Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 2731
Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου
3 Μαΐου 2026
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Προσφιλέστατοι
ἀκροαταί, σᾶς χαιρετῶ ἐν Χριστῷ τῷ ἀναστάντι Κυρίῳ. Ἂν ὑπάρχουν δυὸ
λέξεις, μέσα στὶς ὁποῖες συνοψίζεται ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὲς εἶνε
«Χριστὸς ἀνέστη»!
Λέμε λοιπὸν σήμερα σὲ ὅλους, ὅτι ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἱστορικὸ γεγονός. Ὁμιλοῦμε μὲ τὴ γλῶσσα τῆς ἱστορίας καὶ σαλπίζουμε, ὅτι ἡ Ἀνάστασις εἶνε τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς μὲ παγκόσμια ἀκτινοβολία. Θὰ μοῦ πῇ κάποιος ἄπιστος· Αὐτὰ εἶνε λόγια, ἐμεῖς θέλουμε ἀποδείξεις. Σᾶς λέω λοιπόν, ὅτι κανένα ἄλλο γεγονὸς δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἔχει ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.
* * *
Ἂς στήσουμε τώρα ἕνα δικαστήριο καὶ νὰ
βάλουμε κριτὴ – δικαστὴ τὴν Ἱστορία, ποὺ δὲν ἀκούει μύθους καὶ
παραμύθια· δέχεται μαρτυρίες, γεγονότα, τεκμήρια, ἱστορικὲς ἀποδείξεις.
Πρῶτοι μάρτυρες ποὺ προσέρχονται εἶνε οἱ προφῆτες τῆς παλαιᾶς
διαθήκης. Προανήγγειλαν τὴν Ἀνάστασι· καὶ ἔγινε, δὲν διαψεύσθηκαν.
Ἔρχεται ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ καὶ προλέγει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἀπόγονος τοῦ υἱοῦ
του Ἰούδα θὰ κοιμηθῇ στὸν τάφο σὰν λιοντάρι καὶ σκύμνος λέοντος, ἀλλὰ
καὶ ἔτσι πάλι θὰ εἶνε φοβερός. «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» (Γέν. 49,9). Σᾶς
ἐρωτῶ· ἅμα δῇς λιοντάρι νὰ κοιμᾶται, τολμᾷς νὰ τὸ ξυπνήσῃς; Ὅταν
ξύπνησε – ἀναστήθηκε, οἱ φρουροί του ἀπὸ τὸ φόβο τους ἔγιναν σὰν νεκροί
(Ματθ. 28,4).
Ἔρχεται καὶ ὁ Δαυῒδ μὲ τὴ λύρα του καὶ ψάλλει· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ
διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ
μισοῦντες αὐτόν» (Ψαλμ. 67,2).
Μετὰ τοὺς προφῆτες ἔρχονται οἱ ἀπόστολοι. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μὲ
παρρησία ὑπενθυμίζει στοὺς Ἰουδαίους τὴν προφητεία τῶν Ψαλμῶν ποὺ βρῆκε
τὴν ἐκπλήρωσί της στὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου· «Ἡ σάρξ μου», λέει ὁ
Μεσσίας, «κατασκηνώσει ἐπ᾽ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου
εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. ἐγνώρισάς μοι
ὁδοὺς ζωῆς» (Ψαλμ. 15,9-11=Πράξ. 2,26-28).
Μετὰ ἔρχονται ἄλλες μαρτυρίες, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ εἶπαν οἱ φύλακες οἱ
ὁποῖοι φρουροῦσαν τὸ σφραγισμένο μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Πῆραν χρήματα ἀπὸ
τοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ διαδώσουν ψευδῶς, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἦρθαν νύχτα καὶ
ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ὅμως, ὅπως εἶπαν, ὁ Χριστὸς ἐκλάπη,
τότε ἡ φρουρὰ τῶν στρατιωτῶν θὰ περνοῦσε ἀπὸ στρατοδικεῖο καὶ θὰ
ἐκτελοῦντο· τόσο αὐστηρὴ ἦταν ἡ ῾Ρώμη. Οὔτε τοὺς ἐκτέλεσαν ὅμως, οὔτε
ἔψαξαν νὰ βροῦν καὶ νὰ δείξουν τὸ «κλεμμένο» σῶμα· οἱ ἴδιοι βεβαίωσαν τὸ
γεγονός, ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τὰ χρήματα τὸ ἔκρυψαν.
Τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ ἐπίσης τὸ κενὸ μνῆμα, ὁ ἄδειος τάφος.
