ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΧΙΜ. Π. ΔΟΜΕΤΙΟΣ

Φωτο: koinoniaorthodoxias

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

 Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ   ΑΡΧΙΜ.  Π. ΔΟΜΕΤΙΟΣ.
ΚΤΙΤΩΡ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΡΙΜΕΤΣ
ΔΥΤΙΚΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ


ΥΠΟ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΝΙΚΟΛΕΣΚΟΥ  

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ  ΕΚΘΕΣΙΣ

ΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ Π. ΔΟΜΕΤΙΟΥ

Ὀνομάζομαι πρωτοσύγκελλος Δομέτιος Μανωλάκε, Πνευματικός στό ἅγιο Μοναστήρι Ριμέτς, τοῦ νομοῦ Ἄλμπα, γεννημένος στίς 13 Ὀκτωβρίου 1924, στήν κοινότητα Μπαλανέστ, τοῦ νομοῦ Μποζέου, γυιός τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Φιλοθέης Μανωλάκε, οἱ ὁποῖοι  ἀπέθαναν καί οἱ δύο.

Ἐτελείωσα τίς πρῶτες ἑπτά τάξεις στήν κοινότητα Τιρλέλε, τοῦ νομοῦ Μπράϊλα, τό ἔτος 1937, καί κατόπιν εἰσῆλθα σάν μαθητής στήν ὀκτατάξια ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ  Μπουζέου, ἀπ᾿ ὅπου ἐτελείωσα τό 1945, ἀριστοῦχος. Τό 1945 ἐνεγράφην στήν θεολογική σχολή τοῦ Βουκουρεστίου, ἀπό τήν ὁποία ἐτελείωσα τό 1949, ἀφοῦ ὑπέβαλλα καί τήν διατριβή μου στήν θεολογία, ἡ ὁποία χαρακτηρίσθηκε ὡς ἐξαιρετική, λαμβάνοντας τό δίπλωμα ἀποφοιτήσεως μέ τήν ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου 5951/1953 καί τῆς θεολογικῆς σχολῆς ὑπ᾿ ἀριθμόν 17.

Τό 1949, σάν φοιτητής τοῦ 4ου ἔτους, μαζί μέ συμφοιτητές μου, ἐστάλην στήν Τρανσυλβανία (Δυτική Ρουμανία) τήν περίοδο τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα σάν ἱεροκήρυκες πρός ἐνίσχυσιν τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως τῶν κατοίκων, ἔχοντες οἱ φοιτητές ἐμένα ὡς ὑπεύθυνον τῶν δραστηριοτήτων μας.

Ἐκείνη τήν χρονιά, μετά τήν ἀποφοίτησι ἀπό τήν θεολογική σχολή τοῦ Βουκουρεστίου, ἐκοινοβίασα στήν μονή Πρισλόπ. Διάκονος χειροτονήθηκα στίς 6 Αὐγούστου 1949 στήν μονή Μποντρόγκ ἀπό τόν ἐπίσκοπο τοῦ Ἀράντ καί στίς 7 τήν ἑπομένη ἡμέρα χειροτονήθηκα ἱερεύς καί Πνευματικός γιά τήν μονή Πρισλόπ, στόν καθεδρικό ναό τοῦ Ἀράντ ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἀνδρέα Μαγκέρου

Τό ἔτος 1950 ἐξελέγην ἡγούμενος στήν Μονή Πρισλόπ. Ἐδῶ ἐργάσθηκα ὡς ἱεραπόστολος γιά τήν ἐνίσχυσι τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως καί τήν ἑνότητα τῶν ἐνοριῶν τῶν ἐκκλησιῶν μας, ἐπιτελῶντας τήν δρᾶσι αὐτή διά τοῦ κηρύγματος, τῆς ἐξομολογήσεως καί μέ ἄλλες τελετές καί Μυστήρια, τά ὁποῖα ἐπιτελοῦσα σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Παρέμεινα σ᾿ αὐτή τήν διακονία μέχρι τό 1952, ὁπότε μετατέθηκα μέ τήν ἀνάληψι τῶν ἰδίων βαρέων καθηκόντων μου στό μοναστήρι Ἀφτέϊα Τσιοάρα., παλαιό κτίσμα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Ἀπό ἐδῶ τόν ἴδιο χρόνο μετατέθηκα στήν μονή Τσιολάνου τῆς ἐπαρχίας Μπουζέου, σάν  καθηγητής καί διευθυντής τῆς ἐκκλησιαστικῆς μοναχικῆς σχολῆς τῶν μοναστηριῶν: Τσιολάνου, Ρατέστ καί Μπάρμπου. Ἐκεῖ ἐργάσθηκα μέχρι τό 1957, ὁπότε μετατέθηκα σάν ἐφημέριος στόν καθεδρικό ναό τῆς πόλεως Μπουζέου.

Τό 1958 μετατέθηκα καί πάλι στό μοναστήρι Φιντίνελε, τοῦ νομοῦ Μπίστριτσα Νασάουντ σάν ἐφημέριος τῆς μονῆς καί τῆς γειτονικῆς ἐνορίας Ντορνισοάρα. Τό ἔτος 1959 μέ διώρισαν ἡγούμενο καί διοργανωτή τῆς μονῆς Ντραγκομιρέστι, ἀλλά τόν ἴδιο χρόνο μέ μετέθεσαν στήν μονή Ριμέτς σάν ἱερέα καί Πνευματικό τῆς μονῆς καί ἐφημέριο τῶν γειτονικῶν χωριῶν, ὅπου καί ἐργάζομαι μέχρι σήμερα.

Στό ἱερό Μοναστήρι Φιντινέλελε ἀσχολήθηκα μέ τήν συντήρησι καί ἐπισκευή τῶν κτιρίων του, καθώς καί στό μοναστήρι Ντραγκομιρέστι, ὅπου ἔκτισα ἕνα καμπαναριό, τοποθέτησα καμπάνες καί ἁγιογράφησα τήν ἐκκλησία τῆς Μονῆς, ἔργο τό ὁποῖο μοῦ ἐστοίχισε τότε 60.000 λέϊ.

Στήν ἱερά Μονή Ριμέτς ἀνήγειρα ἐκ θεμελίων δύο οἰκίες γιά τούς ἐφημερίους ἱερεῖς, ἕνα δημοτικό σχολεῖο, ἕνα ἐργαστήριο, πού στόν πρῶτο ὄροφο τοποθετήθηκαν ἀργαλιοί γιά κατασκευή χαλιῶν, μία τραπεζαρία μέ μαγειρεῖο δίπλα γιά τήν Μονή, ἕνα ἀρχονταρίκι μέ ἑπτά μαγάλα δωμάτια, λουτροκαμπινέδες, ἕνα σπίτι γιά ἐργάτες καί ἄλλα παραρτήματα γιά τό νοικοκυριό τῆς Μονῆς, καθώς καί τήν ἐπισκευή ἑνός παρεκκλησίου τῆς Μονῆς. Μέ τήν βοήθεια τοῦ Πατριαρχείου ἔβαλα τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, χρησιμοποιώντας σάν πρότυπα τίς ἐγκαταστάσεις τῆς Μητροπόλεως Σιμπίου. Ἔφερα πόσιμο νερό ἀπό τά γειτονικά βουνά σ᾿ ὅλες τίς ἐγκαταστάσεις τῆς Μονῆς. Ἐπειδή τά ἀνώτατα στελέχη τοῦ νομοῦ, τήν περίοδο τοῦ Κομμουνισμοῦ, εἶχαν ἐγκαταστήσει κυλικεῖο καί ὀρειβατικό καταφύγιο μέσα στήν αὐλή τῆς Μονῆς, μέ τήν ἄδεια τῶν Ἀρχῶν, κατεσκεύασα τά ἴδια  κτίρια, ἔξω καί σέ ἀπόστασι ἑνάμισυ χιλιομέτρου μακριά ἀπό τήν Μονή, σύμφωνα μέ ὑπάρχοντα σχέδια τοῦ ἰδίου ὀργανισμοῦ τῆς πόλεως Ἄλμπα. Ἐσκέπασα τίς ἐνοριακές ἐκκλησίες δύο γειτονικῶν χωριῶν καί ἁγιογράφησα τίς ἐκκλησίες τῶν χωριῶν Πλεάσια, Βάλεα Οὐζι, Ρίπα τοῦ Ριμέτς καί Ὀλτένι καί τίς ἐφωδίασα μέ ὀρθόδοξα ἐκκλησιαστικά βιβλία, ὀργανώνοντας καί τούς Χριστιανούς σέ ὁμόφωνες χορωδίες. Συμμετεῖχα σάν ἱερεύς σέ διαλέξεις διά θέματα διοικητικά καί ποιμαντικά, ἀναπτύσσοντας καί σχετικά θέματα.

Ἐδίδαξα μαθήματα ποιμαντικῆς καί ἱεραποστολῆς στό σεμινάριο τῆς πόλεως Κούρτεα ντέ Ἄρντζες. Ἐπί τοῦ παρόντος παρακολουθῶ μαθήματα τοῦ Βου ἔτους γιά διδακτορική διατριβή στό μάθημα τῆς συστηματικῆς θεολογίας. Τό πρῶτο ἔτος ἐπέρασα μέ ἄριστα 10.

Γιά τήν ἱεραποστολική μου δρᾶσι στόν ἀγρό τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τιμήθηκα μέ τό χρυσό μετάλλιο  «Τά 25 χρόνια πατριαρχείας τοῦ πατριάρχου Ἰουστινιανοῦ».

Ὅλες αὐτές τίς δραστηριότητες τίς ἀραδιάζω στό χαρτί, μέσα σ᾿ ἕνα γενικό πλαίσιο, βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σιμπίου ἀριθμ.8669/1973, χωρίς νά ἐπιδιώκουμε κάποιο ἔπαινο μ᾿ αὐτά, παρά, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ.6,14), στόν Ὁποῖον πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις σύν τῷ οὐρανίῳ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἱερομόναχος Δομέτιος Μανωλάκε

 

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Π. ΔΟΜΕΤΙΟΥ

 

Ὁ π. Δομέτιος Μανωλάκε γεννήθηκε στίς 13 Ὀκτωβρίου 1924 στό χωριουδάκι Μαρκουλέστ, πού ἀνήκει στήν κονότητα Μπαλανέστ τοῦ νομοῦ Μπουζέου. Οἱ χωρικοί γονεῖς του Ἰωάννης καί Φιλοθέη, στό Βάπτισμά του τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Στυλιανός.

Τήν τελευταία νύκτα πρό τῆς γεννήσεώς του, ἡ μητέρα του εἶδε ἕνα ὄνειρο. Εἶδε ὅτι εὑρισκόταν πίσω ἀπό τό σπίτι της καί ἐκεῖ δίπλα στόν δρόμο, εἶδε μία μεγάλη καί ὡραία ὀξυά. Ὅταν ἀτένισε τήν ὀξυά ἄρχισαν νά πέφτουν σ᾿ ἐκείνη τήν πλαγιά κομμάτια ἀπό κρέας καί ἀπορώντας γι᾿ αὐτό τό ὄνειρο ἐξύπνησε. Μετά κοιμήθηκε πάλι καί τό πρωΐ στίς 8, ἐγέννησε τόν Στυλιανό, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς τῆς Ἐπιβατινῆς (τοῦ Ἰασίου).

Ἦτο τό τέταρτο ἀπό τά 12 παιδιά τῶν εὐλαβῶν καί φιλοπόνων γονέων του, οἱ ὁποῖοι μέ τόν κόπο τῶν χεριῶν τους, τό ἀνέθρεψαν μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τήν ὑπακοή καί τόν σεβασμό πρός τούς μεγαλυτέρους, μέ τήν αἴσθησι τῆς εὐθύνης ἀπέναντι στά καθήκοντά τους καί τούς ἀξιοτίμητους κόπους τους.

Βαπτίσθηκε στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, τέσσερες ἑβδομάδες μετά τήν γέννησί του. Τό μωρό, ἀφ᾿ ὅτου ἄρχισε τό Μυστήριο μέχρι τό τέλος, ἔκλαιγε τόσο δυνατά ὥστε ὁ π. Θωμᾶς, ἡλικίας 70 ἐτῶν, εἶπε: «Αὐτό τό νήπιο θά γίνη μεγάλος ἄνθρωπος, διότι ἔχει τόσο δυνατή φωνή».

Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἄνθρωποι ἐργατικοί, τίμιοι, μέ ὡραῖο χαρακτῆρα καί ἀξιοσέβαστοι ἀπό τούς συγχωριανούς τους. Ἀνέθρεψαν τά παιδιά τους μέ τίς χριστιανικές ἀρετές, βάζοντας ἔτσι τίς βάσεις μιᾶς ὑγιοῦς πνευματικῆς ἀγωγῆς.

Ὁ πατέρας του ἦτο ψάλτης στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του ἀπό τήν νεότητά του, χωρίς νά ἔχη κάποια εἰδική μουσική μόρφωσι, ἀλλά μαθαίνοντας πρακτικά στόν χορό καί διαβάζοντας καί τά ἱερά Βιβλία.

Ἡ μεγάλη ἀγάπη τῶν γονέων του πρός τήν ἐκκλησία, ἦτο ἕνα ζωντανό καί δυνατό παράδειγμα γιά ὅλα τά παιδιά τους, τά ὁποῖα ἀπό μικρά συνήθιζαν νά διαβάζουν τά βιβλία τῆς ἐκκλησίας καί ἄλλα πνευματικά. Ἀποτέλεσμα τῆς εὐλαβείας τῶν γονέων τους ἦτο τό γεγονός ὅτι ὅλα τά παιδιά τους παρέμειναν πολύ κοντά στήν Ἐκκλησία καί μερικά ἀπ᾿ αὐτά εἰσῆλθαν στόν ἱερό Κλῆρο. Ὁ μεγαλύτερος γυιός, ὁ Γεώργιος Μανωλάκε, ἔγινε δάσκαλος τοῦ χοροῦ τῆς κοινότητος Φιλίου, ἐνῶ ἕνας ἄλλος γυιός, ὁ Μιχαήλ, ἔγινε ἱερεύς στό Μπρασώβ, ὁ Στυλιανός καί ἡ Εὐγενία εἰσῆλθαν στόν μοναχισμό, ἐνῶ στό τέλος τῆς ζωῆς της,  ἀφοῦ ἔμεινε χήρα, ἔγινε μοναχή καί ἡ μητέρα τους, Φιλοθέη Μανωλάκε, στό μοναστήρι Ριμέτς.

Ἔτσι, στόν π. Δομέτιο ἐπέδρασαν ἀποφασιστικά γιά τόν προσανατολισμό τῆς ζωῆς του, ἡ πορεία τῶν ἀδελφῶν καί γονέων του, καθ᾿ ὅσον αὐτοί εἶχαν γίνει πρότυπα καί γιά τό δικό του μέλλον. Μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια, ὁ πατήρ Μιχαήλ Μανωλάκε, ὁμολογεῖ: «Ὁ π. Δομέτιος ἀκολουθεῖ κάτι ἄλλο, ἴσως ἀκριβῶς τήν μετάφρασι τῶν λόγων, τούς ὁποίους εἶπε στό μνημόσυνο τοῦ πατέρα μας στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Φιλίου: «Ἐγώ δέ καί ἡ οἰκία μου λατρεύσομεν Κυρίῳ, ὅτι ἅγιός ἐστι» (Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ 24,15).

Μεγάλη ἐπίδρασι εἶχε ἐπάνω στό παιδί καί ὁ παπποῦς του, πατέρας τῆς μητέρας του, ἐπίτροπος στήν ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος τό περιέβαλλε μέ ἰδιαίτερη στοργή. Ἦτο ἕνας γεροδεμένος, ὑψηλός καί σταθερός ἄνθρωπος.

Κάποτε ὁ παπποῦς (ὅπως λέγουν τά παιδιά του) ἦλθε ἀπό τά βουνά στήν πεδιάδα τοῦ χωριοῦ Φιλίου, ἐκάθισε στό κρεββάτι καί μέ τό πρόσωπο ψηλά, ἐκάλεσε τό παιδί νά παίξη μαζί του. Τό ἐρώτησε:

-Τί θά γίνης, Στυλιανέ;

-Ἐγώ θέλω νά γίνω παπᾶς, παπποῦ, καί νά ἔχω μιά κοιλιά μεγάλη σάν τήν δική σου.

Στήν ἡλικία τῶν 70 ἐτῶν ὁ παπποῦς ἀρρώστησε καί εὑρισκόταν στό κρεββάτι τοῦ θανάτου. Τότε ἀκριβῶς ὁ Στυλιανός εἶχε γραφτῆ στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Μπουζέου καί μεταφέρθηκε ἀπό τήν μαμά του νά ἰδῆ ἄλλη μιά φορά τόν παπποῦ του.

Εὑρισκόμενος στό κρεββάτι τοῦ θανάτου ὁ παπποῦς ἀντίκρυζε τόν τάφο του. Ἔλεγε στόν ἑαυτό του: «Βλέπε τό μνῆμα, τήν πλάκα, τήν ἄμμο πού θά σέ σκεπάσουν...βλέπε τήν μάχαιρα καί τήν ἁλυσίδα...» Καί ἔβλεπε τόν θάνατο νά ἔρχεται...Κυττάζοντας πρός τήν πόρτα ἔλεγε: «Βλέπε τόν διάβολο! Κατόπιν ἔστρεφε δεξιά τό κεφάλι του, ἐκύτταζε ὑψηλά καί ἔλεγε μέ θαυμασμό: «Ὤ, βλέπε νά ἔρχεται καί ὁ Κύριος...». Συνεχῶς συζητοῦσε μέ τόν ἑαυτό του. Κατόπιν ἐκύτταξε μπροστά στό τραπέζι καί εἶπε: «Ἔ, παιδί μου, ὅσο ζήσεις, νά ὑπηρετήσης τόν Κύριο, διότι τίποτε δέν ὠφελεῖσαι, ἐάν δέν ὑπηρετήσης τόν Κύριο». Αὐτά τά λόγια μπῆκαν στόν νοῦ τοῦ μικροῦ Στυλιανοῦ σάν μία διαθήκη γιά ὅλη του τήν ζωή. Μετά ἀπό πολλά χρόνια ὁ π. Δομέτιος τά ἐπανελάμβανε μέ συγκίνησι σ᾿ ἕνα κήρυγμά του, μέ τίτλο «Στά ὅρια τοῦ θανάτου» πού εἶπε στήν ἐκκλησία τῆς γενετείρας του, μέ τήν εὐκαιρία ἀνακομιδῆς τῶν ὀστῶν τοῦ παπποῦ καί τῆς ἀδελφῆς του Βιργινίας, ἡ ὁποία ἀπέθανε σέ ἡλικία 26 ἐτῶν.

Ὅταν εἶπε αὐτά τά λόγια ὁ παπποῦς, τήν ἡμέρα ἐκείνη τοῦ θανάτου του, κοιμήθηκε λίγο. Κατόπιν ἐξύπνησε (ἦτο πρωΐ) καί ἐρώτησε ποιός εἶναι δίπλα του. Ἡ κόρη του τοῦ ἀπήντησε:

-'Εγώ εἶμαι πατερούλη.

-Ὁ Γεωργάκης (ὁ μικρότερος ἀδελφός της) εἶναι ἐδῶ;

-Ναί, ἐδῶ εἶναι.

-Κάλεσέ τον νά ἔλθη δίπλα μου.

-Ἦλθα πατερούλη.

-Εἰπέ μου, ἔχεις νά πᾶς κἄππου σήμερα;

-Ὄχι.

-Ναί μείνετε ἐδῶ ὅλοι σήμερα, διότι θά πεθάνω. Πιστεύω ὅτι μέχρι ὥρα 4 τό ἀπόγευμα θά ἔχω φύγει.

Ἐζήτησε νά ἔλθη καί ἡ γιαγιά καί τῆς εἶπε:

-Λίνα, ἔχετε ἕνα κερί;

-Ἔχουμε. Ἰδού, εἶναι ἐδῶ, πᾶρτο!

Καλέστε καί τήν Μαρούλα (τήν ἄλλη κόρη του).

_Βάλτε μου τό κερί στό χέρι. Ὄχι ἔτσι. Βάλτε το στό δεξί μου χέρι καί σφίγξετε τό χέρι μου, ἐνῶ σηκώστε τό ἀριστερό ψηλά. Δέν πεθαίνετε ἐσεῖς, ἐγώ πεθαίνω. Τώρα ἀφῆστε με κάτω, ξαπλωμένον. Ἀνάψτε τό κερί! Σβῆστε το». Κατόπιν, ἅπλωσε τά πόδια καί τά χέρια του δίπλα στό σῶμα του καί ἐζήτησε νά τοῦ ἀνάψουμε δύο κεριά. Ἕνα νά τό κρατᾶ ἕνας ἄνδρας καί τό ἄλλο μία γυναῖκα. Ἀλλά οἱ γυναῖκες ἔκαμαν σημεῖο μέ τό χέρι τους ὅτι ὁ παπποῦς ἀναχωρεῖ. Ἕνας ἀπό τούς γαμβρούς του ἐπῆρε τό κερί καί τό ἔβαλε στό χέρι του, ὅπως τό ἐπιθυμοῦσε ὁ ἴδιος. Ἀπέθανε στίς 4 τό ἀπόγευμα, ὅπως τό εἶχε προείπει.

Δύο ἡμέρες ἐνωρίτερα ἔλεγε στήν γυναίκα του:

-Λίνα, νά μοῦ κάνετε ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο, οὔτε περισσότερα, οὔτε λιγώτερα. Νά πάρετε σιτάρι ἀπό τό σεντοῦκι, νά τό ἀλέσετε καί νά κάνετε πρόσφορα, ὅσα χρειάζονται, νά κάνετε τά μνημόσυνά μου, νά μή μείνη οὔτε ἕνα ἔργο ἀνεκτέλεστο. Ὅλα τά ἔξοδα γιά τήν κηδεία μου νά τά πληρώσης ἀπό τά δικά μας χρήματα καί ὄχι ἀπό τά χρήματα τῶν παιδιῶν μας».

 

Ἡ πρώτη σχολική του μόρφωσις

Ἀπό τήν παιδική του ἀκόμη ἡλικία ὁ Στυλιανός ἐπέδειξε μία εὐλάβεια στίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας καί στά καλά ἔργα, ἐκδηλώνοντας μία καλωσύνη, πού τόν χαρακτήριζε σ᾿ ὅλες τίς ἀπασχολήσεις του.

Τίς ἕξι τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου τίς τελείωσε στήν κοινότητα Φιλίου. Στό σχολεῖο του ἦτο ἐπιμελής καί ἰδιαίτερα εὐσυνείδητος. Οἱ δάσκαλοί του ἔλεγαν ἀργότερα ὅτι τόσο γρήγορα ἐμάθαινε τά μαθήματά του, ὥστε βοηθοῦσε καί τούς ἄλλους συμμαθητές του.

Ἀπό ἄλλες μαρτυρίες μαθαίνουμε ὅτι δέν ἔπαιρνε καθόλου τά γράμματα στό σχολεῖο του. Ἡ μητέρα του παρεκάλεσε τήν Θεοτόκο νά τοῦ ἀνοίξη τό στόμα γιά νά μπορῆ νά διαβάζη. Κι ἔτσι, μέ τήν βοήθεια τῆς Κυρίας Θεοτόκου προικίσθηκε μέ μία ἰσχυρή μνήμη καί ἠμπόρεσε νά μάθη περισσότερα ἀπό ὅ,τι ὁποιοδήποτε ἄλλο παιδί τῆς ἡλικίας του.

Κάποτε ἡ μητέρα του ἀρρώστησε πολύ βαρειά. Ὁ γιατρός τῆς εἶπε ὅτι, ἐάν καθυστερήση νά κάνη θεραπεία, σέ δέκα ἡμέρα θά πεθάνη. Ἔμεινε ἕξι ἑβδομάδες στό νοσοκομεῖο, διάστημα στό ὁποῖο ὁ ἄνδρας της πηγαινοερχόταν, χωρίς νά ἠμπορῆ νά ἀσχοληθῆ μέ τίς ἄλλες ὑποχρε­ώσεις του. Τότε ἡ Εὐγενία (ἡ μετέπειτα μοναχή Εὐδοξία) ἦτο μόλις 10 μηνῶν καί παρέμενε στήν φροντίδα τῶν ἄλλων ἀδελφῶν. Ὁ Στυλιανός τότε ἦτο 10 ἐτῶν καί ἀνέλαβε νά φροντίζη τήν Εὐγενία καί νά τῆς δίνη νά τρώγη σιμιγδάλι μέ γάλα. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί ἠσχολοῦντο μέ τίς ὑπόλοιπες δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, τίς ἀγελάδες, τά πρόβατα, τά κοτόπουλα. Ὁ Στυλιανός ἔκανε φαγητό καί γιά τούς ἄλλους, ἔτσι ὅπως ἠμποροῦσε. Ἐπήγαινε καί στό σχολεῖο. Κάποια ἡμέρα μία συμμαθήτριά του, γελοῦσε μπροστά του, διότι ὁ Στυλιανός φοροῦσε τρύπιες κάλτσες. Τήν κύτταξε αὐστηρά  καί τῆς εἶπε μέ σοβαρότητα:

-Κλεῖσε τό στόμα σου, διότι ἡ μητέρα μου εἶναι στό νοσκοκομεῖο.

Στό τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς, μετά τήν γιορτινή λῆξι τῶν μαθημάτων, ὁ ἀδελφός του βγῆκε πρῶτος στήν τάξι του, καί τοῦ ἔβαλαν οἱ δάσκαλοι στεφάνι ἀπό λουλούδια στό κεφάλι του καί τοῦ ἔδωσαν κι ἕνα βιβλίο. Ὁ Στυλιανός ἦλθε κλαίγοντας στό σπίτι, διότι δέν ἐπῆρε οὔτε στεφάνι οὔτε ἕνα βιβλίο. Δέν ἠμποροῦσε νά εἰρηνεύση μέ κανένα τρόπο.

Σάν μαθητής τῆς πρώτης τάξεως ὁ Στυλιανός διέπρεψε στά μαθήματα, ἐμβαθύνοντας μέ εὐκολία σέ κάθε θέμα, ὁποιοδήποτε καί νά τοῦ ἀνέθεταν. Εἶχε μία φυσική εὐφυΐα καί σπινθηροβόλο μυαλό, τά ὁποῖα τόν βοήθησαν ἀργότερα νά καταρτισθῆ πολύ καλά στήν θεολογική γνῶσι. Δεδομένου ἐπίσης ὅτι εἶχε μία ἐξαιρετική συμπεριφορά, τόσο στό σχολεῖο, ὅσο καί ἐκτός τοῦ σχολείου, εἶχε πάντοτε διαγωγή κοσμιωτάτη καί μεγάλους βαθμούς ἀπό τούς δασκάλους του. Οἱ σπουδές πού τόν ἐνδιέφεραν ἀπό τά πρῶτα παιδικά του χρόνια ἦσαν ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἰδιαίτερα ἡ πνευματική ζωή τῶν Ἁγίων. Ἐδιάβαζε, λοιπόν, πολύ τά θρησκευτικά βιβλία. Μέ τήν εὐφυΐα του καί τή καθαρά του σκέψι φαινόταν ἀπό τούς ἄλλους ὄχι σάν ἕνας μαθητής, ἀλλά σάν ἕνας ὥριμος ἄνδρας. Οἱ δάσκαλοι καί οἱ χωρικοί δικαίως τό ξεχώριζαν ἀπό τ᾿ ἄλλα τά παιδιά, διότι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔλεγαν, εἶχε σχηματίσει μία σοβαρή εἰκόνα γιά τήν ἀληθινή ζωή ἀπό τόσο μικρή ἡλικία.

Τοῦ ἄρεσε νά πηγαίνη στήν ἐκκλησία καί ν᾿ ἀκούη τίς ἀκολουθίες. Ἐκεῖ ἀπήγγελλε καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό «Πάτερ ἡμῶν...», νά ψάλλη, ἀνάλογα μέ τήν ἱκανότητα τῆς ἡλικίας του. Ἔπαιζε πολύ λιγώτερο ἀπό τά ἄλλα παιδιά τῆς ἡλικίας του. Στίς διακοπές καί στόν ἐλεύθερο χρόνο του βοηθοῦσε τούς γονεῖς του στίς δουλειές τους στά χωράφια.

 

Στήν ἐκκλησιαστική σχολή

Μετά τήν ἀπόλυσί του ἀπό τό δημοτικό σχολεῖο ἀπεφάσισαν οἱ γονεῖς του καί τόν ἔστειλαν στήν ἐκκλησιαστική σχολή τῆς πόλεως Μπουζέου, ὅπου ἔδωσε ἐξετάσεις στόν καθηγητή Βασιλέσκου, συγγενῆ τοῦ πατέρα του.

Σάν μαθητής στήν σχολή συμπεριφερόταν ἄψογα, τόσο στά μαθήματά του, ὅσο καί στήν ἐν γένει διαβίωσί του καί τήν πειθαρχία του μέσα στήν σχολή καί στό οἰκοτροφεῖο. Οἱ μαθητές του τόν ἀποκαλοῦσαν μέ τό παρωνύμιο «τό ἀκονισμένο μυαλό». Δέν ἔβγαινε σχεδόν ποτέ ἀπό τό οἰκοτροφεῖο. Ἔμενε μέσα, ἐδιάβαζε, μελετοῦσε, ἔγραφε. Ὁσάκις ἐπήγαιναν οἱ γονεῖς του ἐκεῖ, τόν εὕρισκαν πάντοτε μέσα στό οἰκοτροφεῖο. Οἱ καθηγητές του μέ τούς ὁποίους ἐσυναντῶντο οἱ γονεῖς του, τούς ἔλεγαν: «Ὁ Στυλιανός εἶναι ἔξυπνο παιδί καί πολύ καλός μαθητής». Ποτέ δέν εἶπαν οἱ καθηγητές του κάποιο ἄσχημο λόγο ἐναντίον του. Οἱ συμμαθητές του σ᾿ ὅλες τίς σχολικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἐπεφύλασσον τήν πρώτη θέσι, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦτο ἀπέναντί τους φιλικός καί κοινωνικός, ἕτοιμος νά τούς κατανοήση καί νά τούς βοηθήση στήν ἀνάγκη τους. Ἀπό μικρός ἐντυπωσίαζε μέ τήν ἰδιαίτερα μουσικόλαλη φωνή του μέ τήν ὁποία ἔψαλλε πάντοτε ἐκκλησιαστικές ὑμνωδίες καί πατριωτικά τραγούδια.

Στίς καλοκαιρινές διακοπές μετέβαινε στό σπίτι του, ὅπου συμμετεῖχε σ᾿ ὅλες τίς οἰκογενειακές ἐργασίες. Φοροῦσε τά τσαρούχια του καί ἐπήγαινε στά χωράφια νά βοηθήση τούς γονεῖς του στίς ἀγροτικές δουλειές. Ὅταν δέν ἐπήγαινε στά χωράφια, ἔμενε στό δωμάτιό του καί ἐδιάβαζε. Ἐπίσης τόν ἐλεύθερο χρόνο του συγκέντρωνε τά παιδιά τοῦ χωριοῦ του καί τά προγύμναζε σέ μαθήματα τῆς ἑπομένης τάξεώς τους.  Στούς χορούς καί τίς διασκεδάσεις δέν ἐπήγαινε. Δέν τοῦ ἄρεσε νά ἀσχολῆται μέ τά πολιτικά. Ἀντίθετα ὠργάνωνε γιορτές μέ νέους, ἀγόρια καί κορίτσια τοῦ χωριοῦ του, ὅπου ὁ ἴδιος εὑρισκόταν στό κέντρο ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων. Ἀρκετοί νέοι τόν συνώδευαν καί ἔψαλλαν μαζί τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας καί πολλά πατριωτικά τραγούδια.

Ἦτο προσεκτικός καί εὐγενής πρός ὅλους  τούς ἀνθρώπους τοῦ χωριοῦ καί δέν περνοῦσε δίπλα ἀπό τόν ὁποιονδήποτε χωρίς νά τόν χαιρετίση μέ τό «Καλημέρα», νά τόν ἐρωτήση κάτι, νά συνομιλήση μαζί του κάτι ψυχωφελές. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ του καί τῶν γειτονικῶν χωριῶν τόν τιμοῦσαν καί τόν ἀγαποῦσαν γιά τήν εὐγενῆ συμπεριφορά του. Ὁμοίως οἱ δάσκαλοι καί καθηγητές του ἠρέσκοντο νά συνομιλοῦν μαζί του. Μέ τήν εὐκαιρία κάποτε ἐπισκέψεως διδασκάλων στό σπίτι του, τούς ἐδιάβαζε μέχρι ἀργά τήν νύκτα κομμάτια ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη ἐξηγώντας μέ πολύ πάθος, ὅσα ἐδιάβαζε.

Ἐπιθυμοῦσε νά συμπεριφέρεται κατά τό πρότυπο τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν καί διαδόχων τῶν Ἀποστόλων. Ἀφιερώθηκε στίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων καί ἐνεβάθυνε σ᾿ ὅλες τίς μορφές τῶν θεολογικῶν γνώσεων ἀποκτώντας ἔτσι ἕνα πλῆθος γνώσεων διά τῶν ὁποίων ἀπέκτησε τήν ἱκανότητα νά κάνη ὡραία κηρύγματα στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, αἰχμαλωτίζοντας πνευματικά τούς πιστούς. Ἦτο μία μεγάλη ἱκανοποίησις τῶν πιστῶν νά τόν ἀκούουν νά κηρύττη ἤ νά ψάλλη.

Μετά ἀπό ὀκτώ χρόνια σπουδῶν ἐτελείωσε τήν ἐκκλησιαστική σχολή  τό 1945, ἀφοῦ ἀναδείχθηκε πρῶτος ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς συμμαθητές του.

Τήν ἴδια χρονιά ὁ νεαρός Στυλιανός, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικότης ἄρχιζε νά ὁλοκληρώνεται, γράφτηκε στήν θεολογική σχολή τοῦ Βου­κουρεστίου.

Ἡ περίοδος τῶν φοιτητικῶν του σπουδῶν ἦτο δύσκολη καί μέ πολλές ἐλλείψεις, καθόσον ὁ ἴδιος ἦτο ὁ πιό μετριόφρων καί πτωχός σχετικά μέ τήν ἐνδυμασία του ἀνάμεσα στούς ἄλλους συμφοιτητές του. Παρ᾿ ὅλα αὐτά δέν ἐζήλευε τούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καλλίτερα ἐνδεδυμένοι, εἶχαν χρήματα καί ἐκάλυπταν τίς προσωπικές τους ἀνάγκες. Ὁ ἴδιος δέν ἐπιθυμοῦσε οὔτε τά καλά ροῦχα, οὔτε χρήματα, οὔτε ἀκόμη καί τά χορταστικά φαγητά. Εὐχαριστιόταν μέ τά ὀλίγα, ἔχοντας σάν πρῶτο μέλημά του τόν πόθο νά καταρτισθῆ στήν γνῶσι τῶν ἱερῶν διδασκαλιῶν καί νά γίνη ἱκανός νά κηρύξη στούς Χριστιανούς τά Πάθη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ζωή καί τά ἔργα μέ τά ἄφθονα θαύματα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τόν δρόμο πού ἔπρεπε ν᾿ ἀκολουθήση γιά τήν ψυχική του σωτηρία.

Οἱ ὑλικές δυσκολίες του τόν καιρό τῶν σπουδῶν του καλύφθηκαν μέ τήν ἔγκρισι ὑποτροφίας, τήν ὁποία τοῦ ἔδωσε τό πατριαρχεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού μαρτυρεῖ τήν ἀξία τοῦ φοιτητοῦ Στυλιανοῦ Μανωλάκε, ὅσον ἀφορᾷ τήν ζωή καί τήν θαυμαστή ἐπίδοσί του στίς σπουδές του.

Τό Σάββατο τό βράδυ πρός τήν Κυριακή ὅλοι σχεδόν οἱ φοιτητές τοῦ οἰκοτροφείου ἐπήγαιναν γιά χοροεσπερίδες, τσάϊ, συναντήσεις κλπ. Ἐπέστρεφαν τήν νύκτα μετά τίς 1 ἡ ὥρα. Στό οἰκοτροφεῖο ἔμενε μόνο ὁ νεαρός Στυλιανός, τόν ὁποῖον οἱ ἄλλοι φοιτητές τόν εὕρισκαν εἴτε νά διαβάζη, εἴτε νά προσεύχεται σ᾿ ἕνα μικρό δωματιάκι πού τό εἶχαν γιά προσευχητάριο. Δέν συμμετεῖχε σέ χορούς ἤ σέ φοιτητικές συγκεντρώσεις, πού περιφρονοῦσαν τά ἤθη τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἔτσι, διαφυλάχθηκε καθαρός ἀπ᾿ ὅλους τούς κοσμικούς πειρασμούς, τούς ὁποίους ἔβλεπε ὅτι ἠμποροῦσαν νά τοῦ ἀλλοιώσουν τήν πίστι του καί τήν εὐθεῖα ὁδό, τήν ὁποία ἤθελε ν᾿ ἀκολουθήση. Οἱ νύκτες ἀναπαύσεως γιά τούς ἄλλους φοιτητές, γι᾿ αὐτόν ἦσαν νύκτες προσευχῆς. Ἀντίκρυζε τήν φοιτητική του ζωή μόνο ὑπό τό  στενό πρῖσμα τῶν γνώσεων καί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους. Εἶχε ἕνα δρόμο καί ἕνα καθορισμένο στόχο νά διδαχθῆ τίς διδασσκαλίες τῶν Ἁγίων Πατέρων καί νά παραμείνη ἕνας ἄνθρωπος καθαρός, ἀξιοπρεπής γιά νά διδάξη αὐτές τίς γνώσεις του καί στούς ἄλλους.

Σάν φοιτητής θεολόγος περνοῦσε τόν ἐλεύθερο χρόνο του στήν ἐκκλησία, εἴτε ὅταν ὑπῆρχε γιορτινή ἡμέρα, εἴτε ὅταν ἐργαζόταν, διαβάζοντας, γράφοντας καί προσευχόμενος...

Τό ἔτος 1949, στίς διακοπές τοῦ Πάσχα, σάν φοιτητής τοῦ 4ου ἔτους, ἐστάλη στήν Τρανσυλβανία μαζί μέ ἄλλους συμφοιτητές του σάν ἱεραπόστολος γιά τήν ἐνίσχυσι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.

Ἐπειδή ἦτο κοντόσωμος γιά πολλούς φαινόταν ἕνα θαυμαστό παιδί, τό ὁποῖο μέ τήν συμπεριφορά του καί τήν προετοιμασία πού ἔκανε γιά τά κηρύγματά του ἐντυπωσίαζε τούς πάντες. Μερικοί ἀπ᾿ αὐτούς ἐσκέπτοντο γιά τό μέλλον τῆς ζωῆς του νά νυμφευθῆ, νά δημιουργήση οἰκογένεια καί νά λάβη τήν πρέπουσα θέσι σάν κληρικός στήν κοινωνία. Ὁ νεαρός Στυλιανός δεχόταν τίς προτάσεις τους, χωρίς νά δείχνη ἐνθουσιασμό γι᾿ αὐτές, τελειώνοντας πάντοτε σέ τέτοιες συζητήσεις μέ τά λόγια: «Ἀφῆστε τό πρόβλημα αὐτό καί ἔχετε ὑπομονή, διότι ἐγώ μόνος μου θά εὕρω τήν νύμφη».

Ἐτελείωσε τήν θεολογική σχολή τό 1949, ἀφοῦ ἔγραψε καί τήν σχετική διατριβή του μέ τίτλο: «Ἡ ὀρθόδοξη ὁμολογία τοῦ Πέτρου Μοβίλα. Ἱστορική μελέτη-ἐξηγήσεις -δογματική», πού ἐπιβραβεύθηκε μέ τό «ἄριστα».

 

Ἡ εἴσοδός του στό μοναστήρι Πρισλόπ

Ὅταν μετέβη σάν λαϊκός ἱεραπόστολος στήν Τρανσυλβανία ἔμεινε μερικές ἡμέρες στήν μονή τοῦ Μπρινκοβεάνου τοῦ χωρίου Σίμπαντα ντέ Σιούς καί στήν μονή Πρισλόπ. Εἶναι σίγουρο ὅτι τότε ἐπῆρε τίς ὁριστικές ἀποφάσεις του γιά τήν εἴσοδό του στόν μοναχισμό.

Στήν ἀρχή δέν εἶπε τίποτε στούς γονεῖς του γιά αὐτή τήν ἀπόφασί του. Ἡ οἰκογένειά του εἶχε τόν λογισμό νά τόν νυμφεύση μέ τήν Ἀνισιοάρα (Ἀννούλα), τήν κόρη τοῦ ἱερέως τοῦ χωριοῦ του. Αὐτός ὅμως ἀνέφερε στήν μητέρα του ὅτι δέν θά νυμφευθῆ καμμία κόρη καί ὅτι θέλει μόνο νά ζήση μία ταπεινή ζωή στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου. Τότε ὁ πατέρας του τόν ἐρώτησε εὐθέως:

-Τί θέλεις νά κάνης Στυλιανέ;

-Ἄφησέ με. Ρώτησε τήν μητέρα μου καί θά σοῦ εἰπῆ.

Τότε πάλι τόν ἐρώτησε ὁ πατέρας του κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησε:

-Θέλω νά γίνω ἱερομόναχος.

-Ὁ Θεός νά σέ βοηθήση!

-Αὐτό ἤθελα κι ἐγώ, τοῦ ἀπήντησε ο Στυλιανός.

Ἡ ἀναχώρησίς του γιά τό μοναστήρι Πρισλόπ τῆς Τρανσυλβανίας ἦτο σταθερή, γεμάτη ἀπό ζῆλο καί φλόγα καί συνέβη στίς 6 Ἰουλίου 1949, τήν ἴδια ἡμέρα καί τόν μῆνα, μετά ἀπό 26 χρόνια, ὅπου ἐπέρασε στήν αἰωνιότητα κατά ἕνα παράδοξο τρόπο. Δέν ἤθελε νά πάρη, κατά τήν ἀναχώρησί του τίποτε μαζί του, λέγοντας ὅτι ἐκεῖ ὅπου πηγαίνει ὑπάρχουν τά πάντα. Ἐπί τρία χρόνια, ἀφ᾿ ὅτου μπῆκε στό μοναστήρι, δέν τόν εἶδε πάλι κανείς. Ἄφησε πολύ πόνο στήν οἰκογένειά του καί στήν καρδιά ὁλοκλήρου τοῦ χωριοῦ του. Κανείς δέν ἐπερίμενε αὐτή τήν ἀπόφασί του.

Στήν Τρανσυλβανία ἡ μοναχική ζωή δέν ἦτο σέ ἄνθησι, ὅπως τοῦτο συνέβαινε στήν Μολδαβία (βόρειο Ρουμανία) καί στήν Μουντένια (κεντρική καί νότιο Ρουμανία), γιά τήν ὁποία ὁ π. Δομέτιος εἶχε διαβάσει στήν Ἱστορία τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπιθυμοῦσε νά προσφέρη ὅλες τίς δυνάμεις του γιά ἐργασία, σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ τότε πατριάρχου τῆς Ρουμανίας Ἰουστινιανοῦ γιά τήν ἐνίσχυρι τῆς πατροπαραδότου πίστεως καί τήν ἑνότητα τοῦ Ἔθνους του. Ὁ π. Δομέτιος διεπίστωσε ὅτι δέν θά ἠμπορέση νά ὑπηρετήση καλλίτερα αὐτή τήν ἰδέα, παρά στήν ἀναβίωσι τῆς μοναχικῆς ζωῆς στήν Τρανσυλβανία. Γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ χειροτονήθηκε ἱερεύς στίς 6 Αὐγούστου στό μοναστήρι Μποντρόγκ, ἀπεφάσισε νά εἰσαχθῆ ὁριστικά σάν ἱερομόναχος στό μοναστήρι Πρισλόπ στίς 14 Σεπτεμβίου 1949. Ἐκάρη μοναχός μαζί μέ τόν Ἀντώνιο Πλαμαντεάλα, μετέπειτα μητροπολίτη Τρανσυλβανίας μέ ἕδρα τήν πόλι Σιμπίου, μέ τόν ὁποῖον ἦσαν συμφοιτητές καί καλοί φίλοι. Τήν ἡμέρα ἐκείνη ἑώρταζε τήν ἰδική του ἑορτή τό μοναστήρι, οἱ προσκυνητές ἦσαν πολλοί καί ὁ καιρός πολύ καλός. Μετά τήν κουρά του σ᾿ ἕνα γράμμα του μέ ἡμερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1949, δηλαδή 13 ἡμέρες μετά, ἔγραφε τά ἑξῆς στήν οἰκογένειά του: «Λυποῦμαι πού δέν παραβρέθηκε κανείς ἀπό τούς συγγενεῖς μου τήν ἡμέρα τῆς εἰσόδου μου στόν μοναχισμό, ἀλλά  καί χαίρομαι διότι παρέστεκε ὅλος ὁ οὐρανός μέ τούς ἀγγέλους του πού μέ δέχθηκαν σάν ἀδελφό τους καί πολλοί ἐπίγειοι ἀπό τά μέρη ἐκεῖνα, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦντο σέ μερικές χιλιάδες...»

Σάν ἱερεύς τώρα καί μοναχός ἄρχισε νά λειτουργῆ στό ἱερό Βῆμα τῆς μοναστηριακῆς ἐκκλησίας μέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια καί ζῆλο, προικισμένος καί μέ τό χάρισμα τῆς ψαλμωδίας, χάριν τοῦ ὁποίου ὠνομάσθηκε ἀπό τόν π. Ἀρσένιο Μπόκα νέος Κουκουζέλης. Ἀπό τό μοναστήρι αὐτό ἀνεκοίνωσε στούς προσφιλεῖς του γονεῖς ὅτι «εὑρῆκε τήν νύμφη», κι αὐτή ἦτο ἡ Ἐκκλησία.

 

Στήν Σκήτη Ἀφτέϊα-Τσιοάρα

Τόν Μάϊο τοῦ 1952 ὁ π. Δομέτιος μετατέθηκε στήν σκήτη Ἀφτέϊα Τσιοάρα, πού ἦτο κτητορικό ἔργο τοῦ Σωφρονίου. Ἐδῶ ἔμεινε λίγα χρόνια καί ἀνεκαίνισε τόσο τά κτίρια καί ἐφρόντισε γενικά γιά τό νοικοκυριό της,  καί τήν πνευματική της ζωή. Ἔκτισε ἐκ θεμελίων δύο κελλιά, ἕνα μαγειρεῖο, μέ ἀποθήκη μέ τό ὑπόγειό της καί τακτοποίησε μερικά πράγματα στήν ἐκκλησία. Παράλληλα, ἐβελτίωσε τόν δρόμο πού ὡδηγοῦσε μέχρι τό μοναστήρι. Τόσο πολύ τόν ἀκολουθοῦσε ὁ λαός, ὥστε στήν πρόσκλισί του, ἦλθαν σέ μία ἡμέρα χριστιανοί μέ καρότσες, πού τίς τραβοῦσαν βόδια καί ἐργάσθηκαν γιά τήν ἐπισκευή τοῦ δρόμου. Μέ κάθε ἄνθρωπο πού συζητοῦσε, ἄκουγε τίς θλίψεις καί τίς συμφορές του, τούς ἀπηύθυνε παρηγορητικά λόγια καί κατόπιν τούς καλοῦσε ὅλους στό μοναστήρι γιά τήν ἐξομολόγησι καί γιά ἠθικές συμβουλές, ἀπ᾿ ὅπου ἀναχωροῦσαν ὅλοι εἰρηνικοί καί πλήρως ἀγαπημένοι μεταξύ τους.

 

Σκέψεις γιά τήν ἵδρυσι μιᾶς καινούργιας μονῆς

Μετά ἀπό λίγο καιρό ἔπρεπε ν᾿ ἀναχωρήση ἀπ᾿ αὐτή τήν Σκήτη. Τότε ἦτο ἀποφασισμένος νά ἱδρύση ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι στήν Τρανσυλβανία (Δυτική Ρουμανία), σύμφωνα μέ τό ὀρθόδοξο αὐθεντικό μοναχικό τυπικό. Γι᾿ αὐτό τόν σκοπό, ἀφ᾿ ὅτου ἀκόμη ἦτο στό Πρισλόπ καί κατόπν στήν Σκήτη Ἀφτέϊα-Τσιοάρα, εἶχε συγκεντρώσει κοντά του περισσότερες ἀπό 20 νέες, πού προήρχοντο ἀπό τήν περιοχή τοῦ Σέμπες, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀποφασίσει νά γίνουν μοναχές. Οἱ πρῶτες τρεῖς νέες ῆσαν ἡ Ἄννα Μουντεάνου (Ἄνθίμα μοναχή), ἡ Ἰωάννα Γκίμπου (Ἱεροσολύμα μοναχή, ἡγουμένη ἀπό τότε μέχρι τώρα στήν μονή Ριμέτς) καί ἡ Εὐεγενία Μανωλάκε (μοναχή Εὐδοξία, ἀδελφή τοῦ π. Δομετίου).

Στήν ἀρχή σκέφθηκε νά κτίση τό μοναστήρι στήν κοιλάδα τοῦ Σέμπες, δίπλα στήν κοινότητα Στρουνγκάρι, ὅπου θά ἔχη καί τήν βοήθεια τῶν γονέων καί συγγενῶν τῶν νεανίδων Δοκίμων καί τῶν χριστιανῶν ἐκείνου τοῦ τόπου. Ἐπειδή τότε δέν ὑπῆρχαν οἱ προϋποθέσεις γιά ἵδρυσι τῆς μονῆς, σκέφθηκε νά μονάση μέ τίς τότε Δόκιμες Ἀδελφές σέ ἄλλα μοναστήρια καί μετά ἀπό τρία χρόνια νά ξεκινήσουν τήν ἵδρυσι τῆς μονῆς τους.

 

Στήν ἐπαρχία Μπουζέου

Μέ τήν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου Ἀνθίμου Ἀγγελέσκου, τό καλοκαίρι τοῦ ἔτους 1952, 23 νέες κοπέλλες ἦλθαν στήν ἐπαρχία Μπουζέου, ὅπου καί ἐκοινοβίασαν οἱ μισές στό μοναστήρι Ρατέστ καί οἱ ὑπόλοιπες στό μοναστήρι Μπάρμπου. Ὁ π. Δομέτιος μαζί μέ τόν στενό μαθητή του, ἱερομόναχο Βαρσανούφιο, ἐμπῆκαν στό γειτονικό ἀνδρικό μοναστήρι Τσιολάνου στίς 22 Αὐγούστου 1952. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄνθιμος γνωρίζοντας καί ἐκτιμῶντας τήν κατάρτισι καί πνευματική του ἀξία, παρότι ἦτο νέος, τοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία νά εἶναι ὁ πνευματικός πατήρ τόσο τῶν νεανίδων Δοκίμων, ὅσο καί τῶν ἄλλων μοναχῶν καί μοναζουσῶν τῶν δύο μοναστηριῶν. Ταυτοχρόνως διωρίσθηκε διευθυντής καί καθηγητής τῶν μοναχικῶν σχολῶν πού λειτουργοῦσαν στά τρία μοναστήρια: Ρατέστ, Μπάρμπου καί Τσιολάνου. Τόσο καλά διηύθυνε αὐτές τίς μοναχικές σχολές στά μοναστήρια Ρατέστ (τότε εἶχε 300 μοναχές), Μπάρμπου (150 μοναχές καί Δόκιμες) ὥστε ἔβαλαν τίς βάσεις γιά μιά σωστή καί παραδοσιακή μοναστική ζωή, σύμφωνα μέ τά ὀρθόδοξα μοναχικά τυπικά. Οἱ μοναχές, ἐκτός ἀπό τίς ἄλλες βασικές πνευματικές προόδους, καταρτίσθηκαν καί στήν ψαλτική μουσική. Ἐπίσης τότε ἀρκετές ἐξειδικεύθηκαν στήν τέχνη κατασκευῆς χαλιῶν ἐργαζόμενες στά ἀντίστοιχα ἐργαστήρια τῶν μονῶν τους.

Γιά νά φέρη εἰς πέρας ἀξιοπρεπῶς τίς ὑποχρεώσεις πού εἶχε ἀναλάβει σάν καθηγητής καί Πνευματικός τρεῖς ἡμέρες τήν ἑβδομάδα ἦτο στό Ρατέστ, ὅπου λειτουργοῦσε καθημερινά, ἐνῶ τό ἀπόγευμα παρέδιδε στήν μοναχική σχολή βασικές ποιμαντικές    κατευθύνσεις καί ἰδι­αί­τερα τήν βυζαντινή μουσική. Τίς ὑπόλοιπες ἡμέρες δαπανοῦσε γιά τήν πνευματική βοήθεια τῶν δύο ἄλλων μοναστηριῶν, Μπάρμπου καί Τσιολάνου. Τά μοναστήρια εἶχαν ἀπόστασι μεταξύ τους ἀπό 8 ἕως 9 χιλιόμετρα. Μή ὑπάρχοντας τότε οἱ δυνατότητες μετακινήσεως ἐπήγαινε κάτω μέσῳ τοῦ δάσους ἀπό ἕνα ἀνηφορικό καί ἀνώμαλο δρομάκι μέσα σέ ἄθλιες ἐνίοτε καιρικές συνθῆκες πού ἔκαναν τήν ἀνάβασι καί τήν κάταβασι ἐπικίνδυνη. Πολλές φορές ἐκινδύνευε ἡ ζωή του στήν καρδιά τοῦ χειμῶνος, ὅταν διερχόταν τόν ποταμό Μπουζέου πλημμυρισμένον μέχρι τό χεῖλος του καί μάλιστα, ὅταν ὁ λεμβοῦχος δέν ἦτο ἐκεῖ, ἰδιαίτερα τίς νύκτες.

Αὐτό τόν καιρό ἱδρύθηκε στό μοναστήρι Ρατέστ ὁ Σύλλογος «Ἡ Σκέπη τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου», πού ἀποτελεῖτο ἀπο μοναχές, πού ἠσχολοῦντο πραγματικά καί καθημερινά μέ ποικίλα προβλήματα τῶν Χριστιανῶν, σάν ἕνας ἀληθινός πατέρας.

Οἱ πνευματικές δραστηριότητες τοῦ Συλλόγου ἐξαπλώθηκαν ἐκεῖνα τά χρόνια καί δέν περιωρίσθηκαν μόνο σέ μοναχές καί μοναχούς τῶν τριῶν αὐτῶν μοναστηριῶν, ἀλλά κατευθύνθηκαν καί πρός τούς Χριστιανούς ἐκείνων τῶν περιοχῶν, πού ἔτρεχαν καί ζητοῦσαν πνευματική καί ὑλική βοήθεια.

Ὁ θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Ἄνθιμος ἐκτιμῶντας τίς ἱεραποστολικές ἐνέργειες καί τόν ζῆλο τοῦ π. Δομετίου, τόν ἔστειλε γιά μιά περίοδο στά μέρη τοῦ Ἀντζιούντου τῆς Μολδαβίας γιά τήν καταπολέμησι τῶν σχισματικῶν χριστιανῶν.

 

Ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς στήν Τρανσυλβανία

Τό πρόγραμμα ἀνοικοδομήσεως μονῆς στήν κοιλάδα τοῦ Σέμπες, κοντά στήν κοινότητα Στρουγκάρι, δέν ἠμποροῦσε νά πραγματοποιηθῆ. Ὁ π. Δομέτιος, ἐπί τρία χρόνια, ὅσα δηλαδή ἔμεινε στήν ἐπαρχία Μπουζέου ἔκανε πολλά διαβήματα στίς ἐκκλησιαστικές καί κρατικές Ἀρχές γιά τήν ἀνοικοδόμησι ἑνός γυναικείου μοναστηριοῦ στήν Τραν­συλβανία, ἀλλά δέν τοῦ δόθηκε ἡ παραμικρή ἔγκρισις, ἀρκούμενος μόνο σέ ὑποσχέσεις.

Ὁ μητροπολίτης Νικόλαος Μπάλαν τῆς Τρανσυλβανίας, βλέποντας τόν πόθο τοῦ π. Δομετίου, τόν ἐνεθάρρυνε λέγοντάς του: «Πάτερ Δομέτιε, ἔχουμε κτίρια, ἔχουμε κτίρια ἀρκετά, ἀλλά δέν ἔχουμε Ψυχές νά τά θερμάνουν». Μέ αὐτή τήν πατρική ἀπό καρδίας συμβουλή του, ὁ π. Δομέτιος ξεκίνησε νά ἀναζητήση ἕνα μοναστήρι στήν Τρανσυλβανία, ὅπου ἤθελε νά ἐγκαταστήση τίς Ἀδελφές πού εἶχε στά μοναστήρια Ρατέστ καί Μπάρμπου. Ἀνεκάλυψε τό μοναστήρι Ριμέτς, τό ὁποῖο τοῦ ἄρεσε πάρα πολύ. Τελευταῖος τότε ἡγούμενος ἦτο ὁ π. Εὐλόγιος Ὄτσα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποφασίσει νά ἐνταχθῆ στήν ζηλωτική παράταξι τῶν παλαιοημερολογιτῶν. Ἡ ἐπίδρασίς του ἐπάνω στούς ἐντοπίους ἦτο ἀρκετά μεγάλη.

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τό 1955 ἀπεφάσισε τήν μετατροπή τοῦ μονα­στηριοῦ ἀπό ἀνδρικό σέ γυναικεῖο.

Τό ἔτος 1956 μία ὁμάδα ἀπό 23 Ἀδελφές τῆς μονῆς Ρατέστ καί ὅλες οἱ μοναχές ἀπό τήν μονή Μπάρμπου μέ αἴτησί τους στόν ἐπίσκοπο Νικόλαο Τσολάν τοῦ Κλούζ ζητοῦσαν νά ἐγκατασταθοῦν στήν μονή Ριμέτς.

