάνοια καί ἐξομολόγησι ἀπό τόν ἕνα μήνα στόν ἄλλο, ἀφήνοντας ἔτσι τήν ψυχή μου ἀκάθαρτη.

389. Καθήμενος σέ στάσι προσευχῆς, ἄφησα τόν νοῦ μου νά σκέπτεται μάταια καί ἀκάθαρτα πράγματα.

390. 'Από ἀπροσεξία μου νικήθηκα ἀπό κακούς καί περιοδικούς λογισμούς.

391. 'Από ὀκνηρία μου δέν ἀπέκτησα παιδιά, ἀλλά καί ἄν ἀπέκτησα δέν ἠθέλησα νά τά ἀναθρέψω κατά τήν χριστιανική διδασκαλία.

392. 'Από ὀκνηρία μου δέν ἤλεγξα τά παιδιά μου γιά τίς ἀτασθαλίες τους.

393. Δέν ἐξωμολογήθηκα  ἐγκαίρως λογισμούς δυσπιστίας πού εἶχα καί ἄφησα ἔτσι τήν ψυχή μου νά κινδυνεύση ἀπό τούς αἱρετικούς.

394. 'Επήγαινα, λόγῳ ὀκνηρίας ἀπό Πνευματικό σέ Πνευματικό γιά νά ἐπιτύχω εὐκολώτερο  κανόνα.

395. 'Από ὀκνηρία δέν ἐξεπλήρωσα τόν κανόνα τῆς ἐξομολογήσεώς μου.

396. 'Εγνώριζα ἁμαρτίες ἄλλων καί δέν τίς εἶπα στόν Πνευματικό μέ ταπείνωσι γιά νά τούς βοηθήση αὐτός μέ ἀποτέλεσμα νά κάνω κακό στήν ψυχή τους.

398. Δέν προέτρεψα τούς ἁμαρτωλούς νά διορθωθοῦν, ἐνῶ ἐγνώριζα ὅτι σ' αὐτή τήν περίπτωσι τῆς ἁμαρτίας ἠμποροῦσα νά τούς βοηθήσω.

399. Δέν ἐδίδαξα τούς ἀμαθείς καί ἀρχαρίους, ἐνῶ ἐγνώριζα, ὅτι ἀκούουν τήν συμβουλή μου γιά νά μή ἁμαρτήσουν.

400. Δέν ἔδωσα τήν καλή συμβουλή, λόγῳ κακῆς προθέσεως σ' αὐτούς πού εἶχαν ἀνάγκη.

401. Δέν παρηγόρησα τόν λυπημένο καί δέν εἶχα ὑπομονή νά δεχθῶ χλευασμούς καί ὕβρεις.

402. Δέν συνεχώρησα τά σφάλματα τῶν ἄλλων πού με ἔβλαψαν καί κοινώνησα ἔτσι ἀπροετοίμαστος.

403. Δέν ἐχόρτασα τούς πεινασμένους, δέν ἐπότισα τούς πεινασμένους, δέν ἐνέδυσα τούς γυμνούς, δέν ἐπισκέφθηκα τούς φυλακισμένους, τούς ἀσθενεῖς, δέν ὑποδέχθηκα τούς ξένους, δέν ἔθαψα τούς νεκρούς.

         'Αμαρτίες ἐνάντιες πρός τήν πίστι.

 404. Δέν ἐνδιαφέρθηκα ἤ δέν ἐφύλαξα μέ ἐπίγνωσι τίς χριστιανικές ἀρετές.

405. Δέν ἐπροσπάθησα νά γνωρίσω τά δόγματα, τίς διδασκαλίες καί τάξεις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως πού εἶναι τόσο ὠφέλιμα γιά τήν ψυχή μου καί τόν πλησίον μου.

406. Δέν εἶχα ἀγάπη γιά νά γνωρίσω τόν Θεό ἀπό τήν ὡραιότητα τῆς φύσεως  πού μέ περιβάλλει καί ἀπό τήν πρόνοια Του γι' αὐτήν.

407. 'Επροτίμησα νά εἶμαι σκοτισμένος καί νά μή γνωρίσω τόν Θεό πού εἶναι μέσα στήν ψυχή  τοῦ πλησίον μου καί στό ἔργο τῆς δημιουργίας Του.

408. Δέν εἶχα εὐλάβεια γιά τήν ψυχή τοῦ πλησίον μου, πού δημιουργήθηκε κατ' εἰκόνα ὅμοια μέ ἐμένα.

409. Δέν ἐκοπίασα νά ἐμβαθύνω στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί στήν ὀρθόδοξο πίστι μας.

410. Εἶχα ἀμφιβολίες, ὅσον ἀφορᾶ τήν κρίσι καί ἀνταπόδοσι τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στήν ἐσχάτη ἡμέρα.

411. Δέν προσπάθησα νά ἐνισχύσω τήν πίστι μου πρός τόν Θεό.

412. Στίς θλίψεις, πειρασμούς καί πόνους εἶχα ἀμφιβολία, ἐάν θά μέ βοηθήση  ὁ Θεός.

 'Αμαρτίες ἐνάντιες στήν ἀγάπη.

413. Δέν ἐκοπίασα νά ἀνάψω στήν ψυχή μου τήν φλόγα τῆς ἁγίας ἀγάπης.

414. Δέν ἀγωνίσθηκα νά ἀποκτήσω τίς τρεῖς μεγάλες θεολογικές ἀρετές, τήν πίστι, τήν  ἐλπίδα   καί τήν ἀγάπη.

415. Δέν ἀναλογίσθηκα τήν πνευματική σοφία, ἡ ὁποία ὅλα τά ἐπίγεια καί αἰώνια τά ἐπαναφέρει πρός τό καλό.

416. Δέν ὑπελόγισα τήν ἀξία τῆς ἀληθινῆς ὁδοῦ μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος πλησιάζει μέ τήν ἀγάπη στόν Θεό.

417. Δέν ἀντελήφθηκα τήν σημασία τῆς ἐγκρατείας καί καθάρσεως ἀπό τά πάθη μέ τήν ὁποία   ἀνοίγει ἡ ὁδός γιά τήν ἕνωσι μέ τήν 'Αγία Τριάδα.

418. Δέν ἐπίστευα στήν δύναμι τῆς ταπεινώσεως καί ὑπομονῆς μέ τίς ὁποῖες  νικῶνται τά πάθη καί γεννᾶται ἡ ὑψηλότερη ἀπό ὅλες ἀρετή, ἡ ἀγάπη.

419. Κατά πόσον μέ ὠφέλησε ἡ ἐλευθερία μου κατά τήν διάρκεια αὐτῆς τῆς ζωῆς;

420. 'Αγάπησα τήν ἀρετή ἤ τόν φαῦλο βίο;

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου