Γράφει ὁ Πρεσβύτερος π. Γεράσιμος Βουρνᾶς
Ὁ Χριστός μας, τήν Κυριακή (Γ΄ Ματθαίου), κάνει ἀναφορά στά μάτια μας καί, συγκεκριμένα, στόν τρόπο πού βλέπουμε τά πράγματα. Ἄν ὁ ὀφθαλμός μας εἶναι «ἁπλοῦς», τότε καί ὅλος ὁ ἑαυτός μας εἶναι φωτεινός, ὁμοιάζοντας πρός τήν πηγή τοῦ Φωτός καί κατ’ ἐξοχήν ἁπλό, Θεό μας. Ἀντιθέτως, ἄν ὁ ὀφθαλμός μας εἶναι «πονηρός», τότε καί ὅλος ὁ ἑαυτός μας εἶναι σκοτεινός, ὁμοιάζοντας πρός στόν πατέρα τοῦ σκότους καί ἐφευρέτη τῆς ἁμαρτίας, διάβολο.
Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος θέτει ὡς ἀντίθετο τοῦ ἁπλοῦ, τό πονηρό. Ἡ πονηρία ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο μέσῳ τῆς πολυπλοκότητας καί τῆς δολοπλοκίας στό χάος. Ὁ πονηρός ἄνθρωπος ὑφαίνει ἕνα ἱστό ψεύδους πού φθάνει νά εἶναι τόσο μπερδεμένος, ὣστε ἀκόμη καί ὁ ἴδιος χάνεται καί ἀντιφάσκει. Αὐτό χαρακτηριστικά μπορεῖ νά τό ἐντοπίσει κανείς στούς σημερινούς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι καθημερινά ψεύδονται τόσο ἀσύστολα, ὥστε γιά νά τούς ἀντικρούσει κανείς ἀρκεῖ νά τούς φέρει ἀντιμέτωπους μέ αὐτά πού οἱ ἴδιοι ἔλεγαν ἕνα χρόνο – ἤ ἀκόμα καί λίγες μέρες – πρίν. Τελικά, ὁ ἄνθρωπος φθάνει, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο πού ἐπιλέγει νά βλέπει τά πράγματα, νά καταστεῖ δοῦλος εἲτε τοῦ Θεοῦ, εἲτε τοῦ «μαμωνᾶ».
Ὁ Θεός θέλει νά μᾶς κάνει ἁπλούς καί ἀνενδεεῖς, ὅπως μᾶς ἔπλασε ἐξ ἀρχῆς στόν Παράδεισο, ὅπου μόνη μας ἐργασία ἦταν ἡ ἀκατάπαυστη γνώση τοῦ Θεοῦ (Ἰω. 17, 3) καί ἡ διαρκής ὁμοίωσή μας μαζί Του.[1] Δέν ὑπῆρχε ἀνησυχία γιά τίποτε ἄλλο, ἀφοῦ ὅλα ἦταν ἐξασφαλισμένα ἀπό Ἐκεῖνον. Ἀλλά, ἀκόμα καί σέ αὐτή τή μεταπτωτική ζωή, ὁ Θεός μᾶς παρέχει τά πάντα. Ἄν παρατηρήσουμε μέ προσοχή τίς ζωές μας, θά διαπιστώσουμε ὅτι κάθε καλό μᾶς ἐδωρήθη χωρίς νά τό ἐπιδιώξουμε, χωρίς ἴσως κἄν νά προλάβουμε νά τό θελήσουμε καλά-καλά. Ἔτσι, μᾶς δίδει ὁ Θεός μιά γεύση ἀπό τήν ἀμέριμνη ζωή κοντά Του. Ἐκεῖνα δέ πού ἐπιτρέπει νά χάσουμε, ἀποτελοῦν ἀφορμή, γιά νά ποθήσουμε καί πάλι τήν ἀμέριμνη ζωή τοῦ Θεοῦ μας: «ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ» καί ὅλες οἱ ἄλλες ἀνάγκες θά σᾶς ἐξασφαλιστοῦν κι αὐτές, θά ἀκούσουμε στό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς (Μτθ. 6, 33. Λκ. 12, 31).
Ποία εἶναι ὡστόσον ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;
Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ἄν ποῦμε ὅτι ὅλο τό Εὐαγγέλιο ἔχει νά κάνει μέ δύο στοιχεῖα: τόν τρόπο πού βλέπουμε τά πράγματα – ὅπως εἴδαμε στήν ἀρχή τοῦ κειμένου μας – καί μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἤδη, ἀπό τίς πρῶτες γραμμές τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὁ Τίμιος Πρόδρομος κηρύσσει: «μετανοεῖτε», δηλαδή ἀλλάξτε τόν τρόπο πού βλέπετε, διότι «ἤγγικε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Μτθ. 3, 2. Μρκ. 1, 14-15). Ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί Αὐτός εἶναι πού ἤγγικε! Γιατί, ὅ,τι ἔχουμε στίς ζωές μας καί εἶναι ἐν Χριστῷ, ἐν τῇ Εὐλογίᾳ Του, αὐτό εἶναι πού ἔχει ἀξία, χαρά καί μονιμότητα. Ἐπιπλέον, μποροῦμε νά ποῦμε πώς, ὅ,τι βρίσκεται ἐντός τῆς Θείας Χάρης, εἶναι ἐντός τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ὁλόκληρο τό Ἱερό Εὐαγγέλιο περί αὐτοῦ τοῦ «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου» πρόκειται, περί τοῦ πῶς θά ἔλθει ἡ Θεία Χάρη ἐντός μας («ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν» (Λκ. 17, 21) καί γιά τό πῶς ἐμεῖς καί κάθε τι θά εἰσέλθει ἐντός τῆς Βασιλείας – Θείας Χάριτος. Γι’ αὐτό καί ἡ Πίστη μας ἀπαιτεῖ τόση ἀκρίβεια, διότι καί ἡ παραμικρή ἀθέτηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί, ἀκόμη χειρότερα, ἡ κατοχύρωσή της μέ ἐπιχειρήματα καί ἡ διδασκαλία τῶν ἄλλων, μπορεῖ νά μᾶς στερήσει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Μτθ. 5, 19).
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔξω ἀπό τόν χρόνο, μέ τήν ἔννοια ὅτι εἶναι «ἡτοιμασμένη […] ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25, 34), ἀλλά ταυτοχρόνως «ἤγγικε» (Μτθ. 3, 2) καί φανερώθηκε «ἐν δυνάμει» κατά τήν Μεταμόρφωση (Μρκ. 9, 27. Λκ. 9, 27), τήν εἶδαν οἱ ἄνθρωποι στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας «ἐρχομένη» (Μρκ. 11, 10) «ἐπί πώλου ὄνου» (Ἰω. 12, 15), ἐνῷ ἔρχεται ἀδιάκοπα σέ κάθε Θεία Λειτουργία (Μρκ. 14, 25. Λκ. 22, 16), ἀλλά καί πρόκειται νά ἔλθει ὅπως ἡ «ἀστραπή» (Λκ. 16, 24) κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. Τότε θά «καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχήν καί πᾶσαν ἐξουσίαν καί δύναμιν» (Α΄ Κορ. 15, 24). Τότε ὅλοι θά ἀλλάξουμε καί θά ἐνδυθοῦμε τήν ἀφθαρσία (Α΄ Κορ. 15, 52), διότι τίποτε τό φθαρτό δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει ὁριστικά καί ἀμετάκλητα στήν Βασιλεία – Θεία Χάρη (Α΄ Κορ. 15, 50).
Μέ ἄλλα λόγια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ – Θεία Χάρις, ὑπῆρχε, ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Καί ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα πού ὅλοι θά ἀλλάξουμε καί θά ἀφθαρτοποιηθοῦμε θά ἀρχίσει γιά ἐμᾶς ἡ αἰώνιος ζωή, κατά τήν ὁποία θά ζοῦμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς Παράδεισο ἤ ὡς Κόλαση. Διότι, ὅσοι αὐτοπροαιρέτως ἀρνηθήκαμε τόν Θεό καί τὶς ἐντολές Του, ὅσοι προσπαθήσαμε νά ἀλλοιώσουμε τόν Θεό, τήν Δημιουργία καί τήν Διδασκαλία Του, “διορθώνοντας” τό ἔργο Του, τότε θά ζήσουμε αἰωνίως τόν Θεό ὡς «πῦρ καταναλίσκον» (Ἑβρ. 11, 29).
Γι’ αὐτό καί εἶναι πολύ σπουδαία ὑπόθεση ἡ ζωή πού μᾶς δόθηκε. Εἶναι, ὅπως θά ἀκούσουμε στό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς, ἡ ἐπιλογή μας μεταξύ Θεοῦ καί «μαμωνᾶ». Μεταξύ τοῦ φωτός καί τοῦ σκότους. Μεταξύ τῆς βίωσης τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς Βασιλείας – Χάριτός Του, ὡς φῶς ἤ ὡς φωτιά πού κατακαίει αἰωνίως. Δέν εἶναι ζήτημα διανοητικό, διότι στήν ἐποχή μας ὑπάρχουν ὅλες οἱ ἀπαραίτητες γνώσεις καί μποροῦμε εὔκολα νά τίς ἀναζητήσουμε. Τό ζήτημα εἶναι βαθύτερο. Εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στό κακό πού ἔχει κατακυριεύσει τόν κόσμο μας χωρίς αὐτό νά μᾶς συγκλονίζει. Ταυτόχρονα, εἶναι καί ἡ στάση μας ἀπέναντι στή Χάρη τοῦ Θεοῦ μας πού διαχέεται στόν κόσμο μας μέσα ἀπό κάθε Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας.[2] Δέν μᾶς συγκινεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Δέν Τήν ἀποζητοῦμε νά ἔλθει καί νά ἀνακατευτεῖ μέ τήν ὕπαρξή μας![3] Δέν μᾶς λείπει. Ἀσχολούμεθα μέ κάθε ἀνοησία καί μικρότητα – ἀκόμη καί ἐντός τῶν Ἱερῶν Ναῶν μας – καί, ὅπως οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, οὔτε ἐμεῖς εἰσερχόμεθα στήν Βασιλεία – Χάρη τοῦ Θεοῦ μας, ἀλλά κλείνουμε τήν εἴσοδο καί στούς ἄλλους ἐξ αἰτίας τῆς, ἐν πολλοῖς, ἀποκρουστικῆς καί ὑποκριτικῆς συμπεριφορᾶς μας, πρῶτα ἡμῶν τῶν Κληρικῶν καί κατόπιν τοῦ μή κατ’ ἐπίγνωσιν πιστοῦ λαοῦ (Μτθ. 23, 13).
Οἱ γραμμές αὐτές ἀποτελοῦν μιά προσπάθεια νά κατανοήσει ὁ γράφων, κατά δύναμιν, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μας καί ὄχι γιά νά προσθέσει κάτι καινούριο, ἀφοῦ ἐγκυρότεροι ἡμῶν ἔχουν μιλήσει γι’ Αὐτήν καί, ἀκόμη περισσότερο, τήν ἔχουν βιώσει καί ἔχει ἀκτινοβολήσει στά μάτια τους τόσο, ὥστε ἀκόμη καί ἐμεῖς νά πάρουμε εἴδηση ὅτι ὑπάρχει κάτι ἄλλο, πέρα ἀπό τά στενά ὅρια τῆς φθαρτῆς καί ἀνόητης ζωῆς μας. Οἱ γραμμές αὐτές ἀποτελοῦν τέλος, μιά ἄχαρη ἐπανάληψη τῆς προτροπῆς τοῦ Χριστοῦ μας: «ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ» καί ὅλα τά ἄλλα πού χρειάζεστε θά σᾶς ἐξασφαλιστοῦν. Μή ἀνησυχεῖτε! Μόνο νά θελήσετε Ἐκεῖνον, τόν Βασιλέα καί τήν Βασιλεία Του, καί ἀπό ἐκεῖ καί ἔπειτα δέν ὑπάρχει ἄλυτο πρόβλημα!
Γένοιτο!
Σημειώσεις:
[1] Μ. Φωτίου, Τά Ἀμφιλόχια, P. G. 101, 1128B. [2] Πρωτ. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη, Ἡ Φανέρωση τῆς Ἱερωσύνης στόν Κόσμο, ἐκδ. Ὑπακοή, Ἀθήνα, 1996, σελ. 11. [3] Βλ. Διαδικτυακή ὁμιλία Πρωτ. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη, Η ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΚΑΤΕΥΤΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ, ΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ! (Κυρ. Μεταμορφώσεως), στίς 6/8/2023.