Τά πράγματα δέν ἦσαν καθόλου εὔκολα. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄνθιμος Ἀγγελέσκου θέλοντας ἀπό τό ἕνα μέρος νά ἐνισχύση τά μοναστήρια του Ρατέστ καί Μπάρμπου κι ἀπό τό ἄλλο μέρος γνωρίζοντας τήν ἐπικείμενη ἀναχώρησι τῶν 23 Δοκίμων δέν συμφωνοῦσε μέ τήν ἀναχώρησί τους ἀπό τό Ρατέστ. Αὐτός ἐπιθυμοῦσε νά παραιτηθῆ ὁ π. Δομέτιος ἀπό μιά τέτοια ἐπιθυμία ν᾿ ἀνοίξη μοναστήρι στήν Τρανσυλβανία. Βλέποντας ὅτι δέν ἠμποροῦσε νά τόν πείση, ἐκάλεσε τούς γονεῖς τοῦ Πατρός καί τούς προέτρεπε νά ἐμποδίσουν τόν γυιό τους ἀπ᾿ αὐτή τήν σκέψι, προσφέροντάς του τήν  δική του ἐπαρχία Μπουζέου καί κάθε τι τό ὁποῖον θά εἶχε ἀνάγκη γιά ν᾿ ἀναπαυθῆ ἐκεῖ καί νά φτιάξη μία καλή μοναχική κοινότητα.

-Γιατί ἀναχωρεῖ τό παιδί σας ἀπό τό Μπουζέου γιά τό Ἀρντεάλ (Τρανσυλβανία); Δέν γεννήθηκε ἐδῶ;

-Οὔτε ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε, Θεοφιλέστατε. Ἐμεῖς ἐπιθυμούσαμε νά νυμφευθῆ καί νά παραμείνη δίπλα μας, ἀλλά φαίνεται ὅτι εἶναι ἄλλη ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ κι ἐμεῖς δέν ἠμποροῦμε οὔτε τώρα νά τόν ἐμποδίσουμε, ἀπήντησαν οἱ γονεῖς του.

Ἐπί πλέον οὔτε ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος Τσολάν δέν συμφωνοῦσε ἀπόλυτα νά τούς δεχθῆ διότι ἐγνώριζε τό ἄγριο καί ἄγονο τοπίο, ὅπου εἶναι ἡ μονή Ριμέτς. Τόν ἀνησυχοῦσε τό γεγονός τῆς σκληρότητος τοῦ τοπίου καί προέβλεπε δύσκολη τήν διαμονή ἐκεῖ μιᾶς μεγάλης ὁμάδος νέων Δοκίμων Ἀδελφῶν.

Ὁ π. Δομέτιος ἐπῆγε στούς δύο ἀνωτέρω Ἐπισκόπους καί τούς παρεκάλεσε μέ ἐπιμονή νά μήν τόν ἐμποδίσουν στήν πραγματοποίησι τοῦ ἀποφασισθέντος σκοποῦ του. Ἀκόμη τούς εἶπε ὅτι ἀναλαμβάνει ἐπάνω του ὅλες τίς εὐθῦνες καί τίς ὑποχρεώσεις γιά τήν πνευματική καί ὑλική συμπαράστασι τῶν μοναζουσῶν ἔχοντας συμφώνους καί τούς γονεῖς τῶν Ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖες τόν ἀκολουθοῦσαν.

Στήν ἀρχή ἔφυγαν οἱ Ἀδελφές γιά τό Ἀρντεάλ χωρίς καμμία ἔγκρισι, σχεδόν σάν δραπέτες. Ἔγιναν δεκτές στόν ἅγιο Παντελεήμονα ἀπό τήν πρώτη ἡγουμένη τῆς Μονῆς Πελαγία Πρίκα, μετά τήν μετατροπή τῆς μονῆς ἀπό ἀνδρική σέ γυναικεία. Μέ τήν παράκλησι τοῦ π. Δομετίου, ἡ Ἡγουμένη τούς δέχθηκε χωρίς καμμία ἄνωθεν ἔγκρισι, μέ τήν σκέψι ὅτι θά τακτοποιηθοῦν προσεχῶς καί τά θέματα αὐτά. Καί πράγματι τακτοποιήθηκαν, ἀλλά μέ πολλές δυσκολίες. Στήν συνέχεια, μετά ἀπό πολλές χρονοτριβές, ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος Τσολάν ἐπευλόγησε τό 1956 τήν κοινοβιοποίησι τῆς ὁμάδος αὐτῆς στήν μονή Ριμέτς.

Μέ τόν ἐρχομό τους στήν Τρανσυλβανία προστέθηκαν ἐπί πλέον στήν πρώτη ὁμάδα καί ἄλλες Δόκιμες πού ἔγιναν μοναχές στό Ριμέτς μέ τά ἑξῆς ὀνόματα: Εὐφρασία, Ξενοφῶντα, Νυμφοδώρα, Βικεντία, Φεβρωνία, Θεοδώρα.

Στίς 2 Ἰουνίου 1957 ἔγιναν οἱ πρῶτες κουρές μοναζουσῶν, τῆς Λευρεντίας, Ἀνθίμας, Ἰεροσολύμας, Μακρίνας, Εὐδοξίας καί Μιχαέλας κάτω ἀπό τήν μακρόφυλλη ἰτιά δίπλα ἀπό τήν παλαιά ἐκκλησία τῆς μονῆς. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ὁ π. Δομέτιος τούς ὡμίλησε καταλλήλως. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς εἶπε: «Ἐδῶ θέλω νά παραμείνουν τά ὀστᾶ μου, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά τά βουνά», τονίζοντας γιά δεύτερη φορά τήν ἀκλόνητη ἀπόφασί του, ἔστω κι ἄν διωχθῆ γι᾿ αὐτή τήν ὁδό τήν ὁποία ἐξέλεξε.

Στίς 7 Ἰουνίου 1957 ὁ π. Δομέτιος ἔγραφε ἀπό τό Ριμέτς στίς μοναχές τῆς ἐπαρχίας Μπουζέου, ὅπου εἶχαν παραμείνει καί ὅπου γιά μιά μικρή ἀκόμη περίοδο ὑπηρετοῦσε τό διακόνημα τοῦ κανονάρχου: «Οἱ καλές μου προθέσεις περνοῦν στό ὑπέρπέραν ἀπό κάθε τι τό ἀνθρώπινο καί τό κενό αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος...Ἐπειδή ἤμουν στήν ὑπακοή καί μέ τήν σκέψι μου κατάλαβα ὅτι ἤμουν δεσμευμένος νά ὑπηρετήσω μερικές εὐγενεῖς ψυχές, κατάλαβα ὅτι δέν ἤμουν ἐγώ δεμένος μέ τήν ὑπακοή ἀλλά ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶπε μέ τά θεῖα Του λόγια: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ· ὁ δέ ἐμέ ἀθετῶν ἀθετεῖ τόν ἀποστείλαντά με». (Λουκ.10,16). Γι᾿ αὐτά τά λόγια τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ μακαρίζω ἐγώ ἐκεῖνες τίς Ψυχές, οἱ ὁποῖες μέ ἐπήκουσαν καί ἐγκατέλειψαν τόν κόσμο καί ὅλα τά κοσμικά πράγματα, γονεῖς, ἀδελφούς καί γαμβρούς καί σπίτια, διότι γνωρίζουν καλά ὅτι δέν τούς ὑπέδειξα μία ἐσφαλμένη ὁδό, ἀλλ᾿ ἀπεναντίας τούς ἔδειξα τήν ἁγία ὁδό πού μπορεῖ ἄνθρωπος νά βαδίση ἐδῶ κάτω στήν γῆ καί ἡ ὁποία ὁδηγεῖ κατ᾿ εὐθεῖαν στήν αἰώνια μακαριότητα καί στήν τελεία γαλήνη...Πρίν ἀπό πόσα χρόνια ἀγαποῦσα ἐγώ αὐτή τήν ὁδό, τό γνωρίζει ὁ Καλός Θεός, ὥστε, μόλις ἐτελείωσα τίς ἐξετάσεις τοῦ τελευταίου ἔτους κι ἔγραψα τήν διατριβή μου γιά τό δίπλωμα τῆς θεολογίας, ἀμέσως ἐπῆρα τόν δρόμο γιά τό μοναστήρι χωρίς νά συγκρατοῦμαι ἀπό τίποτε τό κοσμικό καί χωρίς νά κρίνω τίποτε καί κανέναν...Τώρα αἰσθάνομαι ἀναγεννημένος μέ τήν ἀναχώρησί μου αὐτή, παρότι φέρω στούς ὤμους μου καί τόν ἅγιο αὐτό ζυγό, τόν ὁποῖον μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί τόν σηκώνω ἀπό ἀγάπη γι᾿ Αὐτόν καί ἐπιθυμῶ ὅλες αὐτές οἱ ψυχές, πού εἶπαν τό τελευταῖο ἀντίο σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο καί κατετάχθησαν στήν μεγάλη αὐτή φάλαγγα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι μέ μία καθαρή καρδιά, γεμάτη ἀπό πνευματική εὐφρο­σύνη...Ὅποιος  ἔχει καθαρό νοῦ ἔχει τό κλειδί τῆς τελείας ἡσυχίας καί εὐτυχίας, τήν ὁποία χαρίζει ὁ Κύριος καί εἴθε ν᾿  ἀποκτήσουμε ὅλοι μαζί στούς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

 

Ὁ π. Δομέτιος παρέμεινε στό Μπουζέου μέχρι τίς 2 Αὐγούστου 1957, ὁπότε βλέποντας ὁ Ἐπίσκοπος Ἄνθιμος ὅτι δέν ἠμπορεῖ νά τόν κλονίση μέ κανένα τρόπο ἀπό τόν λογισμό του, τοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία νά πάη στήν ἐπαρχία τοῦ Κλούζ. Ἐκεῖ, στίς 25 Αὐγούστου 1957, δέχθηκε διορισμό ἀπό τόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο, ὄχι γιά τό Ριμέτς, ἀλλά  γιά τήν σκήτη Πιάτρα Φιντινέλα, πού ἦτο στήν περιοχή Μπίστριτσα Νασάουντ. Ὁ π. Δομέτιος συγκατένευσε τόσο στήν πνευματική ζωή ἐκείνου τοῦ τόπου, ὅσο καί στόν διορισμό του ὡς ἐφημερίου τῆς ἐνορίας τοῦ χωριοῦ Ντορνισιοάρα, ὅπου ὑπηρέτησε ἐκεῖνο τόν χρόνο.

Ἀπ᾿ αὐτή τήν σκήτη ἔστειλε στήν ἀδελφότητα τῆς μονῆς Ριμέτς στίς 14 Σεπτεμβίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἕνα γράμμα στό ὁποῖο, ἀνάμεσα στ᾿ ἄλλα ἔγραφε τά ἑξῆς: «Πιστεύω ὅτι ὁ οὐρανός θά ἐλεήση καί μένα καί κάποια καλή ἡμέρα θά μοῦ ἀποδώση δικαιοσύνη...Ἔχω αὐτή τήν πίστι τόσο στήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, διότι τίποτε δέν περνᾶ ἀπαρατήρητο...Θέλω αὐτή τήν πίστι νά τήν ἔχετε κι ἐσεῖς γιά ὅλα τά προβλήματα, γιά ὅλα τά λόγια καί τίς ἀμφιβολίες σας, στίς ὁποῖες μπορεῖ νά ἔχη ἡ ψυχή...Ἐάν δέν μέ εἴχατε γνωρίσει καί δέν ἠξέρατε τί θυσίες ἔκανα γιά τήν σωτηρία ὅλων μας, δέν θά σᾶς ζητοῦσα αὐτό τό ἔργο...Ἐδῶ εἶμαι διακονητής στό κοτέτσι μέ τίς κόττες, καθαρίζω τό δάπεδο καί κάνω αὐτή τήν πιό εὐτελῆ ὑπακοή μέχρι τήν ἀνώτερη ὑπακοή, τήν ὁποία μοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τήν διακονία μου στό ἀναλόγιο καί στό ἱερό Θυσιαστήριο.

Μέ τόν ἡγούμενο τῆς σκήτης πηγαίνω πολύ καλά σάν πατέρας μέ τόν υἱό του, ἐνῶ μέ τούς ἄλλους πατέρες καί ἀδελφούς εἶμαι τόσο εὐχαριστημένος, πού δέν ἠμπορῶ νά περιμένω περισσότερο. Τίποτε στήν μοναχική ζωή δέν εἶναι τιμιώτερο καί ψυχικά ἀναπαυτικώτερο ἀπό τό νά κάνουμε ὁποιοδήποτε διακόνημα, μέχρι καί τό πιό μικρό καί ἀσήμαντο, χωρίς γογγυσμό. Γιά παράδειγμα νά κόβουμε ξύλα, νά κουβαλᾶμε νερό, νά βόσκουμε στό λιβάδι τίς ἀγελάδες, νά καθαρίζουμε τούς σταύλους τῶν ζώων καί τά κοτέτσια τῶν πουλερικῶν, νά κόβουμε τό χόρτο γιά τόν χειμῶνα, νά τό συγκεντρώνουμε στήν ἀποθήκη, νά σκουπίζουμε τίς αὐλές, τά κελλιά μας, τό ἀρχονταρίκι, νά πλένουμε τά ροῦχα μας, νά κτυποῦμε τό τάλαντο, νά ψάλλουμε στό ἀναλόγιο τῆς ἐκκλησίας· ἰδού μερικά διακονήματα καί ἀσχολίες, τά ὁποῖα συμβάλλουν στήν πνευματική ὀμορφιά τῆς μοναχικῆς μας ζωῆς. Ἀπ᾿ αὐτή τήν πλευρά νά πιστεύετε ὅτι εἶμαι εὐτυχής: λοιπόν, ἰδού ὅτι ὁ μοναχός δέν πρέπει νά κοιμᾶται ξέγνοιαστος, ἀλλά νά ἐπιτελῆ τά καθήκοντά του. Παρακαλῶ καί ἐσεῖς νά μιμῆσθε τίς ἀσκήσεις τῶν Ὁσίων Πατέρων μας...

 Μία ἡμέρα ἀργότερα ἔστειλε καί μιά ἄλλη ἐπιστολή: «Τούς εἶπα ὅτι εὐχαριστοῦμαι νά στέκωμαι ἐπάνω καί σέ μιά βάτο, μόνο νά γνωρισθῶ μ᾿ αὐτή τήν ἐπαρχία...Ἐάν ἔχω μία γωνία ψωμιοῦ τοῦ τήν δίνω (τοῦ ἡγουμένου τῆς Σκήτης) νά τήν φάη μέ τό τσάϊ του, διότι ἡ μαμαλίγκα (ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο, ἄψητη μπομπότα) δέν τοῦ κάνει καλό· ἐγώ εὐχαριστοῦμαι νά τρώγω καί μαμαλίγκα· φαίνεται ὅτι ὁ οὐρανός ἐγνώριζε τί σταυρό ἔχω νά σηκώσω, γι᾿ αὐτό μοῦ ἐχάρισε τήν ὑγεία καί μία ἀρκετά καλή ἀντοχή γιά νά ἠμπορῶ νά ξεπερνῶ τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες. Ἔτσι ἐγώ, ἀπ᾿ ὅπου ἐπέρασα, δέν ἀνεχώρησα ἐξ αἰτίας τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἐξ αἰτίας μιᾶς ἁγίας ἰδέας, τήν ὁποία εἶχα στήν καρδιά μου καί θά τήν ἔχω μέχρις ὅτου εἰσέλθω στό χῶμα».

 

Στό μοναστήρι Ντραγκομιρέστι

Στίς 17 Μαΐου 1958 ὁ ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Κλούζ Θεόφιλος Χερινεάνου τόν μετέθεσε ἀπό τήν σκήτη Φιντινέλε στό μοναστήρι Ντραγκομιρέστι, σάν ἡγούμενο καί Πνευματικό. Κι ἐδῶ ἐπεδόθηκε σκληρά γιά τήν ὀργάνωσι, τόσο τήν διοικητική, ὅσο καί τήν πνευματική τῆς Μονῆς. Ἔβαλε καινούργια σκεπή στήν ἐκκλησία, ἄρχισε τήν ἁγιογράφησί της, ἔφτιαξε τό ξύλινο καμπαναριό, στό ὁποῖο ἐτοποθέτησε καμπάνες καί ἔκτισε μερικά κελλιά. Παράλληλα ἐβοήθησε καί πνευματικά, σύμφωνα μέ τόν ἰδικό του ἐνθουσιώδη καί ἀκούραστο τρόπο, πολλούς πιστούς χριστιανούς ἐκείνης τῆς περιοχῆς.

 

Στό μοναστήρι Ριμέτς

Στίς 5 Μαρτίου 1959 ὁ π. Δομέτιος διωρίσθηκε τελικά πάλι ἀπό τόν ἴδιο ἀρχιεπίσκοπο Θεόφιλο ἱερουργός καί Πνευματικός τῆς μονῆς Ριμέτς καί ταυτόχρονα ἐνοριακός ἐφημέριος τῶν γειτονικῶν χωριῶν.

Ἐκείνη τήν ἐποχή ζοῦσαν στό μοναστήρι περί τίς 40 μοναχές καί Δόκιμες Ἀδελφές. Τό μοναστήρι εὑρισκόταν σέ μεγάλες ὑλικές καί πνευματικές δυσκολίες, σέ μία κατάστασι ἀξιοκαδάκρυτη, σχεδόν σέ ἐρείπια. Ὑπῆρχαν δυσκολίες ἀνεφοδιασμοῦ τῶν ἀναγκαίων πραγμάτων ἐξ αἰτίας τῆς ἀποστάσεως μέχρι τό Τέϊους, γειτονικό χωριό μακριά 20 χιλιόμετρα. Αὐτή τήν ἀπόστασι τήν διήνυε μία φορά τήν ἑβδομάδα ὁ π. Δομέτιος μέ ἀρκετές Ἀδελφές μεταφέροντας στήν πλάτη τους τά πράγματα τῆς Μονῆς. Δέν ὑπῆρχαν τότε μέσα μεταφορᾶς, παρά μόνο ἕνα ἀλογάκι καί μία καρότσα, τελείως ἀνεπαρκῆ γιά νά μεταφέρουν στό μοναστήρι ὑλικά γιά τά ἐργαστήρια, τά τρόφιμα καί ἄλλα. Ὁ ποταμός Τζεοατζίου εἶχε 22 κρεμαστές στενές γέφυρες, τίς ὁποῖες ἔπρεπε νά περάση κάποιος γιά νά φθάση στό μοναστήρι. Ἐνίοτε, οἱ γέφυρες αὐτές εἶχαν σαπίσει (τά σχοινιά τους) καί ἔπρεπε νά περάσουμε μέσα ἀπό τό νερό.

Ἐπίσης ἡ ἀδελφότης ὑπέφερε ἀπό τήν ἔλλειψι καταλλήλου χώρου, τά κελλιά ἦσαν ὀλιγοστά γιά τά ἄτομα πού εἶχαν συγκεντρωθῆ σ᾿ αὐτόν τόν χῶρο. Τά ἐργαστήρια γιά χαλιά ἦσαν ἀκατάλληλα. Ὑπῆρχαν ὁμοίως μεγάλες δυσκολίες γιά τήν προμήθεια τροφῆς, ἐνδυμασίας καί φαρμακευτικῶν πρώτων βοηθειῶν.

Ὁ π. Δομέτιος δαπανοῦσε ὅλο τόν χρόνο του γιά τήν πνευματική ζωή τῶν Ἀδελφῶν, γιά τήν τροφή τους γιά νά μή τούς λείπη τίποτε τό ἀναγκαῖο, τίς παρηγοροῦσε πάντοτε, τίς ἐνίσχυε νά στέκωνται ἀνδρειωμένα στίς δύσκολες στιγμές τῶν πειρασμῶν καί τῆς ἀπελπισίας, τίς ἐδίδασκε τίς βαθμίδες τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί πῶς νά τρέφωνται μέ τήν δυνατή τροφή τοῦ ψυχῆς, πού εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ δύναμις τῆς πειθοῦς του ἀπέναντι στίς Μοναχές προερχόταν ἀπό τό προσωπικό του παράδειγμα τῆς ὑπομονῆς στήν ἐργασία, τῆς ἀδιακόπου προσευχῆς, τῆς βαθειᾶς ταπεινώσεώς του, πού τά προσέφερε γιά τό καλό ὅλης τῆς Ἀδελφότητός του. Τήν ἴδια θερμή ἀγάπη καί καλωσύνη ἐπεδείκνυε καί στούς χριστιανούς τῶν γειτονικῶν ἐνοριῶν.

Ἀλλά αὐτές οἱ δυσχέρειες δέν ἦσαν τόσο ἀνυπέρβλητες, ὅσο τό διάταγμα 410 τοῦ ἔτους 1959, διά τοῦ ὁποίου τό μοναστήρι ἔπρεπε τό συντομώτερο νά ἐρημωθῆ. Σύμφωνα μ᾿ αὐτό τό κρατικό διάταγμα οἱ Ἀδελφές πού ἦσαν κάτω τῆς ἡλικίας τῶν 50 ἐτῶν, ἔπρεπε νά δια­σκορπισθοῦν μέχρι τήν ἄνοιξι τοῦ 1960 ἐπιστρέφοντας στά πατρικά τους σπίτια ἤ νά εἰσέλθουν ὡς ἐργαζόμενες μέ πολιτική περιβολή σέ ἐργοστάσια καί βιομηχανίες.

Ὁ π. Δομέτιος μέ τήν καρδιά τοῦ πνευματικοῦ πατρός αὐτῆς τῆς σκληρά τώρα δοκιμαζομένης ἀδελφότητος, ἐπίστευε θερμά ὅτι ὁ Θεός καί ἡ Κυρία Θεοτόκος θά τούς χαρίσουν μιά καλλίτερη ἡμέρα καί θά συγκεντρωθοῦν πάλι στό ἴδιο μοναστήρι γιά νά εἶναι πλήρης ἡ πνευμα­τική τους χαρά. Ἔτσι κι ἔγινε, μετά ἀπό 10 χρόνια περιπλανήσεως. Ὁ π. Δομέτιος τίς ἐνίσχυε πάντοτε, εἴτε διά τῆς προσωπικῆς του παρουσίας, εἴτε δι᾿ ἐπιστολῶν, ἐνῶ οἱ Ἀδελφές εἶχαν σκορπισθῆ σ᾿ ὁλόκληρη τήν Χώρα. Τόν καιρό ἐκεῖνο οἱ περισσότερες Ἀδελφές ἔμειναν στήν κοινότητα Τέϊους, ἐκεῖ πλησίον καί στήν πόλι Ἀϊούντ σέ μεγάλες ὁμάδες, πού ἐργάζοντο στούς ἀργαλειούς τήν κατασκευή χαλιῶν καί ὑφασμάτων. Ἀνάμεσά τους ἦτο καί ἡ ἀδελφή Ἱεροσολύμα, ἡγουμένη μέχρι σήμερα στό ἴδιο μοναστήρι. Αὐτό τό τμῆμα κατασκευῆς χαλιῶν ἐξαρτᾶτο ἀπό τόν συνεταιρισμό «Ρεκόρντ» τῆς πόλεως Ἀϊούντ.

Ὁ π. Δομέτιος δέν ἡσύχαζε χάριν τῶν μοναζουσῶν νά κτυπᾶ ξένες πόρτες καί νά ψάχνη νά ἐνοικιάση δωμάτια. Τέλος τούς ἀγόρασε δύο σπίτια στό Ἀϊούντ γιά νά κατοικοῦν ἐκεῖ μόνες τους οἱ Ἀδελφές.

Τήν περίοδο αὐτή τῆς κατεδαφίσεως τῶν ἱερῶν καθιδρυμάτων τῆς Χώρας, τά κτίρια τῆς μονῆς Ριμέτς ἁρπάχθηκαν ἀπό τό κράτος διά τῆς βίας καί μετετράπησαν σέ ὀρειβατικό καταφύγιο καί τόπους διασκεδάσεως.

Μετά ἀπό πολλές ἐπεμβάσεις, πού ἔγιναν ἐκεῖνο τόν καιρό, δόθηκε ἔγκρισι οἱ Ἀδελφές νά ἐπανέλθουν πρῶτα σάν λαϊκές μέ τό ἐργαστήριο κατασκευῆς χαλιῶν καί μέ τήν δέσμευσι ὅτι θά δοθῆ δουλειά καί στίς νέες τῶν γειτονικῶν χωριῶν. Τόν Μάρτιο τοῦ 1969 ἡ ὁμάς τῶν Ἀδελφῶν καί τῶν Δοκίμων ἐπέστρεψε στό μοναστήρι Ριμέτς. Τότε τό μοναστήρι ἐξαρτᾶτο κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπό τήν μητρόπολι Τρανσυλβανίας, μέ ἕδρα τήν πόλι Σιμπίου, ὅπου μητροπολίτης ἦτο ὁ Νικόλαος Μλαντίν.

Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Πατήρ ἄρχισε στό μοναστήρι μία πολύπλευρη δραστηριότητα, τόσον στά πνευματικά, ὅσον καί στά ὑλικά ἀγαθά. Στίς 16-17 Μαρτίου 1969 ὁ Πατήρ μαζί μέ τίς Ἀδελφές ἐγκρέμισαν τούς κατεστραμμένους τοίχους τοῦ παρεκκλησίου τῆς Μονῆς, τό ὁποῖο τό εἶχαν μετατρέψει σέ ὑπνοδωμάτια καί τό ἐπεσκεύασαν.

Οἱ μοναχές πού ἐπανῆλθαν στό μοναστήρι δέν ἦσαν ἀφεντικά, ἀλλά σάν ἐνοικιάρισσες, καθ᾿ ὅσον κατοικοῦσαν σ᾿ ἕνα τόπο μέ τούς τουρίστες. Στά δωμάτια τῶν μοναζουσῶν ἔμεναν τουρίστες. Μέσα σ᾿ ἕνα σταῦλο ὁ π. Δομέτιος μία νύκτα ἔκανε ἕνα ὑπόμνημα, τό ὁποῖον ὁ ἀδελφός του π. Μιχαήλ, παρεκάλεσε νά τό δημοσιεύσουν, ἐάν ἐγνώριζαν κάποιο κατάλληλο πρόσωπο. Αὐτό τό ὑπόμνημα ἄρχισε ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε Τσαουσέσκου, οἱ πρόγονοί μας ἔφθασαν μέχρι τήν Βιέννη γιά νά ζητήσουν τήν ἐλευθερία τους, δώστε καί σ᾿ ἐμᾶς τήν ἐλευθερία μας ἀπό τό Βουκουρέστι, ὄχι ἀπό τήν Βιέννη». Καί στήν συνέχεια ἔλεγε τό κείμενο: «Διότι θέλουμε νά ἐπιστρέψουμε γιά νά κάνουμε ἕνα δημοτικό σχολεῖο γιά τά παιδιά τῶν περιχώρων καί ἕνα ὑφαντουργεῖο καί οἱ μοναχές, οἱ ὁποῖες εἶναι πολύ εἰδικευμένς καί ἐργατικές θά εἶναι καί οἱ τεχνήτριες πού θά διδάξουν τίς κοπέλλες τῶν γειτονικῶν χωριῶν». Ἡ ἡγουμένη Μοναχή Ἱεροσολύμ,α ἐπῆρε τό ἔγγραφο αὐτό καί ἐπῆγε στήν Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου στό Βουκουρέστι τό ἔτος 1970. Ἡ Γερόντισσα αὐτή εἶναι ἡ μοναδική μοναχή πού διαθέτει τόση ἀνδρεία καί ἐπιμονή στούς ἀγῶνες της γιά τόν μοναχισμό καί τήν Πίστι. Μπῆκε τό πρωΐ στό γραφεῖο τῆς ἀνωτέρω Ἐπιτροπῆς. Ὁ Ὑπεύθυνος τῆς φρουρᾶς εἰδοποίησε τήν ὁμάδα τῶν στρατιωτῶν νά τήν βγάλουν ἔξω διά τῆς βίας. Τότε ἐκείνη τούς εἶπε: «Τραβᾶτε ὅσο θέλετε, δέν θά σταματήσω ἐδῶ...Θέλω νά ὁμιλήσω μέ τόν κ. Τσαουσέσκου». Τότε ἦτο μέ τά λαϊκά ροῦχα. Δέν ἐπιτρεπόταν νά πλησιάση ἐκεῖ μέ τά ράσα της. Τελικά ἐπέτυχε καί μπῆκε στό γραφεῖο τοῦ κ. Παύλου Νικουλέσκου, ἑνός διαπρεποῦς κομμουνιστοῦ. Ἔκανε μπροστά του τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί εἶπε: «Κύριε καί Θεέ μου, ἐάν στόν Παράδεισο εἰσέρχεται κάποιος σάν σέ ἐσᾶς ἐδῶ, μέ τόσα ἐμπόδια, τότε κανείς δέν πρόκειται νά σωθῆ». Τότε ὁ ὑπουργός πού τήν ἄκουσε τῆς εἶπε:

-Γυναῖκα, εἶσαι τρελλή;

-Δέν εἶμαι τρελλή. Εἶμαι καλά στά μυαλά μου, ἀλλά ἔχω ἕνα ὑπόμνημα καί ζητῶ ὅπως ἐπιτρέψετε καί ἐμεῖς νά ἔχουμε τό μοναστήρι μας στήν Τρανσυλβανία, ὅπου σήμερα δέν ὑπάρχει κανένα μοναστήρι.

-Δεῖξε μου τό ὑπόμνημα.

Αὐτό τό κείμενο εἶχε γραφτῆ καί ὑπογραφῆ ἀπό τόν π. Δομέτιο. Τόν ἐντυπωσίασε ἡ παρρησία αὐτῆς τῆς γυναίκας (μοναχῆς) καί τῆς εἶπε:

-Στάσου ἐδῶ καί θά τελειώσω ἐγώ τήν ὑπόθεσί σου.

Ἡ ἡγουμένη Ἱεροσολύμα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω ἐμπιστοσύνη στήν ἀφεντιά σου, πρέπει νά φθάσω μέχρι τόν Τσαουσέσκου.

-Γυναῖκα, θά σέ βοηθήσω ἐγώ. Καί τήν ἔστειλε στόν πρόεδρο τοῦ Τμήματος Θρηκειῶν καί σέ 10 λεπτά τό χαρτί ἐγκρίθηκε, τό μοναστήρι ἀναγνωρίσθηκε καί ἡ Γερόντισσα Ἱεροσολύμα ἐπέστρεψε στό Ριμέτς. Ὁ π. Δομέτιος ὅταν εἶδε αὐτό τό θαῦμα, ἐπῆρε ἀμέσως τίς Ἀδελφέςς ἀπό τήν πόλι Ἀϊούντ, τούς ἔδωσε μέ χαρά τά δωμάτιά τους, ἐγκρέμισε τούς τοίχους τοῦ ταβερνείου τῶν τουριστῶν καί ἔκαμε τήν πρώτη Θεία Λειτουργία. Δίπλα, ὅπου λειτούργησε ὁ π. Δομέτιος ὑπῆρχε ἄλλο νυκτερινό κέντρο τῶν τουριστῶν. Μία φορά δέν ἄντεξε. Μετά τήν Θεία Λειτυουργία, ντυμένος τά ἱερατικά του ἄμφια καί μέ τά Τίμια Δῶρα στό Ἅγιο Ποτήριο κατέβηκε κάτω στό μαγαζί αὐτό. Δέν φοβόταν κανέναν, διότι εἶχε μαζί του τόν Χριστό καί τούς ἀνάγκασε ὅλους νά ἐξέλθουν ἀπό ἐκεῖ καί νά μή γυρίσουν διότι κανείς ἀπ᾿ αὐτούς δέν ἐφοβεῖτο τόν Θεό. Σιγά-σιγά ἡ Ἀδελφότης αὐξήθηκε, οἱ μοναχές ἔφθασαν τίς 40 καί δέν εἶχαν οὔτε τόπο νά κοιμηθοῦν. Στήν ἀρχή ἐκοιμοῦντο σ᾿ ἕνα διάδρομο ἑπτά μαζί σέ δύο ξύλινα κρεββάτια.

Τό ὀρειβατικό καταφύγιο καί ἡ «καντίνα», τά ὁποῖα εὑρίσκοντο στό μέσον σχεδόν τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηριοῦ ἐμπόδιζαν πολύ τήν ζωή τῶν μοναζουσῶν. Μή ἠμπορῶντας νά ὑπομείνουν ἄλλο αὐτό τό εἶδος τῆς κολάσεως στόν περίβολο τῆς μονῆς Ριμέτς, πού ἦτο πολύτιμο ἱστορικό καί θρησκευτικό μνημεῖο τοῦ ρουμανικοῦ παρελθόντος στήν Τρανσυλβανία, ὁ π. Δομέτιος ἔκαμε πολυάριθμα διαβήματα, μέ ἀρκετούς κινδύνους σ᾿ ὅλες τίς ἀνώτερες ἐκκλησιαστικές καί κρατικές Ἀρχές, μέχρι καί τόν πρόεδρο τῆς Χώρας, ἀναφερόμενος στήν δύσκολη κατάστασι στήν ὁποία εὑρίσκεται τό μοναστήρι του.

Στίς 12 Ἰουλίου 1969 κτίσθηκε τό μουσεῖο τῆς Μονῆς. Ὁ Πατήρ ἐβοήθησε στόν ἐμπλουτισμό αὐτοῦ μέ ξύλινες εἰκόνες καί ἄλλες ἀπό τζάμι, τίς ὁποῖες συγκέντρωσε ἀπό τίς γειτονικές περιοχές ἤ καί ἀπό ἄλλα μέρη, εἴτε διά χρημάτων εἴτε τοῦ ἐδόθησαν δωρεάν. Συγκεντρώθηκαν παντός εἴδους ἀντικείμενα ἐθνογραφικά, νομίσματα, ἔγγραφα καί ἄλλα.

Κατόπιν ἄρχισε ἡ κατασκευή τοῦ ἐργαστηρίου τῶν ταπήτων γιά νά ἠμποροῦν οἱ Ἀδελφές νά ἐργάζωνται καί νά ἐξοικονομοῦν τά πρός τό ζῆν. Αὐτό τό κτίριο ἐτελείωσε τό 1970. Ἐκεῖνο τόν καιρό ἱδρύθηκε ἕνα κτίριο γιά «καντίνα» ἔξω ἀπό τό τεῖχος τῆς μονῆς, ἐνῶ ὁ χῶρος, ὅπου μέχρι τότε ἐχρησιμοποιεῖτο, μετετράπη σέ τραπεζαρία τῶν Ἀδελφῶν. Μετά ἀπό μερικούς μῆνες μπῆκαν τά θεμέλια δίπλα στό μοναστήρι γιά τήν ἵδρυσι δημοτικοῦ σχολείου γιά τά παιδιά τῶν γειτονικῶν χωριῶν.Ἐν ὄψει δημιουργίας αἰσιοδόξων προϋποθέσεων γιά τίς Ἀδελφές, ἱδρύθηκαν στήν συνέχεια, τήν ἴδια περίοδο, μία τράπεζα μέ μαγειρεῖο, ἕνα ἀρχονταρίκι, τό ἡγουμενεῖο, τά γραφεῖα καθώς καί μία πτέρυγα μέ 12 κελλιά. Ἐπίσης κτίσθηκαν καί δύο οἰκίες γιά τούς ἑκάστοτε ἐφημερίους ἱερεῖς τῆς Μονῆς καί τῶν περιχώρων. Λόγῳ τῆς ἀθεϊστικῆς κρατικῆς γραμμῆς, ὅλα τά οἰκοδομήματα κτίσθηκαν χωρίς χαρτιά ἤ τήν ἔπίσημη ἔγκρισι τῆς Πολιτείας.

Ἐφύτευσαν ὀπορωφόρα δένδρα πλησίον τῆς Μονῆς, ὅπου τοποθέτησαν ἐκεῖ κοντά καί 20 κυψέλες. Ἐπίσης ἔφτιαξαν λίμνη μέ ψάρια καί ἔκτισαν σταῦλο γιά ζῶα.

Κατόπιν ἔβαλαν τό ἠλεκτρικό ρεῦμα μέ τήν βοήθεια τοῦ Πατριαρχείου καί τήν ἔγκρισι τῆς Διευθύνσεως ἐπί τῶν θεμάτων Λατρείας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου καί τήν ὑλική ὑποστήριξι τῆς Μητροπόλεως Σιμπίου. Οἰκονομικά συνέβαλλε καί τό μοναστήρι μέ τήν πώλησι τῶν ἔργων τῶν μοναζουσῶν.

Στήν συνέχεια τῶν δραστηριοτήτων γιά τήν βιοποριστική κάλυψι τῶν Ἀδελφῶν ἔγιναν οἱ ἐγκαταστάσεις γιά τήν μεταφορά ποσίμου ὕδατος καί τήν ἐγκατάστασι κεντρικῆς θερμάνσεως, πού ἐκάλυψε ὅλα τά κτίρια τῆς μονῆς.

Ταυτόχρονα ὁ Πατήρ ἀσχολήθηκε καί μέ τήν διαδικασία ἐξωραϊσμοῦ καί ἀνακαινίσεως τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα ἱστορικά καί θρησκευτικά μνημεῖα τῆς Ρουμανίας.

Ὁ π. Δομέτιος δέν εἶχε εἰρήνη καί ἡσυχία, ὅσο καιρό οἱ Ἀδελφές δέν εἶχαν τά ἀναγκαῖα κτίσματα καί ἀγαθά γιά τήν ἀπερίσπαστη προσευχή τους. Γιά νά ἐπιλύση ὁριστικά αὐτό τό πρόβλημα, σέ συννενόησι μέ ἀνώτατα ὄργανα τοῦ νομοῦ Ἄλμπα καί τήν ἔγκρισι τοῦ Τμήματος Λατρείας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου καί τῆς μητροπόλεως Σιμπίου, ἀνοικωδόμησε ἐκ θεμελίων ἕνα ὀρειβατικό καταφύγιο, 800 μέτρα ὑψηλότερα ἀπό τήν μονή, βάσει σχεδίου τοῦ ἁρμοδίου ὀργανισμοῦ. Ἐπίσης δόθηκε ἡ ἔγκρισις καί γιά τήν λειτουργία γηροκομείου γιά συνταξιούχους ἱερεῖς. Ἡ στέγασίς τους ἐπετεύχθηκε μέ πολλούς κόπους ἀπό τόν π. Δομέτιο, στά κτίρια πού μέχρι τότε ἐχρησιμοποιοῦντο γιά ὀρειβατικό καταφύγιο, δεδομένου ὅτι ὁ ἴδιος δέν εἶχε χρήματα ἀπό πουθε­νά νά κάνη καινούργια κτίρια. Ἡ προσπάθεια αὐτή πραγματοποιήθηκε μετά τήν κοίμησι τοῦ Πατρός.

Γιά ὅλα αὐτά τά ἔργα ὁ π. Δομέτιος κατέβαλλε πολλές προσπάθειες ἐργαζόμενος καί ὁ ἴδιος σκληρά δίπλα στίς Ἀδελφές καί στούς ἐργάτες. Στήν μεταφορά ὑλικῶν γιά τήν κατασκευή τοῦ ὀρειβατικοῦ καταφυγίου, προκειμένου νά προστατεύση τά αἱματωμένα χέρια του, φοροῦσε γιά γάντια χονδρές μάλλινες κάλτσες. Κάθε ἡμέρα ἐδούλευε μέ τό φτυάρι καί τό καρότσι μεταφέροντας ὑλικά δίπλα στίς οἰκοδομές, δίνοντας ταυτόχρονα καί ἕνα ἀξιοτίμητο παράδειγμα!

Παρ᾿ ὅλες αὐτές τίς ἀπασχολήσεις, δέν σταματοῦσαν καί οἱ γνωστές ἑπτά ἐκκλησιαστικές Ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, διότι τήν νύκτα τελοῦσαν τόν ὄρθρο καί τήν Πρώτη Ὥρα, ἐνῶ τό πρωΐ ἐδιάβαζαν τούς Χαιρετισμούς, τίς ὑπόλοιπες Ὧρες καί τήν Θεία Λειτουργία καθημερινά. Τό βράδυ, ἀφοῦ σταματοῦσαν τά ἐξωτερικά οἰκοδομητικά ἔργα, κτυποῦσε ἡ καμπάνα γιά τόν Ἑσπερινό καί σέ λίγο γιά τόν Ὄρθρο, σύμφωνα μέ τό ἐκκλησιαστικό τυπικό. (Ὁ ὄρθρος καί ἡ πρώτη Ὥρα τελοῦνται τίς βραδυνές ὧρες, δύο ὧρες συνήθως μετά τόν Ἑσπερινό). Παρότι ἦτο κουρασμένος, στήν Ἀκολουθία ἦτο πολύ ἀκριβής καί τήν ἐπιτελοῦσε μέ θέρμη ψυχῆς καί ἱερό ζῆλο ἐπιμένοντας πάντοτε νά συμμετέχη ὅλη ἡ ἀδελφότης μέ μεγάλη προσοχή σ᾿ αὐτά πού ψάλλονται καί διαβάζονται.

Στίς διακοπές πού ὑπῆρχαν ἀνάμεσα στίς Ἀκολουθίες θυσίαζε τήν ἀνάπαυσί του καί ἀξιοποιοῦσε τόν χρόνο του ἐκτελῶντας διάφορες οἰκοκυρικές ἐργασίες, ὅπως νά σκάψη τούς κήπους, νά φέρη ξύλα ἀπό τό δάσος καί ἄλλες. Συχνά τόν εἶδαν νά πηγαίνη καί νά σπάζη πέτρες στό βουνό γιά νά κτισθοῦν ἡ τραπεζαρία, τό μαγειρεῖο καί ἄλλα κτίρια. Ἄλλοτε τόν εἶδαν νά περνᾶ τόν ποταμό Ριμέτς βουτηγμένος στό νερό μέχρι τήν ζώνη του, μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς προσπαθώντας νά κατρακυλήσουν πέτρες, πού μετακινοῦσαν ἀπό τά γειτονικά βουνά γιά νά στερεώσουν τήν ὄχθη δίπλα στό μοναστήρι καί νά διευκολύνουν τήν προσέγγισι λεωφορείων στήν μονή.

Ἐδῶ στό Ριμέτς ἐπί 16 χρόνια, μέχρι τό κεραυνοβόλο τέλος του, ἀγωνιζόταν κάθε ἡμέρα κατά τρόπο θυσιαστικό γιά νά κάνη εὐκολώτερη τήν κατοίκησι τῶν πνευματικῶν του τέκνων.

Σάν ἱερεύς τῶν χωριῶν τῆς κοινότητος Ριμέτς λειτουργοῦσε μόνο σέ πέντε ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες τόν χειμῶνα δέν εἶχαν θέρμανσι. Αὐτές τίς ἐκκλησίες ἀνέλαβε καί τίς ἐστόλισε μέ καινούργιες εἰκόνες, τίς ἁγιογράφησε καί τίς ἐσκέπασε μέ καινούργια ὑλικά. Στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Βάλεα ἵδρυσε δύο σπίτια γιά ἱερεῖς καί ἐξωράϊσε τήν ἐκκλησία, στήν ὁποία λειτουργοῦσε ἐπί 9 χρόνια.

Ἐξ αἰτίας τῶν μεγάλων ἀποστάσεων μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν καί τοῦ ὀρεινοῦ ἐδάφους, μέ ἀπότομες κατηφοριές, κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες γιά νά φθάση στόν προορισμό του. Γιά παράδειγμα, γιά νά φθάση στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Ὀλτένι περνοῦσε ἀπό δύο-τρεῖς  ὀρεινές δύσκολες διαβάσεις καί ἦτο ἀναγκασμένος ν᾿ ἀλλάξη δύο φορές τό ὑποκάμισό του μέχρι νά φθάση ἐκεῖ. Πολλές φορές, ἀφοῦ ἔφθανε ἱδρωμένος στήν ἀντίστοιχη ἐνορία μή ἔχοντας ἄλλη φανέλλα ν᾿ ἀλλάξη, φοροῦσε μόνο τό ζωστικό του. Μετά φοροῦσε τά ἱερά ἄμφιά του καί λειτουργοῦσε, παρατηρῶντας συχνά νά ἐξέρχωνται ἀτμοί ἀπό τό σῶμα του, ἰδιαίτερα τόν χειμῶνα, ὅταν τό κρῦο ἦτο ἀνυπόφορο μέσα στήν ἐκκλησία.

Τίς Κυριακές, ὅταν ἀνέβαινε στίς ἐνοριακές ἐκκλησίες, συνωδευόταν ἀπό πολλούς Χριστιανούς, πού ἤρχοντο ἀπό μακριά γιά νά συμμετάσχουν στίς Ἀκολουθίες πού θά ἔκανε. Στήν ἐκκλησία τόν περίμεναν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, μερικοί τῶν ὁποίων ζητοῦσαν νά ἐξομολογηθοῦν. Κατόπιν ἄρχιζε τόν ὄρθρο καί ἀκολουθοῦσε ἡ Θεία Λειτουγία. Ἐκήρυττε πάντοτε. Στό τέλος ἔκανε μνημόσυνο καί μετά τήν Λειτουργία ἐπήγαινε στά σπίτα τους καί στίς σκηνές τῶν χωρικῶν γιά νά τούς εὐχηθῆ, κατά τήν συνήθεια τοῦ τόπου. Ἐπειδή οἱ ἀποστάσεις ἦσαν μεγάλες ἀπό τό ἕνα σπίτι στό ἄλλο, ὁ Πατήρ ἐτελείωνε ἀργά αὐτή τήν ἐξαντλητική ποιμαντική ἐργασία του. Ἐπέστρεφε στό μοναστήρι τίς νύκτες μέ τά ἐσώρουχά του ποτισμένα στόν ἱδρῶτα, ἐξασθενημένος ἀπό τήν ὑπερκόπωσι, ἀλλά εὐτυχισμένος, διότι ἐπετέλεσε τό καθῆκον του. Οὐδέποτε ὁ π. Δομέτιος ἔπαιρνε χρήματα ἀπό πτωχούς ἀνθρώπους γιά τίς ὁποιεσδήποτε ἀκολουθίες πού τούς ἔκανε, παρότι αὐτοί δέν ἦσαν εὐχαριστημένοι νά βλέπουν τόν Πατέρα νά φεύγη ἀπό τό σπίτι τους μέ ἄδεια τά χέρια του. Γιά νά μή τούς στενωχωρῆ, δεχόταν μικρά δῶρα, ὅπως τυρί, γάλα καί αὐγά καί ἄλλα παρόμοια, τά ὁποῖα ἔβαζε στήν πλάτη του καί τά μετέφερε στήν ἀδελφότητα τῆς μονῆς του. Ἦτο ἀγαπητός ἀπ᾿ ὅλους τούς χωρικούς, διότι, ὅπως ὁμολογοῦσαν καί οἱ ἴδιοι, οὐδέποτε εἶχαν τέτοιο Πατέρα, ὁ ὁποῖος νά τούς βοηθῆ καί νά δείχνη τόση κατανόησι στίς ἀνάγκες τους καί χωρίς νά τούς ἐπιβαρύνη μέ κάτι.

Προσπαθοῦσε ὁ π. Δομέτιος νά βοηθήση τόν λαό νά συμμετέχη ἐνεργῶς στίς Ἀκολουθίες μέ κατάνυξι καί συναίσθησι. Φιλόμουσος καί ἐξαιρετικός ψάλτης, ὅπως ἦτο, ἐδίδασκε τούς Χριστιανούς καί τούς προέτρεπε νά ψάλλουν ὅλοι μαζί.

Οὐδέποτε ἔπαιρνε ἄδεια γιά ξεκούρασι καί σωματική του ἀνάπαυσι ἀπό τήν ἐκκλησιαστική του Ἀρχή, οὔτε μετέβαινε σέ ἰαματικά λουτρά νά φροντίση γιά τήν ὑγεία του.

Συμμετεῖχε δραστήρια στίς διοικητικές συνεδριάσεις καί τά προγράμματα πού ὠργανώνοντο ἀπό τό ἐπαρχιακό κέντρο, ὑποστηρίζοντας θέματα μέ τά ὁποῖα διεκδικοῦσε τό δίκαιο. Ἐπίσης ἀκολούθησε μαθήματα ἱεραποστολικῆς ποιμαντικῆς πού ἔγιναν στήν πόλι Κούρτεα τοῦ νομοῦ Ἄρντζες.

Στίς 12 Δεκεμβρίου 1974 μέ τήν ἀπόφασι τοῦ ἀριθμοῦ ἐγγράφου 4200 τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἀπονεμήθηκε ὁ τίτλος τοῦ ἀρχιμανδρίτου.

 

Περιγραφές γιά τήν προσωπικότητά του

Ἱεροκῆρυξ: Μετά ἀπό κάθε Θ. Λειτουργία ἐκήρυττε μέ φλόγα καί μέ μία ἰδιαίτερη δύναμι πειθοῦς, καί ἐσφράγιζε τά ὅσα ἔλεγε μέ τά ἁγία βιοτή καί τό παράδειγμά του. Τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες ἑορτές ἄρχιζε τό ἀπόγευμα, ὥρα 5 τό ἱερό Εὐχέλαιο, τό ὁποῖον καί ἐτελείωνε μ᾿ ἕνα σύντομο κήρυγμα, ἀναφορικά συνήθως μέ τήν δύναμι αὐτοῦ τοῦ Μυστηρίου. Κατόπιν δεχόταν στήν ἐξομολόγησι τούς Πιστούς, μερικοί ἀπό τούς ὁποίους εἶχαν ἔλθει ἀπό τήν προηγούμενη βραδυά. Ἐάν ὁ καιρός ἦτο καλός, ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τῶν προσκυνητῶν, ἡ Θεία Λειτουργία ἐτελεῖτο ἔξω στήν αὐλή σέ ὑπάρχουσα Τράπεζα, κάτω ἀπό τό μεγάλο δένδρο πού λέγεται Ἀκακία.

Φιλόξενος: Ἰδιαίτερα στίς ἑορτές, ὅταν ὁ ἀριθμός τῶν προσκυνητῶν ἦτο μεγαλύτερος, καί οἱ χῶροι γιά φιλοξενία εἶχαν ὅλοι καταληφθῆ, ὁ Πατήρ δέν εἶχε ἡσυχία μέχρις ὅτου νά τακτοποιήση καί τόν τελευταῖο χριστιανό ἔστω σέ κάποια γωνία γιά ἀνάπαυσι. Τό κελλί του, - ἄν ἠμποροῦμε νά τό ὀνομάσουμε δικό του - διότι ἔμενε μαζί μέ τούς πατέρες Βαρσανούφιο καί Φιλόθεο - ἦτο ἀπό τήν ἀρχή σχεδόν κατάμεστο μέ παιδιά, γέρους καί ἀσθενεῖς. Τό ἴδιο συνέβαινε καί στά κελλιά τῶν καλογραιῶν. Σ᾿ αὐτές τίς περιστάσεις ἡ τραπεζαρία, οἱ διάδρομοι, ἀκόμη καί τά παρεκκλήσια εἶχαν προσφερθῆ στούς χριστιανούς γιά ἀνάπαυσι, ἐνῶ ὁ Πατήρ εὐχαριστιόταν νά κάθεται λίγο σ᾿ ἕνα σκαμνί ἤ κάτω μέσα στό ἱερό Βῆμα.

Μετριόφρων: Ἦτο ἁπλοῦς καί λιτός στήν ἐνδυμασία του, στήν συμπεριφορά καί στήν τροφή του. Εἶχε μόνο μία στολή ρούχων, τά ὁποῖα τοῦ τά ἔδιναν σάν δῶρο ἤ ἀπ᾿ αὐτά πού ἔδιναν οἱ μοναχές στούς πτωχούς. Ἡ τροφή του ἦτο, ὡς ἐπί τό πλεῖστον χόρτα καί τίς περισσότερες φορές εὐχαριστιόταν νά τρώγη μαμαλίγκα, ψωμί, κρεμμύδια ἤ βραστές πατάτες.

Ἐλεήμων καί γενναιόδωρος: Ἦτο ἕνα ζωντανό παράδειγμα αὐταπαρνήσεως καί προσφορᾶς γιά ὅλη τήν ἀδελφόρτητα πού ἐποίμαινε καί γιά ὅλους ὅσοι τόν ἐγνώριζαν. Ἀπό κάθε τί πού ἐλάμβανε, τό καλλίτερο καί τό ὡραιότερο τό ἔδινε στούς ἄλλους, ἐνῶ γιά τόν ἑαυτό του κρατοῦσε τό χειρότερο καί πολλές φορές τίποτε. Ποτέ δέν εἶχε ἡσυχία, ὅταν εἶχε κάποιο πρᾶγμα περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους καί ἐγνώριζε ὅτι ἄλλοι ἄνθρωποι αὐτό τό στεροῦνται. Ἦτο τόσο ἐλεήμων, ὥστε ἔδινε καί τά ροῦχα του ἀκόμη, ἄλλοτε ἔβγαζε καί τίς κάλτσες ἀπό τά πόδια του, ὅταν ἔβλεπε κάποιον νά μήν ἔχη κάλτσες. Κανείς δέν ἀναχωροῦσε ἀπό τό μοναστήρι, ἀπ᾿ αὐτούς πού εἶχαν κάποια ἀνάγκη, ὅπως πτωχοί, πεινασμένοι καί πνευματικά ἀπαρηγόρητοι. Δέν ἔκανε διάκρισι ἐάν οἱ ἐρχόμενοι ἦσαν ρουμᾶνοι ἤ τσιγγᾶνοι. Πολλές φορές ἔβαζε χρήματα στίς τσέπες τῶν πτωχῶν πού ἔπερεπε νά ταξιδεύσουν ἤ εἶχαν ἄλλες ἐπείγουσες ἀνάγκες.

Καθοδηγός στόν καλό δρόμο.  Μέ τήν δύναμι τῆς πειθοῦς του ὡδη­γοῦσε τούς ταραγμένους μεταξύ τους ἀνθρώπους στήν συμφιλίωσι. Ὄχι μιά φορά, ἀλλά πολλές φορές εὑρίσκοντο ἔξω στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν τόν π. Δομέτιο νά τούς εἰρηνεύση.

Ἄνθρωπος τῆς θυσίας: Τό σημαντικώτερο πρόσωπο μέσα στήν ἀδελφότητα, πού δέν ἐκάμπτετο μπροστά σέ ὁποιαδήποτε δυσκολία, ἦτο ὁ π. Δομέτιος. Ὅπου ὑπῆρχε δυσκολία στήν ἐξεύρεσι λύσεως γιά κάποιο πρόβλημα, ἀκόμη καί γιά τά πιό ἀσήμαντα ἔργα, ἦτο παρών ὁ ἴδιος μέ τήν ἴδια πάντα διάθεσι γιά θυσίες καί περιπέτειες μέχρι θανάτου. Ὅσο δύσκολη ἔπεφτε ἐπάνω στούς ὤμους του μία ἐργασία, ἡ ὁποία προκαλοῦσε στούς ἄλλους ἀποστροφή ἤ ὑπερβολικό κόπο, γιά τόν π. Δομέτιο ἦτο δυνατή ἡ ἐπίλυσίς της μέ τήν θεία βοήθεια.

Ἄνθρωπος προσευχῆς: Συνιστοῦσε μέ ἐπιμονή τόσο στίς μοναχές, ὅσο καί στούς χριστιανούς νά προσεύχωνται ἀδιάκοπα καί μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς πίστεώς τους. Τούς προέτρεπε τήν σύντομη μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία σύντομα ἀνάβει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή μας πρέπει νά γίνη μία ἀένναη προσευχή.

Δέν ἔχανε καμμία εὐκαιρία νά συμβουλεύη τά πνευματικά του τέκνα νά ἔχουν ἀνάμεσά τους εἰλικρινεῖς διαθέσεις γιά ὅλα τά θέματα.

Θεωροῦσε τήν ὑπακοή πού γίνεται μέ ταπείνωσι καί εὔθυμη καρδιά σάν ἕνα καθαρό ἀναίμακτο μαρτύριο.

Στά κηρύγματά του πολεμοῦσε μέ ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα  αὐτούς πού ἀπεκόπτοντο ἀπό τό Σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἀναμειγνύοντο στίς αἱρέσεις. Πολλούς αἱρετικούς ἐπέστρεψε ἀπό τίς πλάνες τους. Ὅσα χρόνια λειτουργοῦσε στά χωριά ἐκεῖνα τῆς Τρανσυλβανίας, δέν ὑπῆρχαν αἱρέσεις καί αἱρετικοί.

Γιά τά τυχόν μικρά σφάλματα, τά ὁποῖα ἔκανε σάν ἄνθρωπος, κατά τίς πολλές φροντίδες του γιά τήν ἀδελφότητα τῶν μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖες ἐνίοτε τόν στενοχωροῦσαν, ἐστενοχωρεῖτο κι αὐτός καί γρήγορα ἐπέστρεφε μετανοημένος. Ζητοῦσε συγχώρησι γιά νά μή παραμείνη ἔστω ἡ παραμικρή κρυφή  πληγή ἀγιάτρευτη μέσα του.

Σ᾿ ὅλες τίς δραστηριότητές του ἦτο πάντοτε πρόθυμος καί συνεπής, ἰδιαίτερα στίς ὑποχρεώσεις του στήν ἐκκλησία, στήν τραπεζαρία καί στήν ἐπιστασία του στά διακονήματα.

 

Μαθητές τοῦ π. Δομετίου

Ὁ π. Δομέτιος καθωδήγησε, ἐνεθάρρυνε καί ἀκόμη ἐβοήθησε ὑλικά πολλούς νέους, μαθητές καί θεολόγους φοιτητές, γιά μία ἀληθινή ἱερατική διακονία, πού νά διαπνέεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς θυσίας καί νά καίγεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀνάμεσά τους ἀριθμοῦνται ὁ π. Θεόδωρος Μπουρκούς ἀπό τό Σιμπίου, ὁ π. Φιλόθεος Στόϊκα, πού ἀνα­δείχθηκε ἕνας ἄξιος διάδοχός του στήν ἐπαρχία τοῦ Ριμέτς καί ἄλλοι.

Ὁ προσανατολισμός τοῦ π. Μιχαήλ Μανωλάκε, μικροτέρου ἀδελφοῦ του, πρός τήν ἱερωσύνη ἦτο ἔργο τοῦ π. Δομετίου, ὁ ὁποῖος τόν καθωδήγησε ἀπό μικρό παιδί στήν ἐκκλησιαστική σχολή.

Σημαντική θέσι στήν ἱεραποστολική προσφορά τοῦ π. Δομετίου ἔχει καί ὁ π. Βαρσανούφιος Στιρμπάν, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολούθησε ἀπό τήν ἀρχή σ᾿ ὅλες τίς δοκιμασίες τοῦ βίου του, ἀφ᾿ ὅτου ἦτο ἀκόμη μαθητής καί συνεργάτης του καί κατόπιν συλλειτουργός του γιά ἕνα διάστημα μαζί του στό μοναστήρι Ριμέτς.

