Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

Τι μπορεί μια γυναίκα!

π. Αυγουστ

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰω. 4, 5-42)
30 Μαΐου 2021
Του Μητροπολιτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Κυριακή. Τί θὰ πῇ Κυριακή; Μιὰ ἡμέρα ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὶς ἄλλες· εἶνε τὸ διαμάντι τῆς ἑβδομάδος. Ἡ ἡ­μέρα αὐτὴ δὲν ἀνήκει σ᾽ ἐμᾶς (στὶς ἐργασί­ες ποὺ ἔ­χουμε, στὰ χωράφια, στὰ ζῷα κ.τ.λ.)· ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Κύρι­ον ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο πῆ­ρε τὸ ὄ­νομα· ἀπὸ τὸ Κύριος λέγεται κι αὐτὴ Κυριακή.

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὅλοι ὅσοι κατοικοῦμε στὴ χριστιανικὴ αὐτὴ χώρα, παπᾶδες καὶ λαϊκοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀμόρφωτοι καὶ μορφωμέ­νοι, τσοπάνηδες καὶ βασιλιᾶ­δες, ἔχουμε χρέος νὰ κάνουμε τὰ ἔρ­γα τοῦ Κυρίου. Δηλαδή·
Μόλις χτυπήσῃ ἡ καμπάνα τῆς Κυριακῆς, φτερὰ στὰ πόδια· νὰ ἐρχώμαστε στὴν ἐκκλησιά, νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, καὶ ν᾽ ἀκοῦμε τὴ θεία λειτουργία· ὄ­χι χασμώμενοι καὶ κοιτά­ζοντας τὰ ῥολόγια, καὶ παρατηρώντας τί φοράει ἡ μιὰ καὶ τί ἡ ἄλλη, πῶς ψάλλει ὁ ψάλτης, πῶς κάνει ὁ πα­πᾶς· ἀλλὰ προσέχον­τας τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ· νὰ μένουμε μέχρι τὸ τέλος· νὰ παίρνουμε τὸ ἀντίδωρο ἀπ᾽ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ.

