Αγιολόγιον - Πρόσωπα

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Θ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑ

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ἀγάπη καὶ γκρίνια στὶς σχέσεις τῶν δύο ἁγίων τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων.

Στὸν ἀπόηχο τοῦ ἑορτασμοῦ

 

Ἔμειναν οἱ δυὸ ὡς ἀδιαίρετη δυάδα τῆς λογοτεχνίας, κάτι σὰν «Διόσκουροι» τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ πιὸ ἰδιαίτερα, ὅπως τοὺς ἀποκάλεσε ὁ Ξενόπουλος, «τὸ δυαδικὸν ἄστρον τῆς Σκιάθου». Κι οἱ δύο προέρχονται, πέρα ἀπὸ τὴν κοινὴ καταγωγὴ καὶ τὴν οἰκογενειακὴ σχέση, ἀπὸ τὴν ἴδια παράδοση –τὴν κολλυβαδική– καὶ κινοῦνται στὸν ἴδιο χῶρο, τόσο τὸν θρησκευτικὸ ὅσο καὶ τὸν λογοτεχνικό. Κι ὅμως οἱ διαφορὲς εἶναι ἀντιληπτὲς στὸν ἔμπειρο ἀναγνώστη ποὺ προσεγγίζει τὸ ἔργο τους μὲ προσοχή. Διαφορὲς ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν τόσο μὲ τὰ θέματά τους, ὅσο καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ καθένας τους τὰ παρουσιάζει. Χαριέστατος, ἀνάλαφρος, ποικίλος στοὺς γλωσσικοὺς κανόνες ὁ πρῶτος, δωρικός, αὐστηρὸς στὴ γλῶσσα καὶ στοὺς κανόνες, ὁ δεύτερος. Ἔτσι ὁ καθένας βάζει τὴ δική του σφραγίδα στὴν ἴδια θεματολογία καὶ κρατᾷ τὴν ἑτερότητά του, χωρὶς ἐπικαλύψεις καί, κυρίως, χωρὶς ἀντιγραφὲς καὶ ἀδόκιμους μιμητισμούς. Ἐνεργοῦν δηλαδὴ καὶ οἱ δυὸ σὰν πραγματικοὶ δουλευτὲς τοῦ λόγου, διατηρώντας ὁ καθένας τὴν προσωπικὴ συγγραφικὴ ἑτερότητά του.

Ὡστόσο ὁ Μωραΐτίδης, «ὁ ἄλλος Ἀλέκος» κατὰ τὴν προσφιλῆ ἔκφραση τοῦ Παπαδιαμάντη1, εἶχε μιὰ μεγάλη ἀτυχία. Νὰ ζεῖ στὴν σκιὰ τοῦ τριτεξάδελφου του. Τουλάχιστον στὸ χῶρο τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες σχέσεις, ὅπως γινόταν κάθε φορὰ ποὺ βρίσκονταν στὶς περίφημες ἀγρυπνίες στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο στὸ Μοναστηράκι, «ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες τῷ Κυρίῳ». Ὁ Μωραΐτίδης, καίτοι πιὸ καλλίφωνος τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ κατώτερος ὡς πρὸς τὸ ὕφος2, παρέμεινε πάντα ὁ ἀριστερὸς ψάλτης κι αὐτὸ ἦταν τὸ παράπονό του3. Τὸ ἴδιο καὶ στὴ λογοτεχνία, τουλάχιστον στὴ γνώμη καὶ στὶς κρίσεις τῶν ἄλλων. Κι ἐκεῖ ὁ ἀριστερὸς ψάλτης. Μὲ ὑπερβολὴ ἴσως ὁ Ἰ. Μ. Παναγιωτόπουλος ὑποστήριξε πὼς ἂν δὲν ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης «θὰ ἦταν βέβαια πολὺ περισσότερο στὰ νέα μας γράμματα ὁ Μωραΐτίδης. Μὰ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ δημιούργησε καὶ στὴν περίσταση τούτη ἕνα ξεχωριστὸ ἀριστοτέχνημα. Ἔπλασε δυὸ παράλληλα πρόσωπα καὶ πῆρε μιὰ ψυχὴ καὶ τὴν μοίρασε στὰ δυὸ καὶ φύτεψε τὴ μισὴ στὸν ἕνα καὶ τὴ μισὴ στὸν ἄλλον Ἀλέξανδρο. Ἔτσι, ὅ,τι λείπει στὸν Παπαδιαμάντη τὸ συναντοῦμε στὸν Μωραΐτίδη καὶ τ’ ἀντίστροφο»4.

