ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Τό τάμα

 

 Διηγήματα  τοῦ Φιλήμονα γιά νέους καί μεγάλους 

-Δέν ἀντέχω ἄλλο, Λεωνίδα, δέν ἀντέχω αὐτό τό βασανιστήριο.... Ἐσύ δέν εἶσαι ἐκεῖ, δέν τόν ἀκοῦς, δέν τόν βλέπεις..., ἔλεγε ἡ Ἀντιγόνη στόν ἄντρα της, καί ἔκλαιγε μέ λυγμούς.

Τήν ἑπόμενη ἡμέρα, τήν Παρασκευή, ἡ Ἀντιγόνη μέ τόν γιό της, εἶχαν τήν καθορισμένη ἰατρική συνάντηση στό νοσοκομεῖο. Καί ἤδη ἀπό τήν Πέμπτη, καί κάθε Πέμπτη, ἄρχιζε νά σφίγγει ἡ ψυχή της. Δέν ἄντεχε τό μαρτύριο, ἔστω τό μικρό μαρτύριο, πού περνοῦσε ὁ γιός της ὁ Νικηφόρος, κάθε Παρασκευή. Ἀλλά ἄς πάρουμε τά πράγματα μέ τή σειρά.

Ὁ Νικηφόρος, ὁ γιός τοῦ Λεωνίδα καί τῆς Ἀντιγόνης συμπλήρωνε λίγους μῆνες ἐπίγειας ζωῆς. Εἶχε γεννηθεῖ μέ ἕνα πρόβλημα στό μάτι του. Ἦταν κλειστός ὁ δεξιός ρινοδακρυϊκός πόρος, αὐτός ὁ μικρός σωλῆνας πού συνδέει τό δακρυϊκό σάκο μέ τή μύτη γιά νά ἀποχετεύονται τά δάκρυα. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά γεμίζει τό μάτι μέ τσίμπλες. Ἡ Ἀντιγόνη, σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ γιατροῦ, καθάριζε τίς τσίμπλες μέ χαμομήλι ὅλη τήν ἑβδομάδα, καί κάθε Παρασκευή πήγαινε στό νοσοκομεῖο, ὅπου οἱ γιατροί τοποθετοῦσαν ἕνα «συρματάκι» στόν κλειστό δακρυϊκό σωλῆνα γιά νά τόν ἀνοίξουν προσωρινά. Κάθε φορά, ἡ δόλια ἡ μάνα ἄκουγε τό σπλάχνο της νά οὐρλιάζει ἀσταμάτητα καί ὅταν τελείωνε ἡ ἐπέμβαση, ἔβλεπε τό προσωπάκι του, τό δεξί του ματάκι μέσα στά αἵματα. Αὐτό ἦταν τό μαρτύριο καί γιά τό μωρό ἀλλά καί γιά τήν μάνα!

-Μέχρι νά γίνει ἑνός ἔτους γιά νά μπορέσει νά γίνει ἡ κανονική ἐπέμβαση, πρέπει τό μωράκι μας νά ὑπόκειται κάθε φορά σέ αὐτό τό βασανιστήριο. Ἐσύ Λεωνίδα λείπεις μέ τήν ἐργασία σου καί δέν μπορεῖς νά καταλάβεις τί περνᾶμε...

-Τί νά κάνω βρέ γυναῖκα, ἀφοῦ ξέρεις ὅτι ἡ ἐργασία μου εἶναι ἀπαιτητική. Μακάρι νά μποροῦσα νά βρίσκομαι μαζί σας... Ἄς κάνουμε ὑπομονή, λίγοι μῆνες ἔμειναν. Μετά οἱ γιατροί θά μπορέσουν νά κάνουν τήν μόνιμη ἐπέμβαση, καί θά ἡσυχάσει τό παιδί.

Ὄντως, ἡ ἐργασία τοῦ Λεωνίδα ἦταν ἀπαιτητική. Ἀρκετές φορές ἔπρεπε νά λείπει καί στό ἐξωτερικό. Ὅμως καί αὐτός βασανίζονταν καί ἄς μή τό ἔδειχνε στήν Ἀντιγόνη. Προσπαθοῦσε νά τῆς δίνει θάρρος, νά τήν ἐμψυχώνει, νά τήν παρηγορεῖ. Τόν ἔτρωγε ὅμως, μέσα του αὐτός ὁ ψυχικός πόνος τῆς γυναίκας του ἀλλά καί ὁ σωματικός τοῦ παιδιοῦ του. «Ἡ μάνα», ἔλεγε, «πονᾶ διπλά ἀπό τό παιδί της»!