Τέλος, ἕνας ἄλλος ἔμμεσος μαθητής εἶναι ὁ π. Ἰωακείμ Πόπα, διάδοχός του ἐφημέριος στήν ἴδια Μονή καί στό χωριό Πλεάσια τῆς κοινότητος Ριμέτς, ὁ ὁποῖος κοπιάζει μέ σύνεσι καί φλόγα νά δυναμώση ἀκόμη πιό πολύ τό ἀναμμένο φῶς στό μοναστήρι Ριμέτς μέ τόση θυσία, ὅση καί ὁ π. Δομέτιος.

 

Ἡ κοίμησίς του

Ἡ ὑγεία τοῦ π. Δομετίου εἶχε πολύ ἐξασθενήσει ἐξ αἰτίας τῶν ἀκαταπαύστων ἀγώνων του, χωρίς καμμιά λύπησι καί ἐγκράτεια σ᾿ αὐτά τά 26 χρόνια, στά ὁποῖα ἐργάσθηκε σάν ἱερεύς καί Πνευματικός μέ μία τόσο μεγάλη ἱεραποστολική δραστηριότητα. Οἱ πορεῖες του στά βουνά, χειμῶνα-καλοκαίρι γιά τήν ἐπίσκεψι τῶν ἐνοριακῶν ἐκκλησιῶν, πού δέν εἶχαν θέρμανσι, οἱ νηστεῖες του, οἱ ἀδιάκοποες ἀκολουθίες καί οἱ ἐνθουσιώδεις ψαλμωδίες του, οἱ ἑκούσιες στερήσεις του προκειμένου νά βοηθήση τούς ἄλλους στίς ἀνάγκες τους, ὅλα αὐτά καί ἄλλα πολλά τόν κατέβαλλαν σωματικά. Ἀκόμη ἔπρεπε νά ὑπομείνη μία χειρουργική ἐπέμβασι στόν λαιμό καί μέ τήν ἀφορμή αὐτή τοῦ ἐμφανίσθηκε μία παλαιά καρδιακή πάθησις.

Παρότι συνέχιζε νά ἐκπληρώνη ὅλα τά καθήκοντά του, χωρίς ἰδιαίτερες ἐνοχλήσεις, ὁ Πατήρ αἰσθανόταν πολύ κουρασμένος καί καταβεβλημένος, παρά τήν φυσική δυναμικότητά  του.

Τήν νύκτα τοῦ Νέου Ἔτους 1975 στό κήρυγμά του, μεταξύ τῶν ἄλλων, εἶπε καί τά ἑξῆς: «Τί νά εἶναι αὐτό, ἀδελφοί; Ὅταν ἄρχισα νά κοιμᾶμαι, εἶδα ἕνα καινούργιο τάφο, ἀδειανό, μ᾿ ἕνα σταυρό στήν κορυφή του, ἐνῶ ἐγώ ἤμουν δίπλα του. Τίνος νά εἶναι ἄραγε αὐτός ὁ τάφος; Καί τήν χρονιά ἐκείνη ἀπέθανε.

Τήν ἑβδομάδα ἐκείνη πρό τοῦ τέλους του ἐκήρυττε καθημερινά στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἐνίοτε ἀκόμη καί στό πρωϊνό ρόφημα τῶν καλογραιῶν του. Τούς ἔδινε, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, περισσότερες συμβουλές.

Οἱ πλημμῦρες ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1975 κατέστρεψαν τόν δρόμο πρός τό χωριό Τέϊους σέ πολλά σημεῖα, καθώς καί τίς κρεμαστές γέφυρες πού εἶχαν κρεμαστῆ μέ σχοινιά στόν ποταμό Τζεοατζίου, ἀπομονώνοντας ἔτσι τό μοναστήρι. Οἱ μεγάλες του προσπάθειες ἐκεῖνες τίς ἡμέρες γιά ἐπιδιορθώσεις τοῦ προκάλεσαν μία μεγάλη δοκιμασία στήν καρδιά. Ὑπέφερε ἀπό ἆσθμα.

Στίς 2 καί 3 Ἰουλίου ἄρχισαν νά ἔρχωνται μέσα ἀπό τήν κοιλάδα, πού εἶχε πλημμυρίσει, κάθε εἴδους δένδρα ξερριζωμένα καί πέτρες. Ἀκριβῶς τότε ἔφθασε ἀπό τό Βουκουρέστι ἕνας ἁγιογράφος μέ τήν γυναῖκα του καί τό παιδί του. Ὁ Πατήρ μετέβη νά τούς βοηθήση καί νά παραλάβη τίς ἀποσκευές τους. Τό νερό τόν εἶχε φθάσει μέχρι τήν ζώνη του. Μόλις πρόλαβε ὁ Πατήρ νά βάλη τό ἕνα πόδι του στό ἔδαφος στήν ἄλλη ὄχθη, ἀμέσως κόπηκε καί παρασύρθηκε ἡ κρεμαστή γέφυρα  μέσα στά πλημμυρισμένα νερά. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν στήν ἄλλη ὄχθη καί ἐβοηθήθησαν ἀπό τούς χωρικούς. Ἀλλά ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος ἦτο σχεδόν ὅλος βρεγμένος προσπαθοῦσε νά περάση πάλι γιά νά φθάση στό μοναστήρι. Ἐπῆγε στήν ὑψηλότερη γέφυρα, στοῦ μυλωνᾶ Τούρκου. Ἀλλά καί ἐκεῖ κτυποῦσαν τά νερά τήν γέφυρα, παρ᾿ ὅλα αὐτά ἀποτόλμησε νά περάση. Μόλις ἐπέρασε, καί πάλι τά ἄφθονα νερά ἐτράβηξαν πρός τά μέσα τήν γέφυρα. Δύο φορές ἐκείνη τήν ἡμέρα τόν διέσωσε ὁ Κύριος καί ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἐπέστρεψε στό μοναστήρι ἀπό ἀπόκρημνες πλαγιές, πού μόνο αὐτός τίς ἤξερε. Ἡ βροχή συνεχιζόταν. Ἦτο μουσκεμένος μέχρι τά κόκκαλα. Ἐπί τρεῖς φορές ἀπελπίσθηκε καί εἶπε ὅτι δέν θά ἠμπορέση νά φθάση στό μοναστήρι. Τοῦ κόπηκε ἡ ἀναπνοή, διότι τόν ἐνωχλοῦσε ἡ ἐγχείρησις πού εἶχε κάνει στόν λαιμό πρίν ἀπό 11 μῆνες. Ἔτσι μέ τήν ψυχή στό στόμα, ἡ συνοδεία του τόν δέχθηκε στό μοναστήρι. Ἄλλαξε τά βρεγμένα ροῦχα του καί ἐπῆγε πολύ χαρούμενος στήν ἐκκλησία, διότι εἶχε τέτοια τάξι. Ἄρχισε τόν Ἑσπερινό καί μετά ἀπό λίγη ὥρα τόν Ὄρθρο.

Τό Σάββατο στίς 5 Ἰουλίου, παραμονή τοῦ θανάτου, ὁ π. Δομέτιος προσπάθησε μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς ψυχῆς του νά δώση γιά ὅλη τήν ἀδελφότητα ἕνα μάθημα ὑπακοῆς καί πνευματικῆς τελειότητος στήν τράπεζα. Ἐζήτησε ἐπίμονα νά εἶναι καί οἱ ἄλλοι δύο Πατέρες παρόντες πάντοτε στήν τραπεζαρία, ὅταν κτυπᾶ ἡ καμπάνα. Τούς εἶπε τά ἑξῆς: «Ἐγώ ἀναχωρῶ ἀπό κοντά σας, τί παράδειγμα ἐσεῖς θά δώσετε στήν ἀδελφότητά μας; (Αὐτοί οἱ Πατέρες ἦσαν πνευματικά του τέκνα, ὁ π. Φιλόθεος καί ὁ π. Βαρσανούφιος). Τότε αὐτοί ἐπείσμωσαν καί δέν ἤθελαν νά φάγουν. Τότε εἶπε ὁ π. Δομέτιος: «Ὅλη ἡ ἀδελφότης δέν θά σηκωθῆ ἀπό τήν τραπεζαρία, μέχρις ὅτου φάγουν καί οἱ Πατέρες». Ἐνῶ αὐτοί συνέχισαν νά τρώγουν, σηκώθηκε μία μοναχή καί τούς εἶπε μέ δυνατό ὕφος: «Ἄϊντε, φᾶτε, διότι ἔχει δίκαιο ὁ Πατήρ· ὅταν κτυπᾶ τό καμπανάκι γιά φαγητό ὁ ἕνας  πηγαίνετε στό ἕνα μέρος καί ὁ ἄλλος στό ἄλλο μέρος τῆς τραπέζης». Βλέποντας αὐτοί ὅτι δέν ἔχουν ἄλλη διέξοδο, ἔφαγαν κι ἐζήτησαν συγχώρησι ἀπό τόν π. Δομέτιο ἐνώπιον ὅλων τῶν μοναζουσῶν.

Τό Σάββατο, μετά τό φαγητό, ὁ Πατήρ πικράθηκε διότι ἔβγαλαν τό συρματόπλεγμα ἀπό τό κοτέτσι, πού εἶχε γεμίσει κάτω μέ λάσπη, διότι κανείς δέν ἐγνώριζε ὅτι ἐβούλιαζε πλέον ἐκεῖ· τό ἔβαλε στά πόδια, μετά τήν πλημμύρα πού εἶχε γίνει ἐκεῖ. Κατόπιν ἐστοίβιασε τά ξύλα τῶν οἰκοδομῶν.

Τό Σάββατο τό βράδυ ἔκανε τόν Ἑσπερινό καί τήν ὡραία ἀναστάσιμη ἀγρυπνία, τήν ὁποία ἔζησε μέ πολύ ἐσωτερικό ἐνθουσιασμό. Ἦτο πολύ χαρούμενος διότι συμμετεῖχε στήν δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Τό βράδυ ἐκάλεσε στήν τράπεζα γιά φαγητό τούς μαθητές τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς τοῦ Βουκουρεστίου. (Αὐτοί εἶχαν ἔλθει μέ τήν εὐκαιρία τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν τους προκειμένου νά βοηθήσουν στίς οἰκοδομικές ἐργασίες τῆς μονῆς). Τούς ὡμίλησε σχετικά πῶς πρέπει νά εἶναι ἕνας ἱερεύς στήν κοινωνία καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Κατόπιν τούς εἶπε νά ψάλλουν τό: «Ἄξιόν ἐστιν...» πρός τιμήν τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ἦτο πολύ χαρούμενος, διότι ἐνθυμήθηκε καί τά δικά του νεανικά χρόνια σάν μαθητής στήν ἴδια σχολή. Τότε, τούς ὡμίλησε ἐπ᾿ εὐκαιρία καί γιά τήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Μπουζέου.

Τήν Κυριακή, 6η Ἰουλίου 1975, ὥρα 5 τό πρωΐ περπατοῦσε στήν αὐλή καί στόν κῆπο. Σκεπτόταν πῶς ἦτο ὁ τόπος στήν ἀρχή, ἔφερε στήν μνήμη του ὅλες τίς οἰκοδομές πού ἔγιναν. Τόσο εἶχε προσηλωθῆ σ᾿ αὐτά...Βάδιζε σκυφτός σάν κάποιος νά μετροῦσε τά βήματά του...

Ἐσήμαναν οἱ καμπάνες γιά τήν Θεία Λειτουργία καί ἡ ἀδελφότης συγκεντρώθηκε στό παρεκκλήσιο. Ἡ ἀκολουθία διεξαγόταν καθημερινά μέ πολύ πόθο, ἀλλά σήμερα ὁ π. Δομέτιος ἔψαλλε μονότονα. Ὁ π. Βαρσανούφιος πού λειτουργοῦσε μαζί μέ τόν π. Δομέτιο εἶπε ὅτι ὁ Πατήρ δέν ἐσήκωσε τά μάτια του καθόλου ἀπό τήν γῆ. Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας ἐκήρυξε ἐξηγώντας τόν στίχο τῆς Γραφῆς: «Οὐδείς ἐπιβαλών τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον καί βλέπων εἰς τά ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ.9,62).

Στήν τράπεζα, ἀπηύθυνε λίγες συμβουλές καί ἐσχολίασε τίς πλημμύρες πού ἔγιναν τόσο στήν περιοχή τους ὅσο καί σ᾿ ὁλόκληρη τήν Χώρα. Κατόπιν ὁ Πατήρ διηγήθηκε ἐνώπιον ὅλης τῆς ἀδελφότητος ὅτι τήν νύκτα εἶχε μία ἀποκάλυψι στό ὄνειρό του. Ὠνειρεύθηκε ὅτι ἦλθε μία γυναῖκα στό μοναστήρι καί ἐξέδυσε τήν μητέρα του (μοναχή Φιλοθέη) ἀπό τά ροῦχα πού φοροῦσε καί τῆς ἔδωσε νά φορέση ἕνα μαῦρο φουστάνι, λέγοντάς της: «Ἀπό σήμερα νά φορῆς αὐτό τό μαῦρο φόρεμα». Καί ὁ Πατήρ τούς εἶπε ἀκόμη ὅτι εἶδε κι ἄλλη μία ἀποκάλυψι τήν ὁποία θά τούς τήν διηγηθῆ στήν βραδυνή τράπεζα.

Στίς 2,30 μετά τό φαγητό ἀνεχώρησε μέ μία ὁμάδα μοναχῶν καί Δοκίμων, οἱ ὁποῖες προσφέρθηκαν νά τόν συνοδεύσουν γιά τό Τζεοατζίου γιά νά μεταφέρουν τρόφιμα πού εὑρίσκοντο ἐκεῖ στό αὐτοκίνητο τῆς μονῆς, που παρέμεινε ἐκεῖ, λόγῳ τῆς καταστροφῆς τοῦ δρόμου. Ὁ δρόμος μέσῳ τοῦ δάσους ἦτο καλός νά τόν βαδίση κάποιος μέ καλή  διάθεσι καί ψαλμωδίες, ὅπως συνέβαινε συνήθως. Ἀφοῦ ἔφθασαν ἐκεῖ ὁ Πατήρ, ἔδωσε σέ καθεμία, κατά τήν δύναμί της, κάτι ἀπό τά τρόφιμα, φροντίζοντας ἐκεῖνος στό τέλος νά μεταφέρη τά βαρύτερα μόνος του. Πηγαίνοντας στόν δρόμο τελευταῖος αἰσθανόταν ἄσχημα καί σταματοῦσε συχνά, ἀλλά συνέχιζε νά κουβεντιάζη μέ τίς Ἀδελφές...Κοντά σ᾿ ἕνα παράπηγμα μία Ἀδελφή ἡ Βαρβάρα τόν ἐρώτησε, ἐάν αἰσθάνεται ἄσχημα. Ὁ Πατήρ τῆς ἀπήντησε: «Ἐάν ξέρης, δέν χρειάζεται νά μ᾿ἐρωτᾶς. Μεῖνε μετά ἀπό μένα δεμένη μέ τήν ἀδελφότητα». Τά λόγια του αὐτά ἦσαν σάν μία πνευματική ἐντολή καί μία διαθήκη γι᾿ αὐτήν, διότι ἐρχόταν πάντοτε σάν ἐπισκέπτρια στό μοναστήρι καί πάλι ἀναχωροῦσε.

Ἀνέβηκε τόν λόφο πού εἶναι μπροστά ἀπό τήν ἐνοριακή ἐκκλησία. Εἶχε δεξιά του τό ἱερό Βῆμα τῆς ἐκκλησίας, ὅπου τόσα χρόνια ἐλειτούργησε καί συνωμιλοῦσε μέχρι τήν τελευταία στιγμή, ὁπότε γονάτισε, μή ἠμπορῶντας νά συνεχίση, καί ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό, κλίνοντας τό σῶμα του πρός τό ἕνα μέρος. Ἀνέπνευσε δύο φορές κι ἀμέσως παρέδωσε τήν ψυχή του. Διατηροῦσε τίς αἰσθήσεις του μέχρι τήν τελευταία του ἀναπνοή κι ἔγειρε ὄχι πρός τά δεξιά, ὅπου ἦτο ἡ ὄχθη τοῦ ποταμοῦ, διότι θά κινδύνευε νά πέση στό νερό. Ὅταν γονάτισε γιά τελευταία φορά, λόγῳ τοῦ καρδιακοῦ ἄσθματος πού τόν κατέβαλλε, ἄφησε νά πέση ἀπό τίς πλάτες του καί τά πράγματα πού κουβαλοῦσε.

Αὐτό ἦτο τό τέλος τοῦ ἐπιγείου ταξιδίου τοῦ ἀρχιμανδρίτου π. Δομετίου Μανωλάκε!

Ἡ ἀκολουθία τῆς κηδείας τελέσθηκε στίς 10 Ἰουλίου μέσα στήν αὐλή τῆς Μονῆς. Συμμεττεῖχε μία ὁμάς ἱερέων καί διακόνων μέ ἐπικεφαλῆς τόν βοηθό ἐπίσκοπο Αἰμιλιανό Ρασιναρεάνου, ἐκπρόσωπο τοῦ μητροπολίτου Τρανσυλβανίας Νικολάου Μλαντίν. Μετά τό τέλος τῆς ἀκολουθίας ἐξεφώνησαν λόγους ἀρκετοί κληρικοί καί τέλος ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἐξῆρε τήν προσωπικότητα τοῦ μεταστάντος, λέγοντας ὅτι ἔχασε ἡ Τρανσυλβανία ἕνα ἀληθινό λειτουργό τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον τόσο πολύ εἶχε ἀκόμη ἀνάγκη.

Μέ τά πένθιμα κτυπήματα τῶν καμπάνων καί τά δάκρυα τῶν χιλιάδων λαοῦ μεταφέρθηκε τό φέρετρό του ἀπό ἕξι ἱερεῖς στήν αἰώνια κατοικία του. Ὁ ἐπίσκοπος Αἰμιλιανός ἐσφράγισε τόν τάφο εἰς ἐλπίδα ἀναστάσεως.

Ἐπάνω στόν μαρμάρινο σταυρό πού τοποθέτησαν στό μνῆμα του, γράφτηκαν τά ἑξῆς λόγια τοῦ παλαιοῦ φίλου του, μητροπολίτου Σιμπίου Ἀντωνίου Πλαμαντεάλα: «Πάτερ παντοκράτορ, Σύ ὅστις τόν ἐκάλεσες κοντά Σου, ἐλέησέ τον, ὡς καί ἡμᾶς, τήν συνοδεία του, ἡ ὁποία ὕψωσε αὐτόν τόν σταυρό εἰς αἰωνίαν μνήμην μέχρις ὅτου θά εἴμεθα πάλιν εἰς τήν Βασιλεία Σου μία ποίμνη, ἕνας ποιμήν. Ἀμήν».

Στό ἐτήσιο μνημόσυνο προσῆλθε ὁ ἐπίσκοπος Αἰμιλιανός, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦλθε γιά πρώτη φορά στό Ριμέτς καί εὑρῆκε τόν π. Δομέτιο νά λειτουργῆ σέ μία ἀπό τίς πολλές ἐνοριακές του ἐκκλησίες, εἶπε στό κήρυγμα τότε μεταξύ ἄλλων: «Πάτερ Δομέτιε, ποιός θά σοῦ ἀπαριθμήση τά βήματα πού ἔκανες σ᾿ αὐτούς τούς τόπους καί τούς ἵδρῶτες πού ἔχυσες τρέχοντας ἀπό τήν μιά ἐκκλησία στήν ἄλλη;»

Στόν τάφο τοῦ π. Δομετίου ἔρχονται πάντοτε ἑκατοντάδες Χριστιανῶν νά ἐναποθέσουν ἕνα λουλούδι, ν᾿ ἀνάψουν ἕνα κερί, νά χύσουν ἕνα δάκρυ στοργῆς, νά ὑψώσουν μία θερμή προσευχή, νά τοῦ ζητήσουν τήν βοήθειά του.

Σήμερα οἱ καμπάνες αὐτοῦ τοῦ παλαιοῦ μοναστικοῦ κέντρου κτυποῦν γιά νά σημάνουν τήν ἐκ θεμελίων ἀναγέννησι τοῦ ὀρθοδόξου ἐδῶ μοναχισμοῦ ἀπό τόν ἄξιο ποιμένα τῶν ψυχῶν, τόν φλογερό ἱεραπόστολο ὅλων τῶν γύρω χωριῶν καί ὁλοκλήρου τῆς Τρανσυλβανίας, ὁ ὁποῖος μέ τό πελώριο ἔργο του συνέβαλλε στήν ἐνίσχυσι τῆς πατροπαραδότου Πίστεως καί στήν ἐθνική ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων Ρουμάνων.

Λαμπρός θεολόγος, πνευματικός πατήρ πολλῶν χριστιανῶν, θερμός πατριώτης καί ὑπέρμαχος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, ἄνθρωπος αὐτοθυσίας, ἀνθρωπιστής, νοικοκύρης μέ σπάνιες ἱκανότητες ὁ π. Δομέτιος ἦτο καί θά παραμείνη ἕνα ἀνεκτίμητο ἄνθος μέσα στόν κῆπο τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας.

 

 

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ Π. ΔΟΜΕΤΙΟΥ

 

Πορεία 60 χιλιομέτρων...

Κάποτε ἦλθε γιά διακοπές στό σπίτι του, ὅταν ἦτο σπουδαστής στήν ἐκκλησιαστική σχολή. Μετά τίς διακοπές ἐπῆρε χρήματα ἀπό τούς γονεῖς του γιά εἰσιτήριο, προκειμένου νά ἐπιστρέψη πάλι στό Μπουζέου. Στόν σταθμό τοῦ χωριοῦ Ἰάνκα, ἀπ᾿ ὅπου θά ἐπέβαινε στό τραῖνο, τόν συνάντησε ἕνας συσπουδαστής του, ὁ ὁποῖος ἦτο πολύ πικραμένος καί δακρυσμένος, διότι οἱ γονεῖς του δέν τοῦ εἶχαν δώσει χρήματα γιά τό εἰσιτήριό του. Ὠδυρόταν μέ στεναγμούς, διότι δέν ἤξερε πῶς νά βρῆ λύσι στό πρόβλημά του. Συγκινημένος ἀπό τήν κατάστασι αὐτή τοῦ συσπουδαστοῦ του ὁ Στυλιανός τοῦ ἐχάρισε ὅλα τά χρήματα πού εἶχε γιά τό ἰδικό του εἰσιτήριο. Τώρα ἦλθε ὁ ἴδιος στήν θέσι τοῦ φίλου του, χωρίς νά ἔχη χρήματα γιά τό εἰσιτήριό του. Χωρίς νά σκεφθῆ πάρα πολύ, ξεκίνησε μέ τά πόδια, μιά ἀπόστασι περίπου 60 χιλιόμετρα, ἀκολουθώντας τήν σιδηροδρομική γραμμή μέ κατεύθυνσι τό Μπουζέου, φορώντας στά πόδια του τσαρούχια. Γιά νά μή τά καταστρέψη ἐπάνω στά χαλίκια τῆς γραμμῆς, τά ἔβγαζε καί περπατοῦσε ξυπόλυτος. Ἔτσι διήνυσε τόν δρόμο αὐτό μέχρι τό Μπουζέου εὐχαριστημένος, διότι ἔκανε αὐτή τήν καλή πρᾶξι στόν συμμαθητή του.

*   *   *

Κάποτε ἡ ἀδελφή του Εὐγενία (μετέπειτα μοναχή Εὐδοξία) παίζοντας μπῆκε στό δωμάτιό του, ὅπου ἀναπαυόταν. Τότε αὐτός τήν ἐρώτησε:

-Ξέρεις τό Σύμβολο τῆς Πίστεως;

Αὐτή, ἡ ὁποία τότε ἐπήγαινε στήν δευτέρα τάξι τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, τοῦ ἀπήντησε:

-Ὄχι.

-Νά τό μάθης. Τήν προέτρεψε ἐκεῖνος.

-Δέν τό μαθαίνω, διότι εἶναι μεγάλο, διαμαρτυρήθηκε ἐκείνη. Καί ὁ Στυλιανός ἐπέμενε λέγοντάς της:

-Μάθε το καί θά σοῦ δώσω δύο νομίσματα!

Τότε ἐκείνη ἐπεστράτευσε ὅλη τήν ἐπιμονή της καί τό ἔμαθε καί κατόπιν ἐπῆρε καί τό δῶρο της!

*   *   *

Ὅταν ὁ π. Δομέτιος εὑρισκόταν στό μοναστήρι Πρισλόπ τό ἔτος 1949, τήν ὥρα πού ἐδιαβάζοντο οἱ Χαιρετισμοί τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος καί εἶχαν φθάσει στόν ἕκτο οἶκο, αἰσθάνθηκε στό στόμα του μία πολύ μεγάλη γλυκύτητα σάν τό μέλι, κάτι τό ὁποῖον δέν ἠμποροῦσε νά τό περιγράψη. Αὐτή τήν ἰδιαίτερη γλυκύτητα συνέχισε νά τήν αἰσθάνεται καθημερινά ἐπί ἕνα περίπου μῆνα. Ἐξαφανίσθηκε ἀπότομα, ὅταν τήν ἀπεκάλυψε σέ ἄλλους. Εἶπε ἀργότερα στίς Ἀδελφές αὐτό τό γεγονός γιά νά γνωρίζουν ὅλοι ἀπό τότε, ὅταν αἰσθάνωνται κάποια θεία ἐμπειρία νά μή τήν ἀποκαλύπτουν σέ κανέναν, διότι εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ καί γιά νά μή τήν πάρη πάλι πίσω.

*   *   *  

Μία νέα γυναῖκα ἀπό τήν πόλι Σέμπες, ἐδιηγεῖτο πώς, ὅταν ἦτο κορίτσι, εἶχε ἐπιληψία. Ἡ μητέρα της τήν ἔφερε στό μοναστήρι Πρισλόπ, στόν π. Ἀρσένιο Μπόκα. Ἐκεῖ ἦτο καί ὁ π. Δομέτιος, νέος τότε καλόγερος. Ὁ π. Ἀρσένιος βγῆκε νά τήν ἐξομολογήση καί ἐκείνη ἡ νέα ἄρχισε νά ζαλίζεται. Ὁ π. Δομέτιος τήν ἐκτύπησε μέ τήν παλάμη του στό κεφάλι. Ἀπό τότε θεραπεύθηκε ἡ ἀσθένειά της καί δέν τῆς συνέβη κανένα κακό γεγονός στήν ζωή της.

 

*   *   *  

Μία χωρική ἀπό τό χωριό Ντεάλ, τοῦ νομοῦ Ἄλμπα, ὀνόματι Συλβία Μπαντίλα, ἐπῆγε μέ τήν κορούλα της, ἡλικίας τότε μόνο ἑνός καί ἥμισυ ἔτους στήν σκήτη Ἀφτέϊα-Τσιοάρα, ὅπου εὑρισκόταν τότε ἐκεῖ ὁ π. Δομέτιος. Ἡ κορούλα της ἦτο ἀσθενής καί ἤθελε ἡ μητέρα της νά τήν διαβάση ὁ Πατήρ μία προσευχή γιά βοήθειά της. Ἀλλά ὁ Πατήρ ἦτο πολύ ἀπασχολημένος καί δέν εὕρισκε χρόνο νά ἔλθη κοντά της. Τότε ἐκείνη, στενοχωρημένη, ἀπομακρύνθηκε στό δάσος γιά νά ἀναπαυθῆ ἐκεῖ. Τήν ὥρα πού ἡ μητέρα της ἐφάσκιωνε τό κοριτσάκι της, εἶδε τόν π. Δομέτιο νά περνᾶ μέ κάποιον ἀπό δίπλα της καί νά τοῦ λέγη ὅτι τό κοριτσάκι αὐτό εἶναι ἄρρωστο. Αὐτός σταμάτησε σέ μιά ἀπόστασι καί εἶπε: «Ὁ Κύριος νά σᾶς εὐλογήση», κάνοντας ταυτόχρονα καί τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἡ κορούλα θεραπεύθηκε τελείως ἀπό τούς πόνους τούς ὁποίους εἶχε. Ὅταν ἔφθασε ἡ κόρη 16 ἐτῶν, ἐπῆγε στήν πόλι Ἀϊούντ, στό ἐργαστήριο ταπήτων, ὅπου εἰργάζοντο σάν λαϊκές οἱ μοναχές καί Δόκιμες ἀδελφές, πνευματικά τέκνα τοῦ π. Δομετίου. Ἀργότερα μπῆκε κι αὐτή στό μοναστήρι Ριμέτς. Ὁ λόγος εἶναι γιά τήν μοναχή Μήνα, τήν ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πλησίον τῆς πόλεως Ὀράντεα.

 

*   *   *

Κάποια φορά ἐπῆγε ὁ Πατήρ μέ ἀρκετές μοναχές στό χωριό πού γεννήθηκε, σ᾿ ἕνα θεῖο του, τόν Γεώργιο, μικρότερο ἀδελφό τῆς μητέρας του, γιά νά τελέση μνημόσυνο. Ἦτο μαζί του καί ἡ κατά σάσκα ἀδελφή του, ἡ ὁποία εἶχε πάει στό μοναστήρι γιά μοναχή πρίν ἀπό ἕνα χρόνο. Στήν ἐπιστροφή ἐστάθμευσαν σ᾿ ἕνα ὡραῖο καταπράσινο τοπίο. Τότε εἶπε ὁ θεῖος του στόν π. Δομέτιο: «Πάτερ, μπορεῖς νά εἶσαι χαρούμενος, διότι ἡ ἀνιψιά μου σέ ἀκολούθησε». Ἡ ἀπάντησις δέν ἦτο ἕνας ἔπαινος πού ἀπευθυνόταν στήν ἀδελφή του, ἀλλά: «Ἐ, θεῖε, ἀκολούθησε καί ἐσύ...»

 

*   *   *

Τό ἔτος 1952 ὁ π. Βαρσανούφιος, μαθητής τοῦ π. Δομετίου, εὑρισκόταν μαζί του στό μοναστήρι Ἀφτέϊα, ὅπου λειτουργοῦσαν μαζί καί τελοῦσαν ὅλες τίς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου. Ἡ ἐκκλησία ἦτο ὑπερβολικά γεμάτη ἀπό ἀνθρώπους. Στήν ἐκκλησία καί στό Ἱ. Βῆμα δέν ἦσαν ἄλλα φῶτα παρά κεράκια τά ὁποῖα εἶχαν μικρή φλόγα, μόνο καί μόνο νά βλέπουν νά διαβάζουν. Κάποια στιγμή ἔλαμψε ἕνα δυνατό φῶς μέσα στό Ἱ. Βῆμα, σάν νἆταν ἠλεκτρικό ρεῦμα. Ὁ π. Βαρσανούφιος κἄπως ἐτρόμαξε. Τότε ὁ π. Δομέτιος, χωρίς νά τοῦ μιλήση, τοῦ ἔκανε σημεῖο νά σιωπήση. Ἦτο συνήθεια τότε, πρίν τό τέλος τῶν ἀκολουθιῶν, νά περιτριγυρίζουν οἱ Πιστοί τήν ἐκκλησία μέ λάβαρα στά χέρια, κάνοντας λιτανεία. Ἔτσι ἔκαναν κι ἐκείνη τήν νύκτα. Μία γυναῖκα τοῦ λαοῦ, γνωστή γιά τήν πίστι  καί τήν ἐνάρετη ζωή της, εἶδε, τήν ὥρα πού περιεφέροντο ὅλοι γύρω ἀπό τήν ἐκκλησία, ὅτι ἐκάθισαν μερικά περιστέρια ἐπάνω στά λάβαρα. Αὐτό τό διηγήθηκε κατόπιν μυστικά στόν π. Βαρσανούφιο, ὁ ὁποῖος ἐθαύμασε καί ἐντυπωσιάσθηκε μ᾿ αὐτό τό θεῖο σημεῖο.

 

*   *   *

 

Τό ἴδιο ἔτος 1952, προσκλήθηκαν γιά ἕνα γάμο στό χωριό Λομάνι οἱ δύο Πατέρες. Ἀνεχώρησαν γιά τόν σκοπό αὐτόν, μέσῳ τοῦ δάσους ἀκολουθούμενοι καί ἀπό  πολλούς ἀνθρώπους. Ὁ π. Βαρσανούφιος ὄντας κουρασμένος, διότι δέν εἶχε κοιμηθῆ τήν  νύκτα, περπατοῦσε τελευταῖος, ἐνῶ ὁ π. Δομέτιος ἐπήγαινε μπροστά καί σέ ἀπόστασι 150 μέτρων μακριά. Σέ κάποια δεδομένη στιγμή ὁ π. Δομέτιος ξεγλίστρησε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἔφθασε κοντά στόν π. Βαρσανούφιο καί τόν ἐρώτησε ἐάν ἦτο κουρασμένος καί αὐτός τοῦ ἀπήντησε ὅτι ἦτο. Τότε ἐγέλασε, ἔβαλε τό χέρι του γιά λίγο ἐπάνω στόν π. Βαρσανούφιο καί ἔφυγε πρός τά ἐμπρός γρήγορα. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη ὁ φίλος καί συλλειτουργός του δέν αἰσθανόταν κόπωσι, περπατοῦσε ἀνάλαφρα, ὥστε διήνυσε ἀκόμη 15 χιλιόμετρα καί κατόπιν ἐπέστρεψε ὀπίσω, βαδίζοντας τήν νύκτα μέχρις ὅτου ἔφθασε στό χωριό Ρακίτα. Μέχρι τήν δεύτερη ἡμέρα δέν αἰσθανόταν οὔτε κόπο, οὔτε ἀδυναμία. Τό εἶπε αὐτό στόν π. Δομέτιο κι ἐκεῖνος ἐγέλασε καί τοῦ ἔκανε σημεῖο νά σιωπήση καί νά μήν εἰπῆ σέ κανέναν τίποτε.

*   *   *

 

Τό ἴδιο πάλι ἔτος 1952, ἕνας ἄνθρωπος ἀπό τό Μπουζέου, διευθυντής τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ ἦλθε στό μοναστήρι Τσιολάνου καί ἐρώτησε τόν π. Δομέτιο πῶς ἀνεχώρησε γιά τό Βουκουρέστι καί ὁ π. Δομέτιος τόν ἐρώτησε τί ἐπιθυμεῖ. Τότε ὁ ἄνθρωπος τοῦ εἶπε ὅτι πρίν λίγο καιρό εὑρισκόταν σέ ἀπελπιστική κατάστασι: ἐξ αἰτίας μιᾶς καταγγελίας διώχθηκε ἀπό τήν ὑπηρεσία του, ἐνῶ τά παιδιά του ἀποβλήθηκαν ἀπό τό πανεπιστήμιο. Τόσο πολύ ἀπελπίσθηκε καί ταράχθηκε ὁ νοῦς του, ὥστε τοῦ ἦλθε ἡ σκέψις νά τερματίση τήν ζωή του καί μόλις ἑτοιμαζόταν νά πάη στόν σταθμό γιά αὐτό τό ἀπελπιστικό τέλος του. Ἀλλά τήν ὥρα ἀκριβῶς πού ἐπρόκειτο νά φύγη ἀπό τό σπίτι του γι᾿ αὐτό τό ἔργο, ἦλθε μέσα στό σπίτι του ἕνας κοντός ἄνθρωπος, μέ καλογερική μορφή, μέ γένεια, ντυμένος ἱερατικά ἄμφια καί τόν ἐρώτησε: «Γιατί εἶσαι τόσο ἀπελπισμένος; Ὁ Καλός Θεός μᾶς δοκιμάζει τήν πίστι καί τήν ὑπομονή μας. Μή ἀφήνης τόν ἑαυτό σου νά κυριεύεται ἀπό τήν ταραχή». Ἐφόρεσε τά ἱερατικά του ἄμφια καί ἔκαμε ἀκολουθία μέσα στό σπίτι του. Τήν ὥρα τῆς ἀκολουθίας ἔφυγε μία μαυρίλα ἀπό τήν καρδιά του καί ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του. «Τόσο πολύ εἰρήνευσα, ὥστε δέν εἶχα πλέον καμμία ἀνησυχία γιά τήν ζωή μου», ἔλεγε. Τήν τρίτη ἡμέρα τόν ἐκάλεσαν πάλι στήν δουλειά του καί μάλιστα μέ αὐξημένο τόν μισθό του, ἐνῶ μετά ἀπό μερικές ἡμέρες ἔγιναν δεκτά τά παιδιά του πάλι στό πανεπιστήμιο. Καί ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὅτι μέ τήν ἀκολουθία πού ἔκανε ἐκεῖνος ὁ Πατήρ, εἶχε μία ἀπερίγραπτη χαρά καί φῶς μέσα του μαζί μέ ὅλη τήν οἰκογένειά του. Γι᾿ αὐτό ἦλθε στό μοναστήρι, γιά νά εὐχαριστήση τόν Θεό καί τόν Πατέρα ἐκεῖνον πού ἐστάλη  ἀπό τόν Θεό στό σπίτι του καί τούς ἐλύτρωσε ἀπ᾿ αὐτό τόν μεγάλο κίνδυνο.

Λίγο ἀργότερα σέ μία μικρή συνάντησι εἶπε συγκεκριμένα ὁ π. Δομέτιος πῶς συνέβησαν αὐτά τά ὑπερφυῆ γεγονότα. Περνῶντας μία ἡμέρα ἀπό τό Μπουζέου, δίπλα ἀπό ἐκείνη τήν οἰκία, ἄκουσε μία φωνή πού τοῦ ἔλεγε: «Πήγαινε μέσα σ᾿ αὐτό τό σπίτι νά γλυτώσης τούς ἀνθρώπους».

 

*   *   *       

Μετά τήν ἐπιστροφή τῶν καλογραιῶν στό μοναστήρι Ριμέτς ὁ π. Δομετίος ἀπησχολεῖτο καί μέ τά προβλήματα τοῦ ἐπισιστισμοῦ. Συχνά διήνυε μέ τά πόδια τόν δρόμο μέχρι τό χωριό Τέϊους. Ὅταν ἐπρόκειτο νά κάνη αὐτή τήν πορεία, σηκωνόταν ἐλαφρά καί ἀνεπαίσθητα γιά νά μή ἐνοχλῆ κανέναν στίς 3 τό πρωΐ νά τελέση πρῶτα τήν θεία Λεοιτουργία. Ἀπό τίς Ἀδελφές ἔπαιρνε μόνο, ὅσες εἶχαν δυνάμεις. Στίς 5 ἐτελείωνε τήν θεία Λειτουργία καί κατόπιν ἀναχωροῦσε γιά νά μεταφέρη τά ὑλικά καί τά τρόφιμα. Ἔλεγε συχνά: «Ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά μή τελέσω τήν θεία Λειτουργία καθημερινά στό μοναστήρι. Ἰδιαίτερα τελῶ τήν θεία Λειτουργία, ὅταν ἔχω νά ἀντιμετωπίσω ἕνα πρόβλημα».

 

*   *   *

Στήν ἀρχή, ὅταν ἀκόμη οἱ Ἀδελφές εὑρίσκοντο διωγμένες μακριά ἀπό τό μοναστήρι τους καί ἔμεναν στίς γειτονικές ἐνορίες, εἶχαν μεγάλες δυσκολίες μέ τά τρόφιμά τους. Παρ᾿ ὅλα αὐτά ὁ Πατήρ ἐφρόντιζε μέ αὐτοθυσία, τόσο γι᾿ αὐτές, ὅσο καί γιά πτωχούς Χριστιανούς, πού ζητοῦσαν τήν βοήθειά του. Κάποια φορά οἱ Ἀδελφές τόν ἐρώτησαν:

-Πάτερ, τί θά κάνουμε πού δέν ἔχουμε τίποτε νά ἑτοιμάσουμε γιά φαγητό;

-Καί ὁ Πατήρ τούς εἶπε: Ναί, πράγματι, τίποτε δέν ἔχετε;

-Δέν ἔχουμε τίποτε.

-Πράγματι, τίποτε δέν ἔχετε;

-Ἔχουμε μερικές πατάτες.

-Τούς εἶπε: Νά βράσετε ὅλες τίς πατάτες. Θά φᾶμε κι ἐμεῖς καί οἱ Χριστιανοί μας, πού ἔρχονται ἐδῶ.

Οἱ Ἀδελφές στενοχωρήθηκαν καί ἐσκέπτοντο: Τό μοναδικό εἶδος τροφῆς πού ἔχουμε ἐδῶ εἶναι μόνο αὐτές οἱ λίγες πατάτες. Καί γιατί νά τίς βράσουμε ὅλες νά φᾶνε καί οἱ χριστιανοί μας; Αὐτοί μπορεῖ νά ἔχουν κάτι στό σπίτι τους νά φᾶνε....

Τελικά ἔκαναν ὑπακοή. Ἔβρασαν ὅλες τίς πατάτες, ὅσες εἶχαν, καί τίς ἐμοίρασαν καί ἔφαγαν ὅλοι.

Τήν δεύτερη ἡμέρα τό πρωΐ ἦλθε μία καρότσα γεμάτη ἀπ᾿ ὅλα τά πράγματα καί τρόφιμα. Τότε τούς εἶπε ὁ Πατήρ: «Βλέπετε τό δῶρο τοῦ Θεοῦ;

Ποτέ μήν εἶσθε τσιγγοῦνες καί μήν ἐμπιστεύεσθε στόν ἑαυτό σας, ἀκόμη καί τίποτε νά μήν ἔχετε, ἀλλά νά ἔχετε τήν ἐλπίδα καί τήν ἐμπιστοσύνη σας στόν Θεό.

 

*   *   *

Μετά τήν ἐπιστροφή τῶν καλογραιῶν στό μοναστήρι ἔπρεπε νά κτίσθῆ ἔξω τό ὀρειβατικό καταφύγιο, γιά νά ἀπελευθερωθῆ ὁ χῶ­ρος­ τῆς­ μονῆς­ ἀπό τήν εἴσοδο καί περιήγησι τῶν τουριστῶν. Καί ἔδωσε σέ κάποιον τήν ἄδεια ὁ π. Δομέτιος νά κάνη τά σχέδια. Αὐτός τοῦ ἐζήτησε 12 χιλιάδες λέϊ γι᾿ αὐτή τήν ἐργασία του. Ἦσαν πάρα πολλά. Τήν ἐποχή ἐκείνη τό ποσό αὐτό ἦτο τεράστιο. Ὁ Πατήρ ἄρχισε νά κλαίη καί εἶπε στόν ἀρχιτέκτονα: «Ἀδελφέ, ἐάν μοῦ ζητῆς μόνο γιά τό σχέδιο ἐπάνω στό χαρτί 12.000 λέϊ, ἐγώ μέ τί χρήματα θά κτίσω αὐτό τό κτίριο;» . Ὁ ἀρχιτέκτων ἐπῆγε στό γραφεῖο του νά κάνη τά σχέδια καί μέχρι τό βράδυ ἔπρεπε νά πάρη ὅλα τά χρήματα. Ὁ Πατήρ ἐπῆγε κλαίγοντας στήν ἐκκλησία καί προσευχήθηκε ἐπί μακρόν. Τό ἀπόγευμα ἦλθε μέ τό λεωφορεῖο μία κυρία ἀπό τό Κλούζ μέ 12.000 λέϊ στά χέρια της, ἀκριβῶς ὅσα εἶχε ἀνάγκη. Τοῦ εἶπε: «Πάτερ, σᾶς δίνω αὐτά τά χρήματα γιά τό μοναστήρι καί γιά ὅ,τι ἄλλο ἔχετε ἀνάγκη, θά εἴμεθα στό πλευρό σας...».

Τό βράδυ στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ μᾶς διηγήθηκε ὁ Πατήρ μετά δακρύων πῶς ὁ Θεός μᾶς φροντίζει σ᾿ ὅλες τίς ἀνάγκες μας. «Ὅσα ἐχρειασθήκαμε τόσα μᾶς ἔστειλε ἡ Κυρία Θεοτόκος».

 

*   *   *

Στίς 12 Ἰουλίου 1974 ἐτελείωσε ἡ στέγη τοῦ ὀρειβατικοῦ καταφυγίου καί ἐχρειάζοντο ὁπωσδήποτε 5.100 λέϊ μέχρι τίς 12 τό μεσημέρι γιά τούς μισθούς τῶν ἐργατῶν, ὅπως εἶχε γίνει ἀπό παλαιότερα συμφωνία. Ὅταν ἀνεχώρησε τό πρωΐ ὁ Πατήρ γιά τό χωριό Τέϊους, εἶπε στήν ἡγουμένη Ἱεροσολύμα νά προμηθευθῆ ὁπωσδήποτε αὐτά τά χρήματα, ἀπό ὅπου μπορεῖ. Ὅταν ἡ Γερόντισσα τοῦ εἶπε ὅτι δέν ξέρει ἀπό ποῦ νά βρῆ αὐτά τά χρήματα, ὁ Πατήρ τήν ἔστειλε στήν ἐκκλησία, μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου γιά νά εἰπῆ τόν πόνο της καί ἐκεῖνος ἀνεχώρησε. Στήν ἐπιστροφή του, ὥρα 10, βρῆκε τήν ἡγουμένη μέ ἄλλες μοναχές νά εἶναι κάτω στούς κήπους τῆς μονῆς, χωρίς νά ἔχη φροντίση γιά τό ποσό τῶν χρημάτων. Βαδίζοντας καί οἱ δύο πρός τό μοναστήρι, εἶδαν ὅτι μπῆκε στήν αὐλή ἕνα τουριστικό αὐτοκίνητο. Ὁ Πατήρ εἶπε στίς μοναχές:  «Βλέπεις, Γερόντισσα τό αὐτοκίνητο αὐτό; Μᾶς ἔφερε τά χρήματα γιά τούς μισθούς τῶν ἐργατῶν μας». Τότε εἶδαν ἕνα ἄνδρα καί μία κυρία, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπλησίασαν  καί ἐκεῖνος τούς εἶπε ὅτι τούς ἐπερίμενε. Ἀφοῦ χαιρε­τίσθηκαν καί ἔδωσαν γνωριμία μεταξύ τους, μπῆκαν στήν ἐκκλησία μέ τόν π. Δομέτιο. Τότε ὁ Πατήρ εἶπε στήν κυρία ἐκείνη νά εἰπῆ στίς Ἀδελφές γιατί ἦλθε στό μοναστήρι. Ἐκείνη τούς διηγήθηκε τά ἑξῆς ὅτι ἐπέρασαν μία μεγάλη στενοχώρια, ἀπό τήν ὁποία δέν ἦτο δυνατόν ν᾿ ἀπαλλαγοῦν. Τότε ὠνειρεύθηκε μία μεγαλόπρεπη Κυρία, ἐνδεδυμένη στά μαῦρα, ἡ ὁποία τῆς εἶπε ὅτι τό ποσόν χρημάτων πού θέλει νά τό δώση στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Τιρναβένι, νά τά χαρίση στό μοναστήρι Ριμέτς, ὅπου ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Ἡ γυναῖκα ἔδωσε στόν π. Δομέτιο ἕνα μπλέ φάκελλο, σφραγισμένο, στό ὁποῖο εἶχε τά χρήματα. Τόν παρεκάλεσε νά τό ἀνοίξη μετά τήν ἀναχώρησί τους. Ὁ Πατήρ ἔβαλε τόν φάκελλο μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Μετά τήν ἀναχώρησι τῶν ἐπισκεπτῶν, ἡ Ἡγουμένη ἔβαλε τρεῖς μετάνοιες στήν εἰκόνα, ὅπως τῆς εἶπε ὁ Πατήρ, καί ἐπῆρε τόν φάκελλο. Εὑρέθηκαν μέσα 5.000 λέϊ. Ἐνῶ γιά τά ὑπόλοιπα 100 λέϊ, τά ἔφερε μία πιστή χριστιανή, ἡ ὁποία εἶχε ἔλθει τότε ἐκεῖ. Στίς 12 τό μεσημέρι εἶχαν τά χρήματα στά χέρια τους οἱ ἐργάτες.

*   *   *

Κάποια χειμωνιάτικη ἡμέρα ὁ Πατήρ ἐπέστρεψε στό μοναστήρι τό ἀπόγευμα, ὥρα 5, μέ τό λεωφορεῖο. Καί, ἀφοῦ ἔφθασε, κατευθύνθηκε σιγά-σιγά καί κρυφά στό κελλί του, πού ἦτο δίπλα στήν πόρτα τῆς εἰσόδου. Ἡ μοναχή Ἰωαννικία τόν εἶδε καί τόν ἐφώναξε:

-Πάτερ, πάτερ, ἐλᾶτε πρῶτα στήν ἐκκλησία νά δοξάσετε τόν Θεό.

-Ἀμέσως, ἀπήντησε καί κρύφθηκε γρήγορα στό δωμάτιό του. Φαίνεται ὅτι στό δωμάτιό του δέν εἶχε ἄλλα παπούτσια νά φορέση. Τότε ἐπῆρε τά ἄρβηλα ἀπό τό κελλί τοῦ π. Βαρσανουφίου. Ὁ ἴδιος ἦτο κοντόσωμος καί φοροῦσε μικρό νούμερο παπουτσιῶν, ἀλλά, ἀντί νά κυκλοφορῆ ξυπόλυτος, ἐφόρεσε τά ἄρβηλα τοῦ π. Βαρσανουφίου. Ἡ μοναχή τόν ἐρώτησε:

-Τί παπούτσια εἶναι αὐτά πού φορεῖς, πάτερ; Δέν θά μπορῆς νά περπατᾶς στό χιόνι. Κι αὐτός τῆς εἶπε:

-Ἄφησέ με, δέν πρέπει νά κυττάζης, τί φορῶ.

Καί προσπαθοῦσε νά τραβάη τά ράσα του γιά νά κρύβη τά ξένα παπούτσια, πού τοῦ ἦσαν πολύ μεγάλα γιά νά μή βλέπουν τίποτε οἱ μοναχές.

Καί ἡ μοναχή αὐτή γιά νά μάθη πράγματι τί ἔχει κάνει ὁ Πατήρ, ἐπῆγε νά ἰδῆ τά ἴχνη τῶν ποδιῶν του, ἀφ᾿ ὅτου κατέβηκε ἀπό τό λεωφορεῖο μέχρις ὅτου ἐπῆγε στό κελλί του, καί διεπίστωσε ὅτι εἶχε περπατήσει ξυπόλυτος. Σίγουρα εἶχε δώσει τά παπούτσια του σέ κάποιον πτωχό. Ἔτσι ἔκανε συχνά. Ἀκόμη καί τό ὑποκάμισό του ἔδινε καί ἐρχόταν στό κελλί του μόνο μέ τό ζωστικό του...

 

*   *    *

Ὁ μητροπολίτης Σιμπίου Ἀντώνιος διατηροῦσε στενούς φιλικούς καί ἀδελφικούς δεσμούς μέ τόν π. Δομέτιο ἀπό τά νεανικά φοιτητικά τους χρόνια. Μάλιστα μαζί εἰσῆλθαν στόν μοναχισμό καί ἔδωσαν τίς μοναχικές ὑποσχέσεις τήν ἴδια ἡμέρα στό μοναστήρι Πρισλόπ. Τόν καιρό πού ὁ π. Δομέτιος ἐπήγαινε μία φορά τήν ἑβδομάδα στό Βουκουρέστι γιά τά μαθήματα πού ἔκανε, προκειμένου νά πάρη τό διδακτορικό δίπλωμα, ὁ πατήρ Ἀντώνιος, βοηθός τότε ἐπίσκοπος τοῦ πατριάρχου, τόν καλοῦσε νά κοιμᾶται στό διαμέρισμά του. Τοῦ ἔδινε ἕνα καθαρό δωμάτιο μέ καλοστρωμένο κρεββάτι καί λουτρό. Μία νύκτα, ἐπειδή ἦτο ἀνάγκη νά περάση μέσῳ τοῦ δωματίου του ὁ Ἐπίσκοπος γιά νά πάη στήν τουαλέττα, ἐμποδίσθηκε ἀπό κάποιο ἐμπόδιο ἄγνωστο σ᾿ αὐτόν. Ὅταν ἄναψε τό φῶς, εἶδε ὅτι ἦτο ὁ π. Δομέτιος, ὁ ὁποῖος κοιμόταν κάτω ἔχοντας γιά στρῶμα τό ζωστικό του, χωρίς νά ἀγγίξη καθόλου τό καθαρό κρεββάτι μέ τά σιδερωμένα σεντόνια.

 

*   *   *

Τά ἐνδύματα τοῦ π. Δομετίου ἦσαν πάντοτε παλαιά καί τετριμμένα. Ὁ ἐπίσκοπος Ἀντώνιος τοῦ ἔλεγε ὅτι πρέπει μέ καλλίτερα ροῦχα νά ἐξέρχεται στόν κόσμο, προπαντός στό πανεπιστήμιο, στήν πόλι τοῦ Βουκουρεστίου. Ὄχι μόνο μία φορά τοῦ εἶχε χαρίσει ὁ Ἐπίσκοπος ὑποκάμισα καί καινούργια ροῦχα. Ἀλλά κάθε φορά, μετά ἀπό μία ἑβδομάδα ὁ π. Δομέτιος ἐπέστρεφε μέ τά ἴδια παλαιά καί ἁπλοϊκά ροῦχα, τά ὁποῖα ποιός ξέρει πρίν ἀπό πόσα χρόνια τοῦ τά ἐχάρισε κάποιος ἄνθρωπος. Μία φορά ὁ ἐπίσκοπος Ἀντώνιος τοῦ ἅρπαξε καί τά παλαιά πού φοροῦσε, πιστεύοντας ὅτι μ᾿ αὐτό τόν τρόπο θά κρατήση τά καθαρά πού τοῦ ἔδινε, ἀλλά δέν ἐπέτυχε τίποτε. Τό ἀποτέλεσμα ἦτο τό ἴδιο.

 

*   *   *

Ἡ Συλβία Μπαντίλα, μία χωρική ἀπό τό χωριό Ντεάλ τοῦ νομοῦ Ἄλμπα, ἦλθε μία φορά στό μοναστήρι, ὅπου μετέβαινε συχνά, ἔχοντας ἕνα δυνατό πόνο στό ἀριστερό της πόδι, τό ὁποῖον εἶχε πάθει θλᾶσι. Ὅταν μπῆκε στόν περίβολο, κοντά στήν λίμνη, εἶδε τόν π. Δομέτιο νά συζητῆ μ᾿ ἕνα γέροντα πλησίον τοῦ προσκυνηταρίου τοῦ πέτρινου Σταυροῦ. Τοῦ ἐφίλησε τό χέρι. Ὁ Πατήρ τήν ἐρώτησε γιά τά προβλήματά της κι ἐκείνη τοῦ εἶπε ὅτι ἔχει ἕνα δυνατό πόνο στό πόδι. Τότε ὁ Πατήρ ἐγέμισε μία κανάτα νερό ἀπό τήν πηγή τοῦ Σταυροῦ, πού ἔρχεται ἀπό τήν ἐκκλησία καί τήν ἐρώτησε:

-Πιστεύεις στήν Ἁγία Τριάδα; Ἐκείνη τοῦ ἀπήντησε:

-Ναί, πιστεύω!

Κατόπιν τῆς εἶπε νά ὁμολογήση πίστι στήν Ἁγία Τριάδα καί ἐκείνη εἶπε: «Πιστεύω εἰς Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα Ὁμοούσιον καί ἀχώριστον».

Κατόπιν τῆς ἔδωσε νά πιῆ ὅλο τό νερό σέ τρεῖς φορές κάνοντας ἀνά μία μετάνοια καί λέγοντας καί τό Ὄνομα τοῦ κάθε θείου Προσώπου τῆς Τριάδος.

Αὐτή ἤπιε μέ χαρά ὅλο τό νερό. Καί ἀπό τότε δέν εἶχε κανένα πόνο στό πόδι της.

 

*   *   *

Τό καλοκαίρι τοῦ 1968 ἦλθε στό μοναστήρι ἕνας μηχανικός ἀπό τό Βουκουρέστιο (ἐκαλεῖτο Ἰβανίκα), ὁ ὁποῖος ἐργαζόταν στόν δασικό δρόμο ἀπό τό χωριό Τέϊους μέχρι τό χωριό Ριμέτς. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ἐπισκέφθηκε καί τόν π. Δομέτιο, ὁ ὁποῖος ἐκεῖνο τόν καιρό ἦτο ὁ μοναδικός ἱερεύς στήν μονή. Ὁ Πατήρ τόν ὡδήγησε πρῶτα στήν παλαιά ἐκκλησία, ὅπου ἐκεῖ ὁ ἐπισκέπτης τοῦ εἶπε ὅτι ὑπέφερε ἀπό ἕλκος στομάχου ἐπί 12 χρόνια. Ἀφοῦ συζήτησαν ἀρκετή ὥρα, ὁ Πατήρ τοῦ ἔδωσε νά πιῆ νερό, ἀπ᾿ αὐτό πού ἐξέρχεται σάν ἁγίασμα κάτω ἀπό τό Ἱερό Βῆμα. Κατόπιν ὁ μηχανικός ὡμολογοῦσε ἀνοικτά σέ ὅλους ὅτι ἀπό τότε πού ἤπιε τό ἁγίασμα αὐτό θεραπεύθηκε τελείως ἀπό τά βάσανά του.

 

Ἄλλοτε πάλι, τό 1968, πού τό γειτονικό ποτάμι εἶχε πλημμυρίσει, ὁ π. Δομέτιος συνώδευε τίς μοναχές πού ἐπήγαιναν στήν πόλι Ἀϊούντ καί χριστιανούς πού ἐπέστρεφαν ἀπό τό μοναστήρι, στά σπίτια τους. Ἀφοῦ ἐπερασαν τήν πρώτη κρεμαστή γέφυρα, ἡ ὁποία ἐκινεῖτο ἀπό τά πολλά νερά, παρέμεινε στό τέλος μία γυναίκα, ἡ ὁποία, ὅταν ἔφθασε στό μέσον τῆς γεφύρας, ἔχασε τήν ἰσορροπία της καί ἔπεσε μέσα στό νερό. Ὁ π. Δομέτιος ἐπήδηξε μέσα στό νερό καί ἔσωσε τήν γυναῖκα μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Ὅταν τόν ἐρώτησαν γιατί τό ἔκανε αὐτό, εἶπε ὅτι τήν στιγμή ἐκείνη δέν σκέφθηκε τίποτε παρά μόνο τήν γυναῖκα, ἡ ὁποία εἶχε παιδιά καί ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά σωθῆ ἀπό τόν κίνδυνο.

 

*   *   *

Ἐπῆγαν κάποτε στό μοναστήρι μερικές γυναῖκες νά ἰδοῦν τόν Γέροντα. Ὅταν τόν εἶδαν καί συνωμίλησαν μαζί του, σκέφθηκαν μέσα τους: «Σάν ἀποτσίγαρο ζῆ ἐδῶ ὁ π. Δομέτιος». Τότε ὁ Γέροντας ἐπῆγε καί τούς εἶπε σέ λίγο: «Ναί, τό ἀποτσίγαρο αὐτό εἶναι ὁ π. Δομέτιος».

