Διηγήματα τοῦ Φιλήμονα γιά νέους καί μεγάλους
Θά ἦταν ἡ δεκαετία τοῦ ’80. Ἦταν μόλις τελείωσαν τό λύκειο. Δούλεψαν σκληρά τό μισό καλοκαίρι καί ξεκίνησαν τό μεγάλο ταξίδι τους γιά ὀλιγοήμερες διακοπές στήν Ρόδο. Ἡ πρώτη διαμονή τους ἦταν στήν Ἀθήνα, στό Μεταξουργεῖο. Ἐκεῖ διανυκτέρευσαν, καί τήν ἑπομένη θά ἐπιβιβάζονταν στό καράβι γιά τό νησί. Τό ἀπόγευμα εἶχαν ἐλεύθερο χρόνο καί γιά νά περάσει λίγο εὐχάριστα ἡ ὥρα τους, σκέφτηκαν νά ἐπιδοθοῦν σέ κάτι πού τούς ἄρεσε πολύ, τό ποδοσφαιράκι. Δέν ἄργησαν νά ἐντοπίσουν τό κατάλληλο μαγαζί, ἕνα σφαιριστήριο μέ μπιλιάρδα καί ποδοσφαιράκια. Τά μπαλάκια, ὅπως τά ἔλεγαν, ἦταν ἕνα παιχνίδι πού εἶχαν «γράψει» ἀρκετές ὧρες καί βρίσκονταν σέ ἀρκετά καλό ἐπίπεδο.
Στό μαγαζί ὑπῆρχαν δύο ποδοσφαιράκια. Τό ἕνα ἦταν πιασμένο, ἔπαιζαν μέ πάθος τέσσερις νέοι. Οἱ δυό τους πῆγαν στό δεύτερο. Ἔπαιξαν ἕνα παιγνίδι μόνοι τους καί διαπίστωσαν ὅτι παρακολουθοῦσαν τό παιγνίδι τους δυό τρεῖς ἀπό τούς θαμῶνες τοῦ μαγαζιοῦ. Γρήγορα τούς πρότειναν νά γίνουν τετράδα. Ἔτσι, ὁ Σωτήρης καί ὁ Ἀριστείδης, οἱ δυό φίλοι ἀπό τήν Ξάνθη, βρέθηκαν νά παίζουν μέ δυό ἀγνώστους ἀντιπάλους.
Τά πρῶτα παιχνίδια οἱ δυό ξανθιῶτες τά κέρδισαν, σχετικά εὔκολα. Κάποια στιγμή, οἱ ἄγνωστοι νέοι πρότειναν στούς φίλους ἀπό τήν ἐπαρχία, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν καί πολλές ἐμπειρίες, νά βάλουν χρηματικό στοίχημα. Ὁ Σωτήρης, σίγουρος ὅτι θά συνεχίσει νά κερδίζει, δέχτηκε τήν πρόκληση. Στόν Ἀριστείδη εἶχε ἐντυπωθεῖ ἀπό μικρό παιδί στό μυαλό του, ἡ συμβουλή πού τοῦ ἔλεγε ἡ μάνα του νά μήν βάζει στοιχήματα· ἔτσι, ἀρνήθηκε.
Κατόπιν τῶν ἀνάλογων τοποθετήσεων, διαμορφώθηκαν καί τά νέα σχήματα παιχνιδιοῦ. Ὁ Ἀριστείδης, βρέθηκε σέ νέα ὁμάδα στό ἄλλο ποδοσφαιράκι, ὅπου ἔπαιζε μέ ἄλλα τρία παιδιά, χωρίς στοιχήματα. Ἐνῶ ὁ Σωτήρης, ξεκίνησε τό παιχνίδι μέ ἕνα μικρό χρηματικό ποσό σέ δραχμές. Τά πρῶτα δυό παιχνίδια, τά κέρδισε ἡ ὁμάδα τοῦ Σωτήρη. Βλέποντας δέ, πώς οἱ ἀντίπαλοι ἦταν τοῦ «χεριοῦ» τους, δέχτηκε νά ἀνέβει τό ποσό τοῦ στοιχήματος. Ἀπό τότε, ἄρχισε καί ἡ «κάτω βόλτα». Τά ἑπόμενα τρία τέσσερα παιχνίδια τά ἔχασε. Οἱ ἀντίπαλοι εἶχαν αὐτό τό σύστημα γιά νά ξεγελοῦν τούς ἀφελεῖς καί «ἄβγαλτους»: ἐνῶ ἦταν ἀριστοτέχνες στό ποδοσφαιράκι, ἄφηναν τούς ἀδαεῖς στήν ἀρχή νά κερδίζουν καί μόλις γλυκαίνονταν καί κέρδιζαν καί κάποια μικροποσά, τότε τούς ἀποτελείωναν.
Ὅταν ὁ Σωτήρης συνειδητοποίησε ὅτι κάτι δέν πάει καλά, ἀποφάσισε νά σταματήσει. Τότε ὅμως ἦταν σχετικά ἀργά, διότι χρωστοῦσε ἀρκετά χρήματα. Οἱ ἄριστοι καί ἀπατεῶνες μπαλαδόροι, ζητοῦσαν τά χρήματά τους καί ὁ Σωτήρης ἀρνοῦνταν νά τά δώσει. Μέ διάφορες δικαιολογίες, ὅτι δέν εἶχε ἀρκετά λεφτά μαζί του, προσπαθοῦσε νά κερδίσει χρόνο καί νά βρεῖ κάποιον τρόπο νά μήν πληρώσει. Κάποια στιγμή, ἡ παρέα τῶν ἀγνώστων μεγάλωσε καί περικύκλωσε τούς δυό φίλους. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶχε ἀρχίσει νά γίνεται ἐκρηκτική. Κοιτάχτηκαν στά γρήγορα οἱ δυό ξανθιῶτες καί τό ἔβαλαν στά πόδια· ἔγιναν ἄφαντοι στό δευτερόλεπτο. Κλειδώθηκαν στό δωμάτιο τοῦ ξενοδοχείου τους καί ἀκόμη, μέχρι καί σήμερα, ἀναρωτιοῦνται πῶς κατάφεραν νά ξεφύγουν, ὄντες περικυκλωμένοι, ἀπό τό «στόμα τοῦ λύκου»!
