Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

ΥΠΟ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΛΕΟΠΑ

Πατέρες καί αδελφοί,

Στόν σημερινό λόγο έγώ ό ανάξιος καί αδύνατος γιά τά καλά έργα, θέλω νά αναφέρω στήν Όσιότητά σας μία άπό τίς μεγαλύτερες αρετές τοῦ χριστιανισμοῦ, τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ό όποιος βοηθει όλους μας νά βαδίσουμε τήν δύσκολη οδό τής σωτηρίας, τήν έπιτέλεσι τών έντολών τοῦ Θεοῦ καί τών καλών έργων. Μέ αύτή τήν μεγάλη αρε­τή διέλαμψαν στόν κόσμο οί άγιοι καί εκλεκτοί τοῦ Θεοῦ άνθρωποι.

Πρώτα πρέπει νά έξετάσουμε τί μας λέγει ή Αγία Γραφή γιά τόν θεῖο φόβο. Ό Προφήτης Δαβίδ λέγει ότι: «άρχή σοφίας φόβος Κυρίου», ό δέ Σολομών λέγει: «φό­βος Κυρίου έστι διδασκαλία καί σοφία», ενώ στό βιβλίο Σοφία Σειράχ διαβάζουμε ότι ό φόβος τοῦ Κυρίου είναι άνώτερος άπό κάθε άρετή. Στίς Παροιμίες (14, 27) διαβά­ζουμε ότι ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι πηγή τῆς ζωῆς, καί στήν Σοφία Σειράχ οτι είναι ἡ ρίζα τῆς σοφίας. Κατά τόν Προ­φήτη Ησαΐα (33,5) ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι αιώνιος θησαυ­ρός τῆς δικαιοσύνης, ἐνῶ κατά τόν Προφήτη Ιερεμία (39,40) ό φόβος τοῦ Κυρίου εἶναι δώρο τοῦ Θεοῦ. «Καί δώ­σω αύτοίς όδόν έτέραν καί καρδίαν έτέραν τοῦ φοβηθήναι με πάσας τάς ημέρας... καί τόν φόβον μου δώσω εις τήν καρδίαν αυτών πρός τό μή άποστήναι αύτούς άπ' ἐμοῦ».

Άπό τούς  Αγίους Πατέρας άρκετοί μας ώμίλησαν γιά τόν θείο φόβο. Ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης λέ­γει ότι ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι άρχή τών καλών έργων, ένώ ό άγιος Ισαάκ ό Σύρος ότι είναι ή άρχή τής άληθινής ζωής τοῦ άνθρωπου. Ό άγιος Έφραίμ λέγει ότι ό φόβος τοῦ Κυρίου είναι σάν ένα δίκοπο σπαθί τό όποιο κόπτει ό­λες τίς κακές έπιθυμίες καί κάθε δαιμονική έπίθεσι κατά τών μοναχών, καί ό άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος λέγει ότι ό φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ένα άνίκητο όπλο τής πίστεως. Ό Αγιος Ιωάννης τῆς Κλίμακος τόν παρομοιάζει μέ τόν ήλιο, ό όποιος στέλλοντας μία ἀκτῖνα στό δωμάτιο, άπο καλύπτει σ' αύτό καί τό μικρότερο σκουπίδι καί τήν λε­πτότερη σκόνη, ενώ σέ άλλο μέρος ό ίδιος λέγει ότι ό πλούτος τοῦ θείου φόβου είναι ή άρχή τής άγάπης πρός τόν Θεό.

Ό φόβος τοῦ Θεοῦ, κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Όμολογητή γεννάται άπό τήν πίστι πρός τόν Θεό, ενώ ό Ιω­άννης τής Κλίμακος λέγει ότι προέρχεται άπό τήν γνώσι τοῦ ἑαυτοῦ μας (Λόγος 25ος). Ό "Αγιος Πέτρος ό Δαμα­σκηνός λέγει: «Γι' αύτό καί έγώ είμαι τόσο κακός καί χει­ρότερος άπό έναν άπιστο καί δέν θέλω νά έργασθώ γιά νά εύρω τήν βαθειά πίστι καί μέ αύτή νά έλθω στόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί στήν άρχή τής σοφίας τοῦ Πνεύματος». Ό ίδιος άγιος διαιρεί τόν θειο φόβο σέ δύο εἴδη καί συγκεκριμένα: «Είναι ό φόβος τοῦ Θεοῦ πού λέγεται καί πρωταρχικός καί ό άλλος ό τέλειος πού γεννάται άπό τόν πρώτο». Γιά τόν πρώτο φόβο μας ομιλεί ή 'Αγία Γραφή, όταν λέγη: «τῷ δέ φόβῳ Κυρίου έκκλίνει πάς άπό κακού» (Παροιμ. 15, 27) καί πάλι: «Καθήλωσον έκ τού φόβου σου τάς σάρ­κας μου, άπό γάρ τών κριμάτων σου έφοβήθην» (Ψαλ. 118, 120). Αύτός ό πρώτος φόβος τοῦ Θεοῦ προσιδιάζει στούς δούλους: «Ἔκλινον άπό κακού καί ποίησον άγαθόν» (33, 15) καί πάλι: «Καθήλωσον έκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας μου, άπό γάρ τών κριμάτων σου έφοβήθην» (Ψαλ. 118, 120). "Οσο άσκείται κάποιος στό άγαθό, άλλο τόσο άποκτά καί τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει καί τά μι­κρότερα σφάλματά του, τά όποια ποτέ δέν τά είχε μέχρι τότε έπισημάνει, επειδή εύρισκόταν στό σκοτάδι τής άγνωσίας του. Ιδού ένα παράδειγμα: Κάποιος βαδίζει τήν νύκτα σ' ένα ολισθηρό δρόμο καί γεμάτο λάσπη. Τοῦ συμβαίνει νά πέση καί νά λερωθή, άλλά λόγῳ τοῦ σκό­τους τής νυκτός δέν μπορεί νά άντιληφθή κατά πόσο λε­ρώθηκαν τά ρούχα του. Τήν επομένη ημέρα, όταν ταξιδεύση, βλέπει υπό τό φώς τοῦ ήλίου πόσο λερώθηκαν τά ροῦχα του άπό τά λασπόνερα καί τίς βρωμιές. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ αύτόν πού εΐναι άρχάριος στόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει ότι έπεσε καί είναι λερωμένος, άλλά δέν γνωρίζει μέ λεπτομέρεια σέ ποιά φοβερή κατάστασι εύρίσκεται. Εισερχόμενος όμως στό πρώτο στάδιο τοῦ θείου φόβου άρχίζει νά γνωρίζη τήν ρυπαρότητα τής ψυχής του καί όλονέν καθαιρούμενος άπό τά πάθη εισέρχεται στό δεύτερο στάδιο τοῦ θείου φόβου. «Ό φόβος Κυρίου άγνός, διαμένων εις αιώνα αιώνος» (Ψαλμ. 18, 10).

Ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής μας εξηγεί σαφέ­στερα γιά τά δύο είδη τοῦ θείου φόβου: «Ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι δύο ειδών: ό ένας καθαρός καί ό άλλος ακά­θαρτος, έπειδή καί οί άνθρωποι άλλοι είναι άκάθαρτοι καί άλλοι δίκαιοι. Οί δίκαιοι φυλάγουν μέσα τους τόν θεῖο φόβο μέ τήν καθαρότητα τῆς συνειδήσεώς τους, ἐνῶ οί άμαρτωλοί λαμβάνουν άπό τόν Θεό τό πρώτο είδος τοῦ θείου φόβου, πού τούς προκαλείται λόγῳ τών άμαρτιών τους καί τών ένδεχομένων παιδεύσεων, έάν δέν μετανοή­σουν. Ό καθαρός φόβος παραμένει πάντοτε καί δέν σβή­νει, κατά τό ἀνωτέρω ψαλμικό, ἐνῶ ὁ ἀκάθαρτος σβήνει καί παρέρχεται μέ τήν δύναμι τῆς μετανοίας. Γι' αύτό, ό­ταν ό Απόστολος έλεγε ότι αύτός πού φοβάται δέν τε­λειώθηκε άκόμη στήν άγάπη, είχε ύπ' όψιν του τό πρώτο είδος τοῦ θείου φόβου, ἐνῶ, όταν ό Προφήτης Δαβίδ λέγει ότι, όσοι έχουν τόν θεῖο φόβο δέν στερούνται άπό τίποτε, έχει ύπ' όψιν του τό δεύτερο καί τελειότερο είδος τοῦ θείου φόβου. «Μακάριος άνήρ ό φοβούμενος τόν Κύριον, έν ταῖς έντολαίς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα» (Ψαλμ. 111,1), δηλαδή αγαπά πάρα πολύ νά έκτελή τίς εντολές του. "Ε­νας τέτοιος άνθρωπος εύρίσκεται στήν θέσι τοῦ υιο, κα­τά χάριν Θεοῦ, έπειδή δέν εργάζεται τίς εντολές ἀπό τόν φόβο τῶν βασάνων, ἀλλά μόνο ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό.

Συνεχίζοντας τόν λόγο μας, ας άναφερθομε τώρα καί στούς καρπούς αυτής τῆς εύλογημένης ἀρετῆς τών άρετών. Πάλι ἡ 'Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι οι καρποί της είναι ή άρχή σοφίας (Παροιμ. 1,7), «φόβος Κυρίου προστίθησιν ημέρας» (Παροιμ. 10,27), είναι πηγή τής ζω­ής (Παροιμ. 14, 27), φυλάττει άπό τό κακό (Παροιμ. 8,13), είναι τιμή πρός τόν Θεό (Ψαλμ. 5,8). «Κύριον τόν Θεόν σου φοβηθήσει καί αύτώ μόνω λατρεύσεις» (Δευτ. 6,13) ή «Δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ έν φόβω καί άγαλλιάσθε αύτώ έν τρόμω» (Ψαλμ. 2,11).

Ό φόβος τού Κυρίου μας βοηθεΐ νά έργαζώμεθα τήν σωτηρία μας, κατά τήν μαρτυρία το Αποστόλου Παύ­λου, ό όποιος συμβουλεύοντας τούς Φιλιππισίους τούς λέγει τά εξής: «μετά φόβου καί τρόμου τήν έαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (2,12), μάς ενισχύει στήν πραγματοποίησι τών θείων εντολών στήν ζωή μας (Δευτερ. 6,24), μάς βοηθεί στήν άπόκτησι τής καθαρότητος καί άγιότητος, όπως λέγει ό Απόστολος Παλος: «Ταύτας έχοντες τάς επαγγελίας, άγαπητοί, καθαρίσωμεν έαυτούς άπό παντός μολυσμο σαρκός καί πνεύματος έπιτελοντες άγιωσύνην έν φόβω Θεο» (Β' Κορ. 7,1). Επίσης μάς βοη­θεί νά κρίνουμε τόν συνάνθρωπο μας μέ δικαιοσύνη ('Έξοδ. 18), μάς κάνει εύαρέστους ενώπιον τοΰ Θεο, όπως είναι γραμμένο: «άλλ' έν παντί έθνει ό φοβούμενος αύτόν καί εργαζόμενος δικαχοσύνην δεκτός αύτώ έστι» (Πράξ. 10,35), μάς άξιώνει άπό τόν Θεό άμετρήτων δωρεών, ό­πως λέγη τό ψαλμικό: «'Ως πολύ τό πλήθος τής χρηστότητός σου, Κύριε, ής έκρυψας τοις φοβουμένοις σε» (Ψαλμ. 30,20)" μάς βοηθεί ν' άποκτήσουμε τό θειο έλεος: «οτι κατά τό ύψος τοϋ ούρανοϋ άπό τής γής έκραταίωσε Κύριος τό έλεος αύτο επί τοις φοβουμένοις αύτόν» (Ψαλμ. 102,11). Ό θειος φόβος μάς δίνει παρρησία στήν προσευχή μας πρός τόν Θεό, ό Όποιος καί εισακούει τά αιτήματά μας: «Θέλημα τών φοβουμένων αύτόν ποιήσει καί τής δεήσεως αύτών είσακούσεται καί σώσει αύτούς» (Ψαλμ. 144,19), μάς κάνει άξιους τής ευλογίας το Κυρίου (Ψαλμ. 24,12), μάς φυλάγει άπό τόν φόβο καί τρόμο τών άνθρώπων, κατά τό ψαλμικό (22,4): «Ου φοβηθήσομαι κακά ότι σύ μέτ' έμο ει», ενώ ό Κύριος μάς λέγει: «Μή φοβηθήτε άπό τών άποκτεινόντων τό σώμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων άποκτεΐναι...» (Ματθ, 10,28).

Άπό τούς θείους Πατέρας πού όμιλον γιά τούς καρ­πούς το φόβου το Θεο ό άγιος Ισαάκ ό Σρος λέγει: «Ό φόβος το Θεο είναι τό θεμέλιο γιά τό ταξίδι το άν­θρωπου πρός τούς ούρανούς, ενώ ό άγιος Νικόδημος λέ­γει: «Ό φόβος το Θεο είναι πηγή, μητέρα καί ρίζα τής συνέσεως καί όλων τών άρετών». Ό θειος Γρηγόριος ό Θεολόγος λέγει ότι ό θείος φόβος μάς βοηθεί στήν έφαρμογή τών έντολών το Κυρίου καί στήν καθαρότητα το σώματος. "Οποιος άπέκτησε τόν θείο φόβο δέν φοβάται τίποτε κατά τόν άγιο Ιωάννη τής Κλίμακος, ό όποιος λέ­γει άκριβώς: «"Οποιος έγινε δούλος το Θεο, δέν φοβά­ται τόν Δεσπότη του, ενώ όποιος δέν έχει τόν θειο φόβο, αύτός φοβάται άκόμη καί τή σκιά του» (Λόγος 21ος).

Ιδού έν συνεχείς μερικά παραδείγματα άγίων άνδρών άπό τήν Αγία Γραφή, οί όποιοι ήταν άνθρωποι φο­βούμενοι τόν Θεό: Ό πατριάρχης Νώε «πίστει χρηματισθείς περί τών μηδέπω βλεπομένων, εύλαβηθείς κατα­σκεύασε κιβωτόν εις σωτηρίαν το οίκου αύτο» (Έβρ. II, 7), ό πατριάρχης Αβραάμ τόσο φόβο επέδειξε πρός τόν Θεό, ώστε έσπευσε νά θυσιάση στόν Θεό τόν μονογε­νή του υιό Ισαάκ, τόν όποιον ό ίδιος ό Θεός τοϋ ύπέδειξε. Ό έγγονός κατόπιν το Ισαάκ ό Ιωσήφ, έχοντας τόν θειο φόβο, δέν ύπήκουσε στίς προτάσεις τής κυρίας του γιά νά τελέση τήν αμαρτία καί είπε: «πώς ποιήσω τό ρή­μα τοτο τό πονηρόν καί άμαρτήσομαι έναντίον το Θεο» (Γέν. 39,9), μέ άποτέλεσμα νά κλεισθή στήν φυλα­κή. Άλλά ό Πανάγαθος καί Δίκαιος Θεός τόν έβγαλε ά­πό τήν φυλακή καί τόν έδόξασε.

Καί πρίν τελειώσουμε αύτό τόν λόγο θά σημειώσουμε μιά σχετική ιστορία πού συνέβη σ' ένα χωρίο τής πατρί­δος μας: Κάποιος χριστιανός είχε αίχμαλωτισθή πολύ άπό τήν κακή συνήθεια τής κλοπής. Κάποτε, τήν περίοδο το θερισμο, βλέποντας τό άγρόκτημα ενός πλουσίου νά εί­ναι γεμάτο θυμωνιές άπό σιτάρι, άποφάσισε νά τό κλέψη. Ετοίμασε καί έζευξε τίς άγελάδες στήν καρότσα καί τήν νύκτα έτοιμάσθηκε γιά τόν σκοπό του. Τότε ή κορούλα του 5-6 έτών άρχισε νά κλαίη θέλοντας νά άνέβη καί έκείνη στήν καρότσα, επειδή τής άρεσε ό περίπατος μέ τά ζώα. Ό πατέρας της γιά νά τήν καθησυχάση, τήν επήρε στήν άγκαλιά του καί τήν άνέβασε στήν καρότσα. "Ετσι ξεκίνησαν τά μεσάνυκτα γιά τό ξένο κτήμα. Φθάνοντας έκεΐ, άφησε τίς άγελάδες στήν άκρη το χωραφιού καί, ε­πειδή ήταν πανσέληνος ή νύκτα, παρατηρούσε δεξιά άριστερά, μήπως ίδή κανέναν καί τόν άντιληφθή κάνον­τας τήν κλοπή. Καί, επειδή δέν είδε κανέναν, άρχισε νά μεταφέρη χειρόβολα άπό τίς θυμωνιές στήν καρότσα του. Τότε ή κόρη του παρακινουμένη μάλλον άπό τό Θεό, το είπε: «Πατέρα, έκκύταξες σ' όλα τά μέρη, άλλά έξέχασες νά κυττάξης καί πρός τόν ούρανόν». Τότε εκείνος τήν ερώτησε: «Γιατί νά κυττάξω στόν ούρανό, παιδί μου;». Καί ή κόρη το είπε: «Ισως θά ήταν καλό νά κυττάξης καί πρός τόν ούρανό, διότι στ' άλλα μέρη είδα ότι τά παρετήρησες μέ προσοχή». Τότε ό πατέρας της σκεπτόμε­νος τά λόγια τής κόρης του, καί φοβούμενος τόν Θεό, έσιώπησε. Μετά έπήρε τά κλεμμένα χειρόβολα, τά έπέστρεψε στόν τόπο τους καί μέ τήν καρότσα επέστρεψαν στό σπίτι τους έχοντας τήν συνείδησί του άναπαυμένη.

Άφο διηγήθηκε τά γεγονότα στη γυναίκα του, ή ο­ποία ήταν πιστή χριστιανή καί τόν εμπόδιζε πάντοτε σέ τέτοια έργα, τής είπε στό τέλος: «'Έχεις τόν λόγο μου, γυναίκα, ότι άπ' αύτή τήν νύκτα έγώ δέν θά ξανακλέψω σ' όλη μου τήν ζωή. Άπό τώρα θά κυττάζω πρώτα στόν ούρανό, διότι γνωρίζω ότι τά μάτια τού Θεο βλέπουν όλα τά έργα μας».

"Ετσι ό άνθρωπος αύτός ελεγχόμενος άπό τόν φόβο καί τήν πανταχο παρουσία το Θεο, εγκατέλειψε γιά πάντα τήν κλοπή. Κατόπιν πηγαίνοντας σ' ένα καλό Πνευματικό, έξωμολογήθηκε καί διωρθώθηκε στήν ζωή του.

Είθε νά δώση ό Καλός Θεός, όταν καί έμεις ώς άμαρτωλοί πειραζώμεθα, νά κυττάζουμε πρώτα πρός τόν ού­ρανό, πρός τόν Θεό, ό Όποιος βλέπει όλα τά έργα μας καί έτσι νά επιτελούμε στήν ζωή μας μόνο τό άγιο θέλημά Του. Αμήν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ π. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου