Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: κζ΄. Ἐλεήμων στό ἔπακρο

κζ΄. Ἐλεήμων στό ἔπακρο

     Μαρ­τυ­ρί­α ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Ἰ­α­κώ­βου: «Ὁ Γέρον­τας ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νά κά­νω­με ἀ­γόγ­γυ­στη ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί τό ἐ­φάρ­μο­ζε ὁ ἴ­δι­ος: Ὅ­ταν ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, στό Γε­νι­κό Νο­σο­κο­μεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν, ἔρ­χον­ταν πολ­λοί νά τόν δοῦν, νά πά­ρουν εὐ­λο­γί­α καί φυ­σι­κά ἄ­φη­ναν καί κά­ποι­α χρή­μα­τα στόν Γέροντα ”γιά τίς ἀ­νάγ­κε­ς”, ὅ­πως ἔ­λε­γαν. Ὅ­ταν τοῦ ἔ­δι­ναν κάποιο φα­κε­λά­κι μέ χρή­μα­τα δέν τό ἔ­παιρ­νε, ἔ­λε­γε ”ἄ­στο, πά­τερ μου, μέ­σ᾽ στό κο­μο­δί­νο, ἐ­μεῖς εἴμα­στε κα­λόγεροι, νά μήν λέ­νε ὅ­τι ζη­τᾶ­με χρή­μα­τα καί ἔ­χο­με φι­λαρ­γυ­ρί­α­”. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, μοῦ λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας:

— Π. Ἱλα­ρί­ων, πᾶ­με ᾽δῶ δί­πλα νά δοῦ­με το­ύς ἀσθε­νεῖς, νά ἐ­φαρ­μό­σωμε καί αὐ­τό πού λέ­ει τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς Κρί­σε­ως.

— Νά ᾽ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο, Γέροντα, πᾶ­με.

— Μόνο, πά­ρε μέ­σα ἀ­πό τό κο­μο­δί­νο τά 5–6 φα­κελά­κι­α, νά τά δώ­σωμε στο­ύς ἀ­σθε­νεῖς, γι­α­τί ἔχουν ἀ­νάγ­κη, εἶ­ναι ψυ­χές φτω­χές καί πο­νε­μέ­νες.

— Γέροντα, λέ­ω, ὅ­λα ἤ νά κρα­τή­σω ἕ­να ἤ δύ­ο;

— Ὅ­λα, Ἱ­λα­ρί­ω­νά μου. ­”Ἱ­λα­ρὸν γὰρ δό­την ἀγα­πᾷ ὁ Θε­ός­”.

»Πήγαμε δί­πλα σέ δύ­ο θα­λά­μους, το­ύς μί­λη­σε, το­ύς στα­ύ­ρω­σε, εὐ­χή­θη­κε πε­ρα­στι­κά καί, δι­α­κρι­τι­κά χω­ρίς νά τόν πά­ρουν εἴ­δη­ση, ἔ­βα­λε κά­τω ἀ­πό τό μα­ξι­λά­ρι με­ρι­κῶν ἀ­πό ἕ­να φα­κε­λά­κι καί φύ­γα­με. Μετά, ἀ­φοῦ ἐ­πι­στρέ­ψα­με στόν θά­λα­μο, ἦλ­θε κά­ποι­α κυ­ρί­α καί λέ­ει:

— Γέροντα, εὐ­χα­ρι­στῶ γιά ὅ­σα κά­να­τε.

— Δέν ἔ­κα­να τί­πο­τα, τέ­κνον μου, ἁ­πλά μί­α εὐ­χή καί μί­α δέ­η­ση γιά τα­χε­ί­α ἀ­νάρ­ρω­ση.

— Ὄ­χι, Γέ­ρον­τα, γιά τά χρή­μα­τα πού μᾶς βάλα­τε στό μα­ξι­λά­ρι.

»Τότε ὁ Γέροντας ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, ὅ­πως ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι, καί λέ­ει: ”Ἄ­κου, τέ­κνον μου, ἐ­γώ δέν ἔ­κα­να τί­πο­τα. Μπο­ρεῖ οἱ νο­σο­κό­μες πού κα­θά­ρι­ζαν, νά τίς δώ­σα­νε κά­τι καί κα­τά λά­θος τήν ὥ­ρα πού ἔ­βα­λε τό μα­ξι­λά­ρι νά ἔ­βα­λε καί τό φα­κε­λά­κι, ἐ­γώ δέν γνω­ρί­ζω. Κρά­τη­σέ το καί, ἄν ἔλ­θη καί τό ζη­τή­ση, δῶστο, ἄν ὄ­χι, κρά­τη­σέ το. Ἐ­γώ εἶ­μαι κα­λό­γε­ρος καί δέν ἔ­χω χρή­μα­τα­”. Ἔ­τσι ἀ­να­πα­ύ­τη­κε ἡ κυ­ρί­α καί ὁ Γέροντας πῆ­ρε τό μι­σθό τῆς κρυ­φῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης.

»Ἄλ­λη φο­ρά -ἤ­μουν πα­ρών ὡς μο­να­χός- πῆρε κά­ποι­ο φά­κε­λο στά χέ­ρια του ἀ­πό κά­ποι­ο προ­σκυ­νη­τή, μέ ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα. Με­τά ἔρ­χε­ται κά­ποι­ος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος π. Παῦ­λος καί τοῦ δί­νει τόν φά­κε­λο νά τόν δώ­ση σέ κά­ποι­ο ἄρ­ρω­στο παι­δί, πού θά πήγαι­νε στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό γι­ά ἐγ­χεί­ρη­ση.

— Γέροντα, λέ­ω, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά καί πρέ­πει νά κρα­τή­σε­τε κά­τι;

— Ὄ­χι, πά­τερ μου, ὁ ἅ­γι­ος Δαυ­ΐδ θά τά φέ­ρη διπλά­σι­α.

»Καί ὄν­τως με­τά ἀπό δύ­ο κι­ό­λας ὧ­ρες, ἦλ­θε κάποι­ος ἀ­φή­νον­τας στόν Γέροντα μί­α ἐ­πι­τα­γή μέ δι­πλά­σι­ο πο­σό ἀ­πό αὐ­τό πού ἔ­δω­σε ὁ Γέροντας.

»Ὁ Γέροντας συγ­κι­νη­μέ­νος, μέ δά­κρυ­α στά μά­τι­α ση­κώ­νε­ται, πά­ει στήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Δαυ­ΐδ, γο­να­τί­ζει καί εὐ­χα­ρι­στεῖ τόν Ἅ­γι­ο γιά τό κα­θη­με­ρι­νό θαῦ­μα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4 ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 153-155