Ἆραγε, ὑπάρχει περίπτωση τὴν προπαγάνδα ὑπὲρ τῆς νόμιμης εὐθανασίας ἢ ὑπὲρ τῆς ἐπιτρεπτῆς ὑποβοήθησης αὐτοκτονίας νὰ τὴν διαδεχθεῖ κάποια στιγμὴ ἡ προπαγάνδα ὑπὲρ τῆς ὑποχρεωτικότητάς της;
Ὁ ἀναγνώστης ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ξεσπάσει σὲ δυνατὰ γέλια, ἀπορρίπτοντας ἐκ προοιμίου τὴν δῆθεν ἐξωπραγματικὴ βάση τοῦ ἐρωτήματος, θὰ ἦταν χρήσιμο νὰ σκεφθεῖ μήπως ἡ ἴδια ἀπορία εἶναι πιὸ ρεαλιστικὴ σὲ σχέση μὲ κάποια ἄλλα παραδείγματα προοδευτικῆς μετεξέλιξης μίας ἀρχικῶς ἀπαγορευμένης ἢ ἀξιόποινης συμπεριφορᾶς σὲ ἐπιτρεπόμενη, ἡ ὁποία καθόλου δὲν ἀποκλείεται νὰ καταστεῖ ὑποχρεωτική.
Κάποτε καὶ ἡ ὁμοφυλοφιλία ἦταν ἀξιόποινη, ἀλλὰ σήμερα προπαγανδίζεται ὡς ἀξιέπαινη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ στιγματίζεται ὡς «ὁμοφοβικὸς» ὅποιος ἑτεροφυλόφιλος τολμᾶ νὰ χαρακτηρίζει αὐτὴν καὶ τὸν νομοθετικῶς ἐγκεκριμένο γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων ὡς κάτι «μὴ φυσιολογικό», ἐνῶ (ὑποτίθεται ὅτι) θὰ ἔπρεπε ὁ ἴδιος ὡς ἑτεροφυλόφιλος νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι περίπου «ἀνώμαλος».
Μεγάλη ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «προφητεία» τῆς «ὑποχρεωτικῆς ὁμοφυλοφιλίας» ἐμπεριέχεται στὸ ἡμερολόγιο τοῦ Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1961 ποὺ τηροῦσε ὁ Ἄγγελος Βλάχος (1915-2003), ἀνιψιὸς τοῦ γνωστοῦ ἐκδότη τῆς ἐφημερίδας «Ἡ Καθημερινὴ» Γεωργίου Βλάχου, καὶ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος στὴν Γενεύη ἐκείνη τὴν χρονιά. Στὸν Ε΄ τόμο τοῦ βιβλίου του «Μία φορὰ κι ἕνα καιρὸ ἕνας διπλωμάτης…» [1], ὁ Βλάχος ἔγραφε προφητικά: «προπολεμικὰ ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν γνώριζε τὴν ἔξαρση ποὺ ἔχει σήμερα, ἔξαρση ποὺ συνοδεύτηκε ἀπὸ τὴν ἀνοχή, ἀργότερα ἀπὸ τὴν νομικὴ προστασία (Ἀγγλία) καὶ τώρα ἔγινε σχεδὸν τιμητικὴ διάκριση. Λέγεται ὅτι ἕνας γερο-λόρδος, ἀπολίθωμα τῆς βικτωριανῆς ἐποχῆς, εἶπε: Κάποτε ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀπαγορευόταν, ὕστερα ἔγινε ἀνεκτή, τώρα νομιμοποιήθηκε. Θὰ φύγω ἀπὸ τὴν Ἀγγλία προτοῦ γίνει ὑποχρεωτική».
