Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Χαλινάρι εἰς τὴν γλῶσσαν!

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ
Ὁ Ἀπ. Ἰάκωβος τονίζει: «οὕτω καὶ ἡ γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶ καὶ μεγαλαυχεῖ, ἰδοὺ ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει! (Ἰακ. γ΄, 5). Μετάφραση: Καὶ ἡ γλῶσσα εἶναι μικρὸ μέλος καὶ καυχᾶται ἀλαζονικὰ διὰ τὰ μεγάλα κακά, ποὺ δημιουργεῖ. Ἰδοὺ ὀλίγη φωτιά, πῶς φουντώνει καὶ καταστρέφει ἐκτεταμένα καὶ πυκνὰ δάση.
«κρεῖσσον πεσεῖν ἀπὸ ὕψους εἰς γῆν ἤ ἀπὸ γλώσσης» (Σ. Σειρὰχ κ΄ 18). Μπορεῖ νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ βαρειὰ τὰ ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας.
  • Ἡ γλῶσσα θέλει χαλινάρι, λέγει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ἐπεξηγεῖ (ΕΠΕ Τόμος 1, Ὁμιλία 2η): Ἔχεις πονηρὲς σκέψεις; Μὴ τὶς προφέρεις μὲ λόγια. Ἄφησε νὰ βρίσκωνται μέσα σου καὶ γρήγορα θὰ ἐξαφανιστοῦν.
Ἄν βάλουμε μέσα σὲ λάκκο διάφορα ἄγρια θηρία καὶ φράξουμε τὸν λάκκο ἀπὸ πάνω, θὰ τὰ πνίξουμε εὔκολα. Ἄν ὅμως ἀφήσουμε κάποιο ἄνοιγμα γιὰ λίγη ἀναπνοή, θὰ τοὺς δώσουμε μεγάλη ἀνακούφιση καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψουμε νὰ χαθοῦν, ἀλλὰ θὰ τὰ ἐξαγριώσουμε περισσότερο.
  • Στὸ περιοδικὸ «Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι» ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς διδακτικὸ γεγονός:
«-Ἅγιε Γέροντα, εἶμαι ἁμαρτωλός. Ἔχω διαπράξει πολλὰ ἁμαρτήματα: μοιχεῖες, ληστεῖες, ἀπάτες, πλαστογραφίες, ψευδορκίες καὶ ἄλλα. Τώρα ποὺ μεγάλωσα σὲ ἡλικία καὶ ἔκανα τὴν αὐτοκριτική μου, διαπίστωσα ὅτι εἶμαι ἔνοχος ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἡσυχάσω. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐξομολογηθῶ μήπως καὶ ἠρεμήσει ἡ ψυχή μου. Ἦρθα νὰ μὲ βοηθήσης νὰ ἐλαφρύνω ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά μου καὶ νὰ ἀνακουφιστῶ.
-Ἐγώ, παιδί μου, δὲν ἔχω ἐξουσία νὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά σου, εἶπε ὁ Γέροντας καί, δείχνοντας τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς βραχοσπηλιᾶς, πρόσθεσε: Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ συγχωρήση καὶ νὰ ἀποκαταστήση τὴ γαλήνη τῆς ψυχῆς σου, ποὺ τόσο τὴν ἔχεις ἀνάγκη, ὅπως ὁμολογεῖς. Ἐγώ, ἁπλῶς, θὰ προσευχηθῶ μαζί σου καὶ θὰ σοῦ διαβάσω τὴ συγχωρητικὴ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ πιστεύω ὅτι ἄν ἡ μετάνοιά σου εἶναι εἰλικρινής, ὁ μακρόθυμος, πολυεύσπλαγχνος καὶ πολυέλεος Θεὸς θὰ σὲ εἰσακούση καὶ θὰ σοῦ χαρίση τὴ γαλήνη ποὺ ἐπιζητεῖς.
Ἀφοῦ ἄκουσε τὶς «ἐξομολογήσεις» του, τοῦ διάβασε τὴν καθιερωμένη συγχωρητικὴ εὐχὴ «Κύριε, ὁ τῷ Πέτρῳ καὶ τῇ πόρνῃ συγχωρήσας…» καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα μαξιλαράκι γεμάτο πούπουλα πουλιῶν, προσθέτοντας:
– Πάρε αὐτὸ τὸ μαξιλαράκι καὶ πήγαινε λίγο πιὸ πέρα στὴν ἄκρη τοῦ βράχου καὶ σκόρπισε τὰ πούπουλα τοῦ μαξιλαριοῦ. Ἄν νομίζης ὅτι τὰ εἶπες ὅλα στὸν Κύριο καὶ μετανιώνης εἰλικρινά, τότε, ὅπως τὰ πούπουλα θὰ ἀπαλλάξουν τὸ μαξιλάρι ἀπὸ τὴν παρουσία τους, ἔτσι, πιστεύω ὅτι καὶ οἱ ἁμαρτίες σου θὰ ἀπαλλάξουν ἐσένα ἀπὸ τὸ βάρος τους. Εὔχομαι καὶ προσεύχομαι ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρήση.
Ὁ… ἁμαρτωλὸς ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ σεβάσμιος Γέροντας καὶ ἐπέστρεψε μὲ ἄδειο τὸ μαξιλάρι καὶ καταφανῶς ἀλλαγμένος ψυχικά, ὄχι ὅμως καὶ ὁλοκληρωτικὰ γαληνεμένος… Εὐχαρίστησε τὸν Γέροντα μοναχὸ καὶ πῆρε τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς γιὰ τὸ χωριό του. Κατέβηκε τὰ κακοτράχαλα περάσματα καὶ βρέθηκε στὸν πολυσύχναστο δρόμο. Περπατοῦσε, περπατοῦσε ἀλλὰ κι ὅλο κοντοστεκόταν. Κάτι τὸν ἀπασχολοῦσε καὶ μονολογοῦσε:
– Ἔλα, μωρέ, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Γέροντας μοῦ εἶπε ὅτι συγχωρέθηκαν τὰ ἁμαρτήματά μου, σὰν τὰ σκορπισμένα πούπουλα, αὐτὸ ποὺ ξέχασα νὰ τοῦ εἰπῶ δὲν εἶναι «τίποτε» σοβαρὸ μπροστὰ στὶς μοιχεῖες καὶ στὰ ἄλλα ἀδικήματα ποὺ ἔχω διαπράξει. Ἔφερνε στὸ μυαλό του αὐτὸ τὸ «τίποτε» καὶ πήγαινε νὰ πισωγυρίση, νὰ ξαναπάη στὸν Γέροντα καὶ νὰ τοῦ μιλήση γι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ πάλι ἐπαναλάμβανε τὸ «Ἔλα, μωρέ, δὲν εἶναι τίποτε αὐτὸ μπροστὰ στὰ πιὸ «σοβαρά», ποὺ θεωροῦσε «συχωρεμένα». Καὶ προχωροῦσε χωρὶς ὅμως νὰ μπορῆ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ αὐτὸ τὸ «τίποτε» ποὺ εἶχε ξεχάσει. Ὁπότε, ξαναγύρισε στὸν Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε:
– Ἅγιε Γέροντα, ξέχασα κάτι μικρὸ καὶ ἀσήμαντο καὶ δὲν τὸ ἀνέφερα στὴν ἐξομολόγησή μου. Εἶπα νὰ μὴ ξαναγυρίσω, γιατὶ τὸ βάρος αὐτοῦ τοῦ ἁμαρτήματος θεωρῶ πὼς εἶναι ἐλαφρό, ἀσήμαντο. Ἀλλὰ μιὰ καὶ ἤμουν ἀκόμη κοντὰ στὸ ἐρημητήριό σου, εἶπα: Καὶ τὶ ἔχω νὰ χάσω, ἄν ἀναφέρω καὶ αὐτὸ τό… «τίποτε» ἁμάρτημά μου, πού, κατὰ τὴ γνώμη μου, δὲν εἶναι ἄξιο λόγου; Καὶ ἀνέφερε στὸν Γέροντα αὐτὸ τὸ ἐλαφρὸ καὶ ἀσήμαντο ἁμάρτημά του ποὺ εἶχε παραλείψει:
-Ἅγιε Γέροντα, ὅταν ἤμουν νέος 25 ἐτῶν περίπου ζήλευα μιὰ ἀνύπαντρη κοπέλα τοῦ χωριοῦ μου καὶ εἶπα κάποια λόγια σὲ γνωστοὺς σὲ βάρος τῆς ἠθικῆς της, ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονταν στὴν ἀλήθεια. Ἦταν μιὰ ἐπιπόλαιη, κουτσομπολίστικη κουβέντα. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἦταν ψέμα, μιὰ μικρὴ συκοφαντία. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι αὐτὸ περιλαμβάνεται στὰ σοβαρὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἀνέφερα παρακάτω.
Καὶ ὁ σεβάσμιος Γέροντας ποὺ ἀξιολόγησε τὸ κουτσομπολιὸ ὡς σοβαρὴ συκοφαντία, τὸν ρώτησε:
– Δὲν μοῦ λές, παιδί μου, ἐκείνη ἡ κοπέλα παντρεύτηκε;
– Ὄχι, δὲν παντρεύτηκε, ἀπάντησε ὁ… ξεχασιάρης, ἀλλὰ μὴ μοῦ πῆτε ὅτι ἐμπόδιο στὴν παντρειά της στάθηκε ἐκεῖνο τὸ κουτσομπολίστικο σχόλιό μου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τόσο σοβαρὸ αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα, γιὰ νὰ μὴ μοῦ συγχωρηθῆ, τὴ στιγμὴ ποὺ μοῦ συγχωρήθηκαν μὲ τὸ σκόρπισμα τῶν πούπουλων τόσα ἄλλα.
Καὶ ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
– Καὶ αὐτό, παιδί μου, θὰ σοῦ συγχωρηθῆ ἀρκεῖ νὰ πάρης τὸ μαξιλάρι καὶ νὰ ξαναμαζέψης ὅλα τὰ σκορπισμένα πούπουλα. Ἐὰν αὐτὸ τὸ καταφέρης, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἀπαλλάξη καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα τῆς συκοφαντίας, ποὺ ἐσὺ τὸ θεωρεῖς ἐλαφρὸ καὶ ἀσήμαντο.
– Μά, Ἅγιε Γέροντα, εἶναι δυνατὸν νὰ ξαναμαζέψω μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀχανὲς καὶ ἀπροσπέλαστο κρημνῶδες βάραθρο ὅλα τὰ διασκορπισμένα πούπουλα;
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ ἀπάντησε:
– Ἔ, τότε, παιδί μου, ἕνα σοῦ μένει νὰ κάνης. Νὰ προσεύχεσαι νύχτα καὶ ἡμέρα στὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ νὰ ζητᾶς συγχώρηση ἀπὸ Αὐτόν. Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐλεεῖ, συγχωρεῖ καὶ τιμωρεῖ. Αὐτὸς ζυγίζει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς χαρίζη τὸ ἔλεος καὶ τὴ σωτηρία μας. Ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἀδύναμος ὑπηρέτης Του καὶ τίποτε παραπάνω. Πήγαινε στὸ καλό, παιδί μου, καὶ ὁ Θεὸς μαζί σου.