Σάββατο 4 Απριλίου 2026

«Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου εἶναι προτύπωσις καὶ ὑπόδειγμα τῆς παγκοσμίου Ἀναστάσεως»

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

Παραθέτομεν ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίον τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς «Ἑρμηνεία στό Κατά Ἰωάννην Ευαγγέλιο», Ἐκδόσεις «Ἀποστολική Διακονία» τοῦ κεφαλαίου «Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λαζάρου».

«εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα… δώσει σοι ὁ Θεός» (11, 21-22)

   Ὅμως τὸ ποιὸς εἶναι ὁ Κύριος ὡς νικητὴς τοῦ θανάτου, αὐτὸ τὸ γνωρίζουν μόνο οἱ πιὸ οἰκεῖοι Του ἄνθρωποι, ποὺ μὲ θεϊκὸ αἴσθημα ἀγάπης συνδέθηκαν μαζί Του. Ἄλλωστε, αὐτοὶ εἰσῆλθαν στὸν κόσμο Του, διείσδυσαν στὰ μυστήριά Του καὶ ἔγιναν φίλοι Του. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐδῶ βρίσκονται ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία, οἱ ὁποῖες τὸν γνωρίζουν, ἀλλὰ καὶ ὁμολογοῦν δημόσια γι’ Αὐτόν: «Κύριε! Ἄν ἤσουν ἐδῶ, ὁ ἀδελφός μου δὲν θὰ πέθαινε. Ὅμως ἀκόμη καὶ τώρα ξέρω πὼς ὅ,τι καὶ ἄν ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ σοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός». Αὐτὸς ὁ λόγος τῆς Μάρθας διευρύνεται σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὅμως ἐπακόλουθα ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματικὰ δὲν βρίσκεται ἐδῶ. Ἀλλὰ αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδὴ τὸν διώξαμε ἀπὸ μέσα μας, ἀπὸ τὴν γῆ μας, ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Γιατὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μέσα ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας τὸν ἔχουμε ἀντιπαλεύσει ἐπίμονα, ἐπειδὴ εἴμαστε πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμα ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ μᾶς κυβερνᾷ! Γι’ αὐτὸ ἀφήσαμε τὸν θάνατο νὰ βασιλέψει ἐπάνω στοὺς ἀνθρώπους! Οὔτε ὅμως θέλουμε ὁ Κύριος νὰ  ἐπισημαίνει  στὴν  πρα­γματικότητα τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτωλότητά μας. Εἶναι ἐπίσης ἄμεση ἡ ἀγάπη μας ὡς πρὸς τὸν θάνατο, ἡ διάθεσή μας πρὸς τὴν ἀπώλεια, ἀλλὰ καὶ ἡ θέλησή μας νὰ πεθάνουμε. Στὴν πραγματικότητα, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι προβάλλαμε τὴν θέλησή μας γιὰ ἀδυναμία, γιὰ φθορά, γιὰ παροδικότητα, ἐνῶ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ προτάσσει τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἀθανασία, γιὰ ὑπέρβαση τῆς παροδικότητας, γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς αἰωνιότητας. Ἀκόμη ὅμως, ὑπάρχει ἡ θέλησή μας γιὰ δύναμη, γιὰ ἀληθινὴ δύναμη, γιατὶ μόνο αὐτὴ ἡ δύναμη εἶναι ἀληθινή, ἐπειδὴ μεταβάλλει τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀδύναμο ὕπνο, σὲ προσωρινὴ διακοπὴ λειτουργίας τῆς ὕπαρξης, σὲ κοίμηση.

«λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς·… ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (11,23-24)

Ἐδῶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀναφέρεται ἁπλῶς σὲ μία μελλοντικὴ γενικὴ ἀνάσταση, ἀλλὰ δηλώνει τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ζωῆς καὶ τῆς νίκης Του ἐπὶ τοῦ θανάτου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ ζωντανὴ πηγὴ τῆς Ἀνάστασης, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ φέρνει τὴν ἀληθινὴ «ζωή» μέσα στὴ φθαρτότητα καὶ τὸν θάνατο. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι προτύπωση καὶ ὑπόδειγμα τῆς παγκόσμιας ἀνάστασης, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστὸς σὲ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μία μελλοντικὴ ἐλπίδα, ἀλλὰ μία πραγματικότητα, ποὺ ὁ Χριστὸς ἤδη κατέχει καὶ χαρίζει.

Ἡ Μάρθα ἐκφράζει τὴν κοινὴ ἑβραϊκὴ πίστη τῆς ἐποχῆς της, τὴν ἀνάσταση στὸ τέλος τῶν αἰώνων, δηλαδὴ τὴ μελλοντικὴ γενικὴ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ὅμως αὐτὴ ἡ πίστη, παρότι σωστή, εἶναι περιορισμένη καὶ προσκολλημένη μόνο στὴ μελλοντικὴ πραγματικότητα. Ἡ Μάρθα δὲν ἔχει ἀκόμη ἀντιληφθεῖ πλήρως τὴ δύναμη τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βρίσκεται ἐδῶ καὶ τώρα καὶ δίνει ζωὴ σὲ ὅσους πιστεύουν ἀκόμα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ μελλοντικὴ ἀνάσταση.

Ἐξάλλου ἡ ἀνάσταση, ποὺ φέρνει ὁ Χριστός, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα γεγονός, ποὺ θὰ συμβεῖ κάποτε στὸ μέλλον, ἀλλὰ μία νέα πραγματικότητα, ποὺ ἤδη ζεῖ καὶ βιώνει ὁ πιστός. Ἡ πίστη στὴν Ἀνάσταση εἶναι πίστη στὴν παρουσία καὶ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο καὶ στήριγμα τῆς ἀλήθειας ὅτι ἡ «θνητότητα» τοῦ σώματός μας δὲν θὰ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο.

Αὐτὸς ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τὴ Μάρθα ἑρμηνεύεται ὡς πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ πρὸς κάθε ἄνθρωπο ν’ ἀνυψωθεῖ ἀπὸ τό ἐπίπεδο μιᾶς «μελλοντικῆς» ἢ θεωρητικῆς πίστης σὲ μία ζωντανὴ ἐμπειρία τῆς ζωῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τὸ θάνατο μὲ τὴν ζωή, ποὺ προσφέρει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ «Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή».

«εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς·… πιστεύεις τοῦτο;» (11, 25-26)

  Ὅμως γιὰ νὰ τὸ νοιώσει καὶ νὰ ἐντοπίσει αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, χρειάζεται νὰ ἔχει τὴν πίστη πρὸς τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό: «Ξέρω πὼς ὅ,τι καὶ ἂν ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ σοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός». Αὐτὰ τὰ λόγια τῆς ἀδελφῆς τοῦ Λαζάρου, Μάρθας, φανερώνουν ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ πίστη, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀπόλυτη παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ. Σὲ μία τέτοια πίστη, ὁ Σωτήρας ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ Προσώπου Του, καθὼς καὶ τὰ ἔργα Του. «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή· αὐτὸς ποὺ πιστεύει σὲ ἐμένα, καὶ ἂν πεθάνει, θὰ ζήσει. Καὶ καθένας ποὺ ζεῖ καὶ πιστεύει σὲ ἐμένα, δὲν θὰ πεθάνει ποτέ. Τὸ πιστεύεις αὐτό;».

