Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

ΠΟΡΦΥΡΟΥΣ ΧΙΤΩΝ ΑΝΟΜΙΑΣ-ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ

Τεσσαράκοντα παλλικάρια εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου;  Ἡ θρησκεία καὶ ἡ πολιτικὴ ἐν τῇ πραγματικότητι ἀνταλλάσσουν “Μανδύαν”.
Καὶ εἶναι ὁ κόσμος οὗτος ὅστις πράγματι ὁμιλεῖ,  ὅταν ἡ μία ἐξ αὐτῶν λαλῆ τὴν γλῶσσαν τῆς ἑτέρας. 

Προκαθήμενος: προσοντοῦχος, ἀλλὰ «κάτι ἐλλείπει αὐτῷ»

ΠΟΡΦΥΡΟΥΣ ΧΙΤΩΝ ΑΝΟΜΙΑΣ-ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ

Οἱ εὐσεβεῖς καταφλέγονται ὑπό ἀνηκούστων μυστικῶν σκανδάλων

 

Τοῦ κ. Παναγιώτου Κοσμίδη

 

Οἱ εὐσεβεῖς καταφλέγονται ὑπό ἀνηκούστων μυστικῶν σκανδάλων

 Σκανδαλοποιοί: «οὐαὶ τῷ κόσμῳ // ἀπὸ τῶν σκανδάλων· // ἀνάγκη γὰρ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα͵ // πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ // δι΄ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Ματθ. ιη’ 7).

Α. ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΥΝ  ΜΑΝΔΥΑ ΚΑΤΑΦΟΡΑΣ

Ὁ Μ. Ναπολέων καὶ ὁ π. Αὐγουστῖνος: «Κάτι τοῦ λείπει»

 Κατά τὴν συνάντησιν τοῦ ἐκ Μάνης Μεγάλου Ναπολέοντος μετὰ τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Α΄, πρὸ τῆς εἰσβολῆς εἰς τὴν Ῥωσίαν, ὁ πρῶτος ἐθαύμασε τὸ παράστημα καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ ἀνδρός. Ἀλλὰ προσέθεσε μετὰ νοήματος: «Ὅλα ὑπέροχα, ἀλλὰ κάτι τοῦ λείπει».

Ἀνάλογον περιστατικόν, ἢ μᾶλλον ἀντιγραφέν, ἔχομεν ὅταν ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ ἐπεσκέφθησαν ἐν Φλωρίνῃ τὸν ἐλεγκτικόν Μητροπολίτην π. Αὐγουστῖνον Καντιώτην. Ἐδίδαξεν αὐτοὺς πολλά, καί τινα στιγμὴν ἐκεῖνοι ἠρώτησαν αὐτόν: «Τίνα γνώμην ἔχετε διὰ τὸν τάδε ῥασοφόρον, ὅστις ὀρέγεται ὑψηλὸν θρόνον;». Ἀπήντησε πανομοιοτύπως μετὰ τοῦ Βοναπάρτου: «Εἶναι χαρισματικός, φαίνεται ἐξαιρετικός, ἀλλὰ κάτι τοῦ λείπει». Τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ βασικὸν τοῦτο στοιχεῖον, διά τε τὸν Βασιλέα καὶ διὰ τὸν φέροντα βασιλικὴν μίτραν κληρικόν; Φαντασθήτω τις, ἀναζητησάτω, ἀνευρέτω.

Πρὸ δὲ τοῦ φερέτρου τοῦ ῥασοφόρου ἐκείνου, πνευματικὸς αὐτοῦ ἀδελφὸς ἐξεμυστηρεύθη: «Ἂς ψηφίσωμέν τινα ὅστις νὰ ὄζῃ θυμιάματος, διότι οὗτος ἐδῶ οὐδὲν ἀπολύτως ἐπίστευεν».

 Αἱ φῆμαι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς δικαιοσύνης

 Ὁ Γάλλος φιλόσοφος Βολταῖρος (1694-1778) ἀναφέρει ὅτι «δέκα φῆμαι ἀποτελοῦν μίαν ἀπόδειξιν». Ἑκάστην φοράν, καθ’ ἣν ἀνακύπτουν διάφορα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα οἰκονομικῆς ἢ ἠθικῆς φύσεως, αἱ φῆμαι ὀργιάζουν περὶ προσώπων καὶ καταστάσεων, ἰδίως δὲ περὶ προσώπων κατεχόντων ὑψηλὰς θέσεις εἰς τὸ σύστημα.

Βεβαίως, αἱ φῆμαι καθ’ ἑαυτὰς δὲν συνιστοῦν καταδίκην. Ἐὰν ὅμως κατακλύζουν τὴν κοινωνίαν, ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετάζωνται καὶ νὰ τεκμηριῶνται. Ἐν τέλει, πρέπει νὰ προσκομίζωνται στοιχεῖα καὶ νὰ ἐπιλαμβάνωνται τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἢ πολιτικὰ δικαστήρια, κατὰ περίπτωσιν, ἢ καὶ ἀμφότερα.

Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραμένουν καταγγελίαι ἐγκεκλεισμέναι εἰς φοριαμούς καὶ ἀποκρυπτόμεναι ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης. Πᾶσα σοβαρὰ ἀναφορὰ ὀφείλει νὰ ἐξετάζεται μετὰ φόβου Θεοῦ, δικαιοσύνης καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν πιστὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ.

 Ἕν κοινὸν μυστικόν, τὰ σκάνδαλα

 Καταχωροῦνται ταῦτα μὲ ἀφορμὴν δημοσιεύματα καὶ νεοφανῆ ἐκκλησιαστικὰ σκάνδαλα τῶν τελευταίων ἑβδομάδων. Δὲν θὰ ὀνοματίσωμεν, δὲν θὰ προσδιορίσωμεν, δὲν θὰ στοχοποιήσωμεν πρόσωπα, καθότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν διάγουν βίον πού συνιστᾶ κοινὸν αἰσχρόν μυστικόν.

Ἀναφερόμεθα εἰς τὴν Ἑλληνορθόδοξον κοινότητα, οὐ μόνον ἐντὸς τῶν συνόρων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, ὅπου ζῶσιν Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι καὶ κοινότητες τοῦ ἀποδήμου καὶ τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ. Αἱ φῆμαι εἶναι καταιγιστικαί, συνεχεῖς καὶ ἀδιάκοποι. Οἱ παλαιοὶ ἔλεγον: «Τὸν λύκον βλέπομεν, τὸν τορὸν (ἴχνη) γυρεύομεν». Δηλαδὴ πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ καταδιώξουν τὸν λύκον, ἀλλ’ ὅταν τὸν ἀντικρύσουν, δειλιῶσι καὶ ἀρκοῦνται εἰς τὰ ἴχνη αὐτοῦ. Οὕτω καὶ σήμερον· βλέπομεν συγκλονιστικὰ γεγονότα καὶ ἐπίορκα ἄτομα, καὶ ὅμως παραλείπομεν τὰ δέοντα.

Ἡ λέξις “κάθαρσις” ἀπαγορεύεται

  Ἡ λέξις “κάθαρσις” φαίνεται νὰ εἶναι ἀπαγορευμένη διὰ πολλούς. Φοβοῦνται μήπως διαταραχθῇ ἡ προθήκη, μήπως πληγῇ ἡ δημοσία εἰκών, μήπως ἐνοχληθοῦν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πανηγυρίζουν κατ’ ἐπίφασιν θεοπρεπῶς, ἀλλ’ οὐχὶ πάντοτε θεαρέστως.

Τὰ πραγματικὰ σκάνδαλα συνδέονται συχνὰ μὲ ψευδῆ καὶ συκοφαντικὰ σκάνδαλα. Τὰ δεύτερα χρησιμοποιοῦνται ὡς ἀσπὶς ὑπὸ τῶν ἐνόχων. «Κατηγορήθη καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος», «ἐσυκοφαντήθη καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος», διατείνονται. Παραλείπουν ὅμως νὰ ὁμολογήσουν ὅτι ἡ κατάστασις αὐτῶν διαφέρει ῥιζικῶς ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τῶν Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν.

