Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά -Ο πλούσιος νέος

 
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. δ΄ 1-7

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιη΄ 18-27

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΟΣ

1. ΔΙΑΘΕΣΗ ΘΥΣΙΑΣ

Ὁ πλούσιος νέος εἶχε μεγάλα πνευματικά ἐνδια­φέ­ρο­ντα. Ἦταν κι ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, καί εἶχε με­ταφυσικές ἀναζητήσεις. Μόλις λοιπόν ἀντίκρυσε τόν Κύ­­ρι­ο, τόν πλησίασε καί μέ ἰσχυρό ἐνδιαφέρον τόν ρώ­τησε: Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί πρέπει νά κάνω γιά νά κλη­ρο­νο­μή­σω τήν αἰώνιο ζωή; Κι ὁ Κύριος τοῦ ἀ­πά­ν­τησε: 

Γιατί μέ ὀνομάζεις «ἀγαθό», ἀφοῦ νομίζεις ὅτι εἶμαι ἕνας ἁ­πλός ἄνθρωπος; Κα­νείς δέν εἶναι ἀπο­λύ­τως ἀγαθός, πα­­­ρά μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Γνωρίζεις τίς ἐν­το­λές! Νά μή μοι­­χεύσεις· Νά μή φο­νεύ­σεις· Νά μή κλέ­ψεις· Νά μή ψευ­δομαρτυρήσεις· Νά τι­μᾶς τόν πατέρα σου καί τή μη­τέρα σου. Ἐκεῖνος ξαφνιασμένος ἀπό τήν ἀπρο­σ­δό­κητη αὐτή ἀπάντηση εἶπε μέ ἀπορία· Μά ὅλα αὐτά τά φύλαξα ἀ­πό τά παιδικά μου χρόνια! Ἕ­να σοῦ λεί­πει ἀκόμη, ἀν­τα­πάντησε ὁ Κύριος· Πούλησε τήν πε­ριουσία σου, μοί­ρασέ την στούς πτωχούς καί θά ἔχεις θη­σαυρό στόν οὐρανό· κι ἔλα νά μέ ἀκολου­θήσεις. Αὐ­τός ὅμως ὅταν τ’ ἄκου­σε αὐτό λυπή­θη­κε πολύ· Δι­ότι ἦ­ταν πολύ πλού­σιος καί δέν ἤθελε νά ἀποχω­ρι­σθεῖ τά πλούτη του. Κι ἔφυγε ἀπό τόν Χριστό.

Πῶς ὅμως ἀρνήθηκε τήν προτροπή τοῦ Κυρίου ὁ νέ­ος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶχε τόσο μεγάλες πνευματικές ἀναζη­τή­σεις; Αὐτός εἶχε με­γά­λο ἐνδια­φέ­ρον γιά τήν αἰωνιότητα, κάτι δέν ἔχουν οἱ πολ­λοί ἄν­θρω­ποι, πού ζοῦν μόνο γιά τίς ἠδονές καί τήν ὕλη. Ἤθελε νά κλη­ρο­νομήσει τήν αἰωνιο ζω­ή. Καί γι’ αὐ­τό ἀπό τά παι­δικά του χρό­νια ἀγωνιζό­ταν νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Κι ἔψαξε νά βρεῖ τόν κατάλληλο δι­δά­σκαλο γιά νά πά­ρει ἀπάντηση σ’ ἕνα τόσο σοβαρό θέ­μα. Διότι προ­σδο­κοῦ­σε ὅτι ὁ Κύ­ρι­ος θά μποροῦσε νά τόν ὁδη­γή­σει μέ ἀ­σφά­λεια στήν ὁδό πού ὁδηγεῖ στήν αἰώνιο ζωή. Πε­ρί­μενε λοιπόν ν’ ἀκού­σει κάτι τό ἰδιαί­τε­ρο καί ἀνώτερο ἀπ’ αὐτά πού ἔκανε. Ὅταν ὅμως πῆ­ρε τήν ἀπάντηση αὐ­τἠ ξαφνιάστηκε. Αὐ­τός εἶ­χε ζωή κα­θα­ρή, εἶχε πίστη, εἶχε ἀναζητήσεις, δέν εἶχε ὅμως αὐτο­γνω­­σία καί διάθε­ση θυσιαστικῆς ὑπακοῆς. Ἐπι­θυ­­μοῦσε τήν ἄλλη ζωή, ἀλλά ἦταν κυριευμένος ἀπό τό φοβερό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Κι ἐνῶ στήν ἀρχή φά­νη­κε πρό­θυ­μος νά ἀκούσει τίς ὁδη­γί­ες τοῦ Κυρίου καί νά τίς ἐφ­αρμόσει, στή συνέχεια ὅταν τοῦ τέθηκε τό δί­λημ­μα ἤ ὁ Χριστός ἤ ὁ χρυσός, προ­τί­μησε τά πλούτη του κι ἀρνήθηκε τήν αἰώνια βασιλεία.

Δέν ἀρκεῖ λοιπόν μόνο νά πιστεύουμε καί νά πο­θοῦμε τήν αἰώνιο ζωή. Δέν ἀρκεῖ νά ἔχουμε πνευ­μα­τι­κά ἐνδιαφέροντα καί νά ἀκοῦμε θρησκευτικές ὁμιλίες. Δέν μᾶς ἐξα­σφα­λί­ζει τό γεγονός ὅτι πολλοί ἔχουμε ἀπ’ τα παιδικά μας χρό­νια τηρήσει κά­ποι­ες βασικές ἐντο­λές. Μπορεῖ κά­ποιο πάθος μας νά ἀπο­βεῖ καταστροφι­κό στή σω­τη­ρία μας, ἐάν δέν ἔχουμε διά­θε­ση ὑπακοῆς και θυσίας. Γι’ αὐ­τό χρειά­ζε­ται νά μάθουμε νά ὑπ­α­κοῦ­με στίς ἐντο­λές τοῦ Θεοῦ. Σέ ὅλες κι ὄχι μόνο σ’ ἐκεῖνες πού θέ­λου­με. Ἐάν θέ­λουμε νά εἴμαστε γνή­σιοι μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ, πρέ­πει νά τόν ἀκολουθοῦμε ὅπου μᾶς καλέσει, θυσιάζον­τας τά πά­ν­τα γι’αὐτόν, ὅσο κι ἄν αὐτό μᾶς φαίνεται δύ­σκολο ἤ ἀκατόρθωτο.

2. ΜΕ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ὅταν ὁ Χριστός εἶδε τόν νέο νά φεύγει τόσο πο­λύ λυ­πη­μέ­νος, εἶπε: Πόσο δύσκολα θά μποῦν στή βα­σι­λεία τοῦ Θε­οῦ αὐτοί πού ἔχουν τά χρήματα! Εἶναι εὐκολότερο μία καμή­λα νά περάσει ἀπ’ τή μικρή τρύ­πα πού ἀ­νοί­γει ἡ βελόνα, πα­ρά να μπεῖ ἕνας πλού­σιος στή βα­σιλεία τοῦ Θε­οῦ. Ἐκεῖνοι τότε πού τ’ ἄκουσαν αὐτό, ἀπόρησαν: Μά τότε ποιός μπορεῖ νά σωθεῖ; Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: Ἐκεῖνα πού εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν μέ τήν ἀσθενική δύναμη τοῦ ἀν­θρώ­που, αὐ­τά εἶναι κατορθωτά καί δυνατά μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ λοιπόν κάνει δυνατά ὄχι μόνο τά δύσκολα ἀλλά καί τά ἀδύνατα. Διότι μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὁ πλούσιος νά ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπό τήν προσκόλλησή του στά πλούτη του. Βέβαια καί γε­νι­κό­τερα ὅλες οἱ προσκολλήσεις στά διάφορα πάθη πού ἔχουν οἱ ἄν­θρω­ποι μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά ὑπερ­νι­κη­θοῦν. Ὁ Κύριος τονίζει ὅμως τήν προσκόλληση στόν πλο­ῦτο ἐπειδή αὐτή δημιουργεῖ πολλή μεγάλη ἐξάρ­τη­ση. Αἰχμαλωτίζει τόν ἄνθρωπο καί τόν κυριεύει. Τόν ταυ­τίζει μέ τήν ὕλη καί τόν σκληραίνει πολύ. Γι’ αὐτό ὁ Κύ­ριος μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἀπεξάρτηση ἀπό τά πλούτη εἶ­ναι ἀδύνατη μέ τίς φτω­χές μας ἀνθρώπινες δυνά­μεις, καί δυνατή μόνο μέ τή χάρη του.

Γενικότερα ὅμως ὅλοι μας, σ’ ὅποιο πάθος κι ἄν ἔχουμε κάποια ἀδυναμία θά πρέπει νά συνειδητοποιή­σου­με, ὅτι στό δρόμο μας πρός τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ χρεια­ζό­μα­στε ὅλοι μας τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέ τίς δικές μας δυνάμεις τίποτε δεν μποροῦμε να κάνουμε. δέν μπο­ροῦμε νά ξεπε­ρά­σουμε κανένα πάθος. Διότι ἡ πνευ­μα­τική ζωή εἶναι ζωή ὑπερφυσική, εἶναι θαῦμα τῆς χά­ριτος τοῦ Θεοῦ. Τό νά ἀποκολληθεῖ ἡ καρδιά τοῦ ἀν­θρώπου ἀπό τήν ὕλη, τόν κόσμο καί τή σάρκα καί νά στραφεῖ πρός τόν Θεό καί τά οὐράνια ἀποτελεῖ θαῦ­μα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία χάρις μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τά πάθη μας, μᾶς κινεῖ σέ με­τά­νοια, μᾶς καθα­ρί­ζει, μᾶς ἀνα­γεν­νᾶ, μᾶς ἁγιάζει. Ἐμεῖς  κά­νου­με τό ἐλά­χιστο, προσφέ­ρου­με τή διά­θε­σή μας, καί τό μεγάλο καί ἀκατόρθωτο τό ἐργάζεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἄς κάνουμε λοιπόν ἐμεῖς τό ἐλάχιστο, γιά νά μᾶς προ­σ­φέρει ὁ Θεός τό ἄπειρο, τήν παντοδύναμη χά­ρη του.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”