Ἀντιστοίχως, πρόβλεψη περὶ τοῦ ἐνδεχομένου νὰ καταστεῖ ὑποχρεωτικὴ ἡ εὐθανασία εἶχε διατυπώσει ὁ Ἀλέξανδρος Βέλιος στὸ προπαγανδιστικὸ βιβλίο του ὑπὲρ τῆς εὐθανασίας, στὸ ὁποῖο ἔγινε ἀναφορὰ στὸ προηγούμενο Μέρος Δ΄ τοῦ παρόντος ἀφιερώματος. Ἐκκινώντας ἀπὸ τὴν σκέψη ὅτι «ἡ παράταση τῆς ζωῆς ἀνθρώπων ποὺ ἐπιβαρύνουν τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα καὶ τὸ σύστημα ὑγείας χωρὶς νὰ προσφέρουν ἀντίστοιχα στὸν Μολὼχ τῆς οἰκονομίας θὰ θεωρηθεῖ ἀσύμφορη» καὶ «οἱ ἴδιες οἱ οἰκονομίες δὲν θὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ συντηροῦν στρατιὲς ὑπέργηρων συνταξιούχων μὲ ὅ,τι συνεπάγεται ἡ φροντίδα τους μέχρι νὰ ἐπέλθει ὁ φυσικὸς θάνατος» [2], ὁ μακαρίτης ξεδιπλώνει ἕνα ἀξιοθαύμαστο συλλογισμό: [3]
«Καὶ στὴ σύγχρονη ἐποχή, οἱ νόμοι ὅπως καὶ οἱ ἠθικοὶ κανόνες ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ λογική. Ἐλᾶτε, ἂς μὴ κοροϊδευόμαστε κ.κ. οἰκονομολόγοι. Γιὰ σᾶς, τὸ μοντέλο τῆς ἀρχαίας Σπάρτης θὰ ΄πρεπε νὰ φαντάζει ἰδανικό. Ὡς ὑπόδειγμα κοινωνικῆς πρόνοιας, μὲ τὸν Καιάδα ν’ ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος προληπτικῆς πολιτικῆς κοινωνικῆς ἀσφάλισης! Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ πολιτικὴ ὄψη τοῦ νομίσματος τοῦ οἰκονομικοῦ δαρβινισμοῦ. Τίποτε δὲν ἀποκλείει, κάποια στιγμὴ στὸ μέλλον, ἡ ἐξουσία ν’ ἀποκτήσει διακριτικὴ εὐχέρεια στὸν θάνατο τῶν ὑπηκόων της, μὲ βάση νεοπαγῆ ἰδεολογήματα καὶ κριτήρια. Ἠχεῖ παράξενο; Κι ὅμως, ἤδη στὶς μέρες μας εἶναι αἰσθητὴ ἡ ὑφέρπουσα τάση πρὸς ἕνα ὁλοκληρωτικὸ ἐξουσιασμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνικῆς συλλογικότητας, κάτω ἀπὸ τὴ φλοίδα τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς δημοκρατίας».
Καὶ συνεχίζει ὁ Βέλιος: [4] «Ναί, προβλέπω ὅτι δὲν θ’ ἀργήσει ἡ μέρα ποὺ ἡ ἰατρικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ δὲν θὰ ὑποστηρίζουν πιὰ αὐτὸ ποὺ ἡ οἰκονομία δὲν μπορεῖ νὰ συντηρήσει ἢ τὸ σύστημα ἐξουσίας δὲν ἐπιθυμεῖ. Ἡ εὐθανασία θὰ προπαγανδιστεῖ δεόντως σὲ πρώτη φάση, καὶ στὴν ἀμέσως ἑπόμενη θὰ νομιμοποιηθεῖ. Στοὺς (πτωχοὺς) ἀνήμπορους, ἀνίατους, διαταραγμένους, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο μάλιστα ἴσως καὶ νὰ ἐπιβάλεται. Γιὰ τὸν μέσο πολίτη, θὰ θεωρεῖται ἀναφαίρετο δικαίωμα – καὶ γιὰ τὸν κάθε ὑπέργηρο περίπου ἠθικὴ ὑποχρέωση ἔναντι τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἀγαλλίαση γιὰ τὶς ἀσφαλιστικὲς ἑταιρεῖες, ξαλάφρωμα γιὰ τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα, ἀνακούφιση γιὰ τὸ σύστημα ὑγείας. Αὐτὸ ποὺ στὴν ἀρχαία Σπάρτη τῆς οἰκονομίας τοῦ λόγου καὶ τῆς ζωῆς συνοψιζόταν σὲ μία κοινωνικὴ εὐγονική, στὴ Δύση θὰ θεσμοθετηθεῖ ὡς ὅρος βιωσιμότητας τοῦ κοινωνικοῦ κράτους».
«Καὶ θὰ δοῦμε τότε τοὺς γιατρούς, τοὺς νομικούς, τοὺς ἠθικολόγους, τοὺς ἀνθρωπιστές, τοὺς παπάδες, ὅλους ἐκείνους ποὺ σήμερα διαδηλώνουν ὅτι ἡ εὐθανασία ἀποτελεῖ ἁμάρτημα κατὰ τῆς ζωῆς, νὰ καταπίνουν τοὺς ὅρκους, τὴν πίστη, τὶς τύψεις τους καὶ νὰ παρέχουν τὸ ἠθικοπλαστικὸ-ἐπιστημονικὸ περιτύλιγμα ποὺ θὰ νομιμοποιεῖ τὴν εὐθανασία, ὄχι μόνο στὴν πράξη, ἀλλὰ καὶ στὶς συνειδήσεις. Οἱ Ἐκκλησίες εἰδικότερα, ποὺ ἔχουν μάθει πῶς νὰ ἐπιδεικνύουν ταυτόχρονα θεοκρατικὴ ἀκαμψία καὶ κοσμικὴ εὐκαμψία, θὰ καταπιοῦν τὴ θεσμοθέτηση τοῦ εὖ θνήσκειν, ὅπως ἀκριβῶς συμβιβάστηκαν καὶ μὲ τὴ νομιμοποίηση τῶν ἐκτρώσεων ἢ μὲ τὸν γάμο ὁμόφυλων ζευγαριῶν».
Ὁ Βέλιος ὁλοκληρώνει τὴν καταγγελία του κατὰ τῶν διαφόρων Φαρισαίων ὑποκριτῶν, γράφοντας τὰ ἀκόλουθα: [5] «Ὅλοι ἐσεῖς οἱ κατ’ ἐπάγγελμα θεσμοφύλακες τῆς κοινωνικῆς ἀρετῆς, ἐσεῖς οἱ ἀξιοπρεπεῖς τενόροι μίας διατεταγμένης ζωῆς, ἐσεῖς ποὺ κρύβεστε ὡς πόντιοι πιλᾶτοι πίσω ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ νόμο, τὸν Ἱπποκράτη, αὐτὸ ποὺ ἀρνεῖστε σήμερα ν’ ἀναγνωρίσετε ὡς δικαίωμα ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀτόμου, αὔριο θὰ τὸ δεχθεῖτε ὡς Ἑνδεκάτη Ἐντολὴ κατ’ ἐπιταγὴ τῆς ἀγοραίας οἰκονομίας. Οἱ χλιαρὲς ἀντιρρήσεις ἢ διαμαρτυρίες σας δὲν θὰ εἶναι παρὰ τὸ φῦλο τῆς συμμόρφωσής σας.
Ναί, ἡ ἐπιστροφὴ στὴν κοινωνία τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, φαντάζει μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα ἀναπόφευκτη. Θὰ εἶναι, ἐξάλλου, μία ἐπιστροφὴ πολιτικῶς ὀρθολογική. Ἀνάμεσα στὰ κούτσαυλα βρέφη ποὺ οἱ Σπαρτιάτες ξεφορτώνονταν στὸν Καιάδα, μπορεῖ καὶ νὰ κρυβόταν τὸ πνεῦμα ἑνὸς μελλοντικοῦ Σωκράτη, ποὺ θὰ ἔκανε καὶ τὴ Σπάρτη Ἀθήνα. Μὲ τὰ καθυστερημένα παιδιά, τοὺς ἀνίατους καὶ τοὺς ὑπέργηρους, τέτοια πιθανότητα δὲν ὑπάρχει. Πεῖτε το: ἀποτελοῦν περιττὰ βαρίδια γιὰ τὴν ἀνταγωνιστικότητα καὶ τὴ βαρυφορτωμένη κοινωνικὴ ἀσφάλιση. Στὸν σημερινὸ σκληρὸ κόσμο, ἰσχνὸ ρόλο παίζουν ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁ Θεὸς κι ὁ Ἱπποκράτης – ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ (καὶ τελειώνουν στὴν) οἰκονομία. Θ’ ἀναρωτηθεῖτε ἴσως, ἐντελῶς αὐθόρμητα: Καὶ ἡ ἱερότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς; Ὁ ἀνθρωπιστικὸς φιλελευθερισμὸς τῆς Δύσης; Πῶς εἶναι δυνατὸ ν’ ἀπολακτίσει ὁ πολιτισμός μας τούτη τὴν κιβωτὸ τῆς διαθήκης τοῦ Διαφωτισμοῦ; – Ἀφελὲς κι ἀνιστόρητο ἐρώτημα. Ἐπὶ αἰῶνες οἱ πιστοὶ τῆς χριστιανικῆς Εὐρώπης ἀλληλοσφάζονταν μὲ ἀνεξάντλητη θηριωδία, οἱ Εὐρωπαῖοι δημοκράτες ἐπιδίδονταν στὴν πιὸ στυγνὴ ἀποικιοκρατία, τὰ ἀλληλοϋποβλεπόμενα εὐρωπαϊκὰ ἔθνη προκαλοῦσαν ἑκατόμβες νεκρῶν. Ὑπάρχει πιὸ αἱματηρὴ καὶ ἀπάνθρωπη ἱστορία ἀπὸ αὐτὴ τοῦ δυτικοῦ μας πολιτισμοῦ; Κι ὁ ἴδιος ὁ σύγχρονος καπιταλισμός, δὲν εἶναι ἀλήθεια ἕνας πολιτισμὸς τῆς ἀνισότητας, ἕνας ταξικὸς πολιτισμὸς ποὺ ἐμπεριέχει τὸ σπέρμα τοῦ κοινωνικοῦ ρατσισμοῦ μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται; Ὅ,τι κι ἂν θέλουμε νὰ πιστεύουμε, οὔτε στὸν σημερινὸ δυτικὸ πολιτισμὸ τοῦ νεοφιλελεύθερου δαρβινισμοῦ, τῆς παντοκρατορίας τῶν ἀγορῶν καὶ τοῦ ἀλαζονικοῦ παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἔχει τὴν ἀξία ποὺ τῆς ἀποδίδεται ρητορικά, νομοθετικά, συνταγματικά. Ὁ Μαμωνὰς εἶναι ὑπὲρ τῆς εὐκτονίας. Κι αὐτὸς θὰ ἐπικρατήσει τελικά».
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Ὅποιος θέλει νὰ μελετήσει τὶς προπαγανδιστικὲς ἀναφορὲς ποὺ γίνονται στὴν λογοτεχνία ἢ τὸν κινηματογράφο ὑπὲρ τῆς εὐεργετικῆς συνέπειας ποὺ ἔχει ἡ αὐτοκτονία ἢ ἡ εὐθανασία γιὰ τὸ ἴδιο τὸ θῦμα ἢ γιὰ τὴν κοινωνία, θὰ ἐντοπίσει ἄφθονο ὑλικό.
Πέραν τῆς κλασσικῆς γιὰ τὴν ὑποβοηθούμενη αὐτοκτονία ταινίας «Ἡ θάλασσα μέσα μου», ἀντιπροσωπευτικὸ εἶναι καὶ τὸ μυθιστόρημα ἐπιστημονικῆς φαντασίας τῆς Φ. Ντ. Τζέημς «Τὰ παιδιὰ τῶν ἀνθρώπων» (Children of men), γραμμένο τὸ 1992: [6]
Ὁ πλανήτης μαστίζεται ἀπὸ στειρότητα κι ἔτσι τὸ ἀνθρώπινο εἶδος ἀπειλεῖται μὲ ἐξαφάνιση. Ὅλος ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπὸ αὐταρχικὰ καθεστῶτα ποὺ ἔχουν ψύχωση μὲ τὴν ἀσφάλεια, ἡ ὁποία ἀπειλεῖται ἀπὸ ἀνεξέλεγκτες ροὲς λαθρομεταναστῶν. Σὲ αὐτὸ τὸ δυστοπικὸ φόντο, οἱ ὑπέργηροι πολίτες ἐνθαρρύνονται νὰ αὐτοκτονήσουν γιὰ τὸ εὐρύτερο καλό, κάνοντας χρήση ἑνὸς ναρκωτικοῦ ποὺ ὀνομάζεται «Γαλήνη» [7].
Παρόμοιο φαινόμενο καταγράφεται καὶ στὴν «Οὐτοπία» τοῦ Ἄγγλου πολιτικοῦ καὶ φιλοσόφου Τόμας Μούρ [8]. Tὸ κρίσιμο χωρίο ποὺ ἀφορᾶ τὴν αὐτοκτονία εἶναι τὸ ἀκόλουθο: «Ἐάν, ἐκτὸς ποὺ εἶναι ἀθεράπευτη, ἡ ἀσθένεια προκαλεῖ καὶ ἀσταμάτητο βασανιστικὸ πόνο, μερικοὶ ἱερεῖς καὶ κυβερνητικοὶ ἀξιωματοῦχοι ἐπισκέπτονται τὸ πρόσωπο ποὺ ἀνέφερα καὶ τοῦ λένε τὰ ἑξῆς περίπου: Ἂς δοῦμε τὰ πράγματα ὅπως εἶναι. Ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ ζήσεις φυσιολογικά. Φέρνεις μονάχα ἐνόχληση στοὺς ἄλλους καὶ βάρος στὸν ἑαυτό σου – στὴν πραγματικότητα ζεῖς μία μεταθανάτια ζωή. Γι’ αὐτό, γιατί νὰ συνεχίσεις νὰ τρέφεις τὰ μικρόβια; Ἐφ’ ὅσον ἡ ζωή σου εἶναι βάρος, γιατί διστάζεις νὰ πεθάνεις; Εἶσαι φυλακισμένος σὲ μία αἴθουσα βασανιστηρίων – γιατί δὲν δραπετεύεις νὰ γλυτώσεις σ’ ἕνα καλύτερο κόσμο;».
Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἄγγλου κληρικοῦ καὶ συγγραφέως Τζὸν Ντάν: [9] «στὴν Κέα οἱ ἀσύμφοροι γέροντες ἔπαιρναν μόνοι τους δηλητήριο, κι αὐτὸ τὸ ἔκαναν στεφανωμένοι μὲ γιρλάντες, σὰν θριαμβευτὲς ἐπὶ τῆς ἀνθρώπινης ἀθλιότητας».
Ἂς θυμηθοῦμε, ἐπίσης, τί ἔγραφε καὶ ὁ ἰατρός, ἀνθρωπολόγος καὶ ἐγκληματολόγος Τσέζαρε Λομπρόζο στὸ ἔργο του «Ὁ ἐγκληματίας ἄνθρωπος»: [10]
«Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἔθιμον τοῦ φονεύειν τοὺς γέροντας καὶ τοὺς ἀσθενεῖς δὲν ἐπικρατεῖ ἀποκλειστικῶς παρὰ τοῖς ἀγρίοις, ἀλλ’ ἐπεκράτει καὶ ἐν Εὐρώπῃ, πρὶν ἢ αἱ ἠθικαὶ καὶ νομολογικαὶ ἰδέαι φθάσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τῆς ἐξελίξεως, εἰς ὅν ἔφθασε κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους αἰῶνας. Ὁ Ἡρόδοτος διηγεῖται ὅτι οἱ Μασσογέται ἐφόνευον τοὺς ἑαυτῶν γέροντας. Τὸ αὐτὸ λέγει ὁ Αἰλιανὸς περὶ τῶν Ὑπερβορείων καὶ ὁ Πλάτων περὶ λαοῦ τινος τῆς Σαρδηνίας. Ὁ Στράβων λέγει περὶ τῶν κατοίκων τῆς ἀρχαίας Βακτριανῆς ὅτι ἀνέτρεφον ἐπίτηδες κύνας, ἵνα καταβροχθίζωσι τοὺς γέροντας καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ὁ Σουετώνιος λέγει ὅτι οἱ Ρωμαῖοι ἐξέθετον τοὺς ἀσθενεῖς ἐκ τῶν δούλων αὐτῶν εἴς τινα νῆσον τοῦ Τιβέρεως. Οἱ Σπαρτᾶται ἀπέρριπτον τὰ παραμεμορφωμένα τέκνα των. Ἀρχαία σκανδιναυικὴ παράδοσις ἀναφέρει μαχητὰς ἀσθενεῖς κρημνιζομένους ἀπὸ τοῦ Atternis stapi, τουτέστι ἀπὸ τοῦ βράχου τῆς οἰκογενείας, ἐν Σουηδίᾳ δὲ διεσώζοντο μέχρι τοῦ 1600 ὀγκώδη ρόπαλα λεγόμενα Atta-Klubov, ἤτοι ρόπαλα τῆς οἰκογενείας, δι’ ὧν οἱ πρεσβῦται καὶ οἱ ἀνιάτως νοσοῦντες ἐθανατοῦντο τὸ πάλαι δημοτελῶς ὑπὸ τῶν συγγενῶν των».
Δυστυχῶς, εὐμενῆ στάση πρὸς τὴν εὐθανασία τηροῦσαν καὶ Ἕλληνες λογοτέχνες κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Δύο χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἀναφέρει στὸ ὀγκῶδες βιβλίο του «“Ἄξια” καὶ “ἀνάξια” ζωὴ» [11] ὁ Γιῶργος Κόκκινος, καθηγητὴς Ἱστορίας καὶ Διδακτικῆς τῆς Ἱστορίας στὸ Πανεπιστήμιο Αἰγαίου.
