Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2752
Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως (Ἰω. 3,13-17)
13 Σεπτεμβρίου 2026
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου
«Καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3,14-15)
Γίναμε ἐπίσκοποι ὄχι γιὰ τὰ λεφτά –μάρτυς μου ὁ Θεός–, ὄχι γιὰ νὰ φιγουράρουμε ἐπάνω στοὺς θρόνους μὲ χρυσᾶ ἄμφια, ἀλλὰ γιὰ νὰ διδάξουμε τὸ λαό μας πῶς νὰ πιστεύῃ, πῶς νὰ ζῇ, πῶς νὰ λατρεύῃ τὸν Κύριο. Ἐνδιαφέρομαι γιὰ τὶς ψυχές σας. Ἐὰν μὲν ζῆτε χριστιανικά, χαίρουν οἱ ἄγγελοι, χαίρει ἡ ἁγία Τριάς. Ἐὰν ὅμως ζῆτε ἀντιχριστιανικὰ καὶ ὑλιστικά, τότε κλαίει ἡ Παναγιά, κλαῖνε οἱ ἅγιοι. Καὶ τότε λυπεῖται καὶ ὁ ἐπίσκοπος.
Θὰ μοῦ πῆτε· Πῶς πρέπει νὰ ζοῦμε; Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ τὸ πῶ ἐγώ· τὸ λέει ἡ συνείδησί σας, τὸ φωνάζει σήμερα καὶ τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 3,13-17). Τί λέει; Δυὸ λέξεις. Ὅπως ἡ Γῆ κινεῖται γύρω ἀπὸ δύο πόλους, Βόρειο καὶ Νότιο, ἔτσι καὶ τὸ εὐαγγέλιο συνοψίζεται σὲ δύο λέξεις· «κίνδυνος» καὶ «σωτηρία»· ἡ μία λέξις «κινδυνεύετε», ἡ ἄλλη «σωθῆτε».
* * *
Μὰ ποιός εἶνε ὁ κίνδυνος; Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἔχει μιὰ παλιὰ ἱστορία, ποὺ συνέβη 1.500 χρόνια π.Χ. σ᾽ ἕνα λαὸ ποὺ βρέθηκε ὅλος στὴν ἔρημο. Ἀπ᾽ ὅλους τοὺς λαοὺς ὁ Θεὸς αὐτὸν ἀγάπησε. Τὸν εὐλόγησε, ἔκανε θαύματα γι᾽ αὐτόν· ἄνοιξε βράχια νὰ τὸν ποτίσῃ, ἔβρεξε μάννα νὰ τὸν θρέψῃ, ἔκανε τὸ πᾶν φροντίζοντάς τους. Κι αὐτοὶ τί ἔκαναν; Ἦταν ἀγνώμονες, ἀχάριστοι. Μὲ τὴ μπουκιὰ στὸ στόμα γόγγυζαν στὸ Θεό. Σὰν τὰ λυσσασμένα σκυλιὰ ἔτσι οἱ Ἰουδαῖοι (αὐτὸς ἦταν ὁ λαός) δάγκωναν τὸ χέρι ἐκείνου ποὺ τοὺς ἔδινε τὰ μύρια ἀγαθά. Καὶ ἦρθε ἡ τιμωρία.
Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ χωρὶς ἔγνοια Θεοῦ ἔτρωγαν, ἔπιναν καὶ γκρίνιαζαν στὸν προφήτη Μωυσῆ, ξαφνικὰ ἀπ᾽ ὅλες τὶς σχισμὲς καὶ τὶς πέτρες τῆς γῆς βγῆκαν φίδια· πολλά, ἀναρίθμητα. Ἔπεφταν πάνω τους, δάγκωναν τοὺς ἄντρες, τὶς γυναῖκες, τοὺς γέρους, τὰ παιδιά, τὰ νήπια. Κ᾽ ἦταν ὀχιὲς φαρμακερές· οἱ δαγκωμένοι πέθαιναν ἀμέσως. Γέμισε ὁ τόπος νεκρούς. Δὲν πρόφταιναν νὰ θάβουν. Σταμάτησαν τὰ ὄργανα καὶ οἱ διασκεδάσεις, κ᾽ ἕνα κλάμα ἀκουγόταν στὴν ἔρημο. Μετανοιωμένοι πῆγαν στὸ Μωυσῆ καὶ τὸν παρακάλεσαν· Προσευχήσου στὸ Θεὸ νὰ πάψῃ ἡ συμφορά. Ἐκεῖνος παρακάλεσε. Καὶ τότε ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· Ἔπρεπε νὰ ξεπατωθοῦν, νὰ μὴ μείνῃ οὔτε σπόρος ἀπ᾽ αὐτούς· ἀλλὰ βλέπω τὰ δάκρυά τους. Πάρε λοιπὸν χαλκό, μπροῦτζο, λειῶσε τον στὸ καμίνι, φτειάξε ἀπ᾽ αὐτὸν ἕνα φίδι χάλκινο, στερέωσέ το στὴν κορυφὴ ἑνὸς ξύλου, στῆσε το ψηλὰ στὴ μέση τοῦ στρατοπέδου καὶ πές τους· Ἐλᾶτε, μᾶς λυπήθηκε ὁ Θεός· ἀπὸ τώρα, ὅποιος δαγκώνεται ἀπὸ φίδι, νὰ στρέφῃ τὰ μάτια του στὸ μπρούτζινο φίδι, νὰ τὸ βλέπῃ, κι ἀμέσως θὰ γίνεται καλά. Καὶ πράγματι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη οἱ θάνατοι σταμάτησαν καὶ ἔτσι ὁ λαὸς σώθηκε (βλ. Ἀρ. 21,4-9).
Αὐτὰ λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἐκεῖνο λοιπόν, ποὺ ἔγινε τότε στὴν ἔρημο, εἶνε μία συμβολικὴ παράστασις ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν τοῦ κινδύνου ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τοῦ μέσου μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔσωσε τὸν κόσμο· μὲ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ δηλαδή, τὴν Ὕψωσι τοῦ ὁποίου ἑορτάζουμε τὶς ἡμέρες αὐτές.
* * *
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ ὁρατὰ φαρμακερὰ φίδια ποὺ ὑπάρχουν στὴ φύσι, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα φίδια, ἀόρατα. Ποιά εἶν᾽ αὐτά; Ψάξτε τὴν καρδιά, κ᾽ ἐκεῖ μέσα θὰ δῆτε τέτοια φίδια. Τέτοιο φίδι π.χ. εἶνε ὁ φθόνος, ἡ ζήλεια, ποὺ κατατρώει πολλούς. Παντρεύει κάποιος τὸ κορίτσι του; ὁ ἄλλος μαραζώνει. Πάει καλὰ τὸ παιδὶ ἐκείνου στὰ γράμματα; φαρμάκι νιώθει ὁ ἄλλος. Ἔχει ἐκεῖνος κάποιο κέρδος; λυπᾶται ὁ ἄλλος. Καὶ μέσ᾽ στὸ σπίτι βλέπεις π.χ. τὴν πεθερὰ νὰ ζηλεύῃ τὴ νύφη της. Νά τὸ φίδι τοῦ φθόνου. Μικρὸ εἶν᾽ αὐτό; Μικρὰ φίδια εἶνε ἡ μοιχεία καὶ ἡ πορνεία; Ἄλλο φοβερὸ φίδι, ποὺ σφίγγει καὶ σπάει τὰ κόκκαλα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶνε ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ πλεονεξία. Καὶ πολλὰ πολλὰ ἄλλα.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀόρατα ὑπάρχουν καὶ κάποια ὁρατὰ φίδια· εἶνε μερικοὶ ἄνθρωποι. Λέει ὁ λαός· Προτιμότερο νὰ σὲ δαγκώσῃ ὀχιά, παρὰ νὰ σὲ πιάσῃ στὴ γλῶσσα του κακὸς ἄνθρωπος. Συκοφάντες καὶ διαβολεῖς, δὲν κάνουν τίποτ᾽ ἄλλο παρὰ νὰ φαρμακώνουν ἀθῴους. Μιὰ γυναίκα ἀναιδής, ἄπιστη, ἀλειτούργητη, χωρισμένη ἡ ἴδια καὶ ἀνδροχωρίστρα, ποὺ ξεγυμνώνεται καὶ ἐμπορεύεται τὴ σάρκα της ξεμυαλίζοντας ἄντρες, εἶνε φίδι. Ἦρθε σὲ νυχτερινὸ κέντρο μιὰ ντιζὲζ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη· μάζεψε χρήματα, ξεμυάλισε κ᾽ ἕναν ἄντρα, ὁ ὁποῖος ἔφυγε μαζί της ἐγκαταλείποντας τὴν οἰκογένειά του. Τέτοιες γυναῖκες δὲν εἶνε φίδια φαρμακερά; Ποιός θὰ τὶς μαζέψῃ νὰ μὴ διαλύουν σπίτια; Ἄλλοτε ἐκτόπιζαν κάποιους γιὰ πολιτικὰ φρονήματα· ἐγὼ θὰ ἔλεγα, νὰ μάζευαν σὲ ἐρημόνησα τὶς κακὲς γυναῖκες, νὰ πάψουν νὰ σκορπίζουν δηλητήριο καὶ καταστροφή. Μιὰ φαύλη γυναῖκα τὴν θεωρῶ πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ ἕναν ἄθεο ὑλιστή. Φεῦγε μακριὰ ἀπὸ γυναῖκα κακιά.
Σᾶς ἔδειξα φίδια ποὺ φωλιάζουν στὴν καρδιὰ καὶ μέσα στὴν κοινωνία. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, τὸ μεγάλο, τὸ τεράστιο φίδι, εἶνε «ὁ δράκων, ὁ ὄφις ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος, ὁ καλούμενος Διάβολος καὶ ὁ Σατανᾶς, ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην ὅλην» (Ἀπ. 12,9). Εἶνε ἐκεῖνο τὸ φίδι ποὺ μέσα στὸν παράδεισο ἐπλάνησε τὴν Εὔα καὶ ἔσυρε τὴν ἀνθρωπότητα στὴν καταστροφή.
* * *
Ποιός θὰ νικήσῃ αὐτὰ τὰ φίδια; ποιός θὰ καθαρίσῃ τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὰ πάθη; ποιός θὰ καθαρίσῃ τὴν κοινωνία ἀπὸ τὴν κακία καὶ τὴν ἀκαθαρσία; Ποιός θὰ νικήσῃ τὸ Σατανᾶ; Ὅπως τότε στὴν ἔρημο μόνο τὸ χάλκινο φίδι καὶ τὸ τίμιο ξύλο τοῦ σταυροῦ ἔσωσε τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἔτσι καὶ τώρα, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχει σωτηρία, ὑπάρχει σωτήρας. Ποιός εἶνε; Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ὑψώθηκε ὁ σταυρὸς κ᾽ ἐπάνω του ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ τότε δὲν ὑπάρχει πιὰ κίνδυνος. Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστό, ποὺ ἔχυσε τὸ τίμιο αἷμα του γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ὅποιος διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ζῇ μὲ τὰ θεῖα ῥήματά του, αὐτὸς σῴζεται ἀπὸ τὴν ἀπώλεια. Ἔτσι μᾶς λέει ὁ Χριστός. Ὁ σταυρὸς νικᾷ τὰ πάντα. Σὲ παλαιὲς βυζαντινὲς εἰκόνες εἰκονίζεται ἡ Σταύρωσις τοῦ Κυρίου καὶ κάτω, στὴ ῥίζα, ὁ σταυρὸς πατάει ἕνα φίδι φαρμακερό· εἶνε ὁ ἀρχαῖος ὄφις καὶ ἡ ἁμαρτία. Καὶ ἂν παρατηρήσετε στὴ ῥάβδο ποὺ κρατάει ὁ ἀρχιερεύς, τί ὑπάρχει; Ὁ τίμιος σταυρός, καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερά του δύο φίδια. Τί σημαίνουν αὐτά; ὅτι ὁ Χριστὸς νικᾷ τὰ φίδια, πατάει τὰ κεφάλια τους, καὶ ὁ σταυρὸς νικᾷ τὴν ἁμαρτία, σύμφωνα μ᾽ ἐκεῖνο τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· Θὰ σᾶς δώσω τὴ δύναμι νὰ πατᾶτε ἐπάνω στὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς, καὶ νὰ μὴν παθαίνετε τίποτα (Λουκ. 10,19). Αὐτὴ τὴ σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ποὺ ἀναφέρει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.
Ὁ σταυρὸς λοιπὸν εἶνε τὸ φάρμακο, ὁ σταυρὸς εἶνε τὸ ὅπλο μας. Μὲ τὸ σταυρὸ ὁ μέγας Κωνσταντῖνος –δὲν εἶνε παραμύθι– θριάμβευσε. Μὲ τὸ σταυρὸ καὶ ἡ φυλή μας αἰῶνες ὁλόκληρους ἐκραταιώθη καὶ μεγαλούργησε. Μὲ τὸ σταυρὸ νὰ προχωροῦμε κ᾽ ἐμεῖς.
Οἱ Χριστιανοί, ἀδελφοί μου, πρέπει νὰ τιμοῦμε τὸν σταυρό. Πῶς θὰ τὸν τιμοῦμε;
_ Πρῶτα-πρῶτα, ὅπως σᾶς ἔδειξα καὶ ἄλλοτε, νὰ σημειώνουμε ἐπάνω μας κανονικὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Μιά φορὰ νὰ κάνῃς μὲ πίστι τὸ σταυρό σου, θαῦμα θὰ γίνῃ. Τώρα δυστυχῶς πολλοὶ ντρέπονται νὰ σταυροκοπηθοῦν. Εἶσαι Χριστιανός; ὁ Χριστὸς δὲν ντράπηκε νὰ σταυρωθῇ γιὰ σένα· κάνε λοιπὸν κ᾽ ἐσὺ τὸ σταυρό σου κανονικά. Οἱ μανάδες καὶ γιαγιάδες, διδάξτε τὰ παιδιά σας. Δὲν ξεχνῶ τὴν ἀγράμματη γιαγιά μου, ποὺ μὲ πῆρε καὶ μὲ δίδαξε νὰ κάνω τὴν προσευχή μου. Καὶ στὴ ῾Ρωσία ξέρεις πῶς σῴζεται ἡ θρησκεία; Οἱ ῾Ρωσίδες γιαγιάδες παίρνουν τὰ ἐγγονάκια τους καὶ τὰ διδάσκουν. Μεγάλο πρᾶγμα ἡ γιαγιὰ (καὶ ἡ μάνα). Αὐτὴ κρατάει τὴν πίστι στὸ Θεό.
_ Πρῶτον λοιπὸν ὁ σταυρὸς κανονικά. Δεύτερον Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ νηστεία. Ἡ Τετάρτη ἦταν ἡ ἡμέρα τῆς προδοσίας, ἡ Παρασκευὴ ἡ ἡμέρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ.
_ Τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ νὰ τὴν τιμᾷς· εἶνε σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Ὅλοι στὴν ἐκκλησιά. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ γάμος καὶ διασκεδάσεις δὲν γίνονται, ὄργανα δὲν παίζουν. Καὶ στὸ τραπέζι ψωμάκι καὶ ἐλιές, νερό, σταφύλι· νηστεία. Ὁ ἄθεος χλευάζει…
Σᾶς ὁμιλεῖ ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξετε. Γύρω στὰ 1935 ἤμουν ἱεροκήρυκας στὴν Ἀκαρνανία. Πῆγα Μεγάλη Παρασκευὴ σ᾽ ἕνα χωριὸ ἀθέων. Ἐνῷ μέσ᾽ στὴν ἐκκλησιὰ ἦταν μόνο πέντε γυναικοῦλες καὶ δέκα ἄντρες, οἱ ἄλλοι τί ἔκαναν· ἔσφαξαν ἐπίτηδες ἀρνιά, ἔβαλαν τὶς σοῦβλες ἀπάνω στὴν ἐκκλησιά, καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἀκουγόταν τὸ «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου…», αὐτοὶ σὰν κοράκια ἔτρωγαν κοψίδια καὶ κορόϊδευαν «Ἐβίβα, ζήτω ὁ Χριστός…». Τὸν παπᾶ (ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔσφαξαν κατόπιν καὶ εἶνε μέσα στοὺς 400 ἥρωες κληρικοὺς ποὺ θυσιάστηκαν) τὸν πήρανε τὰ δάκρυα. Ἀλλὰ τὰ δάκρυα ἐκεῖνα ἔγιναν φωτιά. Ἦρθαν οἱ Γερμανοί, ἔβαλαν φωτιὰ καὶ τὸ χωριὸ ἐκεῖνο καταστράφηκε ἐξ ὁλοκλήρου. Κόκορας δὲν λάλησε πιὰ ἐκεῖ. Δὲν μπορεῖς, κύριε, νὰ παίζῃς μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία!
Ἂν ἤμουν κράτος, τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ θὰ διέταζα νὰ εἶνε ὅλα κλειστά.
Αὐτὰ σᾶς τὰ λέω μὲ πόνο. Ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, δὲν γυρίσουμε στὸ Χριστό, δὲν γίνουμε πραγματικὰ Χριστιανοὶ κάνοντας ὅ,τι λέει ἡ Ἐκκλησία μας, τότε καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε. Κρατῆστε καλά, ἀγωνιστῆτε. Δὲν θὰ νικήσουν οἱ ἄθεοι, θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός.
Εὔχομαι, αὐτὰ ποὺ σᾶς εἶπα μὲ πόνο καὶ δάκρυ, νὰ τὰ συναισθανθῆτε καὶ ν᾽ ἀποδείξετε, ὅτι ἐδῶ δὲν εἶνε ἀθεΐα, ἀλλὰ βασιλεύει ὁ Χριστός· ἐδῶ εἶνε μνήματα, τάφοι, ἱστορία ὁλόκληρη. Ὅποιος σαλεύει τὴ θρησκεία, σαλεύει τὰ θεμέλια τοῦ γένους. Ἄντε στὴν Τουρκιὰ νὰ δῇς τοὺς μουσουλμάνους πῶς πᾶνε στὰ τζαμιά τους, στρώνουν χαλιὰ καὶ προσκυνᾶνε τὸν Ἀλλὰχ τὸν ψεύτικο θεό. Κ᾽ ἐδῶ, ποὺ ἔχουμε τὴ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία, θρησκεία θαυμάτων, τὰ κτήνη νὰ τὴν περιφρονοῦν;
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Τιμίου Σταυροῦ Ἀνατολικοῦ – Ἑορδαίας τὴν 12-9-1971 πρωί. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 25-7-2026.