 

*   *   *

Ἐδιηγεῖτο ὁ Γέροντας ὅτι κάποια φορά ἦτο στό Βουκουρέστιο καί εἶχε συναντήσει στόν δρόμο μία πτωχή καί πονεμένη γυναῖκα, ἡ ὁποία τοῦ ἐζήτησε βοήθεια καί τῆς ἔδωσε τά τελευταῖα χρήματα πού κρατοῦσε στήν τσέπη του γιά νά βγάλη τό εἰσιτήριό του. Ἐκείνη τήν ὥρα τό τραῖνο θ᾿ ἀναχωροῦσε κι ἐκεῖνος δέν εἶχε χρήματα γιά νά πάρη τό εἰσιτήριο. Κατευθύνθηκε στό γραφεῖο εἰσιτηρίων, παρότι ἤξερε ὅτι δέν εἶχε χρήματα. Καί τότε παρεκάλεσε τήν Κυρία Θεοτόκο, ἐάν πρέπει ν᾿ ἀναχωρήση, νά τόν βοηθήση Ἐκείνη μέ τόν τρόπο πού ξέρει γιά νά ταξιδεύση. Ἐάν, δέν εἶναι θέλημά της νά ταξιδεύση, νά παραμείνη ἐκεῖ μέχρις ὅτι ὁ Θεός φροντίση τόν τρόπο τοῦ ταξιδίου του. Καί στεκόμενος ἐκεῖ πού ἔβγαζε τά εἰσιτήριά του ὁ κόσμος, ἦλθε κάποιος καί τοῦ ἔδωσε ἕνα χαρτί μέ ὀνόματα γιά μνημόσυνο, ἀκριβῶς μέ τόσα χρήματα, ὅσα εἶχε ἀνάγκη γιά νά πληρώση γιά τόν δρόμο του. Ἔτσι, ὁ Θεός τοῦ ἐπέτρεψε νά γυρίση στό μοναστήρι του.

 

*   *   *

Μία κυρία, ὀνόματι Μπουτσίου, διευθύντρια τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης, εἶχε ἕνα κοριτσάκι. Συμμετεῖχε πάντοτε στό προσκύνημα μέ μία εὐσεβῆ ὀρθόδοξη οἰκογένεια πού συχνά ἤρχοντο μαζί στό μοναστήρι. Ὅταν ἔμεινε ἔγκυος γιά δεύτερη φορά, οἱ γιατροί τῆς εἶπαν ὅτι εἶναι καλό νά μή ἀποκτήση ἄλλα παιδιά, διότι ἡ ὑγεία της δέν θά τήν βοηθήση νά κρατήση κι ἄλλη ἐγκυμοσύνη. Αὐτή, ὅμως δέν τούς ἄκουγε, διότι ἐπιθυμοῦσε πολύ καί τό κοριτσάκι της νά ἔχη ἕνα ἀδελφάκι δίπλα της ἤ μία ἀδελφούλα μέ τήν ὁποία νά παίζουν νά βοηθοῦνται καί νά πορεύωνται μαζί στήν ζωή. Πρίν ἀπό τόν τοκετό της, ὁ ἄνδρας της ἐπῆγε στόν π. Δομέτιο, στόν ὁποῖον ἀνεκοίνωσε ὅτι ἡ σύζυγός του εὑρίσκεται σέ μεγάλο κίνδυνο, διότι μπῆκε γιά τοκετό στό νοσοκομεῖο καί ὑπάρχει κίνδυνος νά χάση ἀκόμη καί τήν ζωή της. Καί ὁ Γέροντας, ἀφοῦ ἔκανε πρίν πολλή προσευχή τοῦ εἶπε: «Πήγαινε μέ εἰρήνη. Ἡ κυρία σου θά γεννήση καλά καί θά ἔχης ἀκόμη ἄλλο ἕνα ὑγιέστατο κοριτσάκι». Καί πρός ἔκπληξιν τῶν ἰατρῶν, δέν τῆς συνέβη τίποτε τό δυσάρεστο καί ἐτελείωσε ὁ τοκετός της, ὅπως εἶχε εἰπεῖ στόν σύζυγό της ὁ Γέροντας.

 

*   *   *

 Μία γυναῖκα εἶχε ἕνα μειονεκτικό παιδί. Δέν μποροῦσε νά κινηθῆ, ἔτρωγε στό κρεββάτι του καί ὅλες τίς προσωπικές του φροντίδες τίς ἔκανε αὐτή. Ἦλθε στόν π. Δομέτιο καί τόν ἐρώτησε τί νά κάνη, διότι ἐσήκωνε μεγάλο φορτίο. Ὁ Γέροντας ἔκανε πολλή προσευχή καί τήν ἐσυμβούλευσε ν᾿ ἀφήση τό παιδί στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί νά πάρη ἀκόμη νά φροντίζη ἄλλο ἕνα παιδί. Καί αὐτή τοῦ εἶπε:

-Δέν ἠμπορῶ, μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά πάρω κι ἄλλο παιδί, διότι μοῦ εἶναι πολύ δύσκολο νά φροντίζω αὐτό τό δικό μου πού ἤδη ἔχω. Καί ὁ Γέροντας τῆς εἶπε:

-Ὄχι, ὁ Θεός θά φροντίση και γιά τό ἄλλο παιδί πού θά πάρης. Τό παιδί πού ἔχεις θά σοῦ τό πάρη ὁ Θεός καί δέν θά σοῦ δώση ἄλλο φορτίο, παρά αὐτό πού θά ἔχης, δηλαδή νά φροντίζης τό ξένο παιδί σάν δικό σου.

Καί πράγματι, ἔτσι κι ἔγινε. Ἐπῆρε κι ἕνα ἄλλο παιδί, πολύ καλό καί ὑγιέστατο. Μετά ἦλθε νά εὐχαριστήση τόν Γέροντα. Μόνο πού ὁ Γέροντας εἶχε περάσει στήν αἰωνιότητα, πρός μεγάλη ἔκπληξί της. Τότε ἐπῆγε στόν τάφο του καί ἔκλαψε πάρα πολύ. Ἐδιηγήθηκε στίς Μοναχές γιατί ἔκλαιγε. Τούς εἶπε ὅτι κλαίει, διότι τήν ἀξίωσε ὁ Θεός νά εὕρη στήν ζωή τόν Γέροντα καί ἦλθε νά τόν εὐχαριστήση, διότι κάθε τι πού τῆς εἶπε πραγματοποιήθηκε καί ὁ Θεός ἔχει πλέον τήν φροντίδα Του γι᾿ αὐτήν.

 

*   *   *

Ἡ μοναχή Νυμφοδώρα διηγήθηκε τί τῆς συνέβη μία φορά στήν ἀποθήκη. Ἦσαν στό μοναστήρι μερικοί ἐργάτες καί εἶχαν ἔλθει καί μερικοί χριστιανοί. Ὁ Γέροντας ἐζήτησε ἀπό τήν μοναχή νά τοῦ δώση λίγο τυρί. Ἡ μοναχή εἶχε λίγο καί σκεπτόταν ὅτι νά τό δώση τό βράδυ στήν τράπεζα γιά τίς Ἀδελφές. Ἀλλά ὁ Γέροντας πάλι τῆς εἶπε:

-Ὄχι, νά μοῦ τό δώσης, διότι πρέπει τώρα νά δώσουμε φαγητό στούς ἐργάτες καί στούς χριστιανούς. Πρέπει νά τούς δώσουμε.

-Ἐάν τό δώσουμε, Γέροντα, δέν θά μείνη τίποτε γιά τίς Ἀδελφές.

-Ἄφησε τήν ἐπιμονή σου, ἀδελφή Νυμφοδώρα, διότι μέχρι τό βράδυ θά σοῦ ἔλθη ἕνας μεγάλος ντενεκές  γεμᾶτος ὡραῖο καί νόστιμο τυρί!

Τότε ἡ Μοναχή τοῦ ἔδωσε τό τυρί, ἀλλά εἶχε ἀκόμη τήν ἀμφιβολία στήν καρδιά της. Δέν ἦτο καθόλου εὐχαριστημένη πού δέν ἔμεινε καθόλου τυρί στά χέρια της, σάν ὑπεύθυνη πού ἦτο τοῦ οἰκονομείου τῆς μονῆς. Ἀλλά δέν ἠμποροῦσε νά τό ἀρνηθῆ στόν Γέροντα. Τοῦ ἔδωσε αὐτό πού εἶχε. Καί μέχρι τό βράδυ,  συνέβη ἔτσι ὅπως τῆς εἶπε ὁ Γέροντας. Ἦλθε στά χέρια της ἕνας μεγάλος ντενεκές φρέσκο καί ὡραῖο τυρί. Ὁ λόγος τοῦ Πατρός πραγματοποιήθηκε ἐπακριβῶς.

 

*   *   *

Ἐάν ἤρχοντο ἄνθρωποι στό μοναστήρι, ἔλεγε ὁ Γέροντας στίς μοναχές, νά τούς δίνουν νά τρώγουν κι αὐτοί χορτόσουπα ἤ ἔστω μία πατάτα. Ἐάν δέν ἔφθανε ἡ σούπα, ἐπήγαινε ὁ ἴδιος κι ἔριχνε μέσα στό καζάνι ἕνα κουβᾶ ζεστό νερό μέ ἁλάτι. Ἔτσι αὐξανόταν ἡ σούπα κι ἔφθανε γιά ὅλο τόν κόσμο.

 

*   *   *

Μία μοναχή, κάποια φορά ἔχυσε τήν σοῦπα πού ἦτο φτιαγμένη μέ ξηρά φασόλια, ἡ ὁποία, εἶπε, ὅτι εἶχε λίγο ξυνίσει. Ὁ Γέροντας στενοχωρήθηκε πολύ. Καί τήν ἡμέρα ἐκείνη ἔστειλε τίς μοναχές τοῦ μαγειρείου ψηλά στόν λόφο νά κόψουν χόρτο, μέ τήν ἐντολή νά μή φάγουν τίποτε. Ὅλη τήν ἡμέρα ἐκείνη ἐργάζοντο, χωρίς φαγητό. Αὐτό τό μάθημα τό ἔδινε ὄχι μόνο στίς μοναχές, ἀλλά καί στούς χριστιανούς, γιά νά μάθουν νά μή πετοῦν τό φαγητό.

 

*   *   *

Δύο ἡμέρες πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ π. Δομετίου, ἐπειδή εἶχε πέσει πολλή βροχή καί εἶχε καταστρέψει σχεδόν ὅλες τίς κρεμαστές γέφυρες, ἡ μοναχή Εὐδοξία Μανωλάκε, σκέφθηκε ὅτι δέν θά ἠμπορέσουν πλέον νά ἔλθουν ἐπισκέπτες. Γι᾿ αὐτό, ἀπεφάσισε τίς ἡμέρες ἐκεῖνες νά κάνη ἀπογραφή τῶν ἀντικειμένων τοῦ μουσείου, καί μιά γενική καθαριότητα. Ἔβγαλε ὅλες τίς εἰκόνες κάτω γιά νά ξεσκονίση μία-μία, τό ἴδιο ἔκανε μέ ὅλα τά ἐκθέματα καί τά ἔπιπλα, τά ὁποῖα ἔβγαλε ἔξω ἀπό τό μουσεῖο, ὥστε ἡ αἴθουσα ἦτο τελείως ἀδειανή. Ὅταν ἐπέρασε ὁ Γέροντας δίπλα ἀπό τό μουσεῖο, τήν ἐρώτησε:

-Τί κάνεις;

-Σκέφθηκα νά κάνω μία γενική καθαριότητα, ἐφ᾿ ὅσον δέν ἔρχονται τώρα ἐπισκέπτες. Ὁ Γέροντας τῆς ἀπήντησε πολύ αὐστηρά:

-Δέν ἔπρεπε.

Κι αὐτή ἐπέμενε: Ἐφ᾿ ὅσον δέν ὑπάρχουν τώρα ἐπισκέπτες.

-Καί ὅμως δέν ἔπρεπε.

Ἡ μοναχή ἔμεινε ἐκστατική, δεδομένου ὅτι ποτέ δέν τῆς εἶχε ὁμιλήσει τόσο αὐστηρά.

Ἀμέσως ἔστειλε μία Δόκιμη εἰδικά γιά νά τήν βοηθήση νά κάνουν γρήγορα τήν καθαριότητα καί νά τοποθετήσουν ὅλα τά ἀντικείμενα στίς θέσεις τους. Ἀφοῦ ἀπέθανε ὁ Γέροντας, ἡ μοναχή αὐτή εἶπε ὅτι δέν ἤθελε  ὁ Γέροντας στό τέλος τῆς ζωῆς του νά ὑπαρχή ἀκαταστασία, ἀλλά ἤθελε ὅλα νά ἦσαν τακτοποιημένα.

 

*   *   *

Μία Χριστιανή ἀπό τό Σιμπίου, ὀνόματι Ἄννα Ἰότι, εἶχε μεγάλη εὐλάβεια στόν π. Δομέτιο, τόν ὁποῖον ἐγνώριζε πρίν ἀπό πολύ καιρό. Τό 1975 εἶχε πάει γιά προσκύνημα στό μοναστήρι Ριμέτς γιά νά παραβρεθῆ ἐκεῖ στήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας, χωρίς νά ξέρη ὅτι τό καλοκαίρι ἐκεῖνο εἶχε πεθάνει πρίν ἑνάμισυ μῆνα ὁ π. Γέροντας. Μόλις  ἔφθασε στό κοντινό χωριό, ἔμαθε ὅτι ὁ π. Δομέτιος ἀπέθανε προσφάτως καί ὅτι ὁ δρόμος γιά τό μοναστήρι εἶναι κατεστραμμένος, λόγῳ τῶν πολλῶν πλημμυρῶν. Παρ᾿ ὅλα αὐτά ἐπῆγε στό μοναστήρι ἀπό ἕνα πλάγιο μονοπατάκι κι ἔφθασε στόν δρόμο πού εἶναι μία ἐνοριακή ἐκκλησία, ὅπου τότε δέν εὑρισκόταν ὁ σταυρός, πού ὑψώθηκε τότε στό σημεῖο πού ἀπέθανε ὁ π. Δομέτιος. Στό σημεῖο ἐκεῖνο ἕνα κοριτσάκι περίπου 5 ἐτῶν ἐμφανίσθηκε ξυπόλυτο, μέ μακρύ φόρεμα, μέ ξανθά μαλλιά καί χωρίς σκέπασμα στό κεφάλι της, ἔκραξε πίσω ἀπ᾿ αὐτή τήν γυναῖκα καί τῆς εἶπε: «Κύτταξε, στό σημεῖο αὐτό ἔπεσε ὁ π. Δομέτιος νεκρός». Ἡ γυναῖκα τό ἐρώτησε ἀπό ποῦ ἔρχεται, διότι πρίν δέν εἶχε ἰδεῖ ἐκεῖ κανέναν στόν δρόμο. Τό κοριτσάκι τῆς ἀπήντησε ὅτι εἶναι μέ τίς ἀγελάδες ἀπό τό ἄλλο μέρος τοῦ ποταμοῦ. Ἡ γυναῖκα ἐκύτταξε ἐκεῖ τριγύρω καί δέν εἶδε οὔτε μία ἀγελάδα. Τότε ἔδωσε στό κοριτσάκι ἕνα κομμάτι ψωμί. Αὐτό τῆς εἶπε ὅτι ἔχει πάρα πολύ ψωμί.....καί ὅταν εἶπε αὐτά, ἀνεφώνησε παρατεταμένα καί ἔβαλε τά χέρια της ἑνωμένα ἐπάνω στό κεφάλι της. Καί ἐπανέλαβε ἄλλη μιά φορά αὐτή τήν χειρονομία. Μετά ἐπῆρε τό ψωμί εὐχαριστῶντας τήν γυναῖκα, ἡ ὁποία καί τό ἐφίλησε στό μέτωπο. Κατόπιν τό κοριτσάκι ἔφυγε. Ἡ γυναῖκα τό ἐκύτταζε κι, ὅταν ἔσκυψε λίγο κάτω καί ξανακύτταξε, τό κοριτσάκι εἶχε ἐξαφανισθῆ.

 

*   *   *

Ἦτο μία οἰκογένεια ἀπό τήν γειτονική πόλι Ἀϊούντ μέ καλή κοινωνική θέσι, πού εἶχε δύο παιδιά καί εὐσεβῆ χριστιανικό βίο. Ἡ μητέρα αὐτῶν τῶν παιδιῶν ἦτο πολύ εὐλαβής, ἀλλά ὁ ἄνδρας της ἦτο ἄνθρωπος ἐνάντιος στήν πίστι, ἕνας ἀληθινός ἄθεος. Τά τελευταῖα δέκα χρόνια, ὅταν συνέβαινε νά συναντηθῆ μέ τόν π. Δομέτιο, εἴτε στό Τέϊους, εἴτε στό Ἀϊούντ, ἔπιανε τήν εὐκαιρία νά συνομιλήση μέ τόν π. Δομέτιο θέματα γιά τήν πίστι, δείχνοντας μεγάλο πεῖσμα. Στά χρόνια 1972-1973 μία μεγάλη συμφορά τόν ἐκυρίευσε. Ἐπῆγε γιά νοσηλεία σέ πολλούς γιατρούς, ἀλλά ἔβλεπε ὅτι ἡ ἀρρώστεια ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα γινόταν πιό βαρειά, ὥστε ἄρχισε νά πιστεύη ὅτι θά χαθῆ. Ἡ γυναῖκα του τόν ἐσυμβούλευσε νά καλέση τόν π. Δομέτιο. Ὁ ἄνθρωπος δέχθηκε, καί ἐζήτησε νά ἔλθη ἐπειγόντως ὁ Γέροντας. Ἀκόμη περισσότερο ἐζήτησε ἀπό τήν γυναῖκα του, ὅτι, ἐάν ἀποθάνη, νά καλέση τόν Γέροντα νά τοῦ τελέση τήν ἀκολουθία τῆς κηδείας.

 

*   *   *

Μία χριστιανή ἀπό τήν πόλι Τίργκου-Μοῦρες εἶχε μία μοναχοκόρη. Κάποια ἡμέρα, ὅταν βγῆκε ἀπό τήν τάξι τοῦ σχολείου της καί περπατοῦσε στόν δρόμο, ἔπεσε κάτω. Ἀπό τότε ἄρχισε νά ἔχη ἐπιληπτικές κρίσεις. Ἡ γυναῖκα τήν μετέφερε σέ πολλούς γιατρούς, ζητῶντας τήν θεραπεία της. Ἔτρεξε, προσπάθησε, ἔκανε παντοῦ τά πάντα, ἀλλά χωρίς ἀποτέλεσμα. Ὅταν εἶδε ὅτι δέν ἠμπόρεσε νά κάνη τίποτε μέ τούς γιατρούς, ἄρχισε προσπάθειες μέ τίς ἀκολουθίες. Μέσα σέ διάστημα τριῶν ἐτῶν ἐπεσκέφθηκε πολλά μοναστήρια, ἀπό διαφόρους ἱερεῖς, ἀλλά ἡ κορούλα της δέν εἶχε κάποια μεταβολή πρός τό καλλίτερο. Ἄκουσε καί γιά τό μοναστήρι Ριμέτς. Τότε δέν ἦτο ἐκεῖ ὁ π. Δομέτιος, ἀλλά ὁ π. Βαρσα­νούφιος. Αὐτός τῆς ἔκανε πολλή προσευχή καί κατόπιν τήν μετέφερε μέ τήν κορούλα της στόν τάφο τοῦ π. Δομετίου. Προσκύνησαν τόν τάφο του καί ἀπό τότε ἡ παιδούλα θεραπεύθηκε τελείως καί ἔγινε μία πολύ καλή χριστιανή.

 

*   *   *

Πολλοί χριστιανοί ὁμολογοῦν ὅτι εἶδαν μέ τά μάτια τους, ὅταν τότε τούς ἔδινε ὁ π. Δομέτιος τά ροῦχα του καί τά παπούτσια του, τήν δεύτερη ἡμέρα, μέ τήν θεία Πρόνοια, τοῦ ἤρχοντο ἄλλα ροῦχα καί παπούτσια, χωρίς νά ξέρη καί ὁ ἴδιος ἀπό ποῦ.

 

*   *   *

Ὁ νεαρός Ρωμύλος Τζοάντα, σήμερα μητροπολίτης Γερμανίας καί Κεντρικῆς Εὐρώπης Σεραφείμ, ὅταν ἐτελείωσε τό λύκειο, δέν εἶχε ἀποφασίσει τί δρόμο θά χαράξη στήν ζωή του. Ἐπῆγε νά ζητήση τήν συμβουλή τοῦ π. Δομετίου. Αὐτός τοῦ εἶπε: «Πήγαινε στήν θεολογία, γιά νά γίνης ἕνας μεγάλος ἐπίσκοπος!». Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε.

 

*   *   *

Ἕνας νεαρός, μόλις ἐτελείωσε τήν θεολογία, σκεπτόταν νά εἰσέλθη στόν μοναχισμό, ἀλλά ἐπῆγε νά συμβουλευθῆ τόν π. Δομέτιο. Αὐτός τοῦ εἶπε ὅτι δέν ὑπάρχει στολή γιά καλόγερο καί συνεπῶς πρέπει νά γίνη ἔγγαμος ἱερεύς. Ἔτσι ἔκανε καί ἔγινε ἕνας καλός ἱερεύς στόν κόσμο.

 

Πῶς κλήθηκαν στόν μοναχισμό μερικές μοναχές

 

Τό ἔτος 1954 ἤμουν σ᾿ ἕνα σπουδαστήριο καί παρακολουθοῦσα ἕνα κύκλο παιδαγωγικῶν μαθημάτων στήν πόλι Καλμάτσουϊ. Μία νύκτα ὠνειρεύθηκα ἕνα ὡραῖο, πράσινο ξέφωτο, ἐνῶ πιό μπροστά μου ἐρχόταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἶχε μία τόσο ὡραία μορφή καί πραεῖα, ὥστε μέ εἶχε καταπλήξει. Σταμάτησε μπροστά μου, περίπου 2-3 μέτρα καί μοῦ εἶπε: «Ἔλα μαζί μου». Ἐγώ τόν ἀκολούθησα  καί Ἐκεῖνος ἐπήγαινε ἐπάνω σέ μία μικρή καλύβα, πού εὑρισκόταν στό ὡραῖο ἐκεῖνο ξέφωτο· ἐκεῖ συνέφαγε μέ τούς Ἁγίους Ἀποστόλους. Ὅταν μπῆκα σ᾿ ἐκείνο τό σπιτάκι, δίπλα στήν πόρτα ἦτο ἡ Κυρία Θεοτόκος ντυμένη στά μαῦρα καί τόσο πολύ ἐξεπλάγην, ὅταν τήν εἶδα, ὥστε τήν ἐφώναξα δυνατά: «Εἶσθε ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μου;»  Καί ἐκείνη ἔκλινε συγκαταβατικά τό κεφάλι της γιά νά μοῦ δείξη ὅτι αὐτή εἶναι. Ὅταν ἔστρεψα τήν ματιά μου πρός τό τραπέζι εἶδα πιάτα τοποθετημένα στήν σειρά καί στό βάθος τους κάτι σπινθιροβολοῦσε. Ὅταν ἐσήκωσα τά μάτια μου ὑψηλά, ὁ Σωτήρ εἶχε ἀνυψωθῆ περί τό ἕνα μέτρο ἐπάνω ἀπό τήν τράπεζα καί μοῦ εἶπε: «Πήγαινε στό μοναστήρι τοῦ π. Δομετίου»!  Καί ἀμέσως ἐξύπνησα.

Ἐκείνη τήν ἡμέρα ἐσκεπτόμουν συνέχεια αὐτό τό ὄνειρο καί τό γεγονός ὅτι πρέπει ν᾿ ἀποφασίσω νά πάω στό μοναστήρι. Ἐπέρασαν δύο χρόνια ἀπό τότε πού ὁ π. Δομέτιος μέ καλοῦσε νά πάω στό μοναστήρι καί ἐγώ δέν ἠμποροῦσα ν᾿ ἀποφασίσω, σκεπτομένη ὅτι εἶμαι ἀνάξια νά σηκώσω στό κεφάλι μου αὐτή τήν ζωή. Μοῦ εἶχαν μείνει βαθειά στήν ψυχή χαραγμένα τά λόγια τοῦ πατέρα μου, ἀπό κάποια διήγησι πού εἶπε στούς γείτονές μας. Οἱ γονεῖς μου εἶχαν πάει στό γυναικεῖο μοναστήρι Ρατέστ νά μεταφέρουν κατεργασμένο μαλλί γιά νά ὑφάνουν οἱ μοναχές λινά ὑφάσματα γιά νά ράβουν τίς μοναχικές τους στολές. Ἐγώ τότε ἤμουν ἐννέα ἐτῶν. Ὁ π. Δομέτιος (Στυλιανός τότε) ἐπήγαινε στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Μπουζέου. Ἄκουγα μέ ἀνοικτό τό στόμα, ὅσα ἐδιηγεῖτο τότε ὁ πατέρας μου στούς γείτονες: «Πόσο ὡραῖα εἶναι στό γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Ρατέστ! Τά μεσάνυκτα, ὅταν κτυποῦν παρατεταμένα οἱ καμπάνες, οἱ μοναχές πηγαίνουν στήν ἐκκλησία νά προσευχηθοῦν....Ζοῦν σάν οὐράνιοι ἄγγελοι ἐπί τῆς γῆς». Αὐτός ὁ λόγος: Ζοῦν σάν οὐράνιοι ἄγγελοι ἐπί τῆς γῆς», μέ εἶχε πολύ ἐντυπωσιάσει αὐτή ἡ ὑψηλή ζωή τῶν μοναχῶν. Ἔτσι, στήν πρότασι τοῦ π. Δομετίου γιά νά ἔλθω στό μοναστήρι, δέχθηκα, ἀλλά ἤθελα νά βεβαιωθῶ ὅτι αὐτό εἶναι καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά μένα. Καί μετά ἀπ᾿ αὐτό τό ὄνειρο, κατάλαβα ὅτι ὁ Θεός μοῦ ἀπεκάλυψε τό θέλημά Του.

Τήν δεύτερη ἡμέρα, ὥρα 12 τό μεσημέρι, ὅταν ἐπηγαίναμε στήν τράπεζα μέ ὅλους τούς συσπουδαστές, κάποιος μέ ἐφώναξε: «Εὐγενία!». Ἐκύτταξα καί εἶδα μέ τά μάτια μου τόν ἀδελφό μου Στέφανο, τόν ὁποῖο εἶχα νά ἰδῶ τρία χρόνια, διότι εἶχε πάει στόν στρατό. Χαρούμενη ἀπ᾿ αὐτή τήν συνάντησι τοῦ εἶπα: «Καλῶς ἦλθες!». «Καλῶς σέ εὑρῆκα, ἀλλά θέλω ἀδελφή μου νά σοῦ εἰπῶ κάτι πολύ ἐνδιαφέρον. Ἦλθε ἡ ἀδελφή μας Ἀννούλα (μετέπειτα μοναχή Ἀνθίμα) γιά νά σέ πάρη στό μοναστήρι Ρατέστ. Εἶναι ἡ τελευταία φορά πού σέ καλεῖ ὁ Πατήρ». Ἐγώ ἔμεινα γιά πολλή ὥρα ἐκστατική γιά ὅλα αὐτά. Ὅταν συνῆλθα, εἶδα πόσο συμπίπτουν ὅλα αὐτά μέ τό ὄνειρο πού εἶδα. Δέν ἠμποροῦσα πλέον νά εἰπῶ τίποτε. Κι ἔφυγα νά γίνω μοναχή στό μοναστήρι.

Μοναχή Εὐδοξία Μανωλάκε

 

Ὅταν ἦλθα στό μοναστήρι, ὁ Γέροντας λειτουργοῦσε στήν παλαιά ἐκκλησία. Μετά τήν θ. Λειτουργία, μέ ἐξωμολόγησε. Τοῦ εἶπα ὅτι θέλω νά παραμείνω γιά μοναχή στό μοναστήρι, ἀλλά ἐκεῖνος μοῦ εἶπε ὅτι εἶμαι πολύ μικρή (ἤμουν 14 ἐτῶν), νά πάω πρῶτα στό σχολεῖο καί κατόπιν νά ἔλθω. Ἐγώ ἄρχισα νά κλαίω. Τότε ἐκεῖνος σκέφθηκε ἀρκετά καί εἶπε: «Τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω» (Ἰωάν.6,37). Καί ἔτσι ὄντας χαρούμενος, ἐπρόσθεσε: «Καί ἐάν ἀκόμη ἡ ἡγουμένη, Γερόντισσα Ἱεροσολύμα, σοῦ εἰπεῖ ὅτι εἶσαι μικρή, νά τῆς εἰπῆς ὅτι κι αὐτή δέν ἦτο μεγαλύτερη, ὅταν ἦλθε κοντά μου, καί τήν δέχθηκα».

