«Η ασέβεια προς τους νεκρούς δείχνει μια ψυχή που δεν έχει βρει ακόμα τη δική της ανθρωπιά.» ~Βίκτωρ Ουγκώ~
Ξεθάβουν τους νεκρούς, οι οποίοι μέσα στις ειδικές πλαστικές σακούλες μπορεί ακόμη και χρόνια μετά να μην έχουν αποσυντεθεί, και αναγκάζουν τους συγγενείς τους να βιώνουν μια κατάσταση άκρως ψυχοφθόρα, αντικρίζοντας μια εικόνα που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αναγκάζεται να αντικρίσει για τον αγαπημένο του νεκρό. Σεβασμός μηδέν. Ούτε στους νεκρούς ούτε στις οικογένειές τους και τότε αναπόφευκτα γυρίζω πίσω στα σκοτεινά χρόνια του κορωνοϊού.
Στα χρόνια που, στο όνομα της προστασίας της ζωής, μπήκε σε εφαρμογή μια πρωτοφανής λογική φόβου, περιορισμών και πρωτοκόλλων. Άνθρωποι πέθαναν μόνοι, οικογένειες στερήθηκαν την τελευταία αγκαλιά, το τελευταίο φιλί, την προσευχή δίπλα στον άνθρωπό τους, ακόμη και τον αποχαιρετισμό όπως τον γνώριζαν και τον είχαν ζήσει γενιές ολόκληρες.
Σήμερα βλέπουμε μία από τις τραγικές συνέπειες εκείνης της ανερμάτιστης διαχείρισης.
Στα κοιμητήρια Ευόσμου έχουν ήδη ανοίξει περίπου 800 τάφοι και, σύμφωνα με τον νέο πρόεδρο του Συνδέσμου Δήμων Δυτικής Θεσσαλονίκης, σε καμία περίπτωση δεν είχε ολοκληρωθεί η αποσύνθεση. Οι προγραμματισμένες μερικές εκταφές αναστέλλονται και αναζητείται διαφορετική λύση.
Κάπου εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα που δεν γίνεται να προσπεράσουμε.
Πόσο επιστημονικά τεκμηριωμένα ήταν όλα όσα επιβλήθηκαν τότε;
Πόσο αναγκαία ήταν;
Και πόσο χώρο αφήσαμε μέσα στον φόβο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια;
Γιατί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ήδη από το 2020 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν τότε ενδείξεις μετάδοσης του SARS-CoV-2 από σορούς ανθρώπων που είχαν πεθάνει από COVID-19 και παράλληλα τόνιζε την ανάγκη να προστατεύονται η αξιοπρέπεια των νεκρών, οι θρησκευτικές και πολιτισμικές παραδόσεις και οι οικογένειες.
Δεν αμφισβητώ ότι υπήρχε μια πραγματική υγειονομική κρίση. Αμφισβητώ όμως αν κάθε μέτρο που επιβλήθηκε ήταν αναγκαίο, αναλογικό και επαρκώς τεκμηριωμένο.
Αλλά κυρίως αναρωτιέμαι μήπως μέσα στον φόβο για την προστασία της ζωής ξεχάσαμε κάτι εξίσου σημαντικό, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου στη ζωή αλλά και στον θάνατο;
Γιατί ο νεκρός δεν είναι «περιστατικό». Είναι ο πατέρας, η μάνα, το παιδί, ο άνθρωπος που κάποιος αγάπησε. Όταν χρόνια μετά μια οικογένεια αναγκάζεται να ξανανοίξει τον τάφο του, δεν είναι απλώς μια εκταφή αλλά ένας δεύτερος θάνατος. Γι’ αυτό πιστεύω πως κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθούν όλα καθαρά. Όχι για να ξαναζήσουμε τον διχασμό εκείνης της εποχής, αλλά για να μάθουμε τι έγινε σωστά, τι έγινε λάθος και ποιος έχει την ευθύνη για τις συνέπειες. Γιατί η ζωή αξίζει σεβασμό αλλά και ο θάνατος και η ανθρωπιά μιας κοινωνίας φαίνεται ίσως περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού στον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στους νεκρούς της
Στυλιανός Καβάζης
Στα χρόνια που, στο όνομα της προστασίας της ζωής, μπήκε σε εφαρμογή μια πρωτοφανής λογική φόβου, περιορισμών και πρωτοκόλλων. Άνθρωποι πέθαναν μόνοι, οικογένειες στερήθηκαν την τελευταία αγκαλιά, το τελευταίο φιλί, την προσευχή δίπλα στον άνθρωπό τους, ακόμη και τον αποχαιρετισμό όπως τον γνώριζαν και τον είχαν ζήσει γενιές ολόκληρες.
Σήμερα βλέπουμε μία από τις τραγικές συνέπειες εκείνης της ανερμάτιστης διαχείρισης.
Στα κοιμητήρια Ευόσμου έχουν ήδη ανοίξει περίπου 800 τάφοι και, σύμφωνα με τον νέο πρόεδρο του Συνδέσμου Δήμων Δυτικής Θεσσαλονίκης, σε καμία περίπτωση δεν είχε ολοκληρωθεί η αποσύνθεση. Οι προγραμματισμένες μερικές εκταφές αναστέλλονται και αναζητείται διαφορετική λύση.
Κάπου εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα που δεν γίνεται να προσπεράσουμε.
Πόσο επιστημονικά τεκμηριωμένα ήταν όλα όσα επιβλήθηκαν τότε;
Πόσο αναγκαία ήταν;
Και πόσο χώρο αφήσαμε μέσα στον φόβο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια;
Γιατί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ήδη από το 2020 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν τότε ενδείξεις μετάδοσης του SARS-CoV-2 από σορούς ανθρώπων που είχαν πεθάνει από COVID-19 και παράλληλα τόνιζε την ανάγκη να προστατεύονται η αξιοπρέπεια των νεκρών, οι θρησκευτικές και πολιτισμικές παραδόσεις και οι οικογένειες.
Δεν αμφισβητώ ότι υπήρχε μια πραγματική υγειονομική κρίση. Αμφισβητώ όμως αν κάθε μέτρο που επιβλήθηκε ήταν αναγκαίο, αναλογικό και επαρκώς τεκμηριωμένο.
Αλλά κυρίως αναρωτιέμαι μήπως μέσα στον φόβο για την προστασία της ζωής ξεχάσαμε κάτι εξίσου σημαντικό, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου στη ζωή αλλά και στον θάνατο;
Γιατί ο νεκρός δεν είναι «περιστατικό». Είναι ο πατέρας, η μάνα, το παιδί, ο άνθρωπος που κάποιος αγάπησε. Όταν χρόνια μετά μια οικογένεια αναγκάζεται να ξανανοίξει τον τάφο του, δεν είναι απλώς μια εκταφή αλλά ένας δεύτερος θάνατος. Γι’ αυτό πιστεύω πως κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθούν όλα καθαρά. Όχι για να ξαναζήσουμε τον διχασμό εκείνης της εποχής, αλλά για να μάθουμε τι έγινε σωστά, τι έγινε λάθος και ποιος έχει την ευθύνη για τις συνέπειες. Γιατί η ζωή αξίζει σεβασμό αλλά και ο θάνατος και η ανθρωπιά μιας κοινωνίας φαίνεται ίσως περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού στον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στους νεκρούς της
Στυλιανός Καβάζης