Ἡ συγκάλυψις καὶ ἡ σιωπὴ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν

 Οἰκτρὰ στοιχεῖα καθίστανται φονικὰ ὅπλα εἰς χεῖρας δημοσιογράφων, γραφίδων, μικροφώνων καὶ καμερῶν. Ἄλλοι μὲν τὰ χρησιμοποιοῦν, διὰ νὰ ἐκβιάζουν, ἄλλοι δὲ διὰ νὰ πλουτίζουν, καὶ ἕτεροι διὰ νὰ σιωποῦν. Κάποτε μητροπολίτης ἀπῄτει: «Ἂς μᾶς παραδώσουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα διαθέτουν καὶ θὰ ἴδωμεν τί θὰ πράξωμεν». Καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν: «Δὲν εἶναι ἀνόητοι. Τὰ στοιχεῖα κατακρατοῦσιν αὐτὰ διὰ ἐκβιασμοὺς καὶ πορισμόν, ἵνα ἐλέγχωσιν ἀπολύτως τοὺς ἐνόχους».

Ἡ διοίκησις κατὰ κανόνα κατέχει τὰ στοιχεῖα. Οἱ φάκελοι εἶναι ἑπτασφράγιστοι, ἀλλὰ τὰ γεγονότα τοῖς πᾶσι φανερά. Ὁ ἔνοχος καλύπτει τὸν ἔνοχον καὶ τὸ κακὸν διαιωνίζεται. Τὸ ζοφερὸν καθεστὼς τῆς παραεκκλησίας, ἐν ἀλληλοπεριχωρήσει μετὰ τοῦ ἀφανοῦς κράτους τῆς παραπολιτείας, συνυφαίνει μίαν ἀγαστὴν συνεργασίαν κολασμένης ἀνομίας.

 Ἐκκλησία-Πολιτεία ἀνταλλάσσουν μανδύαν συγκαλύψεως

 «Ἐὰν θεωρήσωμεν τὴν θρησκείαν καὶ τὴν πολιτικὴν ὡς δύο θεμελιωδῶς διάφορα πράγματα, δὲν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι καμίαν σχέσιν μεταξύ των. Ἐν τῇ πραγματικότητι ὅμως, ἀνταλλάσσουσι “Μανδύαν”. Καὶ εἶναι ὁ κόσμος οὗτος ὅστις πράγματι ὁμιλεῖ, ὅταν ἡ μία ἐξ αὐτῶν λαλῆ τὴν γλῶσσαν τῆς ἑτέρας.

Ἰσχύει ἡ ἔννοια “Πολιτικὴ Θεολογία”· αἱ ἀπαρχαὶ τῶν κρατικῶν θεσμῶν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς θρησκείας ταυτίζονται. Ἡ πολιτικὴ θεολογία σχετίζεται μὲ τὰς εὐμεταβλήτους σχέσεις ἀνάμεσα εἰς τὴν πολιτικὴν κοινότητα καὶ τὴν θρησκευτικὴν τάξιν, δηλαδὴ —ἵνα τὸ εἴπωμεν κατὰ τρόπον συνθετικώτερον— μεταξὺ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς σωτηρίας.

Ἡ πολιτικὴ θεολογία γεννᾶται ἐκεῖ ὅπου παρόμοια προβλήματα ἀντιμετωπίζονται ὑπὸ μορφὰς αἵτινες ἐμπλέκουσι τοὺς θεοὺς ἢ τὸν Θεόν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν δύο κατευθύνσεις τῆς πολιτικῆς θεολογίας· ἡ μὲν μία ἐρευνᾷ τὰς θεολογικὰς προεκτάσεις τῆς πολιτικῆς, ἡ δὲ ἑτέρα τὰς πολιτικὰς προεκτάσεις τῆς θεολογίας» (Μᾶρκος Τερέντιος Βάρρων, Λατῖνος λόγιος, 116 π.Χ. – 27 π.Χ.).

Ὑπὸ τῶν ἐπιόρκων ρασοφόρων, τὸ πρὸς τὸν Κύριον: «Ἄκουε δή, υἱὲ Ἀχιτώβ· // καὶ εἶπεν· // Ἰδοὺ ἐγώ, λάλει, Κύριε» (Α΄ Βασ. κβ΄ 12), μετηλλάγη εἰς: «Λάλει, Καῖσαρ, ὅτι οἱ δοῦλοί σου ὑποτάσσονται». Καὶ ἀντὶ τοῦ «οὐκ ἔχομεν βασιλέα // εἰ μὴ Χριστόν» (πρβλ. Ἰωάν. ιθ΄ 15), ἱκανοὶ συμπεριφέρονται ὡς νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἑτέρα ἀρχὴ πέραν τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας.

 Ἡ σῆψις τῶν θεσμῶν καὶ ἡ κατάπτωσις

 Ὅπως εἰς τὴν παρακμάζουσαν ἀρχαίαν Ῥώμην ἐκυριάρχει ἡ διαφθορά, ἡ ἀνηθικότης καὶ ἡ διαστροφή, οὕτω καὶ σήμερον, εἰς ὁρισμένους χώρους τῆς διοικητικῆς ζωῆς ἐκκλησιαστικῶν καί πολτικῶν φορέων, ἐπεκράτησε κατάπτωσις καὶ σῆψις.

Εἰς περιόδους βαθείας κρίσεως, ἱερεῖς τινες, ἀντὶ νὰ σαλπίζωσιν ἐγρήγορσιν, ἀποκοιμίζουσι τοὺς πιστούς, λέγοντες: «Μὴ ταράζεσθε· τελέσατε τὸ ἀπόδειπνον ὑμῶν, νηστεύσατε, προσευχηθῆτε. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς ἀναξιότητος τῶν ἀνθρώπων». Καὶ ὅμως, ὁ πιστὸς λαὸς ὀφείλει νά κινητοποιῆται παντοιοτρόπως μέ ἀνδρείαν.

Λύκοι ἐν μέσῳ τοῦ ποιμνίου

Ὑπῆρξαν κληρικοὶ καὶ προκαθήμενοι, οἵτινες προσεπάθησαν νὰ διορθώσουν καταστάσεις καὶ νὰ θεραπεύσουν πληγὰς τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοτε μὲν ἐπέτυχον περισσότερα, ἄλλοτε δὲ ὀλιγώτερα. Σήμερον ὅμως πολλοὶ αἰσθάνονται ὅτι ἡ δυσωδία τῶν σκανδάλων ἔχει καταστῆ δυσβάστακτος.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀποκαλύπτει: «Ἓν ἐκτρέπου (=φεῦγε) μοι, // τοὺς κακοὺς ἐπισκόπους, // Μηδὲν φοβηθεὶς τοῦ θρόνου τὴν ἀξίαν // Πάντων τὸ ὕψος, // οὐχὶ πάντων δ’ ἡ χάρις. // Τὸ κώδιον (δέρμα προβάτου) πάρελθε, // τὸν λύκον βλέπε». [Thesaurus Linguae Graecae, Carmina de se ipso 1169.2 (Ποιήματα περὶ ἑαυτοῦ)].

Παραθέτομεν δὲ δραματικήν τινα στιχομυθίαν, ἥτις καταδεικνύει τὴν πνευματικὴν ἀπάθειαν ἐνίων Ἀρχιερέων: Νεωτεριστής τις Μητροπολίτης, παρακαθήμενος μετὰ Προκαθημένου, ἤλεγξεν αὐτὸν αὐστηρῶς, λέγων: «Πῶς πράττεις τὰ τοιαῦτα; Δὲν φοβεῖσαι τὸν Θεόν;». Ἐκεῖνος δέ, μετὰ πλήρους ἀσεβείας καί ἀπαθείας, περιεβλέψατο δεξιά τε καὶ ἀριστερά, ἄνω τε καὶ κάτω, καὶ ἀπεκρίθη: «Ποῦ ἐστιν οὗτος, ποῦ κεῖται; Δὲν ὁρῶ Αὐτόν!».

