Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Γιατί αγωνιά ο σύγχρονος άνθρωπος;

«Δέν συμφωνῶ μέ ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον,

ὁ ὁποῖος φοβεῖται κάτι, χωρίς νά ἐξετάση
διά τῆς ψυχρᾶς λογικῆς τό πρᾶγμα»

(Εὐριπίδης)

Αν επιδοθούμε σε μία αναδρομή στο παρελθόν, στις μέρες πριν την επίσκεψη του κορωνοϊού στη γη και ειδικά στη γη της πατρίδος μας, θα αντικρύσουμε το φαινόμενο μιας αρρωστημένης μακαριότητος, μιας απάνθρωπης αναισθησίας και πολύ περαιτέρω μιας βλάσφημης φιληδονίας. Με την παρουσία όμως αυτού του απρόσμενου επισκέπτου, εγκαινιάστηκε ένα κλίμα μιας απροσδιόριστης αγωνίας, μιας ανεπανάληπτης φοβίας, μιας πρωτοφανούς ανασφάλειας, μέσα στην υποτιθέμενη πολυλαλούμενη ασφάλεια, που χαρίζουν αφειδώς με δηλώσεις τους οι αρχηγοί των κρατών. Οι σύγχρονοι Θεοί! Με άλλα λόγια, ταυτόχρονα με την πρότερη επίσκεψη, άρχισε να σκεπάζει απειλητικά την ζωή του ανθρώπου ένα ανυπόφορο ψυχικό κενό. Κενό γιατί, η εσωτερική ζωή του καθενός από χρόνια πριν, έχει διαβρωθεί από τον μηδενισμό και μέσα στα κατάβαθα της ψυχής –καθότι η ψυχή παρ’ όλα τα πρότερα υπάρχει– η άβυσσος έχει ανοίξει το θηριώδες στόμα της και καταπίνει σιγά–σιγά τα πάντα, χωρίς να βιάζεται. Γνωρίζει καλά η ίδια, ότι «όλα» είναι δικά της. Οπότε το … απολαμβάνει με ιδιάζουσα βουλιμία.

Έτσι λόγω ελλείψεως εσωτερικής αντίστασης, ο άνθρωπος με τα πρότερα στοιχεία και χαρακτηριστικά, μεγαλοποιεί τα εμφαινόμενα αδιέξοδα –σε αυτό συντελεί και η άθλια και άκρως διεφθαρμένη παραπληροφόρηση– οπότε τελικά δραματοποιεί τις καταστάσεις υπέρμετρα. Ακόμη και αυτοί που χαρακτηρίζονται από γυμνασμένη διορατικότητα, καθώς συλλαμβάνουν τις σωστές διαστάσεις των πραγματικών αδιεξόδων, κατακυριεύονται από μία φοβερή αμηχανία, καθότι αισθάνονται ανυπεράσπιστοι, άοπλοι, μπρος στο άρτια οπλισμένο «κακό», που εισέβαλε πολυσχιδώς στην ανοχύρωτη κοινωνίας μας.

Αλλά ακόμη και αυτοί, που «ξεχωρίζουν» από την πίστη τους την θρησκευτική, ανησυχούν. Θα πει κάποιος ότι και οι εν λόγω άνθρωποι είναι από χώμα πλασμένοι και αγωνιούν, γιατί προφανώς η εμφυσηθείσα πνοή ζωής υπό του Θεού, δεν τους «αναζωογονεί» πνευματικά επαρκώς. Δεν τους «κρατά» ζωντανούς ψυχικά, την στιγμή που τελειώνουν σωματικά. Μάλλον δηλαδή και στους πρότερους, που στηρίζονται και εμπνέονται στη ζωή τους από μία πίστη μεταφυσικού χαρακτήρος, σε αυτούς που φαινομενικά είναι γεμάτοι σιγουριά και γαλήνη, τα προβλήματα που προέκυψαν και θα συνεχίσουν να αναφύονται από εδώ και πέρα στην ζωή τους, εκτοπίζουν οριστικά τον πρότερο προκλητικό εφησυχασμό.