Ἡ σύγκριση εἶναι ἀναπόφευκτη. Κι ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια, τότε ποὺ ζοῦσαν τὴν ἴδια ζωὴ στὴν Σκιάθο. Μικρὸς ὁ τόπος καὶ οἱ συγγένειες καὶ οἱ φιλικὲς σχέσεις ἀλληλοπεριχωροῦνται, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀποκτοῦν ἔντονη σημειολογικὴ σημασία. Ὁ Παπαδιαμάντης μεγαλώνει μὲ τὰ ξαδέλφια τοῦ Ἀλέξανδρο Μωραΐτίδη5, Σωτήρη Οἰκονόμου καὶ Σπύρο Μωραΐτη, ξεκινοῦν μαζί, ἀλλὰ καταλήγουν διαφορετικά. Μὲ δόση πικρίας ὁ Παπαδιαμάντης ἀναπολεῖ τὸ παρελθόν. «Ὁ πτωχὸς Ἀλέκος, ὅστις οὔτε διδάσκαλος κατόρθωσε νὰ γίνῃ, ἂν καὶ ἐνεγράφη ποτὲ εἰς τὴν φιλοσοφικὴν σχολήν, ἔμελλε νὰ μείνει ξεσκούφωτος καὶ ἄσημος, συρράπτης ἐπιφυλλίδων»6, ἐνῷ ὁ Μωραΐτίδης ἔγινε καθηγητὴς φιλόλογος, ὁ Οἰκονόμου καὶ ὁ Μωραΐτης συνέχισαν τὶς σπουδές τους στὴ Γερμανία καὶ ὁ Σπ. Μωραΐτης ἵδρυσε πρότυπο σχολεῖο στὴν Ἀθήνα. Γιὰ τοὺς δυὸ τελευταίους ἀφήνει καὶ λίγο τὴν εἰρωνεία του νὰ περάσει στὸ κείμενό του. «Φεῦ! οἱ δυὸ ἐκεῖνοι συμμαθηταί (Σωτήρης Οἰκονόμου καὶ Σπ. Μωραΐτης), τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἄνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν οὕτω ὁ Ἀλέκος, ἔμελλον μετὰ δεκαετίαν νὰ κατέλθωσιν ἐκ Γερμανίας μὲ ὑψηλοὺς πίλους καὶ μὲ ξένα ἔξοδα «dotores philosophiae et omnium utilium rerum»7.

Ἡ σχέση τοῦ μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραΐτίδη ποτὲ δὲν πέρασε μέσα ἀπὸ παρόμοιες δυσκολίες. Μαζὶ μεγαλώνουν, μαζὶ παίζουν, τὰ λεγόμενα «ἱερὰ παίγνια», παιχνίδια ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ μιμήσεις τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν8, μαζὶ διαβάζουν, μαζὶ συντάσσουν λόγους πανηγυρικοὺς γιὰ ἄσκηση. Σχεδὸν μαζὶ ἔρχονται στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴ συνέχιση τῶν σπουδῶν τους καὶ μάλιστα συγκατοικοῦν ἕνα διάστημα κι ἔτσι ὁ Παπαδιαμάντης βοηθεῖται πολὺ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐξόδων. Γράφει στὸν πατέρα του στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1873 (δηλαδὴ τὴ χρονιὰ ποὺ γράφτηκε στὴ Δ΄ τάξη τοῦ Βαρβακείου, ἐνῷ τὴν ἑπομένη χρονιὰ γράφτηκε στὴ φιλοσοφικὴ σχολή). «Μετὰ τοῦ φιλτάτου Α.Δ.Μ. (Ἀλεξάνδρου Δημητρίου Μωραΐτίδου) θέλω συγκατοικήσει ἀνεξόδως»9. Ἡ ἐξέλιξή τους ὅμως εἶναι διαφορετικὴ καίτοι ἡ πνευματική τους πορεία εἶναι παράλληλη. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔμεινε μόνο πρωτοετὴς φοιτητὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ἐνῷ ὁ Μωραΐτίδης καθηγητὴς φιλόλογος. Ἑπόμενο ἦταν ἡ σύγκριση μεταξύ τους γιὰ τὸν ἁπλὸ λαὸ τῆς Σκιάθου, ὁ ὁποῖος γνώριζε καὶ τοὺς δύο καὶ τοὺς εἶχε παρακολουθήσει, ἀπέβαινε σὲ βάρος τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὁ ἁπλὸς λαὸς δὲν μποροῦσε νὰ ἀξιολογήσει τὴ συγγραφικὴ τους δραστηριότητα κι ἐκεῖνο ποὺ ἐπηρέαζε τὴν κρίση του ἦταν τὰ στοιχεῖα κοινωνικῆς καταξίωσης τοῦ καθενός. Μέσα σ2019 αὐτὸ τὸ κλίμα ὁ Παπαδιαμάντης γράφει γιὰ τὸν ἑαυτό του σὲ τρίτο πρόσωπο: «Δὲν εἶχε καλὸν ὄνομα εἰς τὸν τόπον του. Ὁ κόσμος τὸν ἐκακολόγει ὡς παραμελοῦντα τὰς σπουδάς του, ὡς ὄκνηρόν, ὡς ἀσωτεύοντα τὴν μικράν πατρικήν του κληρονομίαν, ὡς κιθαρῳδὸν τῆς νυκτός, ὡς οἰνοπότην»10.

Ὅλα αὐτὰ ἀναπόφευκτα προκαλοῦν κάποιες ἀντιζηλίες, ἀνθρώπινες ὡς ἕνα βαθμό, ποὺ τραυματίζουν τὶς σχέσεις τους. Πιθανῶς καὶ τὰ παράπονα ποὺ εἶχε ὁ Μωραΐτίδης γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ὀφείλονται σ2019 αὐτὴν τὴν ἀντίδραση τοῦ Παπαδιαμάντη.

Ἔχει διασωθεῖ μιὰ ἔκρηξη τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ θὰ ἔλεγε κανεὶς πὼς ἔχει τὴν ἀφετηρία της σὲ ζήλια ποὺ μπορεῖ νὰ ἔνιωθε γιὰ τὸν ξάδερφό του. Ἕνα ἐπεισόδιο μεταφέρει ὁ Ν. Πορίωτης, μεταφραστὴς στὴν «Ἀκρόπολη» στὴν ἐκπνοὴ τοῦ 19ου αἰώνα. Ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης εἶχε γράψει πολλὰ ἐπαινετικὰ γιὰ τὸν Μωραΐτίδη στὴν «Ἀκρόπολη» τοῦ 1892 μὲ τὸν τίτλο «Ἀλέξανδρος Μωραΐτίδης» καὶ τὸν συνέκρινε μὲ τὸν Ντίκενς καὶ τὸν Ἱππόλυτο Ταῖν11. Εἶχε προηγηθεῖ, τὴν ἴδια χρονιά, ἡ δημοσίευση τῶν Διηγημάτων του μὲ πρόλογο τοῦ ἴδιου τοῦ Βλ. Γαβριηλίδη, ἐπανάληψη τοῦ ὁποίου ἦταν τὸ ἄρθρο στὴν «Ἀκρόπολη»12. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι οἱ σχέσεις τοῦ Βλ. Γαβριηλίδη μὲ τοὺς δυὸ σκιαθίτες ἦταν θερμές. Προηγήθηκε ἡ γνωριμία του μὲ τὸν Μωραΐτίδη καὶ ἀκολούθησε ἡ γνωριμία του μὲ τὸν Παπαδιαμάντη, μετὰ ἀπὸ συστάσεις ποὺ ἔκανε ὁ Μωραΐτίδης13.

Τὰ κείμενα τοῦ Γαβριηλίδη φαίνεται δὲν ἐνθουσίασαν τὸν Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος συνάντησε ἕνα δειλινὸ τὸν Ν. Πορίωτη, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία στὴν ὁδὸ Φιλελλήνων, καὶ ὀργισμένος τοῦ εἶπε κατὰ τὴ διήγηση τοῦ τελευταίου: «Τί πάθανε οἱ ἐφημερίδες; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ λιβανίσματα γιὰ τὸν ἄλλον; Ξέχασε ὁ Γαβριηλίδης τί μοῦ ἔλεγε γιὰ κεῖνον καὶ τί ἔγραφε γιὰ μένα; Ζῶ ἀκόμη ἐγώ!»14.

Δὲν γνωρίζουμε τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔλεγε στὶς ἰδιωτικές τους συζητήσεις ὁ Γαβριηλίδης. Ἀσφαλῶς κάποιες κρίσεις ἐν θερμῷ ποὺ ἴσως νὰ μὴν εἶχαν βαρύτητα στὴν ἐπίσημη ἀπόψή του γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Μωραΐτίδη. Καὶ γιατί ὁ Παπαδιαμάντης ἀντέδρασε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο; Πιστεύουμε πὼς οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ἐνίοτε ξεπερνοῦν τὶς ἀληθεῖς προθέσεις καὶ συσκοτίζουν τὰ πράγματα. Π.χ. θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι μετὰ ταῦτα οἱ σχέσεις τῶν δυὸ θὰ πέρναγαν μεγάλες δυσκολίες. Κι ὅμως, λίγο μετὰ ὁ Μωραΐτίδης, στὸ διήγημά του «Χριστούγεννα στὸν ὕπνο μου» (1898), περιγράφει μιὰ βραδιὰ Χριστουγέννων στὴν ταβέρνα, μετὰ τὴν ἐργασία στὴν ἐφημερίδα, μαζὶ μὲ τὸν Παπαδιαμάντη ποὺ κρύβεται ὑπὸ τὸν γενικὸ ὅρο «ὁ φίλος μου». «Ὁ φίλος μου ἐξασκεῖ πάντοτε ἰδιάζουσαν ἐπιρροὴν ἐπ2019 ἐμοῦ. Ὅσον μεγάλη θλῖψιν κι ἂν ἔχω, μόλις τὸν ἴδω πραΰνομαι. Εἶναι συντροφιὰ καλὴ τέλος πάντων καὶ ἡ συντροφιὰ ἡ καλὴ ἱλαρύνει τὸ πνεῦμα, ἐνῷ ἡ μοναξιὰ τὸ ἐξαγριώνει».

Ὡστόσο τὶς πραγματικὲς σχέσεις τῶν δύο ἀνδρῶν περιέγραψε ἀργότερα ὁ Μωραΐτίδης ποὺ μίλησε μέσα ἀπὸ συγκινητικὰ κείμενα γιὰ τὸν πεθαμένο, πλέον, Παπαδιαμάντη. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἔστω ἡ παραμυθητικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραΐτίδη στὶς ἀδελφὲς τοῦ Παπαδιαμάντη, λίγες μέρες μετὰ τὴν ἐκδημία του στὶς 28 Ἰανουαρίου 1911. Ἦταν στὴν Τζιὰ ὅταν, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1910, ἔμαθε γιὰ τὴν ἀρρώστια ποὺ τὸν εἶχε ρίξει στὸ κρεβάτι, ἐνῷ βρισκόταν στὴν Σκιάθο καὶ φαίνεται ἔνιωσε ἐνδόμυχη ἀνησυχία. Γι2019 αὐτό, συνεχίζει, «καὶ ὅταν τὴν περασμένην Δευτέραν τὴν νύκτα ἤκουσα νὰ ζητεῖ ὁ τηλεγραφητής, εἶπα ἀμέσως: ὁ Παπαδιαμάντης ἀπέθανεν. Καὶ ἦτο ἀληθινόν. Ἐπλημμύρισαν τὰ δάκρυά μου καὶ ἀπὸ τότε δὲν ἔπαυσαν. Ἀγωνιῶ νὰ συλλογισθῶ τὴν μακρὰν ζωὴν ὅπου ἐπεράσαμεν μαζί, πάντοτε μαζί. Ἀδυνατῶ νὰ παρηγορήσω τὴν θλῖψιν μου. Δὲν θὰ τὸν ἴδω πλέον, λέγω, δὲν θὰ ψάλωμεν πλέον εἰς τὴν ἀγρυπνίαν… Εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τοῦ Ἁγ. Βασιλείου τῷ ἔκαμαν παράκλησιν διότι εἶχον μάθει τὴν ἀσθένειάν του. Τώρα δὲ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τῶν Φώτων θρῆνος ἔγινε εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισαῖον. Ἔκλαιον ὅλοι ὅταν ὁ ἱερεὺς τὸν ἐμνημόνευσε»15.

Ἀργότερα, ἄλλα δημοσιεύματά του ἀποκαλύπτουν τὴν ἀγάπη ποὺ ἔτρεφε γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὶς μνῆμες ποὺ δὲν τὸν ἐγκατέλειψαν ποτέ. Τὸ 1925 ἐξέδωσε τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἐλισαίου στὸν πρόλογο τῆς ὁποίας περιγράφει ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶδε μὲ τὸν Παπαδιαμάντη, ὅταν τὸ 1923 ἢ 1924 ἔψαλε τὴν Ἀκολουθία αὐτὴ στὴν ἀγρυπνία γιὰ τὸν Ἅγιο στὴ Σκιάθο στὶς 14 Ἰουνίου. Ἦταν ἀκόμη σὲ χειρόγραφη μορφὴ καὶ μὲ αὐτὴ ἔγινε ἡ ἀγρυπνία ἐκείνη τὴ νύχτα. Μετὰ τὴν Ἀκολουθία, στὸ σπίτι του, ἐνῷ κοιμόταν εἶδε σὲ ὄνειρο νὰ τὸν πλησιάζει ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως ἦταν στὶς μέρες τῆς Ἀθήνας, «φαιδρός, γελαστός, μὲ τὰ μαῦρα μάτια του γεμάτα χαράν, μὲ τὸν μαῦρον του πώγωνα στιλπνόν, ὅπως ἦτο συνήθως ἐπάνω εἰς τοὺς μεγάλους ἐνθουσιασμούς του» καὶ νὰ τὸν ξυπνᾷ λέγοντας: «Σήκω Ἀλέκο! Σήκω νὰ πᾶμε στὸν Προφήτην νὰ ψάλωμεν τὸν Κανόνα». Ἦταν συνηθισμένη σκηνὴ ἀπὸ τὴν κοινὴ ζωή τους. Πήγαιναν στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο, ὅπου οἱ ψάλτες τοὺς παραχωροῦσαν τὸν Κανόνα. Καὶ συνεχίζει: «Ἐπετάχθην πάραυτα ἀπὸ τὴν κλίνην μὲ τὰ μάτια μου γεμᾶτα δάκρυα καὶ μὲ χαρὰν ὅτι ἡ Ἀσματική μου σύνθεσις ἐπέτυχε. Καὶ δὲν ἐψεύσθην»16.

Τὸ 1927 ὁ Μωραΐτίδης ἐξέδωσε τὸ 6ο τεῦχος τοῦ βιβλίου τοῦ «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα»17. Ἡ ἔκδοση ἔχει τὴν ἀφιέρωση «τῇ μακαρίᾳ μνήμῃ τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη». Στὶς σελίδες 4-5 ἀναδημοσίευσε ἄρθρο τοῦ ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα «Πρωτεύουσα» τῆς 8 Νοεμβρίου 1921 μὲ τίτλο «Πῶς πέθανε ὁ Παπαδιαμάντης». Μὲ τρόπο αἰσθαντικὸ περιγράφει τὶς τελευταῖες μέρες τοῦ μεγάλου δημιουργοῦ κι ἀφήνει νὰ φανεῖ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν ὁμότεχνο ἐξάδελφό του.

Μιὰ ἄλλη μαρτυρία, χρήσιμη στὸ θέμα μας, προέρχεται ἀπὸ τὸν Κωστῆ Μπαστιᾶ. Συνάντησε τὸν Μωραΐτίδη λίγο πρὶν τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἡ συνάντηση ἔγινε στὸ Βιβλιοπωλεῖο Ἰ. Σιδέρη, στὴν ὁδὸ Σταδίου. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὰ Γράμματα», στὴν συντακτικὴ ὁμάδα τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ Κωστῆς Μπαστιᾶς, ἔκανε μιὰ ζωηρὴ κίνηση γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Ἡ ὁμάδα αὐτὴ ἤθελε νὰ τοῦ κάνει ἕνα φιλολογικὸ μνημόσυνο κι ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ ἔχουν μιὰ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν ἐπιζῶντα, τότε, Ἀλέξανδρο Μωραΐτίδη μὲ σκοπὸ νὰ πεισθεῖ ὁ μοναχικὸς αὐτὸς ἄνθρωπος νὰ λάβει μέρος. Μόλις ἄκουσε αὐτὸς τὸν Μπαστιᾶ νὰ τοῦ ἀναπτύσσει τὴν πρόταση τοῦ περιοδικοῦ, ἔδειξε πολὺ συγκινημένος. «Ξέρετε» τοῦ εἶπε «γιὰ ποιὸ λόγο εἶναι συγκινητικὸ γιὰ μένα τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ δείχνετε γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο;». Καὶ προσέθεσε. «Γιατὶ τὸ μνημόσυνο αὐτὸ τὸ κάνω κάθε μέρα στὶς προσευχές μου»18. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη κράτησε ὅλη του τὴ ζωή.

Τελικὰ στὸ μνημόσυνο, περὶ τοῦ ὁποίου μιλάει ὁ Μπαστιᾶς, δὲν ἔλαβε μέρος γιατί τοῦ ἦταν ἀδιανόητο νὰ γίνει φιλολογικὸ μνημόσυνο καὶ ὄχι θρησκευτικό. Ἦταν κάτι τὸ καινοφανὲς γιὰ τὸν συντηρητικὸ καὶ ὀρθόδοξο στὸ ἦθος Μωραΐτίδη.

Λίγο μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραΐτίδης ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀκολούθως τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο. Τὸ δίδυμο αὐτὸ τῆς νεοελληνικῆς πεζογραφίας θὰ ἑνωνόταν καὶ πάλι πλέον στὴ δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἑλληνικὰ γράμματα παρέμεινε ἡ αἴσθηση τῆς ἀπουσίας τους ποὺ μὲ τὰ χρόνια ἔγινε βαθιὰ νοσταλγία, ὅπως ἔδειξε τὸ ἐνδιαφέρον καὶ γιὰ τοὺς δύο μὲ τὴν πρόσφατη συμπλήρωση ἑκατὸ χρόνων ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Ἔτσι, στὴν ἐποχή μας, δίνεται ἔμπρακτη ἀπάντηση στὸ παράπονο ποὺ διατύπωσε στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ὁ Ἰωάννης Καμπούρογλου γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἔργου τῶν δύο Ἀλεξάνδρων. «Πᾶσα πολιτισμένη χώρα θὰ ἐθεώρει ἑαυτὴν εὐτυχῆ ἀνακαλύπτουσα μεταξὺ τῶν συγγραφέων της δύο τοιούτους ἀστέρας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀποβῶσιν καύχημά της, ἐὰν ἀθροισθῶσιν τὰ ἔργα των, διεσκορπισμένα νῦν τῇδε κακεῖσε, καὶ τεθῶσιν εἰς τὴν ἁρμόζουσαν αὐτοῖς περιφανῆ θέσιν. Τοιαῦτα ἰδιοφυΐαι δὲν βγαίνουν ὡς μανιτάρια καθ2019 ἑκάστην καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ τόσα ποὺ μᾶς δηλητηριάζουν ἀπὸ τινων χρόνων διαφημιζόμενα ἐντέχνως»19. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Ὁ Γεώργιος Θ. Πρίντζιπας εἶναι Ἱστορικός-Συγγραφέας, τ. Διευθυντὴς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

  1. Βλ. τὸ διήγημα τοῦ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «Ντελισηφέρω». (Οἱ παραπομπὲς στὰ ἔργα τῶν δύο συγγραφέων θὰ γίνονται μόνο στοὺς τίτλους τους διότι, λόγῳ τῶν πολλῶν ἐκδόσεών τους, εἶναι εὔκολη ἡ ἀνεύρεσή τους).
  2. Ν. ΒΕΗ, «Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς καὶ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης». Νέα Ἑστία 365 (Χριστούγεννα 1941) 29, 30. Γιὰ τὴν ἱεροψαλτικὴ παρουσία τῶν δυὸ ἐξαδέλφων πολλὰ χρήσιμα διασώζει ὁ Γέροντας Ἀρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος στὸ δημοσίευμά του «Ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντην καὶ Μωραΐτίδην». Κιβωτὸς Β΄ (1953) 45-51, ὅπου καταγράφει τὴν ἀπόλυτη προσήλωσή τους στὴν βυζαντινὴ μουσικὴ παράδοση καὶ στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἁγιορειτικοῦ τυπικοῦ στὶς θρυλικὲς ἀγρυπνίες στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο. Ἐπίσης ἀναφέρεται σὲ περιπτώσεις ἄκρας αὐστηρότητας τοῦ Παπαδιαμάντη πρὸς ὅσους διασάλευαν ἀφρόνως τὴν εὐταξία τῆς Ἀκολουθίας.
  3. Τὸ παράπονο ἐκφράστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μωραΐτίδη στὸν ἐξάδελφό του Δημήτριο Μωραΐτη, μετέπειτα Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τοῦ εἶπε «εἶχε μιὰ κακία ὁ μακαρίτης ξάδερφός μας. Νὰ μὴν μ2019 ἀφήσει κι ἐμένα μιὰ φορὰ νὰ ψάλλω ὡς δεξιὸς ψάλτης». Γ. ΒΑΛΕΤΑ, Παπαδιαμάντης: Ἡ ζωή, τὸ ἔργο του, ἡ ἐποχή του, Μυτιλήνη 1940 σ. 166 καὶ Ι. ΦΡΑΓΚΟΥΛΑ, Ἀλέξανδρος Μωραΐτίδης: Ὁ ἄνθρωπος – ὁ λογοτέχνης. Ἀθήνα, Ἴωλκός, 1982, σ. 23.
  4. Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ «Ὁ Δεύτερος Παράλληλος», Νέα Ἑστία, τεῦχος 559 (1950), 1336.
  5. Στὴν οὐσία ἦταν μακρινοὶ συγγενεῖς. Ὁ πατέρας τοῦ Μωραΐτίδη Δημήτριος (1818-1876) καὶ ἡ μητέρα τοῦ Παπαδιαμάντη Γιαουλιὼ – Ἀγγελική (1822-1896) ἦταν δεύτερα ξαδέλφια, ἐνῷ οἱ γονεῖς τους Γεώργιος Μωραΐτης καὶ Ἀλέξανδρος Μωραΐτης ἦταν πρῶτα ξαδέλφια. Βλ. ΦΩΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος: Λεύκωμα Μωραΐτίδη. Ἀθήνα, Ergo, 2002, σ. 23. Ὁ Παπαδιαμάντης στὴ «Χολεριασμένη» του ὑπερηφανεύεται ὅτι προέρχεται ἐκ μητρὸς ἀπὸ τὴν φημισμένη στὸν τόπο του οἰκογένεια Μωραΐτη, γνωστὴ γιὰ τὴν ἐπίδοσή της στὰ γράμματα. Ἡ οἰκογένεια Μωραΐτη ἦταν ἀπὸ τὸν Μυστρᾶ καὶ εἶχε καταφύγει στὴν Σκιάθο μετὰ τὰ Ὀρλωφικά (1770).
  6. Βλ. ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «Ὁ σημαδιακός».
  7. Ὅ.π.
  8. Ὁ Μωραΐτίδης στὸ βιβλίο του Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα, τεῦχος Α΄, Ἀθῆναι 1922, σ. 4, θυμᾶται τὰ παιχνίδια του μὲ τὸν Παπαδιαμάντη στὴν Σκιάθο «ὅτε ἀντὶ νὰ διασκεδάζωμεν μὲ τὴν ἄγραν ἰχθύων ἢ κυνηγοῦντες εἰς τοὺς ὑφάλους τοὺς καρχίνους, μαθηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου, ἐγυμναζόμεθα τὰς ὥρας τῆς σχολῆς συνθέτοντες ὕμνους ἢ γράφοντες λόγους».
  9. Βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Ἀλληλογραφία. Σημειώσεις Ο. Merlier, Εἰσαγωγή – Ἐπιμέλεια Ἐμμ. Μοσχονᾶς, Ἀθήνα, Ὀδυσσέας, 1981, σ. 15.
  10. ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «Θέρος – Ἔρως».
  11. Φ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ὅ.π. σ. 114.
  12. Τὸ κείμενο τοῦ Προλόγου βλ. Κ. ΣΑΡΔΕΛΗ, Βλάσης Γαβριηλίδης 1848-1920: Μεγάλος ἀναμορφωτὴς τῆς ἑλληνικῆς δημοσιογραφίας καὶ πνευματικὸς ἡγέτης, Ἀθήνα, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα ΕΣΗΕΑ, 2005, σελ. 164-169.
  13. Ὅπ. σ. 156. Στὴν «Ἀκρόπολη» ἐξάλλου εἰργάστηκαν καὶ οἱ δύο, ὁ μὲν Παπαδιαμάντης ὡς μεταφραστὴς καὶ λογοτεχνικὸς συνεργάτης, ὁ δὲ Μωραΐτίδης ὡς συντάκτης τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς.
  14. Ν. ΠΟΡΊΩΤΗ, «Κριτικὴ καὶ περιαυτισμός», Νέα Ἑστία 355 (Χριστούγεννα 1941) 72.
  15. Τὴν ἐπιστολὴ βλ. σὲ πολλοὺς τόμους. Τὸ κείμενο ἀπὸ τὸν τόμο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Ἀλληλογραφία, ὅ.π., σ. 221.
  16. Βλ. τὸν Πρόλογο στὴν ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τὸ 1925 καὶ Νέα Ἑστία 355 (Χριστούγεννα 1941) 96-97 ὑπὸ τὸν τίτλο «Μιὰ σελίδα τοῦ Μωραΐτίδη γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη».
  17. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ, Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα: Ταξείδια – περιγραφαί – ἐντυπώσεις. Ἀθῆναι, Σιδέρης, 1927.
  18. «Ἑβδομάς» φ. 314 (1931) 191.
  19. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, «Δύο διηγηματογράφοι», Νέα Ἐφημερίς, 24 Ἀπριλίου 1891, παρὰ Φ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος, ὅ.π., σ. 102-103.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Θεολογία» τόμος: 82, τεῦχος: 1, 2011

  ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ – ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