Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Ἡ Παναγία μέ ὁδηγοῦσε κοντά της...

«Ἦταν 26 Ἰουνίου 1997. Ἐπέστρεφα ἀπ᾽ τόν Ἅγ. Νεκτάριο, πού εἶναι στό Λαύριο, καί ἔλεγα μέσα μου: “Ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ Χάρις σου Παναγία μου, Ἐλεοῦσα, Γλυκοφιλοῦσα, Παμμακάριστος, Φανερωμένη, βοήθησε καί μένα στά τόσα μου προβλήματα”. Καί ξαφνικά στά δεξιά τοῦ δρόμου (Λεωφόρος Λαυρίου, στό ὕψος τῶν Καλυβίων πρός Μαρκόπουλο) διάβασα μία πινακίδα:
 “Ἱ. Μονή Παναγίας Γοργοεπηκόου-Μάνδρας Ἐλευσίνα”. Ἦταν, μάλιστα, γραμμένη μέ βυζαντινά γράμματα, σάν αὐτά πού εἶναι στό ἐξώφυλλο τοῦ ἱστορικοῦ τῆς Μονῆς, ὅπως εἶδα ἀργότερα, ὅταν πῆγα νά προσκυνήσω τή Χάρι Της.
Σταμάτησα, τό σημείωσα καί τήν μεθεπομένη, 28 Ἰουνίου, ἀνέβηκα καί προσκύνησα τήν ἱερή εἰκόνα της. Ἤμουν ἀπελπισμένη ἀπό σοβαρά οἰκογενειακά μου προβλήματα.
Μέ πλησίασε ἡ ἡγουμένη καί μέ λόγια ἀγάπης μ᾽ ἔκανε νά πιστέψω ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἐκεῖ γιά ὅλους μας καί ἀποκλείεται νά μή βοηθήση κι ἐμένα.
Μέ ρώτησε πῶς βρέθηκα στή Μονή κι ὅταν τῆς εἶπα ὅτι εἶδα τήν πινακίδα στό σημεῖο πού προανέφερα, μοῦ εἶπε ὅτι δέν ὑπῆρχε ποτέ τέτοια πινακίδα ἐκεῖ.
Παραξενεύτηκα καί ξαναπέρασα, ἀλλά πράγματι δέν ὑπῆρχε. Ἡ Παναγία τήν παρουσίασε μπροστά μου καί τά μάτια τῆς ψυχῆς μου τή διάβασαν. Ἡ Παναγία μέ ὁδηγοῦσε κοντά της, γιά νά μέ παρηγορήση καί νά μοῦ δώση λύσεις στά πολλά μου προβλήματα, πού σιγά-σιγά ἄρχισαν νά λύνωνται. Κάθε φορά πού γονατίζω μπροστά στήν ἱερή εἰκόνα Της, πάντα κάποια λύσι στά ἀδιέξοδά μου βρίσκεται.
Εὐχαριστῶ τήν Παναγία τή Γοργοεπήκοο πού μέ ὁδήγησε στό ἱερό βουνό τῆς Μάνδρας με τέτοιο θαυματουργικό τρόπο»(ΚΓ, 113).

<>

«Ὅταν ἦταν στό Ἀδραμύττιο ὁ Ἅγ. Ἄνθιμος τῆς Χίου, ὑπῆρχε ἐκεῖ κάποιος δαιμονισμένος, δεμένος ὁ δυστυχής μέ σιδερένια ἀλυσσίδα στόν κορμό ἑνός μεγάλου πλατάνου. Φώναζε ἄγρια ἡμέρα καί νύκτα, γυμνός καί ἄσιτος, ἀφρίζοντας καί τρίζοντας τά δόντια του καί ἐμπνέοντας τό φόβο καί τόν τρόμο σέ ὅλη τήν περιφέρεια. Πολλές φορές οἱ ἱερεῖς ἀπό μακρυάα τοῦ διάβαζαν ἐξορκισμούς καί δέονταν ὑπέρ τῆς θεραπείας του.
Μία ἡμέρα, ὅταν εἶχε γίνει πλέον ἱερέας ὁ θεῖος Πατέρας, τόν προέτρεπε ὁ ἀνάδοχός του λέγοντας: “Παπαδάκι, δέν πῆγες κι ἐσύ νά διαβάσης κάτι σ᾽ αὐτόν τό δυστυχισμένο ἄνθρωπο”. Ἐκεῖνος ὡς ταπεινόφρονος δέν ἤθελε νά πάη. Πεισθῆς, ὅμως, ἀπ᾽ τόν ἀνάδοχό του, γιά νά μή φανῆ παρήκοος, πῆγε μερικές φορές καί διάβαζε ἐξορκισμούς καί εὐχές καί ἔψαλλε ἁγιασμούς καί παρακλήσεις. Ὁ δαιμονισμένος θαυματουργικῶς θεραπεύθηκε ἐντελῶς. Τό γεγονός αὐτό ἀκούσθηκε σέ ὅλο τό Ἀδραμύττιο καί οἱ κάτοικοι ὅλων τιμοῦσαν τό νέο ἱερέα Ἄνθιμο ὥς ἄγγελο Θεοῦ. Ἀφήνοντας τίς ἐνορίες τους συνέτρεχαν ὅλοι σέ μία μικρή ἐκκλησία, τόν Ἅγ. Παντελεήμονα, ὅπου λειτουργοῦσε ἐκεῖνος, ἐξομολογούμενοι τίς ἁμαρτίες τους καί ἐκκλησιαζόμενοι»(AA, 47).

<>

«Τό πρωΐ κατά τή Θ. Λειτουργία, —ἦταν τό Γενέθλιον τοῦ Προδρόμου, 24 Ἰουνίου καί ὑπῆρχε πολύ πλῆθος ἐκκλησιαζομένων— βλέπουν ὅλοι ἕνα ποντίκι νά ἀνεβαίνη στή λαμπάδα τοῦ μανουαλιοῦ καί ὅταν ἔφθασε στό φυτίλι, κρεμάστηκε μέ κάποια ἀόρατη δύναμι, κρατώντας τό φυτίλι στό στόμα, ἐπί τῆς λαμπάδος!
Ὁ κανδηλανάπτης τρέχει καί μέ ἀναμμένο κερί προσπαθῆ νά κάψη τόν ποντικό. Αὐτός, ὅμως, καιγόμενος καί πονῶντας ἔμενε ἀσάλευτος, ἕως ὅτου βγαίνοντας ὁ Ἅγ. Ἄνθιμος τῆς Χίου νά θυμιάση τό ναό στήν “Τιμιωτέραν”, κοιτάζοντας στό μανουάλι καί χαμογελώντας εἶπε στό ζῶο: “Φτάνει, ἔλα κάτω!”. Καί κατευθείαν πήδηξε ὁ ποντικός λυθεῖς ἀπ᾽ τά ἀόρατα δεσμά καί ἦρθε καί κάθισε στό δεξί ὥμο τοῦ Ἁγίου. Κρατώντας αὐτόν ἐκεῖνος, “ἄν σοῦ ξαναρέση”, τοῦ εἶπε, “ἔλα πάλι νά φᾶς τά φυτίλια” καί τόν ἔριξε κάτω»(AA, 53).


<>
--