Μάλλον ενυπάρχει στους εν λόγω μία αρρωστημένη και εξωτερική πίστη, που καθότι «επικάθηται» πάνω στις πέτρες της ρηχής και άγονης θεώρησης, εξανεμίζεται με τον πρώτο διωκτικό άνεμο, καθότι απουσιάζει το βαθύ θεϊκό ρίζωμα. Έτσι στις μέρες μας και βάσει των νέων γεγονότων και διαδοχικών εξελίξεων που συνεχίζουν την κρίση του κορωνοϊού, με ποικίλες αναταραχές, πολέμους, πείνες, μαυραγοριτισμούς, οικονομική δυσκαμψία, χρηματιστηριακή κατάρρευση και λαϊκή φτώχεια, η ελπίδα σβήνει ολοσχερώς, μετατρεπόμενη σε δυστυχία και σε έναν μόνιμο ψυχικό διχασμό.

Τελικά καταλήγοντες σε μία συνοπτική εκτίμηση και κριτική της πρότερης κατάστασης, θα λέγαμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος αγωνιά μήπως και χάσει την ζωή του. Μήπως πεθάνει. Μήπως τελευτήσει τόσο πρόωρα, απρόσμενα και κυρίως «άδοξα», εγκαταλείποντας την κραιπάλη του και την κτηνώδη ζωή του.

Ελάχιστη αναφορά γίνεται ή παρατηρείται για την ψυχή του ανθρώπου, ακόμη και από τους υποτιθέμενους ανθρώπους του πνεύματος, καθότι όλοι καταντήσαμε από πνευματοφόροι, σαρκοφόροι, σαρκολάτρες, αλλά και σαρκοφάγοι.

Υπάρχουν όμως και οι ολίγοι, είτε αφανείς κατά το μείζον μέρος δια τον φόβον των Ιουδαίων, είτε εμφανείς με θεϊκή παρρησία, οι οποίοι πιστεύουν όχι από συνήθεια, όχι από υποσυνείδητο συμφέρον, αλλά γιατί νιώθουν το ιερό λάβωμα μέσα στην καρδιά τους μετά το «γκρέμισμα» που υπέστησαν κάποτε προ της Δαμασκού και πήραν την απόφαση να εισέλθουν εντός αυτής. Να εισέλθουν προκειμένου να κατηχηθούν στα ιερά γράμματα και κατόπιν να μαρτυρήσουν για την πίστη τους την αγία. Αλλά αυτοί αγωνιούν όμως με έναν ξέχωρο τρόπο, σαν αυτόν που δοκίμασε τότε ο Χριστός μέσα στον κήπο της Γεθσημανή.

Η αγωνία συνεπώς είναι κάτι το φυσικό, προπάντων θεϊκό, αρκεί να υφίσταται για λόγους ουσιαστικού κινδύνου. Για θέματα πνευματικής προόδου και ψυχικής θεραπείας. Το αφύσικο είναι η ακηδία, η νωχέλεια και ο ωχαδερφισμός έναντι στο ψυχικό ξεκλήρισμα που συντελείται όλα αυτά τα «ευδαιμονικά» χρόνια.

Κάποιος σύγχρονος λέγει οξυδερκώς: «Ο ίδιος ο Θεός πρόσθεσε τους πόνους του στους πόνους του Ιώβ, και στο τέλος του κόσμου, ο θείος και ανθρώπινος πόνος μαζί, θα ξεπεράσουν το βάρος της άμμου της θάλασσας. Στο μεταξύ, ας μη γυρεύουμε πια τη σιγουριά και τη σταθερότητα μες στο μαγευτικό μας κόσμο. Δεν πρέπει να είμαστε ήσυχοι πια. Δεν πρέπει να κοιμηθούμε. Γιατί αν αποκοιμηθούμε όπως κοιμήθηκαν την αξιομνημόνευτη εκείνη νύχτα της Γεθσημανή οι απόστολοι, η θυσία του Θεού θα είναι μάταιη και ο θάνατος θα θριαμβεύσει οριστικά και για πάντα πια».

Αυτή είναι η χριστιανική αγωνία η οποία χαρακτηρίζεται ως θετική και καρποφόρα, καθότι αποσκοπεί στην ανταπόκριση στην αγάπη του Θεού και την τήρηση των εντολών του.

Θα ολοκληρώσει την μελέτη μας ο Πασκάλ με τα εξής λόγια:

«Ο Χριστός θα βρίσκεται σε αγωνία ως το τέλος του κόσμου. Για τούτο, δεν πρέπει να κοιμηθεί κανένας όλο αυτόν τον καιρό. Ο Ιησούς αποχωρίζεται τους μαθητές του, για να μπει στην αγωνία. Κι εμείς πρέπει να αποχωρισθούμε τους πιο αγαπημένους μας, τους πιο δικούς μας, για να τον μιμηθούμε».

 Αρίσταρχος