
κζ΄. Ἐλεήμων στό ἔπακρο
Μαρτυρία ἱερομονάχου Ἰακώβου: «Ὁ Γέροντας ἔλεγε ὅτι πρέπει νά κάνωμε ἀγόγγυστη ἐλεημοσύνη καί τό ἐφάρμοζε ὁ ἴδιος: Ὅταν ἦταν ἄρρωστος, στό Γενικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν, ἔρχονταν πολλοί νά τόν δοῦν, νά πάρουν εὐλογία καί φυσικά ἄφηναν καί κάποια χρήματα στόν Γέροντα ”γιά τίς ἀνάγκες”, ὅπως ἔλεγαν. Ὅταν τοῦ ἔδιναν κάποιο φακελάκι μέ χρήματα δέν τό ἔπαιρνε, ἔλεγε ”ἄστο, πάτερ μου, μέσ᾽ στό κομοδίνο, ἐμεῖς εἴμαστε καλόγεροι, νά μήν λένε ὅτι ζητᾶμε χρήματα καί ἔχομε φιλαργυρία”. Ἕνα ἀπόγευμα, μοῦ λέει ὁ Γέροντας:
— Π. Ἱλαρίων, πᾶμε ᾽δῶ δίπλα νά δοῦμε τούς ἀσθενεῖς, νά ἐφαρμόσωμε καί αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως.
— Νά ᾽ναι εὐλογημένο, Γέροντα, πᾶμε.
— Μόνο, πάρε μέσα ἀπό τό κομοδίνο τά 5–6 φακελάκια, νά τά δώσωμε στούς ἀσθενεῖς, γιατί ἔχουν ἀνάγκη, εἶναι ψυχές φτωχές καί πονεμένες.
— Γέροντα, λέω, ὅλα ἤ νά κρατήσω ἕνα ἤ δύο;
— Ὅλα, Ἱλαρίωνά μου. ”Ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός”.
»Πήγαμε δίπλα σέ δύο θαλάμους, τούς μίλησε, τούς σταύρωσε, εὐχήθηκε περαστικά καί, διακριτικά χωρίς νά τόν πάρουν εἴδηση, ἔβαλε κάτω ἀπό τό μαξιλάρι μερικῶν ἀπό ἕνα φακελάκι καί φύγαμε. Μετά, ἀφοῦ ἐπιστρέψαμε στόν θάλαμο, ἦλθε κάποια κυρία καί λέει:
— Γέροντα, εὐχαριστῶ γιά ὅσα κάνατε.
— Δέν ἔκανα τίποτα, τέκνον μου, ἁπλά μία εὐχή καί μία δέηση γιά ταχεία ἀνάρρωση.
— Ὄχι, Γέροντα, γιά τά χρήματα πού μᾶς βάλατε στό μαξιλάρι.
»Τότε ὁ Γέροντας ἀνασηκώθηκε, ὅπως ἦταν στό κρεββάτι, καί λέει: ”Ἄκου, τέκνον μου, ἐγώ δέν ἔκανα τίποτα. Μπορεῖ οἱ νοσοκόμες πού καθάριζαν, νά τίς δώσανε κάτι καί κατά λάθος τήν ὥρα πού ἔβαλε τό μαξιλάρι νά ἔβαλε καί τό φακελάκι, ἐγώ δέν γνωρίζω. Κράτησέ το καί, ἄν ἔλθη καί τό ζητήση, δῶστο, ἄν ὄχι, κράτησέ το. Ἐγώ εἶμαι καλόγερος καί δέν ἔχω χρήματα”. Ἔτσι ἀναπαύτηκε ἡ κυρία καί ὁ Γέροντας πῆρε τό μισθό τῆς κρυφῆς ἐλεημοσύνης.
»Ἄλλη φορά -ἤμουν παρών ὡς μοναχός- πῆρε κάποιο φάκελο στά χέρια του ἀπό κάποιο προσκυνητή, μέ ἀρκετά χρήματα. Μετά ἔρχεται κάποιος ἱερομόναχος π. Παῦλος καί τοῦ δίνει τόν φάκελο νά τόν δώση σέ κάποιο ἄρρωστο παιδί, πού θά πήγαινε στό ἐξωτερικό γιά ἐγχείρηση.
— Γέροντα, λέω, μήπως εἶναι πολλά καί πρέπει νά κρατήσετε κάτι;
— Ὄχι, πάτερ μου, ὁ ἅγιος Δαυΐδ θά τά φέρη διπλάσια.
»Καί ὄντως μετά ἀπό δύο κιόλας ὧρες, ἦλθε κάποιος ἀφήνοντας στόν Γέροντα μία ἐπιταγή μέ διπλάσιο ποσό ἀπό αὐτό πού ἔδωσε ὁ Γέροντας.
»Ὁ Γέροντας συγκινημένος, μέ δάκρυα στά μάτια σηκώνεται, πάει στήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δαυΐδ, γονατίζει καί εὐχαριστεῖ τόν Ἅγιο γιά τό καθημερινό θαῦμα τῆς ἐλεημοσύνης».
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ 4 ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 153-155