 Δικαιοσύνη καὶ μεθοδεύσεις συγκαλύψεως

   Θὰ ἠδύνατό τις νὰ παραθέσῃ πλῆθος λυπηρῶν περιστατικῶν καὶ δικῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένοντο μεθοδεύσεις οὐχὶ διὰ νὰ καταδικασθοῦν ἀθῷοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν πρόσωπα βαρυνόμενα μὲ σοβαρὰ στοιχεῖα.

Τὸ φαινόμενον τοῦτο θυμίζει τὰ μεγάλα πολιτικὰ σκάνδαλα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν. Ὅπως ἐκεῖ παρατηροῦνται αἰσχρές συγκαλύψεις, ἀτιμωρησία καὶ θεσμικὴ ἀδράνεια, οὕτω καὶ εἰς τὸν ἐκκλησιαστικὸν χῶρον πολλοὶ διαπιστώνουν πανομοιοτύπους πρακτικάς.

 Ὁ ἀπόδημος Ἑλληνισμὸς εἰς χεῖρας λυκοποιμένων;

 Πολλάκις κληρικοὶ βεβαρημένου παρελθόντος ἐξαφανίζονται-ὑποκρύπτονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου ἀντὶ νὰ διακονοῦν τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν, δημιουργοῦν ἀβυσ­σαλέες κρίσεις καὶ διαιρέσεις.

Ἀμερική, ἡ Αὐστραλία, ἡ Εὐρώπη, ἡ Ἀφρικὴ, οἱ Ἅγιοι Τόποι, καί ἡ Μ. Ἀσία κ.τ.λ., ὑφίστανται τεραστίας δοκιμασίας. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς ἐμπόνως θωρεῖ ποιμένας, οἵτινες δρῶσιν ὡς λύκοι καὶ οὐχὶ ὡς φύλακες τοῦ ποιμνίου.

 Β. Η ΦΥΛΑΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟΝ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ

 Ἡ προσαρμογὴ τοῦ νόμου εἰς τὴν βούλησιν τῶν ἰσχυρῶν

   Κατά τὸ Πάσχα μετεφέρθη ἀσεβῶς ἡ τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως, καθότι ὁ κορωνοϊὸς (Covid-19) «δὲν μεταδίδεται» τὴν 9ην μ.μ., ἐνῷ «μεταδίδεται» τὸ μεσονύκτιον (20.4.2021). Παρόμοιος ἐξευτελισμὸς ὑπὸ τοῦ ἀφορισθέντος καὶ τῶν ὑποτακτικῶν αὐτοῦ οὐδέποτε ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.

Ἡ ἱστορία διδάσκει ὅτι ὅταν ἡ ἐξουσία ἀπαιτῇ προνόμια, οἱ θεσμοὶ συχνὰ κάμπτονται καὶ οἱ νόμοι παραμορφοῦνται. Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ περίπτωσις τοῦ Δημητρίου τοῦ Πολιορκητοῦ.

Ὁ Μακεδὼν βασιλεὺς ἐπεθύμησε νὰ μυηθῇ εἰς τὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια, χωρὶς νὰ τηρήσῃ τὴν καθιερωμένην τάξιν καὶ τὰ προβλεπόμενα στάδια τῆς μυήσεως. Αἱ ἀρχαὶ τῶν Ἀθηνῶν, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνουν εἰς τὸν νόμον, ἐπεδόθησαν εἰς μίαν παράδοξον καὶ σχεδὸν γελοίαν μεθόδευσιν. Διὰ ψηφίσματος μετωνόμασαν τὸν μῆνα, ἐν ᾧ εὑρίσκοντο, εἰς Ἀνθεστηριῶνα, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁ Δημήτριος ἐμυήθη εἰς τὰ Μικρὰ Μυστήρια. Ἀκολούθως, διὰ νέου ψηφίσματος, ὁ αὐτὸς μὴν μετωνομάσθη εἰς Βοηδρομιῶνα, ἵνα δυνηθῇ νὰ λάβῃ καὶ τὴν τελικὴν μύησιν. Δὲν ἠλλοιώθη μόνον τὸ ἡμερολόγιον· ἠλλοιώθη καὶ ἡ συνείδησις. Ὅταν ὁ νόμος παύῃ νὰ ῥυθμίζῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἄρχηται νὰ ῥυθμίζηται ὑπ’ αὐτῆς, τότε ἡ παρακμὴ ἔχει ἤδη εἰσέλθει.

Тὸ παραμορφωτικὸν κάτοπτρον τῆς σήψεως

 Πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀντιμετωπίζοντες τὰ σκάνδαλα, τὰς καταχρήσεις καὶ τὰς ἀθλιότητας, αἵτινες τελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, ἀπορρίπτουν τὸν Χριστόν. Ἐνίοτε μάλιστα ἀποστρέφονται τὴν Ἐκκλησίαν, θεωροῦντες ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκεται ἡ πηγὴ τοῦ προβλήματος.

Ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσουν βαθύτερον τὰ πράγματα, ἀνακαλύπτουν μίαν μεγάλην ἀλήθειαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέρριψαν δὲν ἦτο ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἡ παραμορφωμένη εἰκὼν Αὐτοῦ. Δὲν ἦτο τὸ πρόσωπον τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ ἕνα ἀλλοιωτικὸν κάτοπτρον, τὸ ὁποῖον κατέστρεφε τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θείας μορφῆς.

Ἀντιστρέφουν τὴν πορείαν αὐτῶν, καὶ τότε ξετυλίγεται τὸ παράδοξον· τότε πίπτουσιν εἰς τὴν ἀγκάλην Αὐτοῦ. Καθότι ὁ Ἀληθινὸς Χριστὸς δὲν ταυτίζεται μετὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν φιλοδοξιῶν τῶν ῥασοφορούντων. Ἵσταται ἀπέναντι, ἀναμένων τὸν νουνεχῆ, ἵνα ἐγκολπωθῇ τὴν ἀλήθειαν μακρὰν τῆς παραχαράξεως αὐτῆς.

Γελοῖα, λαμπρὰ δεσποτοαυτοκρατορικὰ ἅρματα

  Ἡ ἐξουσία συνιστᾶ συχνάκις φυλακή. Ὁ αὐτοκράτωρ φυλακίζεται ἐντὸς τοῦ θρόνου αὐτοῦ, ὅπως καὶ ὁ ἐπίσκοπος δύναται νὰ φυλακισθῇ ἐντὸς τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐκλήθη ἵνα ἐπιβιβασθῇ εἰς τό ἅρμα τῶν αὐτοκρατόρων, ἀλλὰ νὰ βαδίζῃ τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν τοῦ Σταυροῦ. Ὅταν τὸ ἐπισκοπικὸν χάρισμα ἐπιβιβασθῇ εἰς τὸ λαμπρὸν ὄχημα τῆς κοσμικῆς δυνάμεως, τότε ἐλλοχεύει μέγας κίνδυνος. Μερικοί μὲν λησμονοῦν ὅτι εἶναι διάκονοι καὶ θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἡγεμόνας. Ἀντὶ νὰ ἀκτινοβολῇ ἡ χάρις τοῦ λειτουργήματος, προβάλλεται ἡ χλιδή τοῦ ἀξιώματος· ἀντὶ δὲ τῆς διακονίας, ἐμφανίζεται ἡ κυριαρχία.

Ὅμως ὁ δρόμος οὗτος δὲν εἶναι ἀσφαλής. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν διωγμῶν διδάσκει ὅτι ἡ κοσμικὴ δύναμις συχνὰ ἐπαινεῖ μόνον διὰ νὰ ἐλέγξῃ, καὶ ἀγκαλιάζει μόνον διὰ νὰ δεσμεύσῃ.

Συμβολικὴ εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ Ῥώσου ἀρχιεπισκόπου Βρυξελλῶν καί Βελγίου π. Βασιλείου Κριβοσέϊν. Κατὰ τὴν κομμουνιστικὴν περίοδον, προσεφέρθησαν αὐτῷ ἄνθη. Ὅταν δὲ ὠσφράνθη αὐτά, ᾐσθάνθη δυσφορίαν, καθότι ἐπεχειρήθη ἡ δηλητηρίασις αὐτοῦ. Τελικῶς μὲν διεσώθη, τὸ δὲ περιστατικὸν ἀποκαλύπτει πόσον ἐπικίνδυνος δύναται νὰ καταστῇ ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς πνευματικῆς καὶ τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας.

Ὁ τρόμος τῶν ἀρχόντων καὶ ἡ μετάλλαξις τῆς μαρτυρίας

   Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης καταχωρεῖ μετ’ ἐναργεστάτης φωνῆς μίαν ἐκ τῶν μεγίστων τραγῳδιῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας.

«Κατ’ ἀρχάς», λέγει, «οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου ἐταράχθησαν καὶ ἐφοβήθησαν ὑπὸ τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ δύναμις τῆς ἀληθείας, ἡ ἀπαίτησις μετανοίας καὶ ἡ προοπτικὴ μιᾶς νέας ζωῆς ἐφαίνοντο ἱκανὰ ἵνα μεταμορφώσωσι τὴν οἰκουμένην.

Ταχέως ὅμως ἀντελήφθησαν ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κηρυττόντων τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἦσαν ἀντάξιοι τοῦ μηνύματος, τὸ ὁποῖον μετέφερον. Ἡ φιλαρχία, ὁ τύφος, ἡ τρυφὴ καὶ ἡ πλεονεξία ἤρχισαν νὰ διαβρώνουν τὴν μαρτυρίαν τῆς Ἐκκλησίας. Οὗτοι ἐξεχύθησαν ὡς ὀξίνιστος ἀφρὸς καὶ ὡς χλωρὸς ἔμετος. Καὶ τότε οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες, ἀντὶ νὰ φοβῶνται τὴν Ἐκκλησίαν, ἤρχισαν νὰ περιβάλλωσιν αὐτὴν μὲ τιμάς, πανηγυρισμούς, σημαιοστολισμοὺς καὶ τυμπανοκρουσίας, ὁμοίας πρὸς τὰς εἰδωλολατρικὰς τελετάς.

Καθότι ἡ ἐξουσία δὲν φοβεῖται τὴν θρησκείαν, ἥτις κολακεύει αὐτήν· φοβεῖται μόνον τὴν ἁγιότητα, ἥτις ἐλέγχει αὐτήν».

 Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, λαός ἄκαμπτος φρουρός

  Οὐδόλως ἐπιζητοῦμεν τὴν ἐργαλειοποίησιν τῶν ζητημάτων τούτων, οὐδὲ προτρέπομεν ἵνα κλονισθῇ ἡ πίστις τῶν πιστῶν. Ἐπιζητοῦμεν ὅμως τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν θεοπνεύστων Ἱερῶν Κανόνων, οἵτινες προβλέπουσι σαφῶς τί δεῖ γενέσθαι κατὰ περίπτωσιν.

  Ἀναγκαῖα τυγχάνουσι τὰ πρωτοβάθμια καὶ δευτεροβάθμια συνοδικὰ δικαστήρια, διὰ διαφανῶν καὶ ἀντικειμενικῶν διαδικασιῶν, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται περιθώριον μεθοδεύσεως καὶ παρεκτροπῆς.

Ἐν κατακλεῖδι φύλαξ καὶ ἀποφασιστικός φρουρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας παραμένει ὁ πιστὸς λαός. Ὁ λαὸς διαθέτει κριτήριον, συνείδησιν καὶ πνευματικὰ ἀντανακλαστικά. Γινώσκει πότε μὲν νὰ τιμᾷ τοὺς ἀξίους ποιμένας, πότε δὲ νὰ ἀποστρέφεται τοὺς ἀναξίους.

Ἀφαίρεσε τό σκάνδαλον: «εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε͵ // ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· … // καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε͵ // ἔκκοψον αὐτὴν // … συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου // καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν» (Ματθ. ε΄ 29-30)._ 

ΠΟΡΦΥΡΟΥΣ ΧΙΤΩΝ ΑΝΟΜΙΑΣ-ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