Πρωὶ – πρωὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης πήγαιναν τρέχοντας στὸ μνῆμα. Ὁ
Ἰωάννης ὡς νεώτερος ἔφτασε πρῶτος, ἀλλὰ δὲν τολμοῦσε νὰ μπῇ μέσα. Ὅταν
ἦρθε ὁ Πέτρος, πιὸ θαρραλέος, μπῆκε. «Καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ
τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων
κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰω. 20,7). Τί
σημαίνουν αὐτά; Οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν πέθαινε ἄνθρωπος, τὸν ἔλουζαν, τὸν
ἄλειφαν μὲ ἀρώματα καὶ μετά, ὅπως ἡ μάνα φασκιώνει μὲ κορδέλλες τὸ
παιδί, ἔτσι τύλιγαν τὸ σῶμα μὲ τὰ ὀθόνια – φασκές, ἐνῷ τὸ κεφάλι τὸ
σκέπαζαν μὲ τὸ σουδάριο. Αὐτὰ κολλοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσες πλέον νὰ τὰ
ξεκολλήσῃς. Ἂν ἐπέμενες νὰ τὰ ξεκολλήσῃς, ἔπρεπε ν᾽ ἀποσπάσῃς καὶ
σάρκες. Ἐὰν λοιπὸν πήγαινε κάποιος νὰ κλέψῃ τὸ σῶμα, θὰ τὸ ἔπαιρνε
μαζὶ μὲ τὰ ὀθόνια· ὅταν κανεὶς κλέβῃ, εἶνε βιαστικός· γιὰ νὰ
ξεκολλήσουν αὐτά, θὰ χρειάζονταν ὧρες καὶ ζεστὸ νερό. Αὐτὰ ὅμως τώρα
ἔμειναν πίσω. Ὤ θαῦμα! Ξέρετε τί συνέβη; Ἅμα γκρεμίσετε ποτὲ τοῖχο, θὰ
δῆτε μέσα σὲ τρύπες τὰ φιδοπουκάμισα τῶν φιδιῶν. Ὅπως λοιπὸν τὴν ἄνοιξι
τὸ φίδι γλιστράει καὶ φεύγει μέσα ἀπὸ τὸ πουκάμισό του καὶ τὸ ἀφήνει
πίσω του, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς γλίστρησε καὶ βγῆκε ἀφήνοντας πίσω τὰ
ὀθόνια κείμενα καὶ τὸ σουδάριο χωριστά.
Εἶνε, ἀδέρφια μου, τόσο πολλὰ τὰ τεκμήρια τῆς Ἀναστάσεως! Ἰσχυρὸ εἶνε
καὶ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φρονήματος τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Τοὺς θυμᾶστε; Τὴν
Πέμπτη τὸ βράδυ, ἅμα παρουσιάστηκε ἡ σπεῖρα μὲ τὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς
φανούς, τὸν ἄφησαν μόνο τὸ Χριστό. Γυναῖκες παραστάθηκαν στὸ σταυρό,
ξένος ἄνθρωπος τὸν ἀποκαθήλωσε. Οἱ μαθηταὶ κλείστηκαν φοβισμένοι. Καὶ
μόνο κλεισμένοι; καὶ δύσπιστοι! Ὅταν πῆγε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοὺς
εἶπε, Ἀνέστη ὁ Κύριος, τὰ λόγια της τοὺς φάνηκαν ἀνόητα. Τί λέει αὐτή;
εἶπαν. Ἀλλὰ μετά; ὤ μετά!… Ἐλᾶτε νὰ τὸ ἐξηγήσετε. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν σὰν
λαγοί, τοὺς βλέπεις τώρα λιοντάρια. Οἱ ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας νὰ
ξεκινᾶνε τὴ μεγάλη τους περιπέτεια ποὺ σὰν αὐτὴ δὲν γνώρισε ἄλλη ὁ
κόσμος. Ὁ Ἀνδρέας πάει στὴν Πάτρα, ὁ Πέτρος στὴ ῾Ρώμη, ὁ Ματθαῖος στὴν
Αἴγυπτο, ὁ Ἰωάννης στὴν Πάτμο καὶ στὴν Ἔφεσο, ὁ Θωμᾶς στὶς Ἰνδίες… Κ᾽
ἐρωτῶ λοιπόν· ποιό ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἄλλαξε; Τὸ χρῆμα; ἡ δόξα;
Ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ὤθησε ἦταν ἡ πίστις. Ποιά πίστις; ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος.
Τὸ λένε· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰω. 20,25), εἴδαμε τὸν Κύριο. Καὶ ὁ
Θωμᾶς, ὁ πιὸ δύσπιστος, λέει «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20,29).
Δὲν σᾶς εἶπα τίποτα. Ἡ πιὸ μεγάλη μαρτυρία ποιά εἶνε, μπροστὰ στὴν ὁποία
σπᾶνε ὅλα τὰ κύματα; Ὅπως ὑπάρχουν στὴ θάλασσα βράχια καὶ πάνω τους
σπᾶνε τὰ κύματα, ἔτσι στὴν πίστι μας ὑπάρχει ἕνας βράχος, ποὺ πάνω του
διαλύονται ὅλα τὰ κύματα τῆς ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας. Καὶ ὁ βράχος αὐτὸς
ποιός εἶνε; Εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τί ἦταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος;
Μανιώδης διώκτης ποὺ κυνηγοῦσε τοὺς Χριστιανούς. Ἂν δὲν ἔκλεινε δέκα –
εἴκοσι Χριστιανοὺς μέσ᾽ στὰ μπουντρούμια, ὁ Παῦλος δὲν ἡσύχαζε. Καὶ
ἔβαφε τὰ χέρια του μὲ τὸ αἷμα. Καὶ τώρα ξαφνικὰ τὸν βλέπεις καί, αὐτὸς ὁ
διώκτης, τί γίνεται· ὁ μεγαλύτερος κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ γίνεται
χρυσαετός· πέταξε ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα σὲ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἔφτασε ἐδῶ,
καὶ πῆγε παντοῦ μέχρι καὶ στὴ ῾Ρώμη. Καὶ ὅπου νὰ στεκόταν τί ἔλεγε;
Διαβάστε πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολή· ὅτι, Ἐγώ, προκειμένου νὰ κερδίσω
τὸ Χριστό, ὅλα αὐτὰ ποὺ προσελκύουν τὸν κόσμο ἐγὼ τὰ θεωρῶ σκύβαλα,
δηλαδὴ σκουπίδια· κοπριὰ τοῦ διαβόλου τὰ θεωρῶ, καὶ κρατῶ τὸ διαμάντι.
Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ κρατῶ εὔχομαι στὸ Θεό, νὰ γνωρίσω περισσότερο τὸ
Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεὸ ν᾽ ἀγαπήσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ
Θεό, λέει, ὁ Παῦλος πρὸς τοὺς Φιλιππησίους, νὰ αἰσθανθῶ, νὰ γνωρίσω «τὴν
δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ» (Φιλ. 3,8,10).
Λοιπόν, μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως εἶνε οἱ ἀπόστολοι καὶ κορυφαῖος ὁ
ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ μόνο αὐτοί; Ἀκολουθοῦν ἀναρίθμητοι· οἱ μάρτυρες
τῶν πρώτων αἰώνων· ἔρχονται φτωχοί, ῥακένδυτοι, ἀλλὰ καὶ βασίλισσες καὶ
ἡγεμόνες καὶ στρατηγοί· ἔρχονται ἀκόμη ἀγράμματοι ἀλλὰ καὶ σοφοί, ἀπ᾽
ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ ἐπαγγέλματα· ἔρχονται καὶ πέφτουν μέσ᾽ στὰ θηρία
τὰ πεινασμένα καὶ στὶς φωτιὲς καὶ στὰ ἀμφιθέατρα καὶ φωνάζουν· «Χριστὸς
ἀνέστη»!
Καὶ τελειώνω ἀναφέροντας 2 – 3 ἀκόμη ἱστορικὰ γεγονότα.
• Στὴ Μικρὰ Ἀσία ἕνας μπέης ἔπιασε ἕνα Χριστιανὸ κοντὰ στὸν Πόντο. Τὸν
εἶδε ἔξυπνο, ἱκανὸ καὶ ἤθελε νὰ τὸν κάνῃ Τοῦρκο. Προσπάθησε μὲ γλυκὰ
λόγια. Ἀδύνατον. Τοῦ λέει· –Ξέρεις, ἂν δὲν σὲ κάνω ἐγὼ δικό μου, θὰ σὲ
σκοτώσω. Ὁ γκρέκος ἦταν ἔξυπνος. –Καλά, μπέη μου, ἀφοῦ εἶνε θέλημά σου,
θὰ γίνω Τοῦρκος. Ἀλλὰ ἕνα τέτοιο γεγονὸς εἶνε μεγάλο γεγονός. Δὲν πρέπει
νὰ τὸ κάνω κρυφά, θὰ τὸ κάνω φανερά. –Ποῦ θέλεις; –Θὰ τὸ κάνω μιὰ
μεγάλη μέρα. –Ποιά μέρα; –Τὴ Λαμπρή, λέει. Ὁ Τοῦρκος χάρηκε. –Καὶ ποῦ
θέλεις, παιδί μου; –Ν᾽ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ καὶ νὰ τὸ διαλαλήσω. Ἦρθε λοιπὸν ἡ
Λαμπρή. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη εἶχαν πένθος. Πατεῖς με πατῶ σε
οἱ Τουρκαλᾶδες περιμένανε. Αὐτὸς ἔκανε μυστικὰ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ
λέει· Χριστέ, κοντὰ στοὺς ἀποστόλους, κοντὰ στοὺς μάρτυρες ἀξίωσε κ᾽
ἐμένα νὰ φωνάξω, ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀληθινὸς Θεός. ᾽Ανέβηκε καί, καθὼς εἶχε
καὶ γλυκειὰ φωνή, ἀρχίζει· «Χριστὸς ἀνέστη…», φώναξε. Ὅταν τ᾽ ἄκουσαν
οἱ Τοῦρκοι, λύσσαξαν. Ὅσο ν᾽ ἀνεβοῦν ἐπάνω, πέρασαν λεπτά. Ὅταν πιὰ
ἀνέβηκαν, τό ᾽χε πεῖ δεκαπέντε φορὲς τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἕνας Τοῦρκος
τὸν ἅρπαξε, τὸν ἔρριξε κάτω ἀπὸ τὸ τζαμί κ᾽ ἔβαψε μὲ τὸ αἷμα του τὸ
«Χριστὸς ἀνέστη».
• Θέλετε ἄλλο; Στὴν Κοζάνη, ποὺ πῆγα πρὸ ἐτῶν, βρῆκα ἕνα γεροντάκο 80
χρονῶν. –Γέροντα, λέω, ποιά ἦταν ἡ πιὸ ὡραία ἡμέρα τῆς ζωῆς σου;
Περίμενα νὰ δῶ τί θὰ μοῦ πῇ· τὴν παντρειά του, τὴν ἀρραβωνιαστικιά του…,
τί ἦταν τέλος πάντων ἡ χαρά του; Καὶ τί μοῦ εἶπε; –Ἤμουν, λέει, τὴν
ὥρα ποὺ στὴν πλατεῖα τῆς Κοζάνης, τὸ 1912, ἦρθε τρεχᾶτος ἕνας τσολιᾶς
καὶ φώναξε· Ἀδέρφια, «Χριστὸς ἀνέστη»! Τί ἔγινε; Ὅλοι φωνάζανε «Χριστὸς
ἀνέστη»! Εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἡ πατρίδα μας μὲ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», πού ᾽χε
διπλῆ σημασία, ἐθνικὴ καὶ θρησκευτική, γιατὶ εἶνε ζυμωμένο μὲ τὰ
αἵματα καὶ τὴν ἱστορία μας.
• Καὶ τέλος ἕνα τελευταῖο «Χριστὸς ἀνέστη». Μὴ μὲ παρεξηγήσετε. Τὸ
«Χριστὸς ἀνέστη» αὐτὸ ἀκούστηκε στὴ Μόσχα. Πότε; Στὰ 1917. Στὸ
μεγαλύτερο θέατρο ἕνας ἄθεος, ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἄντρες τῆς ῾Ρωσικῆς
ἐπαναστάσεως, ἀνέβηκε στὸ βῆμα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ στὸ
κατάμεστο ἀκροατήριο ἐπὶ δυὸ ὧρες ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε εἶπε,
ὅ,τι εἶχε ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως· ὕβρισε τὸ Χριστό,
τοὺς ἁγίους, τὰ λείψανα, τὰ πάντα. Ἕνας νεαρὸς δὲν ξέρω πῶς, ὅταν
τελείωσε αὐτός, σηκώνει τὸ χέρι του. –Σύντροφε, λέει, κάτι θέλω νὰ πῶ.
–Τί θὰ πῇς; τοῦ λέει· θὰ σοῦ ἐπιτρέψω, ἀλλὰ σύντομα. Ὁ νέος, ποὺ ἀπὸ
παιδὶ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴ γιαγιά του τὴ φωτιὰ τοῦ οὐρανοῦ, λέει·
–Σύντομα, σύντροφε, οὔτε δυὸ λεπτά. –Ἔ, ἀνέβα ἀπάνω. Ἀνεβαίνει καὶ
φωνάζει στὰ ῥώσικα· «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἐβόησε ὅλο τὸ ἀμφιθέατρο «Ἀληθῶς
ἀνέστη»! Λαγὸς ἔγινε ὁ σύντροφος.
* * *
Ἀδέρφια μου, «ὅσοι πιστοί», ἄντρες καὶ γυναῖκες, στὸν αἰῶνα αὐτὸν τῆς ἀπιστίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ. Μπορεῖ ν᾽ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ ἕνα πρᾶγμα μὴν ἀμφιβάλλῃς· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Μάρκ. 13,31, Λουκ. 21,33), ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ζῇ, δὲν πέθανε! ζῇ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὃν, παῖδες, ὑμνεῖτε, γυναῖκες ὑμνεῖτε, μικροὶ ὑμνεῖτε, λαὸς ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Καβάλας τὴν 20-5-1962 ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-4-2026.
