Αγιολόγιον - Πρόσωπα

Ἑορτάζουν 1 Φεβρουαρίου

ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΠΕΤΡΟΥ,

ΒΕΝΔΙΜΙΑΝΟΥ,

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ
ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΓΑΛΑΤΙΑ

Ἤσκει τελευτῆς Πέτρος ἄχρι Γαλάτης,

Λόγοις ἀλειφθεὶς Παύλου τοῖς πρὸς Γαλάτας.

Ο Όσιος Πέτρος καταγόταν από τη Γαλατία της Μικράς Ασίας. Παρόλο που έζησε μόνο επτά χρόνια με τους γονείς του, αφιέρωσε όλη την υπόλοιπη ζωή του στη μοναχική άσκηση. Αρχικά έζησε στην πατρίδα του, αλλά αργότερα επισκέφθηκε την Παλαιστίνη. Τελικά εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια, επειδή εκτίμησε την ευσέβεια των κατοίκων της. Εκεί επέλεξε να ζήσει σε έναν τάφο ως ξένος. Τρεφόταν μόνο με ψωμί κάθε δύο ημέρες και έπινε αποκλειστικά νερό.

Κάποτε ο Όσιος θεράπευσε με την προσευχή του έναν δαιμονισμένο, τον Δανιήλ. Εκείνος παρέμεινε κοντά του και τον υπηρετούσε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Επίσης, ο Πέτρος γιάτρεψε τη μητέρα του Επισκόπου Θεοδωρήτου Κύρου, η οποία υπέφερε από σοβαρή ασθένεια στα μάτια. Η ίαση συνέβη όταν ο Άγιος τη σταύρωσε. Επιπλέον, ελευθέρωσε τον δούλο της ίδιας γυναίκας από πονηρό πνεύμα. Ο δαίμονας μάλιστα αναγκάστηκε να ομολογήσει την αιτία της εξουσίας του.

Ο Όσιος εμπόδισε έναν στρατηγό να κακοποιήσει μια μοναχή, τυφλώνοντάς τον προσωρινά. Ακόμη και τα ενδύματά του ενεργούσαν θαύματα, όπως ακριβώς συνέβαινε με τον Απόστολο Παύλο. Η ζώνη του, χωρισμένη στα δύο, θεράπευσε τον Θεοδώρητο και τον πατέρα του. Πολλοί άνθρωποι δανείζονταν αυτό το ιερό κειμήλιο για να γιατρέψουν τους ασθενείς τους. Ο θαυμάσιος Πέτρος φώτισε την Αντιόχεια με τα έργα του. Πέθανε σε ηλικία ενενήκοντα εννέα ετών, περιμένοντας τον ουράνιο στέφανο.

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ
ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΕΝΔΙΜΙΑΝΟΥ

ΤΟΥ ΕΝ ΤΩ ΒΟΥΝΩ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΑΣΚΗΣΑΝΤΟΣ

Βενδιμιανὸς δένδρον ἀρετῆς μέγα,

Φυτευθὲν εἰς γῆν καὶ μεταχθὲν εἰς Πόλον.

Ο ΒΕΝΔΙΜΙΑΝΟΣ, ο Όσιος Πατέρας μας, γεννήθηκε στη Μεγάλη Μυσία περίπου στα μέσα του 5ου αιώνα από γονείς ευγενείς και πλούσιους· υπήρξε δε μαθητής του Οσίου Αυξεντίου που ασκήτευε στο Βουνό. Μετά την κοίμηση του Οσίου Αυξεντίου, αφού βρήκε μια σχισμένη πέτρα, έκτισε μέσα σε αυτήν ένα μικρό κελί, στο οποίο υπέμεινε σαράντα δύο έτη, κάνοντας μεγάλους αγώνες και πετυχαίνοντας νίκες κατά των δαιμόνων. Ας δούμε όμως τον εκτενέστερο Βίο του, όπως τον βρήκαμε σε κάποιο παλαιό σύγγραμμα. Την άνοιξη την αγαπούν όλα τα πτηνά, οι μέλισσες, τα αρνιά και τα υπόλοιπα ζώα από τη φύση τους, διότι η άνοιξη είναι σε όλα γλυκύτατη· και τα μεν πετεινά του αέρα κελαηδούν πολύ ευχάριστα, οι δε μέλισσες, πετώντας σε διάφορα λιβάδια, μαζεύουν το καθαρό μέρος της δροσιάς και κατασκευάζουν το άριστο μέλι, με το οποίο γλυκαίνουν τη γεύση μας. Όχι μόνο δε τα ζώα ανακαινίζονται, αλλά και οι άνθρωποι αναζωογονούνται και χαίρονται. Καθώς λοιπόν η άνοιξη είναι για όλα τα ζώα γλυκύτατη, έτσι είναι και ο Βίος των μοναχών για τους ενάρετους πολύ ευχάριστος, επειδή ζηλεύουν και αυτοί τα ανδραγαθήματα των ομοίων τους και μιμούμενοι τα πετεινά του αέρα στο κελάηδημα, ψάλλουν και αυτοί με ύμνους τα παλαίσματα των Πατέρων· παρομοίως μιμούνται και τις μέλισσες στην εργασία, μαζεύοντας τους καρπούς της ασκήσεως και τρεφόμενοι με τα διδάγματα των Οσίων, σαν πρώιμα αρνιά ανακαινίζονται και γίνονται μέσα στο γήινο σώμα, αντί για άνθρωποι, θεοί κατά Χάρη. Ένας από αυτούς είναι και ο μακάριος αυτός Βενδιμιανός, ο οποίος εορτάζεται σήμερα και του οποίου τον Βίο θα ιστορήσουμε εδώ με συντομία.

Αυτός γεννήθηκε στη Μεγάλη Μυσία, όπως είπαμε, η οποία ήταν και κατά τον παλαιό καιρό τιμημένη από τους Έλληνες, καθώς και τώρα είναι παντού σεβαστή για την πίστη, τη φιλοχριστία και την ενάρετη ζωή των πολιτών της, των οποίων η φήμη των καλών έργων έφτασε έως τη Βρετανία, την Ιταλία και έως τις Ηράκλειες Στήλες. Για να αποδείξει λοιπόν αληθινή αυτή την καλή φήμη, η Μυσία βλάστησε και αυτόν τον καλό Βενδιμιανό, ο οποίος τόσο πολύ πόθησε την ακτημοσύνη από τη νεότητά του, ώστε δεν απέκτησε χρυσό ή ασήμι ή χαλκό στη ζώνη του, αλλά περιπατούσε με έναν μόνο χιτώνα, χωρίς άλλο ένδυμα και ανυπόδητος· και ούτε καν σακούλι δεν κρατούσε για να βάζει το ψωμί του, σύμφωνα με την εντολή του Δεσπότη προς τους Αποστόλους. Καθώς δε ήταν το σώμα του εξωτερικά γυμνό, έτσι γύμνωσε και την ψυχή του από όλα τα πάθη και τα γήινα φρονήματα· δεν υπολόγιζε καθόλου την τιμή, ούτε τον πλούτο· δεν σκεπτόταν την υψηλή καταγωγή του και την ευγένεια, ούτε τα πολλά χρήματα και υπάρχοντα, κινητά και ακίνητα που είχαν· αλλά τα μίσησε όλα σαν σκουπίδια και μόνο τον Θεό πόθησε. Επιθυμούσε δε από μικρός να βρει τόπο ήσυχο και ατάραχο, για να συνομιλεί με τον ποθούμενο Χριστό προσευχόμενος. Γι’ αυτή την αιτία έφυγε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει κάποιον ενάρετο Μοναχό και να υποταχθεί σε αυτόν.

Παρατηρώντας λοιπόν από κάποιον λόφο της πόλης, είδε μακριά από εκεί ένα όρος υψηλό που έφτανε έως τα σύννεφα και ρωτώντας κάποιους πώς ονομαζόταν εκείνο το βουνό, του είπαν ότι το έλεγαν Βουνό του Αυξεντίου. Αυτός δε ο Αυξέντιος ήταν Άγιος άνθρωπος και ασκήτευε εκεί πάνω πολλά χρόνια· ήταν δε εκείνο το όρος πολύ τραχύ και κρημνώδες, ανηφορικό και στερημένο από όλα τα φαγώσιμα· μόνο πέτρες υπήρχαν εκεί πολλές και δέντρα πάμπολλα· και, για να το πούμε απλά, ως προς τα σωματικά ήταν πολύ πικρό και ανώφελο, για την ψυχή όμως ήταν πολύ σωτήριο και γλυκύτατο· διότι τα κοπιαστικά και πικρά του σώματος δίνουν στην ψυχή ηδονή και απόλαυση, καθώς το λέει ο μακάριος Απόστολος: «Όταν ασθενώ στη σάρκα, τότε είμαι στην ψυχή υγιέστατος».

Όταν λοιπόν άκουσε ο νέος ότι εκείνο το βουνό ήταν στενόχωρο και στερημένο από κάθε σωματική παρηγοριά, χάρηκε η ψυχή του και αγαλλίασε, διότι βρήκε τόπο σύμφωνα με την επιθυμία του· γι’ αυτό έτρεξε με προθυμία σε αυτό, καθώς τρέχει προς την πηγή το διψασμένο ελάφι. Όταν λοιπόν έφτασε στον Όσιο Αυξέντιο, έπεσε στα πόδια του, παρακαλώντας με δάκρυα να τον κείρει αμέσως Μοναχό κρυφά, για να μην το μάθουν οι συγγενείς του και τον εμποδίσουν. Ο μέγας Αυξέντιος, βλέποντας την υπερβολική θέρμη του νέου, κατάλαβε τον διακαή και θερμότατο έρωτα που είχε προς τον Θεό ο θεόπνευστος. Γι’ αυτό δεν αμέλησε καθόλου ούτε δίστασε καθόλου, γνωρίζοντας με το διορατικό του μάτι τη μελλοντική κατάσταση του νέου, αλλά πρώτα τον δίδαξε και τον κατήχησε επαρκώς, και έπειτα τον έκειρε Μοναχό· και τόσο πολύ προόδευσε στην υπακοή και τις λοιπές αρετές, ώστε έδινε καθημερινά τον καρπό του, σαν το εύκαρπο δέντρο που είναι φυτεμένο κοντά στο νερό.

Σε λίγο καιρό κοιμήθηκε ο μέγας Αυξέντιος, αφήνοντας τον μακάριο Βενδιμιανό κληρονόμο της αρετής του και παράδειγμα της ασκήσεως. Αυτός έκτισε μόνος του ένα πολύ μικρό κελί, κάτω από το κελί του Γέροντα, στο οποίο έμεινε πέντε χρόνια, έχοντας τον νου του πάντα υψωμένο προς τα ουράνια και βλέποντας, σαν σε καθρέφτη, τη ζωή των Αγγέλων, τους οποίους αγωνιζόταν να μιμείται όσο μπορούσε με τον ιδρώτα και τον αγώνα της πολλής ασκήσεως. Αλλά επειδή εκείνος ο τόπος ήταν πολύ βλαβερός και στενόχωρος, ταλαιπωρούνταν πολύ ο Όσιος και ήταν πολύ αδυνατισμένος από την τραχύτητα του τόπου και από την πολλή νηστεία και κακοπάθεια. Γι’ αυτό, μη υποφέροντας ο κοινός Πατέρας και Δεσπότης μας Ιησούς Χριστός να βλέπει τον δούλο του σε τόση στενοχώρια και κάκωση, και επιπλέον σε υπέρμετρη άσκηση, συγκατένευσε ως ευσπλαχνικότατος γιατρός και ήρθε φανερά να επισκεφθεί τον φίλο του. Αφού λοιπόν φάνηκε σε αυτόν, τον πρόσταξε να ανέβει στον τόπο του μακαρίου Αυξεντίου και να μείνει εκεί έως το τέλος της ζωής του, να κάνει δε τον αγώνα του Γέροντα και όχι περισσότερο, λόγω της αδυναμίας της φύσεως. Αυτά διέταξε ο Δεσπότης μας για δύο αιτίες: πρώτον για να μην απομείνει έρημος ο τόπος του Αυξεντίου επειδή κανείς δεν βρισκόταν εκεί, και δεύτερον για να μην ταλαιπωρείται πολύ ο αγαπημένος του με την κάτω στενοχώρια και την ξένη διαβίωση και πεθάνει πρόωρα. Ανέβηκε λοιπόν ο Όσιος στην κορυφή του όρους και αγωνιζόταν φροντίζοντας την ψαλμωδία και την ακολουθία του.

Αλλά ο πονηρός και μισόκαλος διάβολος, μη υποφέροντας να βλέπει έναν τέτοιο λαμπρότατο φωστήρα της οικουμένης να φωτίζει όλη τη γη με τη συμβουλή και τη ζωή του, με την οποία έβγαλε πολλούς από την απώλεια, συγκέντρωσε μια νύχτα όλους τους υπηρέτες του, δηλαδή τους άλλους δαίμονες, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν σε αετούς, γύπες και κόρακες και όταν προσευχόταν ο Όσιος φώναζαν αυτοί οι κατάρατοι, για να συγχύζουν την ησυχία του και δεν τον άφηναν να προσεύχεται· όμως, όσο εκείνοι έξυναν τις θύρες και τους τοίχους με τα νύχια τους και φώναζαν δυνατά, τόσο εκείνος έψαλλε δυνατότερα και για περισσότερη ώρα σε πείσμα τους, έως ότου τους έκανε να φεύγουν, μη δυνάμενοι να «λακτίζουν προς κέντρα» και να γράφουν, κατά τη ρήση, στη θάλασσα. Αλλά ας αφήσουμε τα σχετικά με την άσκησή του και την υπέρ άνθρωπον διαγωγή του και ας πούμε λίγα για τη χάρη που έλαβε και τη διάκριση με την οποία προφήτευε τα μέλλοντα, διότι είναι ζημιά για τους φιλάρετους άνδρες αν σιωπήσουμε.

Ο Όσιος είχε και μαθητές και συνεργάτες και κάποτε δεν είχαν καθόλου ψωμιά· γι’ αυτό λυπούνταν πολύ και θλίβονταν μη γνωρίζοντας πώς να πορευτούν και γόγγυζαν κατά του Γέροντα, όπως κάποτε οι αχάριστοι Ισραηλίτες κατηγορούσαν τον Μωυσή. Ο Γέροντας, βλέποντας τους νέους να κλονίζονται από την πείνα, τους συμπόνεσε και λέει προς τον υποτακτικό του ο μακάριος: «Κατέβα από το βουνό να προϋπαντήσεις τον άνθρωπο που μας φέρνει ψωμιά για να φάμε όσο χρειάζεται». Τότε ο αδελφός ξέχασε από τη μεγάλη χαρά την πείνα του και κατεβαίνοντας γρήγορα βρήκε (ώ του θαύματος) έναν άνθρωπο που κρατούσε πολλά ψωμιά, τον οποίο οδήγησε στο Μοναστήριον και τον έφερε προς τον Όσιο· και έβγαλε τα ψωμιά μοιράζοντας από αυτά σε όλους όσοι πεινούσαν. Ο Γέροντας έλεγε: «Λάβετε φάγετε, και τον Δεσπότη ευχαριστήστε, που τρέφει εμάς τους αχάριστους ως ανεξίκακος»· εκείνοι δε έφαγαν και προσκύνησαν τον δάσκαλο. Αλλά ας πούμε και δεύτερο θαύμα παρόμοιο με το προηγούμενο.

Κάποιο καιρό η Εκκλησία δεν είχε καθόλου λάδι· γι’ αυτό ο εκκλησιάρχης άφησε τα καντήλια λερωμένα και άπλυτα. Όταν τον ρώτησε ο Όσιος γιατί δεν φρόντιζε την υπηρεσία του, να πλύνει τα σκεύη όπως έπρεπε, επειδή ήταν ημέρα Σάββατο, εκείνος αποκρίθηκε ότι, επειδή δεν είχαν καθόλου λάδι, δεν υπήρχε ανάγκη να πλύνουν τα καντήλια μάταια. Του λέει ο Όσιος: «Εσύ κάνε επιμελώς την υπηρεσία σου και ο Κύριος θα μας χαρίσει τα χρειαζούμενα». Έτσι είπε και βλέποντας ότι οι διακονούντες δεν είχαν προθυμία να κάνουν το προστασσόμενο, έλεγξε την οκνηρία και την ανοησία τους και την απιστία τους προς τον Δεσπότη· εκείνοι δε ετοίμασαν τις λαμπάδες και τακτοποίησαν τα πάντα όπως έπρεπε και τότε είπαν προς αυτόν: «Ιδού, Πάτερ, η φωτιά και τα καντήλια είναι έτοιμα, αλλά πού είναι το λάδι;». Εκείνος δε αποκρίθηκε λέγοντας: «Ο Κύριος θα μας στείλει λάδι ως πολυέλεος»· και μαζί με τον λόγο έγινε και το έργο και ήρθε εκείνη την ώρα ένας άγνωστος άνθρωπος, τον οποίο άλλη φορά δεν είχαν δει, με τη σύζυγό του και τα παιδιά του για να τους ευλογήσει ο Άγιος, και έφεραν μαζί τους ένα ζώο φορτωμένο με λάδι. Αφού λοιπόν τους ευλόγησε ο μακάριος και τους δίδαξε για την ωφέλεια της ψυχής, τους απέλυσε με ειρήνη· τους δε μαθητές του δίδαξε να μη φροντίζουν πλέον αυτοί για τα χρειαζόμενα πράγματα, αλλά να έχουν στον Θεό τις ελπίδες τους.

Όχι μόνο το χάρισμα της προφητείας είχε ο Όσιος, αλλά και όλους τους αρρώστους γιάτρευε δωρεάν· και μάλιστα ευσπλαχνιζόταν τους υδρωπικούς και όσους είχαν πρόβλημα στον σπλήνα και τους θεράπευε ταχύτατα· και απλώς επιτέλεσε τόσα θαύματα που είναι αδύνατο να τα γράψω πλήρως. Και από αυτά τα λίγα που είπαμε, ας εννοήσει ο καθένας και τα υπόλοιπα· εμείς δε ας έρθουμε στη μακάρια μετάστασή του, για να δώσουμε και τέλος στη διήγηση. Επειδή από τη γη είχε γεννηθεί ως άνθρωπος, ήταν ανάγκη να αποδώσει το οφειλόμενο σύμφωνα με το «Γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις». Λοιπόν, αφού αρρώστησε λίγες ημέρες, συμβούλευσε επαρκώς τους μαθητές και τους στερέωσε με το θεμέλιο της πίστεως· διότι εκτός από τις άλλες αρετές, είχε και τον λόγο της σοφίας από τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος· και αφού τους δίδαξε να έχουν αγάπη μεταξύ τους και μάλιστα την ελεημοσύνη προς τους απόρους και τους φτωχούς, κλείστηκε μέσα στο κελί του, σφαλίζοντας και το παράθυρο. Οι δε μαθητές του, οι οποίοι ήταν τότε πολλοί, συγκεντρωμένοι από ζήλο και μίμηση προς αυτόν, δίσταζαν βλέποντας το ασυνήθιστο του πράγματος, ότι άλλη φορά δεν το είχε κάνει να εγκλειστεί τόσες ημέρες, αλλά έμενε μαζί τους διδάσκοντάς τους τις θείες εντολές.

Κάποιοι λοιπόν δοκίμαζαν να αφαιρέσουν τις σανίδες για να δουν τι απέγινε ο δάσκαλος, οι δε υπόλοιποι δεν τους άφηναν, μήπως και ήταν αφοσιωμένος σε θεωρία ή προσευχή και τον εμποδίσουν. Όταν όμως πέρασε ακόμη περισσότερος καιρός, τον καλούσαν με χαμηλή φωνή τα παιδιά του, λέγοντας: «Γιατί, Πάτερ, δεν μας δείχνεις το χαρούμενο πρόσωπό σου για να μας πεις όπως συνήθως τα λόγια που ρέουν σαν μέλι; Δεν γνωρίζεις ότι με την ωραιότητα του προσώπου σου και με το κάλλος των λόγων σου, κατά τον Δαυίδ, περιζωνόμαστε δύναμη και είμαστε δεμένοι στην πατρική σου αγάπη περισσότερο παρά ο κισσός στο δέντρο; Δεν γνωρίζεις πώς μένουμε σκοτισμένοι όταν δεν βλέπουμε εσένα, το φωτεινότατο μάτι μας; Άνοιξε σε εμάς τη θύρα του ελέους σου· μίλησε στα αυτιά μας· στερέωσε στην πέτρα τα πόδια μας και κατεύθυνε τα βήματα των αγαπημένων παιδιών σου».

Αυτά και άλλα παρόμοια λέγοντας έχυναν άμετρα δάκρυα, αλλά η σιωπή του τους ανησύχησε ακόμη περισσότερο και θρηνούσαν απαρηγόρητα, φοβούμενοι μήπως και πέθανε· γι’ αυτό αναγκάστηκαν να ανοίξουν το παράθυρο και μπαίνοντας στο σπήλαιο τον βρήκαν (ώ φρικτού θεάματος) γονατιστό και νεκρό σαν να προσευχόταν. Έμεινε δε σαράντα δύο χρόνια σε εκείνο το επάνω σπήλαιο. Αφού λοιπόν έκλαψαν αρκετά, ετοίμασαν τα εντάφια και του έκαναν το μνημείο σε εκείνον τον τόπο, στον οποίο επιτέλεσε τους θαυμαστούς αγώνες και ως εργατική μέλισσα του Χριστού συγκέντρωσε επιμελώς το μέλι της ασκήσεως· ήρθαν δε και λίγοι Μοναχοί στην κοίμησή του από τα περίχωρα, διότι υπήρχε υπερβολικό χιόνι παντού και μάλιστα στις κορυφές των βουνών, επειδή ήταν η πρώτη Φεβρουαρίου και γι’ αυτό δεν συγκεντρώθηκαν πολλοί στον ενταφιασμό του· όμως, όσοι βρέθηκαν, επιτέλεσαν όσα έπρεπε επιμελώς και τον ενταφίασαν έντιμα και ευλαβικά όπως έπρεπε, προς δόξα Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, στους αιώνες. Αμήν.

Ο Άγιος Νεομάρτυρας ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ο Ναυπλιώτης,

ο οποίος μαρτύρησε στο Ναύπλιο το έτος 1655,

τελειώνει τη ζωή του αφού κατακόπηκε σε λεπτά κομμάτια.

 

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ο Άγιος Νεομάρτυρας, ήταν γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, επιδέξιος ζωγράφος στην τέχνη. Αφού αρραβωνιάστηκε εκεί στην πατρίδα του, το Ναύπλιο, τη θυγατέρα κάποιου Χριστιανού, πληροφορήθηκε μετά από λίγες ημέρες ότι εκείνη η κόρη δεν ζούσε καλή ζωή, γι’ αυτό απομακρύνθηκε από αυτήν διαλύοντας τον αρραβώνα. Οι δε συγγενείς της κόρης κατέφυγαν σε μαγικές τέχνες για να την αγαπήσει και να την παντρευτεί· έτσι, σε λίγο καιρό ενέργησαν τα μαγικά και ο νέος, χάνοντας τα λογικά του, περιφερόταν από εδώ και από εκεί. Βλέποντάς τον λοιπόν οι Αγαρηνοί έτσι παράφρονα, τον έκαναν Τούρκο· ο Θεός όμως τον λυπήθηκε και σε λίγες ημέρες του έδωσε την υγεία του. Όταν συνήλθε και είδε ότι φορούσε στο κεφάλι άσπρο σαρίκι σαν Τούρκος, αμέσως το έρριξε κάτω στη γη και άρχισε να φωνάζει με μεγάλη φωνή, με θάρρος, μέσα στο πλήθος των Τούρκων: «Εγώ Χριστιανός ήμουν, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα είμαι».

Τότε οι Αγαρηνοί, βλέποντας ότι μετάνιωσε, έτρεξαν εναντίον του με μεγάλη ορμή και, αφού τον έδερναν και τον έσερναν, τον έφεραν στον κριτή, ο οποίος αγωνιζόταν με απατηλούς τρόπους, πότε κολακεύοντάς τον και πότε απειλώντας τον, να τον χωρίσει από την πίστη των Χριστιανών. Αλλά ο Μάρτυρας, χωρίς να υπολογίζει καθόλου αυτά, στεκόταν ακλόνητος και έλεγε με θάρρος: «Δεν αρνούμαι εγώ τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, αλλά πιστεύω και προσκυνώ Αυτόν ως Ποιητή και Σωτήρα μου· τη δική σας πίστη καθόλου δεν τη χρειάζομαι, αλλά αποστρέφομαι και εσάς και τον προφήτη σας».

Ακούγοντας αυτά ο κριτής, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, οι Αγαρηνοί όμως, όντας μαινόμενοι, δεν συμμορφώθηκαν με την απόφαση του κριτή, αλλά μόλις τον έβγαλαν από το δικαστήριο όρμησαν αμέσως επάνω του, όπως κάποτε οι Ιουδαίοι στον Πρωτομάρτυρα Στέφανο, και άλλοι με ξύλα και άλλοι με μαχαίρια κατατρυπούσαν το σώμα του Μάρτυρα, έως ότου τον κατέκοψαν σε λεπτά κομμάτια. Έτσι τελειώθηκε ο ευλογημένος Αναστάσιος και έλαβε το στεφάνι του Μαρτυρίου, και τώρα αγάλλεται στον χορό των Μαρτύρων προς δόξα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Με τις πρεσβείες των Αγίων Σου, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