«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ἡ Ἀποστολική Ἐκκλησία
Ἡ Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι ἡ πιό αὐθεντικά χριστιανική, διότι τήν ἵδρυσαν οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστλοι. Τό ἀποστολικό πνεῦμα παρέμεινε ὡς ἕνα ἰδεῶδες σ᾿ αὐτά τά δύο χιλιάδες χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ ὑστερόχρονη ἱερατική τάξη δέν ἀνταποκρίνεται πλήρως στήν Ἀποστολική αὐθεντικότητα. Ἱεραποστολή ὅμως θά γίνεται μέχρι τήν συντέλεια τῶν αἰώνων.
Οἱ ἀπόστολοι κυβερνοῦσαν καί διοργάνωνανν τήν πρώτἡ Ἐκκλησία. Στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται ὅτι ἦταν τέσσερεις προϋποθέσεις ἐπάνω στίς ὁποῖες αὔξανε ἡ Ἐκκλησία: ἦταν ἡ Ἀποστολική διδασκαλία, ἡ φιλαδελφία μεταξύ τῶν πρώτων χριστιανῶν, ἡ κοινωνία ἀνάμεσά τους καί ἡ προσευχή.[5]
Αὐτοί πίστευαν σ᾿ ἕνα νέο κόσμο καί τόν ὁμολογοῦσαν μέ τήν δύναμη τοῦ λόγου, διά τοῦ παραδείγματος, τῶν θαυμάτων καί τῆς θυσίας. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν ἐνώπιόν τους πῶς ἀλλάζει ὁ κόσμος κι ἐκεῖνο ἦταν τό ἰσχυρότερο ἐπιχείρημα τοῦ ἀποστολικοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἦταν πραγματικά εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Οἱ χριστιανοί ζοῦσαν μέσα στό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐπαναλάμβαναν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, ἦταν αδέλφια μεταξύ τους, ζοῦσαν σάν μία κοινότητα, προετοιμάζονταν γιά τόν ἐρχόμενο Μεσσία, πίστευαν στήν ἀποστολή τους σάν νέοι Ἰσραηλίτες. Ἔτσι ξεκίνησαν καί πῆγαν σ᾿ ὅλο τόν κόσμο γιά νά ἀναγγείλουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἦταν ἕνας καινούργιος τρόπος ζωῆς καί μία νέα θρησκευτική τελετουργία. Ἡ πίστη, ἡ τόλμη καί ἡ ἀλληλεγγύη κέρδιζαν πολλούς ὁπαδούς, ἀλλά δημιουργοῦσαν καί ἐχθρότητες, πρῶτα ἐκ μέρους τῶν ἑβραίων καί δεύτερο ἐκ τῶν Ρωμαίων, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν ὅτι πλήθη ἀνθρώπων ἀκολουθοῦν τήν νέα θρησκεία καί κινδυνεύουν τά δικά τους θρησκεύματα.
Ἡ Ἐκκλησία ὠργανώθηκε γρήγορα καί μία ἀπό τίς πρώτες ἀνάγκες ἦταν ἡ δημιουργία ἑνός εἰδικοῦ ὀργανισμοῦ γιά τά διοικητικά προβλήματα τῆς Κοινότητας, δηλαδή δημιουργήθηκε ἡ διακονία. Στά μετέπειτα χρόνια τό νόημα τῆς διακονίας ἄλλαξε τόσο πολύ, ὥστε οὔτε κἄν παρομοιάζεται μέ τήν Ἀποστολική διακονία. Ἀπό τήν ἵδρυση τῆς πρώτης διακονίας προκύπτει ἡ ἀνάγκη εἰδικευμένων ἱδρυμάτων τῆς τότε καί τώρα Χριστιανωσύνης.
Ὅμως ἡ Ἀποστολική Ἐκκλησία δέν ἦταν τόσο εἰδυλλιακή καί ἰδανική. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ξέρουμε, ὅτι ἦταν προσωπικότητες πού δέχθηκαν τό πῦρ τῆς θείας Χάριτος κι ὅμως ὁ Πέτρος βρέθηκε σέ σύγκρουση μέ τόν Παῦλο, μή καταλαβαίνοντας τό εὐαγγελικό μήνυμα τοῦ νέου Ἰσραήλ. Ἡ Ἀποστολική Κοινότητα ἦταν γεμάτη ἀπό θεῖο ζῆλο κι ὅμως ὁ Ἀνανίας καί ἡ Σαπφείρα πέθαναν ψευδόμενοι, ἐνῶ ὁ Παῦλος ἔφτασε στό συμπέρασμα ὅτι ὅποιος δέν ἐργάζεται δέν ἔχει δικαίωμα νά τρώγει. Ἄρα ἡ διοργάνωση τῆς πρώτης Κοινότητας παρέμεινε ἕνα ἀνοιχτό πρόβλημα γιά τήν Χριστιανωσύνη.
Ἑπομένως, ἀπό τήν Ἀποστολική Ἐκκλησία ἔχουμε πολλά νά διδαχθοῦμε, ἀλλά καί νά καταλάβουμε τί δέν πρέπει νά κάνουμε. Τό πρῶτο ἀνθρώπινο συγκρότημα τῆς Ἀποστολικής Ἐκκλησίας ἔφτασε στήν ἀλήθεια μόνο μέσω ἀναζητήσεων, μέσῳ ὑπακοῆς στόν Θεό καί βαθειᾶς ταπείνωσης.
Ἐμεῖς; Τί κάνουμε ἐμεῖς;
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου