«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ἡ Ἐκκλησία τῆς χρυσῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ
Ἡ Ἐκκλησία τῆς χρυσῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ μέχρι τόν ἅγιο Κωνσταντῖνο Ἐκκλησία καί τό χαρακτηριστικό της εἶναι τό μαρτύριο. Τό μαρτύριο ἦταν τό πιό ἰσχυρό ὅπλο τοῦ θριάμβου τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ τότε χριστιανοί εἶχαν φλογερή καί ἀλύγιστη πίστη. Ἦταν ἀδύνατον γι᾿ αὐτούς νά ὑπηρετήσουν δύο κυρίους. Ἀποδέχονταν πιό γρήγορα τό μαρτύριο παρά νά κάνουν τόν ἐλάχιστο συμβιβασμό μέ τήν παγανιστική δεσποτεία. Κάποτε εἶχε δημιουργηθεῖ μία τόσο ἔντονη ἐπιθυμία γιά τό μαρτύριο, οὕτως ὥστε ἔπρεπε νά μετριαστεῖ, διότι ὑπῆρχε κίνδυνος ν᾿ ἀποδεκατισθεῖ ἄσκοπα ὅλη ἡ Χριστιανωσύνη ἀπό τά ἐγκληματικά μέτρα τῶν ρωμαίων αὐτοκρατόρων. Ὅμως μή ξεχνοῦμε ὅτι ὑπῆρχαν καί οἱ λιπόψυχοι, οἱ προδότες καί οἱ ἄτολμοι οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν τόν Χριστό.
Ἀφοῦ οἱ χριστιανοί ζοῦσαν στήν Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, ἦταν φυσικό νά εἶναι σέ ἀντίθεση καί διαμάχη μέ τούς ρωμαϊκούς θεούς καί μέ τούς αὐτοκράτορες θεούς, μέ τό ρωμαϊκό ἰμπεριαλισμό, μέ τίς ρωμαϊκές ἠθικές καταπτώσεις, μέ τήν ρωμαϊκή δουλοκτητική κοινωνία, μέ τό ρωμαϊκό θεάτρο (τσίρκο), μέ τίς καταχρήσεις τῆς ρωμαϊκής ἐξουσίας καί μέ τήν βλοσυρή μάχη γιά τήν τυραννική ἐξουσία τῆς Ρώμης. Οἱ χριστιανοί παρουσίαζαν μία νέα πνευματικότητα καί ἕνα καινούργιο κατεστημένο, βασισμονο στήν πίστη, στήν ἀγάπη, στήν δικαιοσύνη καί στήν ἐλευθερία. Οἱ δομές τῆς τότε ρωμαϊκῆς κοινωνίας, ἀνίκανες ν᾿ ἀνακαινιστοῦν, χρησιμοποίησαν ἀντίποινα καί ἐγκλήματα κατά τῶν χριστιανῶν. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶχε ἀρχίσει τήν ἐπίθεση ἐναντίον τῆς παγανιστικῆς βορβορώδους καί τυραννικῆς αὐτοκρατορίας τῆς τότε Ρώμης.
Αὐτή ἡ ἐπίθεση πρέπει νά ἐφαρμόζεται ὅταν ἐμφανίζονται βορβορώδη καί τυραννικά ἱστορικά φαινόμενα σάν τῆς τότε Ρώμης ἔστω κι ἄν, τέτοια φαινόμενα θά ὑπεκρύπτοντο ὑπό τοῦ ὄνομα τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ἡ πίστη, ἡ σφοδρότητα, ἡ εὐφράδεια, ἡ φιλαδελφία καί ἡ αὐταπάρνηση τοῦ πρώτου Χριστιανισμοῦ κατέληξαν στήν νίκη, ἡ ὁποία ἔγινε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου.
Μολονότι ἡ αὐταπάρνηση ὑφίσταται στόν Χριστιανισμό μέχρι σήμερα, ὅμως δέν εἶναι πιά ἕνα βασικό χαρακτηριστικό αὐτοῦ. Οἱ χριστιανοί ἔχασαν σταδιακά τήν θέα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐγκατέλειψαν τήν ἱστορία, προσφεύγοντας στήν ἐσχατολογία. Ἄλλοι ἐγκατέλειψαν τήν ὕλη καί κατέφυγαν στήν πνευματικότητα, χωρίς διάκριση καί καθοδήγηση, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι ἕνα ἐσφαλμένο καί ἐπιβλαβές φαινόμενο. Ὁ ψεύτικος Χριστιανισμός ἀποδεικνύεται νά εἶναι ἕνας ἐξ ἴσου ἐχθρός σάν τόν ἀντιχριστιανισμό, ἐπειδή αὐτός ἀπό τήν ἀρχή χτυπάει μετωπικά, ἐνῶ ἐκεῖνος πνίγει ὑποκριτικά τήν Χριστιανωσύνη.
Ὁ νέος ἐκχριστιανισμός τῆς κοινωνίας πρέπει νά ἔχει σήμερα ως πρότυπο τόν ἀρχαῖο Χριστιανισμό τῆς σταθερᾶς, ἀδιάλλακτης καί μαρτυρικῆς πίστεως.
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου