Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Η ΨΕΥΔΟΑΓΓΕΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η «ΑΓΓΕΛΟΘΕΡΑΠΕΙΑ» ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 30η Ιουνίου 2026

 

Η ΨΕΥΔΟΑΓΓΕΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η «ΑΓΓΕΛΟΘΕΡΑΠΕΙΑ» ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

(Θεολογική Προσέγγιση και Ποιμαντική Αντιμετώπιση μιας νεοφανούς πλάνης)

 

       Ο Τριαδικός Θεός, εκ της απείρου αγαθότητος και αγάπης Του προς την κτίση, εκχέει αδιαλείπτως τις άκτιστες ενέργειές Του στον κόσμο, διά των οποίων δημιουργείται, συντηρείται και συνέχεται σύμπασα η κτιστή πραγματικότητα. Ο θεόπνευστος Ψαλμωδός διακηρύσσει χαρακτηριστικά: «ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος… ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» (Ψαλμ.103,27-30). Αντιθέτως, όταν αποσυρθεί η ζωοποιός ενέργεια του Θεού, τα κτίσματα επιστρέφουν στην φθορά και τον θάνατο: «ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται· ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν» (Ψαλμ.103,29).

     Ιδιαιτέρως το Πανάγιο Πνεύμα μεταδίδει στον κόσμο τις θείες δωρεές και ενέργειές Του, διά των οποίων ο άνθρωπος ζει κατά φύσιν, τελειούται πνευματικώς και ολοκληρώνεται ως ψυχοσωματική ύπαρξη. Όπως επισημαίνεται εύστοχα στη σύγχρονη θεολογική γραμματεία, «το Πνεύμα μάς εισάγει στα βάθη του Θεού (Α΄ Κορ.2,10), όχι σε μία αδιαφοροποίητη άβυσσο, αλλά στο πλήρωμα της προσωπικώς μεθεκτής και άκτιστης θείας ενεργείας»[1]. Από την ημέρα της Αγίας Πεντηκοστής έως και τη συντέλεια των αιώνων, το Άγιο Πνεύμα παραμένει ενεργώς παρόν στην Εκκλησία, αγιάζοντας, καθαρίζοντας, σώζοντας και οδηγώντας τον άνθρωπο στην κατά χάριν θέωση.

     Δυστυχώς, με την πτώση των Πρωτοπλάστων εισήλθε στον κόσμο η αμαρτία και μαζί της μία ψευδής και σκοτεινή «πνευματικότητα», η οποία δεν προέρχεται από τον Θεό, αλλά από τον «ἀπ’ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνον» διάβολο (Ιωάν.8,44). Η δαιμονική αυτή ενέργεια επιδιώκει να υποκαταστήσει την αγιοπνευματική ζωή, να απομακρύνει τον άνθρωπο από την οδό της σωτηρίας και να τον οδηγήσει στην πνευματική απώλεια.

    Η ολέθρια αυτή μορφή ψευδοπνευματικότητας εκδηλώνεται ιστορικά και συγχρόνως μέσα από το ευρύ φάσμα του Αποκρυφισμού. Ο όρος «Αποκρυφισμός» δηλώνει την αναζήτηση δήθεν μυστικών γνώσεων και υπερφυσικών δυνάμεων, οι οποίες αποκτώνται μέσω αποκρύφων πρακτικών, τελετουργιών και επικλήσεων πνευματικών οντοτήτων. Πίσω από τις πρακτικές αυτές δεν κρύβεται η θεία χάρις, αλλά η πλάνη και η ενέργεια των δαιμονικών δυνάμεων, οι οποίες επιδιώκουν να απομακρύνουν τον άνθρωπο από την αλήθεια της εν Χριστώ ζωής. Σχετική ανακοίνωση, με τίτλο: «Η σύγχρονη επέλαση του Αποκρυφισμού», είχαμε δημοσιεύσει στις 3 Φεβρουαρίου 2025[2], αναλύοντας σε βάθος το φαινόμενο.

    Στη σύγχρονη εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη πνευματική σύγχυση και θρησκευτικό συγκρητισμό, ο Αποκρυφισμός παρουσιάζεται με ποικίλες μορφές και προσελκύει πλήθος ανθρώπων που αναζητούν νόημα, θεραπεία ή πνευματική εμπειρία έξω από την εκκλησιαστική ζωή. Ανάμεσα στις πλέον διαδεδομένες εκφάνσεις του συγκαταλέγεται και η λεγόμενη «Ψευδοαγγελολογία» ή «Αγγελοθεραπεία», ένα φαινόμενο που επιχειρεί να οικειοποιηθεί και να διαστρέψει τη χριστιανική διδασκαλία περί των Αγίων Αγγέλων.

      Η λεγόμενη αυτή «νέα θρησκεία των αγγέλων» προβάλλει διάφορες υπερφυσικές οντότητες ως πνευματικούς οδηγούς, θεραπευτές και μεσολαβητές μεταξύ του ορατού και του αοράτου κόσμου. Παρά τη χρήση ονομάτων γνωστών Αρχαγγέλων, όπως του Μιχαήλ, του Γαβριήλ και του Ραφαήλ, οι αντιλήψεις αυτές ουδεμία σχέση έχουν με την ορθόδοξη διδασκαλία περί των Αγίων Αγγέλων, οι οποίοι είναι κτιστά πνευματικά όντα, λειτουργικά πνεύματα και υπηρέτες του θελήματος του Θεού.

     Η σύγχρονη ψευδοαγγελολογία, επηρεασμένη από την Καμπάλα, τη Θεοσοφία, τον Εσωτερισμό και το ευρύτερο ρεύμα της «Νέας Εποχής», αποδίδει στους λεγόμενους «αγγέλους» ιδιότητες και εξουσίες που δεν μαρτυρούνται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Αντιθέτως, τους παρουσιάζει ως αυθύπαρκτες πνευματικές δυνάμεις, φορείς κοσμικών ενεργειών και μέσα προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, εισάγοντας έτσι τον άνθρωπο σε ένα πνευματικό περιβάλλον ξένο προς την αποκαλυφθείσα αλήθεια του Θεού.

     Για τον λόγο αυτό, η Εκκλησία αντιμετωπίζει τα φαινόμενα αυτά όχι ως αθώες μορφές εναλλακτικής πνευματικότητας, αλλά ως σοβαρές πνευματικές πλάνες, οι οποίες νοθεύουν το ορθόδοξο φρόνημα και εγκυμονούν κινδύνους για τη σωτηρία του ανθρώπου.

     Η σύγχρονη ψευδοαγγελολογία δεν αποτελεί ένα αυτόνομο θρησκευτικό φαινόμενο, αλλά εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο αποκρυφιστικό και νεοεποχίτικο πλέγμα αντιλήψεων, το οποίο επιχειρεί να υποκαταστήσει τη γνήσια εν Χριστώ πνευματική ζωή με μία εναλλακτική μορφή θρησκευτικότητας. Πρόκειται για ένα συγκρητιστικό σύστημα, το οποίο συνδυάζει ετερόκλητα στοιχεία προερχόμενα από τον Ιουδαϊκό μυστικισμό, τον Γνωστικισμό, τον Ερμητισμό, τη Θεοσοφία και τις διάφορες εκδοχές του σύγχρονου Εσωτερισμού.

     Ιδιαιτέρως καθοριστική υπήρξε η επίδραση της εβραϊκής Καμπάλα, η οποία θεωρείται από πολλούς ερευνητές ως ένας από τους βασικότερους πυλώνες του σύγχρονου Αποκρυφισμού. Η Καμπάλα παρουσιάζεται από τους οπαδούς της ως η δήθεν μυστική και ανώτερη παράδοση του Ιουδαϊσμού, η οποία μεταδόθηκε προφορικώς από τον Μωυσή σε έναν περιορισμένο κύκλο «μυημένων». Κατ’ αυτήν, η γραπτή αποκάλυψη (Τορά και γενικότερα η Παλαιά Διαθήκη) απευθύνεται στους πολλούς, ενώ η μυστική γνώση επιφυλάσσεται για τους «πνευματικώς προχωρημένους».

     Στην πραγματικότητα, όμως, το καμπαλιστικό σύστημα εισάγει αντιλήψεις οι οποίες αποκλίνουν ουσιωδώς από το πνεύμα της θείας Αποκαλύψεως. Αντί της πίστεως στον προσωπικό και ζώντα Θεό, ο οποίος δημιουργεί τον κόσμο εκ του μη όντος, προβάλλεται ένα σχήμα κοσμικών εκπορεύσεων και ενεργειακών βαθμίδων, το οποίο παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με νεοπλατωνικές και γνωστικές θεωρίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται και η ιδιαίτερη «αγγελολογία» της Καμπάλα, η οποία αποδίδει στους λεγόμενους αγγέλους ρόλους και ιδιότητες ξένες προς τη βιβλική και πατερική διδασκαλία.

      Σύμφωνα με τις καμπαλιστικές δοξασίες, οι «άγγελοι» δεν θεωρούνται απλώς λειτουργικά πνεύματα και διάκονοι του θείου θελήματος, όπως αναφέρεται στην Θεία Αποκάλυψη, αλλά ενδιάμεσες πνευματικές δυνάμεις, φορείς κοσμικών ενεργειών και διαχειριστές μυστικών γνώσεων. Συνδέονται με τα λεγόμενα «Σεφιρώτ», τις υποτιθέμενες εκπορεύσεις του θείου, καθώς και με διάφορα συστήματα μυστικής αριθμολογίας, αστρολογίας και αποκρυφιστικών αντιστοιχιών.

      Ιδιαίτερη θέση κατέχει η διδασκαλία περί των λεγομένων «72 αγγέλων», οι οποίοι υποτίθεται ότι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες πνευματικές ιδιότητες και ενεργειακές επιδράσεις. Κατά τις σχετικές δοξασίες, κάθε άνθρωπος συνδέεται με ορισμένους «προσωπικούς αγγέλους», ανάλογα με την ημερομηνία και την ώρα της γεννήσεώς του, οι οποίοι υποτίθεται ότι επηρεάζουν τη ζωή, τον χαρακτήρα και την πνευματική του πορεία, συνδέοντάς τις με μια ακόμα πλάνη, την αστρολογία.

     Είναι προφανές ότι οι αντιλήψεις αυτές δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί των Αγίων Αγγέλων. Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν γνωρίζει αγγέλους συνδεδεμένους με αστρολογικούς υπολογισμούς, αριθμολογικές θεωρίες ή μυστικές ενεργειακές δομές. Οι Άγιοι Άγγελοι είναι δημιουργήματα του Θεού, τα οποία υπηρετούν αποκλειστικώς το θείο θέλημα και διακονούν το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.

     Παράλληλα, η σύγχρονη ψευδοαγγελολογία έχει δεχθεί έντονες επιδράσεις από τη Θεοσοφία και το κίνημα της «Νέας Εποχής» (New Age). Στο πλαίσιο αυτό, οι «άγγελοι» παρουσιάζονται ως εξελιγμένες πνευματικές υπάρξεις, φορείς ανώτερης σοφίας και καθοδηγητές της ανθρωπότητας προς μια υποτιθέμενη νέα εποχή πνευματικής αφυπνίσεως. Οι αντιλήψεις αυτές συνοδεύονται συνήθως από πρακτικές διαλογισμού, οραματισμού, ενεργειακών θεραπειών και επικλήσεων πνευματικών οντοτήτων.

         Οι «άγγελοι» λοιπόν της Καμπάλα, της Θεοσοφίας και του Αποκρυφισμού, δεν είναι οι αγαθοί και Άγιοι Άγγελοι της Θείας Αποκαλύψεως, αλλά αλλότρια πνευματικά όντα. Από το ότι προβάλλονται από τον Αποκρυφισμό και συνδέονται με τις πρακτικές του και κυρίως με την μαγεία, τότε αυτοί δεν είναι άλλοι από εκπεσόντες άγγελοι, από δαιμονικές δυνάμεις!

     Αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία σε ιστότοπο του χώρου: «δεν επικαλούμαστε δαίμονες. Τους παρουσιάζουμε ως μυθικά αρχέτυπα που αντιπαρατίθενται με τους αγγέλους, για να αποκαλύψουμε την εσωτερική μάχη του ανθρώπου». Και στο ερώτημα: γιατί αναπτύσσουν την Αγγελολογία και Δαιμονολογία, απαντά: «Αποκαθιστούμε την ισορροπία: Η Αγγελολογία εμπνέει, αλλά η Δαιμονολογία παραμένει παρεξηγημένη. Ενώνουμε και τις δύο για να χαρτογραφήσουμε την πλήρη πνευματική γεωγραφία—όχι ως αντίθεση, αλλά ως συμπληρωματική αποκάλυψη. Προστατεύουμε την πρωτοτυπία: Αντιπαραθέτουμε κάθε άγγελο με τον αντίπαλό του, χτίζοντας ένα απαράμιλλο σύστημα που κανείς δεν μπορεί να αντιγράψει.  “Η Σύγκρουση Sehaliah vs Vine ” ανοίγει τον δρόμο. Εμβαθύνουμε στον μύθο: Δεν βλέπουμε άγγελους και δαίμονες ως απλές οντότητες. Τους αναγνωρίζουμε ως δυνάμεις, σύμβολα και εσωτερικές φωνές που συγκρούονται μέσα μας…»[3] . Μια ξεκάθαρη ομολογία ότι η «αγγελολογία» του Αποκρυφισμού είναι «δαιμονολογία».

     Ιδιαιτέρως διαδεδομένη είναι η λεγόμενη «Αγγελοθεραπεία», σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι μπορούν να επικαλούνται αγγελικές δυνάμεις για τη θεραπεία σωματικών, ψυχολογικών ή πνευματικών προβλημάτων. Στο πλαίσιο αυτό εμφανίζονται διάφοροι «θεραπευτές», «μέντιουμ» ή «πνευματικοί σύμβουλοι», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι επικοινωνούν με αγγέλους και μεταδίδουν τα μηνύματά τους στους ενδιαφερομένους.

     Η πρακτική αυτή, όμως, εγείρει σοβαρά θεολογικά ζητήματα. Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, ουδεμία αυθεντική επικοινωνία με τον πνευματικό κόσμο μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και της ζωής της Εκκλησίας. Κάθε απόπειρα επικλήσεως πνευματικών οντοτήτων μέσω αποκρυφιστικών τεχνικών, μέντιουμ, καναλιών επικοινωνίας (channeling) ή μαγικών πρακτικών καταδικάζεται σαφώς από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση.

     Η Εκκλησία διακρίνει πάντοτε μεταξύ της θείας χάριτος και των πλανών των πονηρών πνευμάτων. Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι ο διάβολος και οι δαίμονες έχουν τη δυνατότητα να μετασχηματίζονται και να εμφανίζονται με μορφές φωτεινές και ελκυστικές, προκειμένου να εξαπατήσουν τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί ότι «αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ.11,14).

     Η πατερική γραμματεία και οι βίοι των Αγίων παρέχουν πλήθος σχετικών παραδειγμάτων. Ιδιαιτέρως οι μεγάλοι ασκητές της ερήμου αντιμετώπισαν πολυάριθμες δαιμονικές εμφανίσεις, κατά τις οποίες τα πονηρά πνεύματα επιχειρούσαν να παρουσιασθούν ως άγγελοι ή ακόμη και ως πρόσωπα αγίων, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αγωνιστές της πίστεως. Η νίκη επί των πειρασμών αυτών επιτυγχανόταν πάντοτε διά της ταπεινώσεως, της προσευχής και της προσκολλήσεως στην εκκλησιαστική εμπειρία.

       Απέναντι στις συγκεχυμένες και πλανεμένες αυτές αντιλήψεις, η Ορθόδοξη Εκκλησία προβάλλει αδιαλείπτως την αυθεντική διδασκαλία της περί των Αγίων Αγγέλων, όπως αυτή αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή και ερμηνεύεται από την ιερά Πατερική Παράδοση. Οι Άγιοι Άγγελοι είναι κτιστά, λογικά και νοερά πνεύματα, δημιουργήματα του Θεού, τα οποία υμνούν ακαταπαύστως τη θεία μεγαλοσύνη και διακονούν το σωτηριώδες σχέδιό Του για τον κόσμο και τον άνθρωπο.

     Η ύπαρξη και η διακονία τους μαρτυρούνται σε ολόκληρη την Αγία Γραφή. Από τις πρώτες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης έως τα αποκαλυπτικά οράματα της Καινής Διαθήκης, οι Άγγελοι εμφανίζονται ως λειτουργοί του θείου θελήματος, ως αγγελιοφόροι των θείων βουλών και ως προστάτες των πιστών. Ποτέ όμως δεν ενεργούν αυτοβούλως ούτε διαθέτουν αυθύπαρκτες δυνάμεις και εξουσίες. Κάθε ενέργειά τους πηγάζει από τη χάρη και την πρόνοια του Θεού, τον Οποίο υπηρετούν με απόλυτη υπακοή.

     Η Εκκλησία ουδέποτε δίδαξε ότι οι Άγιοι Άγγελοι αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης λατρείας ή ότι δύνανται να επικαλούνται με ειδικές τεχνικές και μυστικιστικές μεθόδους. Αντιθέτως, η τιμή που αποδίδεται στους Αγγέλους ανάγεται πάντοτε στον Δημιουργό τους, τον Τριαδικό Θεό, από τον Οποίο λαμβάνουν την ύπαρξη, τη δύναμη και την αποστολή τους. Κάθε μορφή αγγελολατρείας ή υπερβολικής ενασχολήσεως με τον αγγελικό κόσμο απορρίπτεται ως παρέκκλιση από την ορθή πίστη.

     Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί τους πιστούς να μην παρασύρονται από όσους προβάλλουν μία ψευδεπίγραφη ταπείνωση και μία ιδιότυπη λατρεία των αγγέλων, «μηδεὶς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ θρησκείᾳ τῶν ἀγγέλων» (Κολ. 2,18), απομακρύνοντάς τους από τον Χριστό, ο Οποίος είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας και η μοναδική πηγή της σωτηρίας. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται μέσω μυστικών γνώσεων, αποκρύφων αποκαλύψεων ή επικλήσεων υπερφυσικών οντοτήτων, αλλά διά της εν Χριστώ ζωής, της μετανοίας και της συμμετοχής στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας.

     Η λεγόμενη «Αγγελοθεραπεία» προβάλλει ως βασικό της επιχείρημα την αναζήτηση θεραπείας, παρηγορίας και εσωτερικής ισορροπίας. Η βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου για ανακούφιση από τον πόνο, τη μοναξιά και την υπαρξιακή αγωνία καθίσταται συχνά το σημείο μέσω του οποίου οι διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες προσελκύουν ανυποψίαστους ανθρώπους. Υπόσχονται εύκολες λύσεις, άμεση ψυχική ανακούφιση και υπερφυσική βοήθεια, αποκρύπτοντας τον πραγματικό πνευματικό κίνδυνο που ενυπάρχει στις πρακτικές τους.

     Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αρνήθηκε τη θεραπευτική διάσταση της πίστεως. Αντιθέτως, ολόκληρη η ζωή της αποτελεί ένα συνεχές θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων. Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται στα ιερά Ευαγγέλια ως ο κατεξοχήν Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ο Οποίος θεραπεύει όχι μόνον τις σωματικές ασθένειες, αλλά και τη βαθύτερη αιτία της ανθρώπινης τραγωδίας, δηλαδή την αμαρτία και τον θάνατο.

     Μέσα στο σώμα της Εκκλησίας ο άνθρωπος καλείται να βιώσει την αληθινή θεραπεία διά της μετανοίας, της προσευχής, της ασκήσεως, της εξομολογήσεως και της θείας Ευχαριστίας. Η θεραπεία αυτή δεν έχει χαρακτήρα μαγικό ούτε λειτουργεί αυτοματοποιημένα. Αποτελεί καρπό της ελεύθερης συνεργίας του ανθρώπου με τη θεία χάρη και εντάσσεται στην πορεία του αγιασμού και της σωτηρίας.

     Ιδιαιτέρως στη σύγχρονη εποχή, όπου η πνευματική σύγχυση και ο θρησκευτικός συγκρητισμός λαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις, απαιτείται εγρήγορση, διάκριση και σταθερή προσήλωση στην εκκλησιαστική παράδοση. Πολλές από τις σύγχρονες μορφές ψευδοπνευματικότητας εμφανίζονται με ελκυστικό και φιλικό προσωπείο, χρησιμοποιώντας όρους όπως «αγάπη», «φως», «ενέργεια», «θεραπεία» και «πνευματική εξέλιξη». Πίσω όμως από την ελκυστική αυτή ορολογία αποκρύπτονται συχνά αντιλήψεις και πρακτικές οι οποίες αλλοιώνουν τη χριστιανική πίστη και οδηγούν τον άνθρωπο μακριά από τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου.

      Η εμπειρία της Εκκλησίας διδάσκει ότι κάθε αυθεντική πνευματική ζωή έχει ως θεμέλιό της την ταπείνωση. Αντιθέτως, ο αποκρυφισμός και οι ποικίλες μορφές εσωτερισμού καλλιεργούν συνήθως την αυταρέσκεια, την πεποίθηση περί δήθεν ανώτερης γνώσεως και την ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει πνευματικές δυνάμεις ή ιδιαίτερα χαρίσματα ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού. Η νοοτροπία αυτή αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη της αρχαίας πτώσεως, κατά την οποία ο άνθρωπος επιχείρησε να αυτονομηθεί από τον Δημιουργό του.

      Γι’ αυτό και η Εκκλησία απευθύνει πατρική προειδοποίηση προς όλους τους πιστούς να αποφεύγουν κάθε ενασχόληση με αποκρυφιστικές πρακτικές, μορφές μαντείας, ενεργειακές θεραπείες, επικλήσεις πνευμάτων, «αγγελικές επικοινωνίες», σεμινάρια μυστικών γνώσεων και κάθε συναφή δραστηριότητα. Οι πρακτικές αυτές δεν οδηγούν στην κοινωνία με τον Θεό, αλλά εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους πνευματικής πλάνης και απομακρύνσεως από την εκκλησιαστική ζωή.

      Ο πιστός δεν έχει ανάγκη από μυστικούς μεσολαβητές, αποκρυφιστικές τεχνικές ή υποτιθέμενες υπερφυσικές δυνάμεις. Έχει τον Χριστό, τον μόνο Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου, ο Οποίος «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ.13,8), καθώς και την Αγία Του Εκκλησία, μέσα στην οποία προσφέρεται αφθόνως η σωστική χάρη του Αγίου Πνεύματος.

      Κατακλείοντας, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η λεγόμενη «Αγγελολογία – Αγγελοθεραπεία», όπως εμφανίζεται στους χώρους του σύγχρονου Αποκρυφισμού και της «Νέας Εποχής», δεν αποτελεί ακίνδυνη εναλλακτική πρόταση πνευματικότητας ούτε γνήσια έκφραση της χριστιανικής πίστεως, αλλά πρόκειται για μια ακόμη δαιμονική παγίδα, για τον αποπροσανατολισμό μας και την πρόσδεσή μας στις αποκρυφιστικές πρακτικές. Πρόκειται για ένα συγκρητιστικό και αποκρυφιστικό σύστημα αντιλήψεων, το οποίο διαστρέφει την ορθόδοξη διδασκαλία περί των Αγίων Αγγέλων και οδηγεί τους ανθρώπους σε πνευματικές ατραπούς ξένες προς το Ευαγγέλιο του Χριστού. Αποτελεί ένα σύστημα μυστικών διδασκαλιών που μελετά την ιεραρχία, τα ονόματα και τις ιδιότητες των υπερφυσικών όντων, χρησιμοποιώντας πρακτικές όπως η επίκληση, η Καμπάλα και η μαγεία για την επικοινωνία μαζί τους.

     Η αληθινή θεραπεία, ο φωτισμός και η σωτηρία δεν προέρχονται από αμφίβολες πνευματικές τεχνικές ή από την επίκληση αγνώστων πνευματικών οντοτήτων, αλλά από τη ζωοποιό χάρη του Παναγίου Πνεύματος, η οποία ενεργεί αδιαλείπτως μέσα στην Εκκλησία. Εκεί τελεσιουργείται το μυστήριο της σωτηρίας, εκεί προσφέρεται η άφεση των αμαρτιών, εκεί θεραπεύονται οι πνευματικές πληγές του ανθρώπου και εκεί προγεύεται ο πιστός την αιώνια Βασιλεία του Θεού.

    Καλούμαστε έτσι να συνειδητοποιήσουμε πως μόνον ο «Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός», ο αληθινός Τριαδικός Θεός, μπορεί να μας ευλογήσει και να μας χαρίσει τα άπειρα αγαθά Του και προπαντός το ύψιστο δώρο της σωτηρίας, της υιοθεσίας μας από Αυτόν και της κατά χάριν θέωσής μας. Έξω και πέρα από την δική Του χάρη υπάρχει το κακό, η απάτη, το έρεβος και η καταστροφή. Ο ολέθριος αντίδικός μας γνωρίζει αυτή την αλήθεια και την ύψιστη ευεργεσία του Θεού για μας και θέλει να μας απομακρύνει από αυτή, να μας στερήσει τις θείες ευλογίες και να μας καταστρέψει,  οδηγώντας μας να αναζητήσουμε «βοήθεια» και  «λύτρωση» στις δικές του δαιμονικές δυνάμεις, τις οποίες προβάλλει ως «αγγελικές»! Για τούτο ο θεόπνευστος λόγος του Θεού μας προτρέπει να απέχουμε από τα έργα του σκότους, από τις μεθοδείες του Σατανά, για το δικό μας συμφέρον.

      Ας παραμείνουμε, λοιπόν, στερεωμένοι στην πίστη των Αγίων Πατέρων, προσηλωμένοι στην εκκλησιαστική ζωή και προφυλαγμένοι από κάθε μορφή πλάνης, έχοντας ως μοναδική ελπίδα και καταφυγή τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, «τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών ημών» (Α΄ Πέτρ.2,25), στον Οποίο ανήκει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών