ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ἀναστασις, το μεγαλυτερο ἱστορικο γεγονος!

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. Φύλλου 2731

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου
3 Μαΐου 2026
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Προσφιλέστατοι ἀκροαταί, σᾶς χαιρετῶ ἐν Χριστῷ τῷ ἀναστάντι Κυρίῳ. Ἂν ὑπάρχουν δυὸ λέξεις, μέσα στὶς ὁποῖες συν­οψίζεται ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὲς εἶνε «Χριστὸς ἀνέστη»!

Τὸ ἀκούσατε τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν ἀ­κουγόταν μόνο τότε· 40 μέρες, μέχρι τὴν Ἀνάληψι, αὐτὸ καταργοῦσε κάθε ἄλλο χαιρετισμό. Τὸ ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας μὲ θερμὴ καρδιά. Οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ντρέπονται.
Ἀλλὰ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο «ὅσοι πιστοί», «στῶ­μεν καλῶς»! Ἂς δοξάσουμε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν πίστι στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἂς τὴν κρατήσουμε σφιχτά. Δὲν εἶνε «ἐ­φεύ­­ρεσι παπάδων»· εἶνε δεντρὶ ποὺ τὸ φύτευ­σε ἡ ἁγία Τριάδα, μὲ ῥίζα βαθειὰ ποὺ κανένας διάβολος δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὴν ξερριζώσῃ. Καὶ ἡ ῥίζα εἶνε οἱ δυὸ αὐτὲς λέξεις, «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἢ ἀνέστη, ἢ δὲν ἀνέστη.

Λέμε λοιπὸν σήμερα σὲ ὅλους, ὅτι ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἱστορικὸ γεγονός. Ὁμιλοῦμε μὲ τὴ γλῶσ­σα τῆς ἱστορίας καὶ σαλπίζουμε, ὅτι ἡ Ἀνάστασις εἶνε τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς μὲ παγ­κόσμια ἀκτινοβολία. Θὰ μοῦ πῇ κάποιος ἄπιστος· Αὐτὰ εἶνε λόγια, ἐμεῖς θέλουμε ἀποδεί­ξεις. Σᾶς λέω λοιπόν, ὅτι κανένα ἄλλο γεγο­νὸς δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἔχει ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Ἂς στήσουμε τώρα ἕνα δικαστήριο καὶ νὰ βάλουμε κριτὴ – δικαστὴ τὴν Ἱστορία, ποὺ δὲν ἀκούει μύθους καὶ παραμύθια· δέχεται μαρτυρί­ες, γεγονότα, τεκμήρια, ἱστορικὲς ἀποδείξεις.
Πρῶτοι μάρτυρες ποὺ προσέρχονται εἶνε οἱ προ­φῆ­τες τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Προανήγ­γειλαν τὴν Ἀνάστασι· καὶ ἔγινε, δὲν διαψεύσθηκαν.
Ἔρχεται ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ καὶ προλέγει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἀπόγονος τοῦ υἱοῦ του Ἰούδα θὰ κοιμηθῇ στὸν τάφο σὰν λιοντάρι καὶ σκύμνος λέοντος, ἀλλὰ καὶ ἔτσι πάλι θὰ εἶνε φοβερός. «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» (Γέν. 49,9). Σᾶς ἐρωτῶ· ἅμα δῇς λιοντάρι νὰ κοιμᾶται, τολμᾷς νὰ τὸ ξυ­πνήσῃς; Ὅταν ξύπνησε – ἀναστήθηκε, οἱ φρου­ροί του ἀπὸ τὸ φόβο τους ἔγιναν σὰν νεκροί (Ματθ. 28,4).
Ἔρχεται καὶ ὁ Δαυῒδ μὲ τὴ λύρα του καὶ ψάλλει· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθή­τωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν» (Ψαλμ. 67,2).
Μετὰ τοὺς προφῆτες ἔρχονται οἱ ἀπόστολοι. Ὁ ἀ­πόστολος Πέτρος μὲ παρρησία ὑπενθυμίζει στοὺς Ἰ­ουδαίους τὴν προφητεία τῶν Ψαλμῶν ποὺ βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσί της στὴν ἀ­νάστασι τοῦ Κυρίου· «Ἡ σάρξ μου», λέει ὁ Μεσσίας, «κατασκη­νώσει ἐπ᾽ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅ­σιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. ἐγνώρισάς μοι ὁ­δοὺς ζωῆς» (Ψαλμ. 15,9-11=Πράξ. 2,26-28).
Μετὰ ἔρχονται ἄλλες μαρτυρίες, ὅπως ἐ­κεῖ­να ποὺ εἶπαν οἱ φύλακες οἱ ὁποῖοι φρουροῦσαν τὸ σφραγισμένο μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Πῆραν χρήματα ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ διαδώσουν ψευδῶς, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἦρθαν νύχτα καὶ ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ὅ­μως, ὅ­πως εἶπαν, ὁ Χριστὸς ἐκλάπη, τότε ἡ φρουρὰ τῶν στρατιωτῶν θὰ περνοῦσε ἀπὸ στρατοδικεῖο καὶ θὰ ἐκτελοῦντο· τόσο αὐστηρὴ ἦταν ἡ ῾Ρώμη. Οὔτε τοὺς ἐκ­τέλεσαν ὅμως, οὔτε ἔψαξαν νὰ βροῦν καὶ νὰ δείξουν τὸ «κλεμμένο» σῶμα· οἱ ἴδιοι βεβαίωσαν τὸ γεγονός, ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τὰ χρήματα τὸ ἔκρυψαν.
Τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ ἐπίσης τὸ κε­νὸ μνῆμα, ὁ ἄδειος τάφος. Πρωὶ – πρωὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης πήγαιναν τρέχοντας στὸ μνῆμα. Ὁ Ἰωάννης ὡς νεώτερος ἔφτασε πρῶτος, ἀλλὰ δὲν τολμοῦσε νὰ μπῇ μέσα. Ὅταν ἦρθε ὁ Πέτρος, πιὸ θαρραλέος, μπῆ­κε. «Καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονί­ων κεί­μενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰω. 20,7). Τί σημαίνουν αὐτά; Οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν πέθαινε ἄν­θρωπος, τὸν ἔλουζαν, τὸν ἄλειφαν μὲ ἀρώμα­τα καὶ με­τά, ὅ­πως ἡ μάνα φασκιώνει μὲ κορδέλλες τὸ παιδί, ἔτσι τύλιγαν τὸ σῶμα μὲ τὰ ὀ­θόνια – φασκές, ἐνῷ τὸ κεφάλι τὸ σκέπαζαν μὲ τὸ σουδάριο. Αὐτὰ κολλοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσες πλέον νὰ τὰ ξεκολλήσῃς. Ἂν ἐπέμενες νὰ τὰ ξεκολλήσῃς, ἔπρεπε ν᾽ ἀποσπά­σῃς καὶ σάρ­κες. Ἐὰν λοιπὸν πήγαινε κάποιος νὰ κλέ­ψῃ τὸ σῶμα, θὰ τὸ ἔπαιρνε μαζὶ μὲ τὰ ὀθόνια· ὅταν καν­εὶς κλέβῃ, εἶνε βιαστικός· γιὰ νὰ ξεκολλήσουν αὐτά, θὰ χρειά­ζον­ταν ὧρες καὶ ζεστὸ νερό. Αὐτὰ ὅμως τώρα ἔμειναν πίσω. Ὤ θαῦμα! Ξέρετε τί συνέβη; Ἅμα γκρεμίσετε ποτὲ τοῖχο, θὰ δῆτε μέσα σὲ τρύπες τὰ φιδοπου­κάμισα τῶν φιδιῶν. Ὅπως λοιπὸν τὴν ἄνοιξι τὸ φίδι γλιστράει καὶ φεύγει μέσα ἀπὸ τὸ πουκάμισό του καὶ τὸ ἀφήνει πίσω του, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς γλίστρησε καὶ βγῆκε ἀφήνοντας πίσω τὰ ὀθόνια κείμενα καὶ τὸ σουδάριο χωριστά.
Εἶνε, ἀδέρφια μου, τόσο πολλὰ τὰ τεκμήρια τῆς Ἀ­ναστάσεως! Ἰσχυρὸ εἶνε καὶ ἡ ἀλ­λαγὴ τοῦ φρονήματος τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Τοὺς θυμᾶστε; Τὴν Πέμ­πτη τὸ βράδυ, ἅ­μα παρουσιάστηκε ἡ σπεῖρα μὲ τὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς φανούς, τὸν ἄφησαν μόνο τὸ Χριστό. Γυναῖκες παραστάθηκαν στὸ σταυρό, ξένος ἄνθρωπος τὸν ἀποκαθήλωσε. Οἱ μαθηταὶ κλείστηκαν φοβισμένοι. Καὶ μόνο κλεισμένοι; καὶ δύσπιστοι! Ὅταν πῆγε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοὺς εἶπε, Ἀνέστη ὁ Κύριος, τὰ λόγια της τοὺς φάνηκαν ἀνόητα. Τί λέει αὐτή; εἶπαν. Ἀλλὰ μετά; ὤ μετά!… Ἐλᾶτε νὰ τὸ ἐξηγήσετε. Αὐτοὶ ποὺ ἦ­ταν σὰν λαγοί, τοὺς βλέπεις τώρα λιοντάρια. Οἱ ψα­ρᾶ­δες τῆς Γαλιλαίας νὰ ξεκινᾶνε τὴ μεγάλη τους περιπέτεια ποὺ σὰν αὐτὴ δὲν γνώρισε ἄλλη ὁ κόσμος. Ὁ Ἀνδρέας πάει στὴν Πάτρα, ὁ Πέτρος στὴ ῾Ρώμη, ὁ Ματθαῖος στὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἰωάννης στὴν Πάτμο καὶ στὴν Ἔφεσο, ὁ Θωμᾶς στὶς Ἰνδίες… Κ᾽ ἐρωτῶ λοιπόν· ποιό ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἄλλαξε; Τὸ χρῆμα; ἡ δόξα; Ἐ­κεῖνο ποὺ τοὺς ὤθησε ἦταν ἡ πίστις. Ποιά πίστις; ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος. Τὸ λένε· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰω. 20,25), εἴδαμε τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θωμᾶς, ὁ πιὸ δύσπιστος, λέει «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20,29).
Δὲν σᾶς εἶπα τίποτα. Ἡ πιὸ μεγάλη μαρτυρία ποιά εἶνε, μπροστὰ στὴν ὁποία σπᾶνε ὅλα τὰ κύματα; Ὅπως ὑπάρχουν στὴ θάλασσα βράχια καὶ πάνω τους σπᾶνε τὰ κύματα, ἔτσι στὴν πίστι μας ὑπάρχει ἕνας βράχος, ποὺ πάνω του διαλύονται ὅλα τὰ κύματα τῆς ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας. Καὶ ὁ βράχος αὐτὸς ποιός εἶνε; Εἶνε ὁ ἀ­πόστολος Παῦλος. Τί ἦταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Μανι­ώδης διώκτης ποὺ κυνηγοῦσε τοὺς Χριστιανούς. Ἂν δὲν ἔκλεινε δέκα – εἴκοσι Χριστιανοὺς μέσ᾽ στὰ μπουν­τρούμια, ὁ Παῦλος δὲν ἡσύχαζε. Καὶ ἔβαφε τὰ χέρια του μὲ τὸ αἷμα. Καὶ τώρα ξαφνικὰ τὸν βλέπεις καί, αὐ­τὸς ὁ διώκτης, τί γίνεται· ὁ μεγαλύτερος κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ γίνεται χρυσαετός· πέταξε ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα σὲ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἔφτασε ἐδῶ, καὶ πῆγε παν­τοῦ μέχρι καὶ στὴ ῾Ρώμη. Καὶ ὅπου νὰ στεκό­ταν τί ἔλεγε; Διαβάστε πρὸς Φιλιππησίους ἐ­πιστολή· ὅτι, Ἐ­γώ, προ­κειμένου νὰ κερδίσω τὸ Χριστό, ὅλα αὐτὰ ποὺ προσελκύουν τὸν κόσμο ἐγὼ τὰ θεωρῶ σκύβαλα, δηλαδὴ σκουπίδια· κοπριὰ τοῦ διαβόλου τὰ θεωρῶ, καὶ κρατῶ τὸ διαμάντι. Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ κρατῶ εὔχομαι στὸ Θεό, νὰ γνωρίσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεὸ ν᾽ ἀγαπήσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεό, λέει, ὁ Παῦλος πρὸς τοὺς Φιλιππησίους, νὰ αἰσθανθῶ, νὰ γνωρίσω «τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ» (Φιλ. 3,8,10).
Λοιπόν, μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως εἶνε οἱ ἀπόστολοι καὶ κορυφαῖος ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Καὶ μόνο αὐ­τοί; Ἀκολουθοῦν ἀναρίθμητοι· οἱ μάρτυρες τῶν πρώτων αἰώνων· ἔρχον­ται φτωχοί, ῥακένδυτοι, ἀλλὰ καὶ βασίλισσες καὶ ἡγεμόνες καὶ στρατηγοί· ἔρχονται ἀκόμη ἀγράμματοι ἀλλὰ καὶ σοφοί, ἀπ᾽ ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ ἐπαγγέλματα· ἔρχον­ται καὶ πέφτουν μέσ᾽ στὰ θηρία τὰ πεινασμένα καὶ στὶς φωτιὲς καὶ στὰ ἀμφιθέατρα καὶ φωνάζουν· «Χριστὸς ἀνέστη»!
Καὶ τελειώνω ἀναφέροντας 2 – 3 ἀκόμη ἱ­στο­ρικὰ γεγονότα.
• Στὴ Μικρὰ Ἀσία ἕνας μπέης ἔπιασε ἕνα Χριστιανὸ κοντὰ στὸν Πόντο. Τὸν εἶδε ἔξυπνο, ἱκανὸ καὶ ἤθελε νὰ τὸν κάνῃ Τοῦρκο. Προσπάθησε μὲ γλυκὰ λόγια. Ἀδύνατον. Τοῦ λέει· –Ξέρεις, ἂν δὲν σὲ κάνω ἐγὼ δικό μου, θὰ σὲ σκοτώσω. Ὁ γκρέκος ἦταν ἔξυπνος. –Καλά, μπέη μου, ἀφοῦ εἶνε θέλημά σου, θὰ γίνω Τοῦρκος. Ἀλλὰ ἕνα τέτοιο γεγονὸς εἶνε μεγάλο γεγονός. Δὲν πρέπει νὰ τὸ κάνω κρυφά, θὰ τὸ κάνω φανερά. –Ποῦ θέλεις; –Θὰ τὸ κάνω μιὰ μεγάλη μέρα. –Ποιά μέρα; –Τὴ Λαμπρή, λέει. Ὁ Τοῦρκος χάρηκε. –Καὶ ποῦ θέλεις, παιδί μου; –Ν᾽ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ καὶ νὰ τὸ διαλαλήσω. Ἦρθε λοιπὸν ἡ Λαμπρή. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη εἶχαν πένθος. Πατεῖς με πατῶ σε οἱ Τουρκαλᾶδες περιμένανε. Αὐτὸς ἔκανε μυστικὰ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέει· Χριστέ, κοντὰ στοὺς ἀποστόλους, κοντὰ στοὺς μάρτυρες ἀξίωσε κ᾽ ἐμένα νὰ φωνάξω, ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀληθινὸς Θεός. ᾽Ανέβηκε καί, καθὼς εἶχε καὶ γλυκειὰ φωνή, ἀρχίζει· «Χριστὸς ἀνέστη…», φώναξε. Ὅταν τ᾽ ἄκουσαν οἱ Τοῦρκοι, λύσσαξαν. Ὅσο ν᾽ ἀνεβοῦν ἐπάνω, πέρασαν λεπτά. Ὅταν πιὰ ἀνέβηκαν, τό ᾽χε πεῖ δεκαπέντε φορὲς τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἕνας Τοῦρκος τὸν ἅρπαξε, τὸν ἔρριξε κάτω ἀπὸ τὸ τζαμί κ᾽ ἔβαψε μὲ τὸ αἷμα του τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
• Θέλετε ἄλλο; Στὴν Κοζάνη, ποὺ πῆγα πρὸ ἐτῶν, βρῆκα ἕνα γεροντάκο 80 χρο­νῶν. –Γέροντα, λέω, ποιά ἦταν ἡ πιὸ ὡραία ἡμέρα τῆς ζωῆς σου; Περίμενα νὰ δῶ τί θὰ μοῦ πῇ· τὴν παντρειά του, τὴν ἀρραβωνιαστικιά του…, τί ἦταν τέλος πάντων ἡ χαρά του; Καὶ τί μοῦ εἶ­πε; –Ἤμουν, λέει, τὴν ὥρα ποὺ στὴν πλατεῖα τῆς Κοζάνης, τὸ 1912, ἦρθε τρεχᾶτος ἕνας τσολιᾶς καὶ φώναξε· Ἀδέρφια, «Χριστὸς ἀνέστη»! Τί ἔγινε; Ὅλοι φωνάζανε «Χριστὸς ἀνέστη»! Εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἡ πατρίδα μας μὲ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», πού ᾽χε διπλῆ σημασία, ἐ­θνι­κὴ καὶ θρησκευτική, γιατὶ εἶνε ζυμωμένο μὲ τὰ αἵματα καὶ τὴν ἱστορία μας.
• Καὶ τέλος ἕνα τελευταῖο «Χριστὸς ἀνέστη». Μὴ μὲ παρεξηγήσε­τε. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» αὐτὸ ἀκούστηκε στὴ Μόσχα. Πότε; Στὰ 1917. Στὸ μεγα­λύτερο θέατρο ἕνας ἄθεος, ἀ­πὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἄντρες τῆς ῾Ρωσικῆς ἐπανα­στάσεως, ἀνέβηκε στὸ βῆμα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ στὸ κατάμεστο ἀκροατήριο ἐπὶ δυὸ ὧρες ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε εἶ­πε, ὅ,τι εἶχε ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἀ­ναστάσεως· ὕβρισε τὸ Χριστό, τοὺς ἁγίους, τὰ λείψανα, τὰ πάντα. Ἕνας νεαρὸς δὲν ξέρω πῶς, ὅταν τελείωσε αὐτός, σηκώνει τὸ χέρι του. –Σύντροφε, λέει, κάτι θέλω νὰ πῶ. –Τί θὰ πῇς; τοῦ λέει· θὰ σοῦ ἐπιτρέψω, ἀλλὰ σύντομα. Ὁ νέος, ποὺ ἀπὸ παιδὶ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴ γιαγιά του τὴ φωτιὰ τοῦ οὐρανοῦ, λέει· –Σύν­τομα, σύντροφε, οὔτε δυὸ λεπτά. –Ἔ, ἀνέβα ἀπάνω. Ἀνεβαίνει καὶ φωνάζει στὰ ῥώσικα· «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἐβόησε ὅλο τὸ ἀμ­φιθέατρο «Ἀληθῶς ἀνέστη»! Λαγὸς ἔγινε ὁ σύντροφος.

* * *

Ἀδέρφια μου, «ὅσοι πιστοί», ἄντρες καὶ γυναῖκες, στὸν αἰῶνα αὐ­τὸν τῆς ἀπιστίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ. Μπορεῖ ν᾽ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ ἕνα πρᾶγμα μὴν ἀμφιβάλλῃς· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Μάρκ. 13,31, Λουκ. 21,33), ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ζῇ, δὲν πέθανε! ζῇ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὃν, παῖ­δες, ὑμνεῖτε, γυναῖ­κες ὑμνεῖτε, μικροὶ ὑμνεῖτε, λαὸς ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Καβάλας τὴν 20-5-1962 ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-4-2026.

augoustinos-kantiotis