Τὸ πρῶτο παράδειγμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Δημοσθένη Βουτυρά, «ὁ ὁποῖος στὴ νουβέλλα του Ἀλανιάρηδες, γραμμένη τὸ 1912 καὶ δημοσιευμένη γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ 1914, ὠθεῖ τὸν κεντρικὸ ἥρωα, χωρὶς μάλιστα ἰδιάζουσες συνειδησιακὲς περιπλοκὲς ντοστογιεφσκικοῦ ἢ παπαδιαμαντικοῦ χαρακτήρα, στὸν φόνο τῆς μητέρας του, γιὰ νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια καὶ τὰ δεινὰ τῆς κοινωνικῆς ἐξαθλίωσης».
Τὸ δεύτερο παράδειγμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Θεοτόκη, ὁ ὁποῖος στὴν νουβέλλα του «Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος τοῦ Καραβέλα», ποὺ ἐξεδόθη τὸ 1920, γράφει: «Κι’ ἂν ὁ ἄρρωστος ἀργεῖ νὰ πεθάνει, ἀφοῦ τόνε χρίσανε, γιὰ νὰ μὴ τυχὸν ζήσει καὶ γιατρευτεῖ ἔπειτα, ὁ φλάρης [= ὁ καθολικὸς ἱερέας] τόνε πιάνει ἀπὸ τὸ λαρύγγι καὶ τόνε μένει. Νὰ σοῦ πῶ, κάνουνε καλά· οἰκονομᾶνε ἔτσι τοῦ ἀνθρώπου καμπόσα βάσανα».
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ὑποχρεωτικὴ εὐθανασία, αὐτὴ ἐνδέχεται νὰ συνδεθεῖ μὲ κάποια ἀπὸ τὶς προπαγανδιζόμενες «παγκόσμιες ἀπειλές», π.χ. τὸν ὑπερπληθυσμὸ ἢ τὴν «κλιματικὴ ἀλλαγή». Τὸ διήγημα τῆς Τζόαν Κάρλτον «Ἡμέρα Ἐξόδου» [12] περιέχει μία τέτοια προφητεία: Οἱ ἄνθρωποι θανατώνονταν ὑποχρεωτικῶς στὴν ἡλικία τῶν 35 ἐτῶν, προκειμένου νὰ σώσουν τὸν πλανήτη ἀπὸ τὴν κλιματικὴ ἀλλαγή, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς τεχνολογίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ὑπερπληθυσμοῦ. Ὁ θάνατος εἶχε ἀπαλειφθεῖ ἀπὸ τὸ παγκόσμιο λεξιλόγιο καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἔκαναν λόγο ἐξωραϊστικὰ γιὰ «ἀποχώρηση» κατὰ τὴν «ἡμέρα τῆς ἐξόδου» τους!
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις;
[1] Βιβλιοπωλεῖον τῆς “Ἑστίας” Ἰ.Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., 2η ἐκδ., Ἀθήνα 1989, σελ. 116. [2] Βέλιος, Ἐγὼ κι ὁ θάνατός μου. Τὸ δικαίωμα στὴν εὐθανασία, ἐκδ. Ροές, Ἀθήνα 2016, σελ. 44. [3] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 44/45. [4] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 45. [5] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 47. [6] Μτφ.: Σώτη Τριανταφύλλου, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2006· ἡ μεταφορά του στὸν κινηματογράφο ἔγινε τὸ 2006. [7] Πρβλ. καὶ Βογιατζῆ, Sci-Fi καὶ Θεολογία, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2022, σελ. 409 ἑπ., 427/428. Ἐπίσης Critchley, ὅ.π., σελ. 51-52. [8] Μτφ.: Γ. Καραγιάννης, ἐκδ. Κάλβος, Ἀθήνα 1984, σελ. 105. [9] Donne, Biathanatos, Περὶ αὐτοκτονίας, μτφ.: Μαρία Γιούνη, ἐκδ. Βάνιας, 1994, σελ. 27. [10] Τόμ. A΄, μτφ.: Μπ. Ἄννινος, ἐκδ. Χρ. Φέξης, Ἐν Ἀθήναις 1925, σελ. 46. [11] Ἔκδ. Ταξιδευτής, Ἀθήνα 2021, σελ. 279/280. [12] Δημοσιευμένο στὴν ἀνθολογία «Ἔσχατοι Οἰωνοί», μτφ.: Ἐριφύλη Πιτέλη, ἐκδ. Ἡ Ἄγνωστη Καντάθ, 2023, σελ. 36 ἑπ.