  Αὐτὸ εἶναι τὸ συντομότερο Θεανθρώπινο Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται τὸ ἀκόλουθο Πανευαγγέλιο: Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή, δηλαδὴ ἡ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου καὶ ἐπίτευξη τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος δυναμώνεται μὲ τὴν πίστη στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, καθὼς μὲ τὴν πίστη του νικάει τὸν θάνατο καὶ ἀποκτᾶ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή». Ἑπομένως, ὅποιος ἄνθρωπος βρίσκεται ἐντός μου, τότε καὶ ἐγὼ θὰ ζήσω μέσα σ’ αὐτόν· καθὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἴδιος, ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή. Ἄλλωστε, αὐτὸ μπορεῖς νὰ τὸ νοιώθεις μὲ ὅλη σου τὴν ὕπαρξη, ἐπειδὴ ἀκόμη βρίσκεται ἐδῶ στὴν γῆ. Γιὰ τὸν Χριστό, ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος εἶναι προσωρινὴ ὕπνωση, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ μὲ τὸν Χριστὸ αἰσθάνεται ἀθάνατη, καθὼς ἔχει πληρότητα ζωῆς. Ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, πιστεύοντας σ’ Αὐτόν παρατείνει τὴν εὐφορία του, γιὰ τὴν προοπτικὴ ποὺ τοῦ διανοίγεται ὡς πρὸς τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τάφου. Ἐξάλλου, δὲν εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μία διαλυμένη ζωή, ἀλλὰ —ἀντίθετα— εἶναι πλήρως γεμάτη ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἔτσι αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι ὅλη γεμάτη ἀπὸ φρεσκάδα, καθὼς σ’ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ἴχνος θανάτου. Παράλληλα, αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἀντιλαμβάνεται τὸν θάνατο τοῦ σώματος, μόνο ὡς ὕπνο τοῦ σώματος. Ὡς ἐκ τούτου, ἀπ’ αὐτὸν τὸν ὕπνο ὁ Θεὸς θὰ ἐγείρει τοὺς ἀνθρώπους, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, γιὰ νὰ μετάσχουν αὐτοὶ στὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, καὶ ἂν πεθάνει, θὰ ζήσει». Αὐτός, ἄλλωστε, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι διάγει μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὶς θεϊκές Του δυνάμεις. Ἔτσι ὅμως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀναζωογονεῖ ὁλόκληρη τὴν ψυχή του τόσο πολὺ μὲ τὴν δροσερότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀπαθανατίζει τόσο ἔντονα, ποὺ αὐτή, καθὼς καὶ ὅσα εἶναι δικά της, δὲν θὰ πεθάνουν ποτέ. Ὅμως αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη αἴσθηση τῆς δροσερότητας καὶ τῆς συνολικῆς ἀθανασίας εἶναι ἡ κύρια αἴσθηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὡς παραδείγματα ἔχουμε τοὺς ἁγίους Μάρτυρες καὶ γενικότερα ὅλους τοὺς Ἁγίους. Ἐξάλλου, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀνθρώπινη αἴσθηση καὶ παντογνωσία τους, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦν ὅλες τὶς σκέψεις τους, ὅλα τὰ συναισθήματά τους, ὅλες τὶς διαθέσεις τους, ὅλες τὶς πράξεις τους. Ἂν μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ αὐτὸ σὲ μία πρόταση, αὐτὴ θὰ εἶναι ὅτι ὅλη τους τὴν ζωὴ τὴν βασίζουν στὸν Χριστό. Ἀντίθετα, ὁ θάνατος ἁπλώνεται ἐπάνω στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ μὲ τὶς ἁμαρτίες, μὲ τὴν συμπάθεια τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ἐνῶ ἡ ἀθανασία καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ ἐκπηγάζουν μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπιτυγχάνονται μέσῳ τῆς πραγματοποίησης τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἀπεναντίας, οἱ ἀνθρώπινες ἁμαρτίες διαχωρίζουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας. Ἔτσι ὅμως, αὐτὲς οἱ ἀνομίες βυθίζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὴν ἔνδεια καὶ στὸν θάνατο, γιατὶ ἡ ψυχὴ ἀναζωογονεῖται μόνο μὲ τὶς θεϊκὲς δυνάμεις. Ὁ χωρισμὸς ἀπὸ αὐτὲς ἐπιφέρει στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ τὸν θάνατο. Ὅμως ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ ἐνῶ ὑπάρχει, ἐντούτοις δὲν τρέφεται μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ζεῖ, ὅτι εἶναι νεκρή, γιὰ τὸν Θεό. Τουναντίον, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Εὐαγγελίου γεμίζει τὴν ψυχὴ μὲ θεϊκὲς ἀθάνατες δυνάμεις, στὶς ὁποῖες ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια καὶ ἀθάνατη («κάνε αὐτὸ καὶ θὰ ζήσεις»). Σ’ αὐτὸ βρίσκεται ὅλος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς σ’ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα. Καθὼς ἡ δική Του προσωπικότητα εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ μετέχει σὲ ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν πίστη στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Γι’ αὐτὸ ὁ Σωτήρας τελειώνει τὴν καθολικὰ εὐαγγελική Του ἐρώτηση λέγοντας: Τὸ πιστεύεις αὐτό; Διότι σ’ Αὐτὸν ἔγκειται ὅλη ἡ σοφία, ὅλη ἡ ἀλήθεια, ὅλη ἡ δικαιοσύνη, ὅλο τὸ νόημα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὅλα αὐτὰ ἀποκαλύπτονται μόνο λόγῳ τῆς Μάρθας, καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Καθὼς αὐτὴ σὲ ὅλους ὅσοι ἦσαν μαζί της καὶ μέσῳ αὐτῆς κηρύττει τὴν πίστη της, στὸν Ἰησοῦ ὡς Θεάνθρωπο Χριστὸ καὶ Σωτῆρα· «Ναί, Κύριε! Πιστεύω ὅτι εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθει στὸν κόσμο». Γιατὶ χωρὶς ἐσένα ὁ κόσμος θὰ ἦταν θάνατος καὶ φρίκη καὶ κόλαση, ἐνῶ μαζί σου καθίσταται ἀθανασία, χαρὰ καὶ παράδεισος.

«λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε… οὐκ ἄν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός» (11,27-32)

  Ἡ πίστη τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὴ ζωντανὴ καὶ προσωπικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστό. Στὸν στίχο 27 ἡ Μάρθα ἐκφράζει τὴν πίστη της μὲ λόγια, ποὺ ἀποκαλύπτουν ὄχι μόνο κάποια δογματικὴ γνώση, ἀλλὰ καὶ βιωματικὴ ἐμπιστοσύνη: «Ναί, Κύριε, πιστεύω ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός». Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ἡ βάση τῆς σωτηρίας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἐλπίδας της μπροστὰ στὸν θάνατο.

  Τὸ κάλεσμα τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴ Μάρθα (στίχοι 28-29) συμβολίζει τὴν πρόσκληση, ποὺ ὁ Χριστὸς ἀπευθύνει στὸν κάθε ἄνθρωπο, ὥστε νὰ τὸν συναντήσει προσωπικά. Ἡ γρήγορη καὶ ἀποφασιστικὴ ἀνταπόκριση τῆς Μαρίας ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ πίστη δὲν εἶναι ἀδρανής, ἀλλὰ ἐνεργητικὴ καὶ γεμάτη ἀγάπη. Ὅταν ἡ πίστη γίνεται βίωμα, τότε κινητοποιεῖ τὴν ψυχὴ πρὸς τὸν Χριστό.

  Οἱ παρόντες Ἰουδαῖοι ἀκολουθοῦν τὴ Μαρία καὶ νομίζουν πὼς αὐτὴ πηγαίνει νὰ θρηνήσει ἁπλῶς ἕνα νεκρό. Μὲ τὴ στάση τους αὐτὴ καταθέτουν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τους στὸ ν’ ἀντιληφθοῦν τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς, ποὺ φέρνει ὁ Χριστός. Ἡ κοινὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν θάνατο ὡς ὁριστικὸ τέλος ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πίστη καὶ γνώση, ποὺ ἔχει ἡ Μαρία. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεση συμβολίζει τὴ σύγκρουση ἀνάμεσα στὴν κοσμικὴ καὶ στὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν θάνατο καὶ τὴ ζωή.

  Ἡ πτώση τῆς Μαρίας στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡ ἔκφραση τῆς ἀπόγνωσης, ἀλλὰ καὶ τῆς πίστης της (στίχος 32), δείχνει τὴ βαθιὰ ἀνθρώπινη εὐαισθησία μπροστὰ στὸν θάνατο, ἀλλὰ καὶ τὴν προσδοκία γιὰ τὴ θεία σωτηρία. Ἡ χειρονομία ἀποκαλύπτει τὸ σημεῖο, ὅπου ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία συναντᾶ τὴ θεία δύναμη. Ἡ πίστη στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς νίκης κατὰ τοῦ θανάτου καὶ ἡ ἐλπίδα γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Οἱ στίχοι αὐτοὶ μεταφέρουν μία εἰκόνα τῆς ζωντανῆς πίστης, ποὺ δὲν παραμένει στὰ λόγια, ἀλλὰ ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἐνεργὴ καὶ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό. Ἡ πίστη αὐτὴ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη ἀπελπισία καὶ ἀνοίγει τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ἀνάσταση καὶ πρὸς τὴν αἰώνια ζωή.

  Ἡ Μαρία καὶ ἡ Μάρθα ἐκφράζουν δύο διαφορετικὲς ὄψεις αὐτῆς τῆς πίστης. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ἡ πίστη, ποὺ δοκιμάζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ πίστη, ποὺ ἐνεργεῖ. Ἐντούτοις καὶ οἱ δύο καλοῦνται νὰ ἐμπιστευθοῦν τὸν Χριστὸ ὡς τὸν νικητὴ τοῦ θανάτου, πραγματικότητα, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κεντρικό πυρήνα τῆς εὐαγγελικῆς χαρᾶς.

https://orthodoxostypos.gr