* * *

Καλοκαίριασε, καί ἡ τριμελής οἰκογένεια ξεκίνησε γιά ὀλιγοήμερη ξεκούραση στούς γονεῖς τῆς Ἀντιγόνης, στό ὄμορφο αἰγαιοπελαγίτικο νησί τους. Τό βράδυ, τό καράβι θά προσέγγιζε τό λιμάνι τῆς Τήνου, ὡς ἐνδιάμεση στάση. Ὁ Λεωνίδας βγῆκε γιά λίγο στό κατάστρωμα, καί θαύμασε! Ἀντίκρυσε τήν Βασίλισσα τοῦ Αἰγαίου, τήν ὁλόλαμπρη ἐκκλησιά τῆς  Παναγίας τῆς Τήνου. Ξεχώριζε ὁλόφωτη μέσα στό σκοτάδι, πανέμορφη, ζωντανή· φωτοβολοῦσε ἐλπίδα! Σάν νά ἦταν καρφωμένη στόν οὐρανό! Σάν νά ἦταν μόνο αὐτή στόν κόσμο, αὐτή καί ὁ Λεωνίδας. Ἡ εὐκαιρία ἦταν μοναδική· μιά ἐπιθυμία εἶχε ὁ Λεωνίδας καί ἤθελε νά τήν ὁμολογήσει στήν Παναγία. Ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς του ἔγινε πίστη καί ἔσταξε τόν πόθο στά χείλη του. Τότε τῆς εἶπε, ὄχι αὐτός ἀλλά ἡ καρδιά του, σάν νά ἦταν ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μπροστά του:

-Παναγία μου, κάνε καλά τόν Νικηφόρο! Θά ἔρθω νά σοῦ ἀνάψω μιά μεγάλη λαμπάδα!

Ὅταν μπῆκε στήν καμπίνα τους, ἡ Ἀντιγόνη παρατήρησε κάποια ἀλλοίωση στό πρόσωπο τοῦ Λεωνίδα.

-Λεωνίδα, εἶσαι καλά;

-Γιατί ρωτᾶς, Ἀντιγόνη; Πῶς σοῦ ἦρθε;

-Σέ βλέπω κάπως, γι’ αὐτό ρωτῶ...

-Εἶμαι λίγο συγκινημένος, εἶδα τό ναό τῆς Παναγίας, ἐδῶ στήν Τῆνο, καί παρακάλεσα τήν Παναγία νά θεραπεύσει τόν Νικηφόρο, γιά νά μή βασανίζεστε ἔτσι.

-Καλά ἔκανες, μακάρι νά κάνει τό θαῦμα της...

Τά λόγια ἔφυγαν στόν ἀέρα ἀπό τό στόμα τῆς Ἀντιγόνης, ἀλλά στό μυαλό της σχηματίστηκαν ἀμφιβολίες. Ἄκουγε κατά καιρούς γιά θαύματα, ἀλλά ἔρχονταν ὁ ψυχρός λογισμός τῆς ἀμφιβολίας καί κρύωνε τήν καρδιά της.

Μέ αὐτά τά συναισθήματα καί τίς σκέψεις τοῦ καθενός, σφάλισαν τά μάτια τους, γιά νά ξεκουραστοῦν λίγο. Ἄλλωστε ἡ Ἀντιγόνη ἔπρεπε νά ξυπνήσει λίγο νωρίτερα, γιά νά περιποιηθεῖ τό ματάκι τοῦ Νικηφόρου, καθώς τό πρωί, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, θά ἔφθαναν στόν προορισμό τους.

* * *

Ἦρθε ἡ πολυπόθητη αὐγούλα. Ἡ Ἀντιγόνη ἦταν χαρούμενη· σέ λίγο θά ἔβλεπε τούς δικούς της. Πῆρε μηχανικά τά ἀπαραίτητα γιά τόν καθαρισμό τοῦ ματιοῦ, κοιτάζει, ξανακοιτάζει, ἀνοιγοκλείνει τά μάτια της, τσιμπιέται, τίποτα, τό θέαμα παρέμενε τό ἴδιο: τό μάτι τοῦ Νικηφόρου ἦταν πεντακάθαρο!

 

-Μά πῶς;... λές; Λεωνίδα, ξύπνα! Τό μάτι τοῦ Νικηφόρου εἶναι καθαρό, δέν ἔχει οὔτε μία τσιμπλίτσα...!

-Ἔκανε ἡ Παναγία τό θαῦμα της! Συμπλήρωσε ξαφνιασμένος ὁ Λεωνίδας καί ὅταν τό συνειδητοποίησε, ἀπό τά μάτια του ἔτρεξαν δάκρυα χαρᾶς, συγκίνησης καί δέους!

Δέν πίστευαν στά μάτια τους! Ἡ Ἀντιγόνη, καλοῦ κακοῦ, παρακολουθοῦσε τό μάτι τοῦ παιδιοῦ, ὅλη τήν ἡμέρα, καί τό ἑπόμενο πρωί, καί τό μεθεπόμενο. Ἀπό τότε πέρασαν πενήντα χρόνια καί τό μάτι τοῦ Νικηφόρου δέν τόν ξαναενόχλησε... Ὁ Λεωνίδας πραγματοποίησε τό τάμα του δυό τρία χρόνια μετά. Πήγανε μέ τόν Νικηφόρο στήν Παναγία τῆς Τήνου καί ἄναψαν μία λαμπάδα δυό μέτρα...

«Φιλήμονας»