Στὸ σπίτι ὁ πατέρας νὰ πῇ· Παιδιά, ἡ ἡ­μέρα ἀνήκει στὸν Κύριο. Ν᾽ ἀνοίξῃ τὸ Εὐ­αγγέλιο, νὰ δια­βάσῃ ἕνα κομμάτι καὶ νὰ τοὺς τὸ ἐξηγήσῃ.
Ψάξε γύρω σου ποῦ ὑπάρχουν φτωχοὶ καὶ πήγαινέ τους κρυφὰ ἕνα πιάτο φαΐ.
Κυριακὴ θὰ πῇ, νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ κάνουμε; Ὄχι. Ἀντιθέτως κάνουμε ἔρ­γα διαβόλου. Ἂν ρωτήσετε, ποιά εἶ­­νε ἡ πιὸ ἁ­μαρ­τωλὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομά­δος; δὲν εἶνε ἡ Δευ­τέρα, οὔτε ἡ Τρί­τη, οὔτε ἡ Τετάρτη, οὔτε ἡ Πέμ­πτη, οὔτε ἡ Παρασκευή, οὔτε τὸ Σάββατο· εἶνε ἡ Κυ­ρι­ακή. Ρωτῆ­στε δικαστάς, ἀστυνόμους, για­τρούς· θὰ σᾶς ποῦν, ὅτι τὰ πιὸ βαρειὰ ἐγ­κλήματα καὶ ἀτιμίες (πορνεῖες, μοι­χεῖες κ.τ.λ.) γίνον­ται Κυριακή. Ἂν κρίνουμε ἀ­πὸ τὰ ἔργα ποὺ γί­νονται τότε, ἡ Κυ­ρια­κὴ καταντᾷ διαβολική.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα δὲν εἶνε ἁπλῶς Κυριακή. Καθεμιὰ ἀπὸ τὶς 52 Κυριακὲς τοῦ ἔτους ἔχει τὸ ἰδιαίτερο ὄνομά της, καὶ ἡ σημερινὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος· γιατὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 4,5-42), μιλάει γιὰ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτισσα. Τὸ Σαμαρείτισσα δὲν εἶνε προσωπικό της ὄ­νομα· δηλώνει τὸν τόπο καταγω­γῆς της. Ὅ­πως ἐκείνη ποὺ εἶνε ἀπ᾽ τὴ Φλώ­ρινα λέγεται Φλωρινιώτισσα, ἔτσι αὐτὴ λέγεται Σαμαρείτισσα γιατὶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σαμάρεια.
Τί ἦταν ἡ Σαμαρείτισσα; Μία γυναίκα πολὺ ἁμαρτωλή. Παντρεύτηκε ἕναν ἄντρα· μετὰ χώρισε καὶ πῆρε δεύτερο· μετὰ ἔδιωξε τὸ δεύ­­τερο, πῆρε τρίτο· μετὰ πῆρε τέταρτο, μετὰ πῆ­ρε πέμ­πτο. Τώρα ζοῦσε μ᾽ ἕναν ἕκτο ἀ­στεφάνωτη. Συναισθανό­­ταν τὴν παρανομία καὶ ντρε­πόταν. Τὸ λέει ἐμμέσως τὸ εὐαγγέλιο· πήγαι­νε μεσημέ­ρι στὸ πηγάδι γιὰ νερό, ὥστε νὰ μὴ συναντᾷ κανένα καὶ τὴ σχολιάζουν.
Τώρα λοιπὸν στὸ πηγάδι συνάντησε ἕναν ἄ­γνωστο. Μὰ αὐτὸς ὁ ἄγνωστος ἦταν βασιλιᾶς! Βασιλιᾶς δὲν θὰ πῇ τίποτα. Τί εἶνε οἱ βασιλιᾶ­δες; Ἄνθρωποι ποὺ βασιλεύουν ἕ­να διάστημα καὶ μετὰ τελειώνουν ἢ πέφτουν. Ὁ βασιλιᾶς αὐτὸς ὅμως ζῇ καὶ βασιλεύει αἰωνί­ως· «τῆς βα­σιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔ­σται τέλος» (Λουκ. 1,33. Σύμβ. πίστ. 7). Εἶνε ὄχι ἁπλῶς βασι­λιᾶς, ἀλλὰ «ὁ βασιλεὺς τῶν βα­σιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων» (Α΄ Τιμ. 6,15. Ἀπ. 19,16)· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Αὐτὸς λοιπόν, ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, ἦρ­θε· κατέβηκε στὴ γῆ καὶ πῆγε σ᾽ ἐ­κεῖ­νο τὸ πηγάδι. Βάδισε μὲ τὰ πόδια· οὔτε ἁμάξι, οὔτε ἄ­λογο, οὔ­­τε γαϊδουράκι εἶχε. Ὅταν ἔφτασε ἦ­ταν καταμεσήμερο, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τὶς πέτρες, ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε. Κουρασμένος ἀπ᾽ τὴν ὁ­δοι­πορία κάθησε ἐκεῖ, ἔτσι ἁπλᾶ, νὰ ξαποστάσῃ, αὐ­τός, ὁ βασιλιᾶς τοῦ σύμπαντος! Ποῦ νὰ τὸν γνωρίσῃ ἡ Σαμαρείτισσα! Οὔτε κορώνα στὸ κεφάλι, οὔτε σπαθὶ στὴ μέσῃ, οὔτε δαχτυλίδια μὲ διαμάντια φοροῦσε. Ὁ Χριστός μας μισοῦ­σε τὴν πολυτέλεια. Σπίτια ποὺ ζοῦν μὲ πολυτέλεια δὲν εἶνε χριστιανικά. Ὁ Χριστὸς ζοῦσε ἁπλᾶ· ἡ ἁπλότης ἦταν τὸ γνώρισμά του.
Ὁ ἄγνωστος ἄνοιξε πρῶτος κουβέντα μὲ τὴ γυναῖκα· τῆς ζητάει νὰ τοῦ δώσῃ νερό. Αὐ­τὴ κατάλαβε ὅτι εἶνε Ἰουδαῖος – καὶ μετα­ξὺ Ἰ­ουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν ὑπῆρχε ἔχθρα. Λέει λοιπόν· –Πῶς ἐσύ, ἕνας Ἰουδαῖος, ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισσα γυναῖκα; Ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾷ· –Ἂν ἤξερες τί δῶρο δίνει ὁ Θεὸς καὶ ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νε­ρό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες κι αὐτὸς θὰ σοῦ ἔδινε τὸ ἀθάνατο νερὸ ποὺ σβήνει τὴ δίψα ὁ­ριστικά. –Ἂν ἔχῃς, λέει, Κύριε, ἐσὺ τέτοιο νε­­ρό, δός μου το, ὥστε νὰ μὴ διψῶ μήτε νά ᾽ρχω­μαι ἐδῶ νὰ γεμίζω. –Θὰ σοῦ τὸ δώσω, λέει ὁ Χρι­στός, ἀλλὰ πήγαινε πρῶτα φώναξε τὸν ἄντρα σου κ᾽ ἔλα ἐδῶ. –Τὸν ἄντρα μου; λέει ἡ γυναί­κα· μὰ δὲν ἔχω ἄντρα. –Σωστὰ τὸ εἶ­πες, λέει ὁ Χριστός· δὲν ἔχεις ἄντρα, γιατὶ ἄλ­λαξες εἶν᾽ ἀλήθεια στὴ ζωή σου πέντε ἄντρες, κι αὐτὸς ποὺ τώρα ἔχεις δὲν εἶνε ἄντρας σου, συζῆτε ἀστεφάνωτοι.
Ἐδῶ ἡ γυναίκα σάστισε. Ποῦ ξέρει αὐτὸς τὴ ζωή μου; ἀπόρησε· πρώτη φορὰ τὸν βλέπω. Νιώθει ὅμως ὅτι μπροστά της ἔχει ἕνα φωτισμένο ἄν­θρωπο καὶ βρίσκει εὐκαιρία νὰ ρωτή­σῃ· –Κύριε, λέει, βλέπω ὅτι εἶσαι προφήτης· λύσε μας λοιπὸν τὴ διαφορὰ ποὺ ἔχουμε ἐδῶ μὲ τοὺς Ἰουδαίους. Οἱ πρόγονοί μας λάτρεψαν τὸ Θεὸ σὲ τοῦτο τὸ βουνό, τὸ Γαριζείν· ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι ἔχετε στὰ Ἰεροσόλυμα ναὸ καὶ λέτε ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τὸ Θεό· ποιό ἀπ᾽ τὰ δύο εἶνε τὸ σωστό; Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ· –Πίστεψέ με, γυναίκα, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, καὶ ἦρθε κιόλας, ποὺ ὁ Θεὸς δὲν θὰ λατρεύεται οὔ­τε στὸ Γαριζεὶν οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα ἀποκλειστικά· ἀλλὰ παντοῦ στὸν κόσμο, ὅποιος μὲ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος θὰ ἔχῃ καρδιὰ καθαρὴ καὶ εἰλικρινῆ καὶ ζωὴ συνειδητὴ καὶ συνεπῆ, θὰ μπορῇ νὰ τὸν λατρεύῃ ὅπου βρεθῇ· γιατὶ ἔτσι τοὺς θέλει τοὺς πιστούς του ὁ Θεός, νὰ τὸν λατρεύουν μὲ ἐ­πί­γνωσι καὶ ἀφοσίωσι. –Γνωρίζω, λέει ἡ γυναί­κα, ὅτι πρόκειται νὰ ἔρθῃ ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται καὶ Χριστός· ὅταν ἔρθῃ ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ ἐξηγήσῃ ὅλα. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀποκαλύπτει ξεκάθαρα καὶ συγκλονιστικά· –Ὁ Μεσσίας εἶμαι ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ!
Κατάπληκτη ἡ Σαμαρείτισσα ξεχνάει γιὰ τί εἶχε πάει στὸ πηγάδι, ἀφήνει ἐκεῖ τὴ στάμνα της, τρέχει στὴν πόλι καὶ –αὐτὴ ποὺ ντρεπόταν τοὺς ἀνθρώπους– φωνάζει τώρα σὲ ὅλους· –Ἐλᾶτε, χωριανοί μου, ὅλοι στὸ πηγάδι, νὰ δῆ­τε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔχω κάνει· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστὸς ποὺ περιμένουμε;… Αὐτὸς ὁ συγκλονιστικὸς λόγος της ξεσήκωσε πολλούς· βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλι, ἦρ­θαν στὸ Χριστό, τὸν ἄκουσαν, πίστεψαν, τὸν δέχτηκαν καὶ τὸν φιλοξένησαν ἐπὶ δύο μέρες. Τότε πίστεψαν πολὺ περισσότεροι, καὶ τῆς ἔλεγαν· Τώρα δὲν πιστεύουμε ἐπειδὴ μᾶς τό ᾽πες ἐσύ· γιατὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἔχουμε ἀκούσει κ᾽ εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι αὐτὸς πραγματικὰ εἶνε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
Αὐτὰ λέει τὸ σημερινό εὐαγγέλιο. Ἡ Σαμαρείτισσα ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἄφησε τὴν ἁμαρ­τωλὴ ζωή, ἔγινε Χριστιανὴ μὲ τὸ ὄνομα Φωτεινή, καὶ ἄρχισε πηγαίνοντας ἀπὸ τόπο σὲ τόπο νὰ κηρύττῃ τὸ Χριστό. Πολλὰ μέρη φώτισε, πλῆθος ἄνθρωποι πίστεψαν δι᾽ αὐτῆς καὶ ἔγιναν Χριστιανοί, καὶ κατέληξε στὴ Σμύρνη, πόλι ποὺ μᾶς συγκινεῖ. Ἐκεῖ μαρτύρησε ἡ ἁγία Φωτεινή, ἐπ᾽ ὀνόματί της χτίστηκε μιὰ ὄ­μορφη ἐκκλησία, καὶ μέσα σ᾽ αὐτὴν λειτουργοῦσε ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης τὸν ὁποῖον οἱ Τοῦρκοι θανάτωσαν μὲ τρόπο μαρτυρικό.

* * *

Ἡ ἁγία Φωτεινή, ἀδελφοί μου, ἦταν πόρνη κ᾽ ἔγινε ἰσαπόστολος· ἦταν κοράκι μαῦρο καὶ ὁ Κύριος τὴν ἔκανε λευκὸ περιστέρι, ποὺ πέτα­ξε παντοῦ κ᾽ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Τί κατώρθωσε μιὰ γυναίκα! Ὑπέροχο τὸ παράδειγμά της, ἰδίως γιὰ τὶς γυναῖκες. Καὶ χαρὰ στὸν ἄντρα ποὺ ἔχει καλὴ γυναῖκα.
Γνώρισα στὴν Ἀθήνα ἕναν ἐπιστήμονα καὶ μοῦ ᾽λεγε· –Ἐγὼ ἤμουν ἄθεος, δὲν πίστευα, ἔ­βριζα, βλαστημοῦσα· προσπαθοῦσα κι ἄλλους νὰ κάνω ἄθεους· γλεντοῦσα σὲ κέντρα καὶ τα­βέρνες. Ἀλλ᾽ ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός, τώρα ἄλλαξα, πιστεύω στὸ Θεό, πάω στὴν ἐκκλησία, διαβάζω Εὐαγγέλιο. –Ποιός σὲ ἄλ­λαξε; τὸν ἐρω­τῶ, δεσπότης; –Ὄχι. –Ἱεροκήρυκας; –Ὄχι. –Θεολόγος; –Οὔτε. –Ποιός; –Παντρεύτηκα μιὰ γυναῖκα ἁ­πλοϊκιὰ ἀπ᾽ τὸ χωριό μου, ποὺ πίστευε στὸ Θεό. Στὴν ἀρχὴ ἐγὼ τὴν κορόϊδευα· ἀλλ᾽ αὐ­τὴ μὲ τὸν καλὸ τρόπο της, μὲ τὴ γλυκειά της γλῶσσα, μὲ τὴν ἀγάπη της, μὲ τὴ στοργὴ καὶ ἀ­φοσίωσί της μ᾽ ἔκανε νὰ πιστέψω… Νά πῶς μιὰ ἁπλῆ γυναίκα ἄλλαξε ἕναν ἄθεο ἐπιστήμονα.
Γυναῖκες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, μανάδες καὶ κορίτσια, ἐσεῖς ἔχετε στὰ χέρια σας τὸν κόσμο. Μιὰ καλὴ γυναίκα παίρνει τὸν ἄντρα καὶ τὸν ἀνεβάζει μέχρι τὸν οὐρανό· μιὰ κακιὰ γυναίκα παίρνει τὸν ἄντρα καὶ τὸν πάει στὴν κόλασι.
Φύγαμε τώρα, ἀδέρφια μου, πολὺ ἀπὸ τὸ Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιμωρούμεθα. Νὰ ἐπιστρέψουμε. Ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἂς μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας Φωτεινῆς. Ὅλοι κον­τὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ βροῦμε τὴ χαρὰ καὶ εὐ­τυχία ποὺ μόνο ὁ Χριστὸς δίνει· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Ἄνω Καλλινίκης – Φλωρίνης τὴν 16-5-1971, [μὲ νέο τώρα τίτλο]. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-4-2021.