Μοναχή Παβελίνα Μπαντίλα

 

Ἤμουν καλεσμένη γιά τό μοναστήρι ἀπό τόν π. Δομέτιο, κατά τήν πρώτη ἐκεῖ συνάντησί μου μαζί του. Ἐπῆγα τότε στό μοναστήρι Ριμέτς μέ μερικούς συγγενεῖς μου, ὅταν ἤμουν ἡλικίας 9 ἐτῶν γιά νά ἐξομολογηθῶ. Ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκα, ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε τότε ὅτι, ὅταν θά μεγαλώσω, θά ἔλθω γιά μοναχή στό μοναστήρι. Μοῦ εἶπε ἀκριβῶς τά ἑξῆς: «Σέ εὐλογῶ νά γίνης μοναχή!». Κατόπιν ἔφυγα γιά τό σπίτι μου.

Ἐπέρασαν χρόνια. Ἔφθασα 20 ἐτῶν καί παρότι ἤμουν καί ὀρφανή, ἑτοίμαζα τά χαρτιά μου γιά τόν γάμο μου μέ κάποιον νέο. Ἐκεῖνο τόν καιρό ἔπρεπε νά περιμένω 10 ἡμέρες γιά τήν κατάθεσι τῶν δικαιο­λογητικῶν. Τήν προηγούμενη Κυριακή πρό τοῦ γάμου μου ἐπῆγα στό Ριμέτς. Ὅταν μέ εἶδε ὁ Γέροντας, μοῦ εἶπε: «Ἀδελφή, δέν σοῦ εἶπα ὅτι εἶσαι γιά τό μοναστήρι; Τοῦ εἶπα ὅτι κατέθεσα τά χαρτιά μου γιά τόν γάμο μου. Μοῦ ἀπήντησε ὅτι τά χαρτιά μου, ὅπως κατετέθησαν ἔτσι καί θά ἐξέλθουν. Ἐπῆγα στό σπίτι μου, τήν Τρίτη τό πρωΐ, ἑτοίμασα τίς ἀποσκευές μου καί ἐπέστρεψα ὁριστικά στό μοναστήρι. Ὁ Γέροντας εἶπε στήν Γερόντισσα νά μέ δεχθῆ, διότι ἐγώ θά εἶμαι στό προσκεφάλι του, ὅταν θ᾿ἀναχωρήση ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή. Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε.

Μοναχή Βενιαμίνα Ὀάργκα

 

Ἦτο τό ἔτος 1971. Ἤμουν 19 ἐτῶν. Εἶχα τελειώσει τό τμῆμα οἰκονομικῶν τοῦ  Λυκείου, καί ἀμέσως εἶχα παραληφθῆ σέ δουλειά. Τό φθινόπωρο ἤθελα νά συνεχίσω σπουδές καί στό πανεπιστήμιο. Ἐκεῖνο τόν καιρό θά ἔδινα καί ἐξετάσεις γιά τήν εἰσαγωγή μου. Ἐκεῖνο τό καλοκαίρι ἐπῆγα στό μοναστήρι Ριμέτς γιά νά εὐχαριστήσω τόν Θεό, πού ἐπῆρα τό ἀπολυτήριο μέ καλούς βαθμούς, ἔπιασα ἀμέσως δουλειά καί τώρα νά μέ βοηθήση ὁ Θεός νά μπῶ καί στό πανεπιστήμιο. Τότε ἐγνώρισα τόν π. Δομέτιο.  Μοῦ ἄρεσε ἐκεῖ. Ἐπῆγα κι ἄλλες πολλές φορές, χωρίς νά μοῦ γεννηθῆ μέσα μου κάποια σκέψις νά παραμείνω ἐκεῖ γιά μοναχή. Μιά καλή ἡμέρα μ᾿ ἐρώτησε ὁ Γέροντας:

-Ἐ, ἐσύ γιατί ἔρχεσαι συνέχεια στό μοναστήρι;

-Ἔρχομαι, ἔτσι ἀπό εὐχαρίστησι στόν Θεό...

-Δέν θέλεις νά μείνης γιά πάντα ἐδῶ;

-Δέν θά ἠμποροῦσα νά τό εἰπῶ αὐτό, ἐάν δέν ἐρωτήσω πρῶτα τούς γονεῖς μου, ἐάν συμφωνοῦν. Ἀλλά ὁ νοῦς μου εἶναι νά πάω τό Φθινόπωρο στό πανεπιστήμιο.

-Καλά, ἐρώτησε τούς γονεῖς σου, ἐάν σέ ἀφήνουν· καί θά ἔλθης μόνο μέ τήν ἄδειά τους.

-Θά δοκιμάσω, κι ἄν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ νά ἔλθω στό μοναστήρι, θά κάνω αὐτό ἀκριβῶς.

Τότε ἦτο περίοδος τοῦ Κομμουνισμοῦ, μία ἐποχή αὐστηρᾶς κριτικῆς καί δέν ἦτο νόμιμο νά πηγαίνη κάποιος στό μοναστήρι. Ἰδιαίτερα γι᾿ αὐτούς πού εἶχαν παραληφθῆ σέ δουλειά, ἦτο πολύ δύσκολο. Καί ἐρώτησα τόν Γέροντα:

-Πάτερ, πῶς νά κάνω, τί θά εἰπῶ στήν ὑπηρεσία μου, γιά νά μέ ἀπολύσουν;

-Ἐ, νά εἰπῆς ὅτι ἔχεις μία θεία στήν Κωνστάντζα καί θά πᾶς ἐκεῖ.

-Πράγματι, ἔχω θεία πού μένει στήν Κωνστάντζα.

Ἐπῆγα στό σπίτι μου καί πρός μεγάλη μου ἔκπληξι, οἱ γονεῖς μου μέ ἄφησαν ἀμέσως γιά τήν Κωνστάντζα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτοί δέν ἦσαν σύμφωνοι γιά νά πάω ἐγώ στό μοναστήρι. Ἀλλά τήν στιγμή ἐκείνη ἡ μητέρα μου κατάλαβε κάτι ἄλλο. Ἐρώτησε τήν θεία μου, ἐρώτησε καί τόν πατέρα...Κατόπιν ἦλθε σέ μένα καί μοῦ εἶπε: Κύτταξε, ὁ πατέρας σου, μοῦ εἶπε νά σ᾿ ἀφήσω, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει περισσότερη ἡσυχία. Πήγαινε στό μοναστήρι νά ἐργάζεσαι ἐκεῖ...». Αὐτοί ἐσχημάτισαν τήν ἐντύπωσι ὅτι θά πάω στό μοναστήρι νά ἐργάζωμαι ἐκεῖ τήν ὑπηρεσία μου καί ὄχι γιά νά παραμείνω ἐκεῖ γιά πάντα. Ἀμέσως, μετά τή συγκατάθεσι τῆς μητέρας μου, ἐπῆγα καί ἐδήλωσα τήν παραίτησί μου καί κατόπιν ἀνεχώρησα γιά τό μοναστήρι. Ὅλα αὐτά ἔγιναν πολύ γρήγορα...Τήν Κυριακή εἶχα ἐπισκεφθῆ τό μοναστήρι καί τήν Παρασκευή εἶχα ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ ὁριστικά. Ἐπίστευσα ὅτι αὐτό ἦτο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀναχωρήσω τόσο γρήγορα. Ὁ Γέροντας σάν νά προέβλεπε ὅλες τίς καταστάσεις.

Οἱ γονεῖς μου δέν περίμεναν ὅτι θά μείνω γιά πάντα στό μοναστήρι καί πολύ στενοχωρήθηκαν. Ἐπί ἕνα χρόνο δέν ἦλθαν καθόλου νά μέ ἰδοῦν. Πάντοτε ἤθελαν νά μέ ἐπαναφέρουν πίσω στό σπίτι. Στενοχω­ρήθηκαν ἀκόμη περισσότερο, διότι ἤθελαν νά δώσω στό πανεπιστήμιο καί τελικά δέν ἔδωσα...Οἱ γονεῖς μου ἔβλεπαν μέ τά δικά τους μάτια τά δικά τους προγράμματα. Ἀλλά ποτέ δέν ἦλθαν νά μέ ἐπιστρέψουν στό σπίτι διά τῆς βίας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ πατέρας μου, τόν πρῶτο καιρό, εἶχε ξεκινήσει νά ἔλθη γιά νά μέ γυρίση πίσω διά τῆς βίας. Ἡ μητέρα μου τότε ἦτο ἄρρωστη, ἀλλά περισσότερο ἦτο ἄρρωστη ἀπό τήν στενοχώρια της. Οἱ ἀδελφές μου εἶχαν παντρευτῆ κι αὐτές, ἐγώ ἤμουν στό μοναστήρι, ὁπότε δέν εἶχε μείνει καμμία κοντά τους. Εἶχαν μείνει τά ἀδελφάκια μας πού ἦσαν μικρά στήν ἡλικία.

Κάποτε ὁ πατέρας μου ἦλθε στό μοναστήρι καί συνωμίλησε μέ τόν Γέροντα, ὁ ὁποῖος τοῦ ὡμίλησε λίγο αὐστηρά: «Ἄκουσε, κ. Ἰωάννη, αὐτό τό ἔργο πού ζητᾶς, δέν μπορεῖ νά γίνη. Ἀφ᾿ ὅτου ἀνεχώρησε γιά τό μοναστήρι, δέν εἶναι δίκαιο γιά τόν Θεό, νά τήν ἐπαναφέρης πίσω στόν κόσμο». Καί τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι καί δέν ξαναῆλθε πάλι.

Μοναχή Ἰορέστα Γκάτα

 

Μία νέα ἦλθε στό μοναστήρι καί ἐρώτησε τόν π. Δομέτιο, ἐάν τήν δέχεται νά γίνη Δόκιμη Ἀδελφή. Ὁ Γέροντας τῆς εἶπε ὅτι τήν δέχεται, ἀλλά δέν θά παραμείνη πολύ χρόνο, διότι τήν εἶδε, καθώς περνοῦσε τήν τελευταία κρεμαστή γέφυρα μέ δύο παιδιά στά χέρια της. Καί ὁ προορατικός λόγος τοῦ Πατρός πραγματοποιήθηκε. Μετά ἀπό 10 μῆνες ἀνεχώρησε ἡ Δόκιμη ἀπό τό μοναστήρι. Παντρεύθηκε καί ἀπέκτησε δύο χαριτωμένα παιδιά.

 

Ἤμουν νέα. Ἐργαζόμουν.  Ἦλθα μέ τήν ἐξαδέλφη μου στό μοναστήρι νά ἐξομολογηθοῦμε. Τότε ὁ Γέροντας ἦτο φημισμένος Πνευματικός. Μετά τήν ἐξομολόγησι, ἡ ἐξαδέλφη μου μοῦ εἶπε ὅτι τῆς εἶπε ὁ Πατήρ ὅτι αὐτή θά παντρευτῆ, ἐνῶ ἐγώ ὄχι. Ἐστεκόμουν στήν εἴσοδο τῆς Μονῆς λυπημένη καί σκεπτόμενη τί ἀπόκρυφες ἀποτυχίες εἶναι αὐτές, ὥστε νά μήν ἠμπορῶ νά παντρευτῶ! Τότε ὁ Γέροντας ἦλθε κοντά μου καί μοῦ εἶπε ὅτι ὁ Θεός ἐπεμβαίνει καί χαλάει τά σχέδια τῶν ἀνθρώπων πού θέλει, γιά νά περάση τά ἰδικά Του σχέδια. Ἐπέρασαν ἀκόμη μερικά χρόνια καί ἐπῆρα τίς ἀποσκευές μου καί ἦλθα στό μοναστήρι.

Μοναχή Εὐφροσύνη Βίρκα

 


 

ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ

 

Γιά τήν μοναχική ζωή

Ἀγαποῦσε πολύ νά κάνη μία μεγάλη ἀδελφότητα. Ἐπιθυμοῦσε τόν ὁποιοδήποτε πού θά ἤθελε νά εἰσέλθη στό μοναστήρι λέγοντας: «Μή κλείνετε τήν πόρτα τῆς Κυρίας Θεοτόκου, διότι εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί μή ἀπορῆτε ὅτι δέν θά ἔχουμε νά φᾶμε σ᾿ αὐτές ἐδῶ τίς πέτρες, διότι ὁ Θεός  στέλλει ἕνα κομμάτι ψωμί γιά τόν κάθε δοῦλο Του.

* Τό κουκούλιο συμβολίζει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σκεπάζει καί φυλάττει τόν νοῦ μας. Διότι ἐκεῖνος πού κείρεται μοναχός καί ἀποκόπτει τούς κοσμικούς λογισμούς, λαμβάνει τήν περικεφαλαία τῆς σωτηρίας.

* Ὁ μοναχισμός, κατά τόν λόγο τοῦ πρώτου πατριάρχου τῆς  Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἰδιότυπος στρατός τοῦ Κυρίου μας. Στόν στρατό τῆς πατρίδος εἰσέρχονται οἱ πιό καλλίτεροι νέοι, πού εἶναι δυνατοί καί σωματικά ἀκέραιοι. Καί, ἐάν γιά τόν στρατό τῆς προστασίας τῆς ἐπιγείου πατρίδος εἶναι ἀναγκαία μία τέτοια ἐκλεκτή καί πειθαρχική ἐμπροσθοφυλακή, πόσο περισσότερο ἐκλεκτή θά πρέπει νά εἶναι ἡ στρατιά τοῦ Οὐρανίου βασιλέως;

* Ὁ μοναχός εἶναι ὁ πνευματικός στρατιώτης, ὁ ὁποῖος, ὁμοιάζει μέ τόν ἐπίγειο στρατιώτη, πρέπει νά ἐξειδικεύεται μέ τά καλλίτερα ὅπλα γιά νά νικᾶ τούς ἐχθρούς του. Ἐνδεδυμένοι μαῦρα ροῦχα καί μέ τήν καρδιά πενθοῦσα πάντοτε, θά ἀγωνίζωνται γιά μία ἄλλη τελείως διαφορετική μάχη, ἀπ᾿ αὐτή πού κάνει ὁ συνηθισμένος στρατιώτης ἤ ἕνας χριστιανός τοῦ κόσμου. Λαμβάνοντας τόν σταυρό του μέ τό θέλημά του ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, πολεμεῖ ἐναντίον τῶν σωματικῶν πειρασμῶν του, ἐναντίον τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου.

* Ὅποιος πιστεύει ὅτι ἔρχεται στό μοναστήρι νά ζήση πιό ἄνετα καί χωρίς φροντίδες, αὐτός σφάλλει, μή γνωρίζοντας τήν διδασκαλία τῆς μοναχικῆς ζωῆς, οὔτε τό μεγάλο μυστήριο τό ὁποῖον ἀγκυροβολεῖ τήν ψυχή στόν οὐρανό.

* Συχνά ἔλεγε στήν ἡγουμένη Ἱεροσολύμα: «Τά μάτια σου εἶναι ἡ συνοδεία σου».

* Ὁ φωτοστέφανος ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται σ᾿ὅλο τό περιβάλλον τῆς μοναχικῆς ζωῆς εἶναι θεῖος καί μακάριοι εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι παραμένουν σ᾿ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα μέχρι τέλους, χωρίς οὔτε ἕνα συμβιβασμό. Τρισμακάριοι εἶναι ὅσοι ἀξιώθηκαν τοῦ στεφάνου τῆς ἀνεκλαλήτου δόξης καί δέν ἔζησαν ματαίως ἐδῶ στήν γῆ. Αὐτοί εἶναι τά δένδρα πού φυτεύθηκαν στήν ἀνατολή «παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων». Σ᾿ αὐτούς θά ἀναπαυθῆ ἀληθινά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς θά ἔχη τήν ψυχή τους κατοικητήριο.

* Μερικές μοναχές ἔκλαιγαν, διότι κάποτε στό μοναστήρι τους εἶχαν πολλές δυσκολίες. Τά χωράφια τους δέν καρποφοροῦσαν, τό μοναστήρι τους ἦτο πτωχό καί θά ἦτο καλλίτερα νά ὑπάγουν σέ ἄλλο μέρος. Τότε ὁ Γέροντας τούς εἶπε: «Πιστεύετε στόν Θεό; Τότε νά γνωρίζετε ὅτι θά ἔχετε τά πάντα, διότι ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐμβλέψατε εἰς τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσι, οὐδέ θερίζουσιν, οὐδέ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας...καταμάθετε τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει... οὐδέ Σολομών ἐν πάσῃ τῇ δόξη αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἕν τούτων...» (Ματ.6,26-29).

 

* Μόνο γιά μερικούς σάν αὐτούς εἶναι ἡ μακαρία ζωή, οἱ ὁποῖοι ἀπό τά πρῶτα κιόλας βήματα τῆς μοναχικῆς τους ζωῆς πληρώθηκαν μέ τόν θεῖο πόθο τῆς ἄκρας καθαρότητος, σωματικῆς καί ψυχικῆς. Λέγει ὁ Κύριος ὅτι γιά τούς καθαρούς ὅλα εἶναι καθαρά καί ἅγια. Γι᾿ αὐτούς τούς μοναχούς τίποτε δέν εἶναι δύσκολο καί ἀκάθαρτο, διότι ὅλα τά κατορθώνουν μέ τήν δύναμι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι παντοτεινά μαζί του. Ὁ Κύριος μᾶς θέλει νά εἴμεθα ἐξ ὁλοκλήρου δικοί Του, μέ ὁλόκληρο τόν νοῦ καί ὁλόκληρο τό σῶμα μας.

* Νά εἶσαι μοναχός καί νά μή ξέρης νά βάλης χαλινό στίς πιό ἐνοχλητικές ἐπιθυμίες σου, αὐτό σημαίνει ὅτι λούζεσαι μέσα στήν βαθύτερη λάσπη τῶν παθῶν σου καί γίνεσαι ἀπόκληρος ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

* Τόν Σωτῆρα τόν Ὁποῖον ἐξέλεξες γιά νυμφίο σου, νά Τόν ἔχης πάντοτε μέσα στήν ψυχή σου. Εἶναι καλό μέ τόν νοῦ σου νά ἀνεβαίνης στά ὑψηλά, στούς πνευματικούς αἰθέρες, ὅπως ὁ ἀετός ἀνεβαίνει στά δυσθεώρητα ὕψη. Μόνο ἔτσι ἠμπορεῖς νά πᾶς στήν αἰώνια ζωή, πρός τήν ὁποία ἡ ψυχή ἀποβλέπει ἀδιάκοπα.

* Ἡ ἀγάπη πρός τούς κατά σάρκα συγγενεῖς μας νά εἶναι ὅ,τι περισσεύει ἀπό ἕνα ποτήρι γεμᾶτο νερό. Τό γεμᾶτο ποτήρι εἶναι ἡ ἀγάπη μας γιά τόν Θεό.

* Πολύ συχνά ἔλεγε στά κηρύγματά του καί στίς ὁμιλίες του τά ἑξῆς λόγια τοῦ Σωτῆρος ὁ Γέροντας: «Οὐδείς ἐπιβαλών τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον καί βλέπων εἰς τά ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»(Λουκ.9,62) .

* Ἡ ἀποθήκη τῶν τροφίμων νά εἶναι ξεκλειδωμένη καί καθένας νά τρώγη ὅ,τι θέλει καί ὅσο μπορεῖ.

* Νά διαβάζετε κάθε βιβλίο πού πέφτει στά χέρια σας καί νά διαλέγετε τό καλλίτερο καί ψυχωφελέστερο, ὅπως ἡ μέλισσα τό μέλι, πού τρέχει ἀπό λουλούδι σέ λουλούδι.

* Νά γίνεται σεβαστή ἡ τήρησις τοῦ προγράμματος· Ἰδιαίτερα στήν τράπεζα ἡ συμμετοχή ὅλων εἶναι ὑποχρεωτική, εἴτε γιά τό  φαγητό, εἴτε γιά τήν ἀνάγνωσι, εἴτε γιά τήν συνάντησι μέ τούς ἀδελφούς μετά τήν τράπεζα.

* Γιά τήν ἀπαλλαγή σας ἀπό τά μισητά πάθη τῆς σαρκός νά κάνετε πολλές μετάνοιες.

* Νά εἶσθε πνευματικά ἑνωμένες καί νά παραμένη ἡ ἀγάπη ἀνάμεσά σας, διότι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. «Καί ἐάν παραδῶ τό σῶμα μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι» (Α΄Κορ.13,3).

* Νά φυλάγεσθε ἀπό τό σκάνδαλο πού μπορεῖ νά προέλθη εἴτε μέσῳ τῆς συμπεριφορᾶς σας, εἴτε μέσῳ κάποιας χειρονομίας σας. Ὅσο ἠμπορεῖτε, ἀπομακρύνεσθε ἀπό τά πρόσωπα τῶν ἀνδρῶν.

* Παντοτεινή προσπάθεια τῶν μοναζουσῶν καί Δοκίμων εἶναι νά φυλάγωνται ἀπό τούς ἄνδρες, νά μήν ἔχουν τήν ἐμπιστοσύνη τους σέ ἄνδρες, ἀκόμη κι ἄν κάποιοι ἔχουν τήν γενειάδα τους μέχρι τήν ζώνη τους.

* Ἡ ζωή τῶν ἐρημιτῶν εἶναι μακαρία, ἐάν καθημερινά τροφοδοτῆται ἀπό τόν θεῖον ἔρωτα.

* Νά μή πιστεύση κάποιος ὅτι σκέπτεται τόν Θεό, μέσῳ τῶν τριῶν ἀρετῶν, πού ὑποσχέθηκε στήν μοναχική του κουρά-τῆς ὑπακοῆς, τῆς ἀκτημοσύνης καί τῆς παρθενίας, ἐνῶ στήν ζωή του μειώνει τήν ἀγω­νι­στι­κότητά του, τήν τάξι του καί δέχεται τιμές ἀπό τούς ἀνθρώπους.

* Οἱ πῦλες τῆς Μονῆς νά μή κλείνουν γιά ὁποιαδήποτε ψυχή θέλει νά ἀφιερωθῆ στόν Κύριο, διότι δέν εἶναι γνωστό ἀπ᾿ αὐτούς πού ἔρχονται, πόσοι θά παραμείνουν. «Τόν ἐρχόμενον πρός με, λέγει ὁ Κύριος, οὐ μή ἐκβάλλω ἔξω» ('Ιωάν.6,37)

* Ἀδελφές μου, βλέπετε πῶς εἶναι ἕνα μπουκέτο μέ λουλούδια; Ἐάν θέλης νά τό κόψης μέ τά χέρια, δέν ἠμπορεῖς. Ἔτσι κι ἐσεῖς νά εἶσθε ἑνωμένες μεταξύ σας, νά ἔχετε σέ πρώτη θέσι τήν ἀγάπη ἡ μία ἀπέναντι στήν ἄλλη καί τήν ταπείνωσι. Νά μή περνᾶτε μέ ἀδιαφορία, ὅταν ἡ μία ἀπό ἐσᾶς ἔχει δυσκολίες καί δέν σᾶς χαιρετᾶ. Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη καί ἡ ἑνότης, ὁ διάβολος δέν ἔχει ἐκεῖ τί νά κάνη.

* Ὁ Θεός εἶναι ζηλότυπος γιά τίς ψυχές μας καί δέν ὑποφέρει νά τίς βλέπη λυπημένες. Πρέπει ὁ μοναχός, ἀπό τότε πού ἐφόρεσε μία φορά τά μαῦρα ράσα, ἀφιερώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα του στόν Κύριο. Ἀπό τότε δέν θά πρέπει νά δέχεται ἀπό κανέναν δῶρα, τά ὁποῖα ἀργότερα μπορεῖ νά γίνουν αἰτίες πτώσεως ἀπ᾿ αὐτή τήν ὡραία καί ὑψηλή ζωή. Εἶναι εὔκολη ἡ πτῶσις, ἀλλά πολύ δύσκολη ἡ ἀνόρθωσις.

* Ἡ κοινοβιακή ζωή εἶναι ἡ ρίζα τῆς ἀληθινῆς μοναχικῆς πολιτείας, τῆς ὁποίας ὑπόδειγμα εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὁμάς τῶν 12 Ἀποστόλων, πού εἶχαν τόσο σφικτά ἀνάμεσά τους τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

* Πολλοί νομίζουν ὅτι στό μοναστήρι πρέπει νά πηγαίνουν οἱ ἀποτυχημένοι τῆς ζωῆς ἤ αὐτοί πού δέν ἠμποροῦν νά κάνουν κάποιο σπουδαῖο ἔργο στόν κόσμο ἤ αὐτοί πού ἔπραξαν κάποιο βαρύ παράπτωμα. Αὐτή ἡ ἀντίληψις πρέπει νά ἐξαφανισθῆ ὁριστικά καί νά γίνη γνωστό ὅτι ὅποιος εἶναι καλός γιά τόν κόσμο, αὐτός εἶναι καλός καί γιά τό μοναστήρι.

* Ὁλόκληρο τόν Σταυρό τοῦ Σωτῆρος τόν σηκώνουν μόνο αὐτοί οἱ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μοναχοί μέ θέλημα Θεοῦ, ἀπό τόν κόλπο τῆς μητέρας τους. Δέν εἶναι μεγάλος ἐκεῖνος ὁ ἀββᾶς, τοῦ ὁποίου ἐκόπησαν μερικές τρίχες μαλλιῶν του ἀπό τήν κεφαλήν του σέ σχῆμα σταυροῦ!

* Γιά νά παραμείνουν πάντοτε πλησίον τοῦ Σωτῆρος αὐτοί, οἱ ὁποῖοι Τόν ἐξέλεξαν γιά Νυμφίο τους, πρέπει ὅλο τόν καιρό Αὐτόν νά σκέπτωνται, νά διαβάζουν τήν διδασκαλία Του καί τά θαύματά Του πού ἐπετέλεσε.

* Ὁ νοῦς μας νά εἶναι μόνιμα στά οὐράνια: Δηλαδή στόν Σωτῆρα μας, στήν προσευχή, στήν καθαρή ζωή καί σέ κάθε ἔργο μέ τό ὁποῖο ἐπιτελεῖται ἡ σωτηρία μας. Ὁ νοῦς πού περιπλανᾶται στά ἐπίγεια, παγιδεύεται καί γρήγορα ἐρημώνεται.

* Ἐάν παντρεύεσαι μοιράζεις τήν ἀγάπη σου...ἡ περισσότερη πηγαίνει στόν σύζυγο καί στά παιδιά καί ὀλίγη ἀγάπη ἀνεβαίνει στόν Χριστό.

* Εἶναι προτιμώτερο μία νέα μοναχή νά ἀνοίγη ἕνα λάκκο καί νά μπαίνη μέσα παρά νά πηγαίνη στό λουτρό της ἤ στούς γιατρούς γιά θεραπεία.

 

Γιά τήν ψυχική κατάστασι τοῦ μοναχοῦ

* Νά εἶσθε εἰρηνικοί, εὔθυμοι, μέ καρδιά χαρούμενη, διότι ἐνδυθήκατε τήν ὡραιότερη ζωή γιά τόν Θεό. Ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι μόνο μία προσευχή.

* Μοναχός σημαίνει ὡραία μορφή· μήν εἴμεθα σκυθρωποί καί ταραγμένοι στό πρόσωπό μας.

* Νά ὁμιλῆτε ταπεινά μέ τούς ἀνθρώπους, νά ἀπαντᾶτε μέ ὡραῖο τρόπο σέ ὅλους, νά εἶσθε προσιτοί στούς ἄλλους μέ τήν καρδιά σας καί μέ ἀνθρωπιά ἀπέναντι σέ ὅλους.

 

Γιά τόν μοναχό καί τόν κόσμο

* Νά μή μένουν οἱ μοναχοί στόν κόσμο, ὅσο καιρό ἡ πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ εἶναι ἀνοικτή.

* Ν᾿ ἀποφεύγης συναντήσεις μέ τόν κόσμο.

* Ὅταν πηγαίνης γιά κάποια δουλειά στόν κόσμο, νά ἐπιστρέφης γρήγορα ὀπίσω, γιά νά μή ψυχρανθῆ ἡ ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος μέσα σου.

* Ὁ μοναχός πρέπει νά ἐπανέρχεται, ὅσο βιαστικώτερα μπορεῖ, στό μοναστήρι του, διότι παραμένοντας πολύ καιρό στόν κόσμο, εὔκολα ἐπιστρέφει στά κοσμικά πράγματα. Ἐάν ἡ πέτρα μέ τήν συνεχῆ πτῶσι σταγόνων κοιλαίνεται, πόσο μᾶλλον ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι τόσο ἀδύνατος!

* Ἐάν ἐγνωρίζατε ἀπό πόσους πειρασμούς μᾶς ἐλύτρωσε ὁ Κύριος, ἀπό τότε πού μᾶς ἔφερε στό μοναστήρι, θά Τόν εὐχαριστούσαμε ἡμέρα καί νύκτα, χωρίς νά ἠμποροῦμε ποτέ νά ἐξαντλήσουμε τίς εὐχαριστίες μας ἀπέναντί Του.

* Ὁ μοναχός πρέπει νά ταξιδεύη μέ τήν σκέψι:  Τίποτε χωρίς ἐρώτησι.

 

Γιά τήν ὑπακοή στόν Πνευματικό Πατέρα

Νά μή λεγετε ὅτι δέν σᾶς εἶπα τί νά κάνετε, διότι στήν Μέλλουσα Κρίσι, δέν θά ἔχω ἁμαρτία, ὅτι δέν σᾶς τά εἶπα.

* Μή στηρίζεσαι στίς δυνάμεις σου, ἀλλά ζήτησε τήν βοήθεια ἀπ᾿ αὐτόν μέ τόν ὁποῖον δέθηκες, μ᾿ Αὐτόν πού σοῦ ἐχάρισε τήν ζωή, ἀπό τόν Μεγάλο Χριστό, ὁ Ὁποῖος σέ ἐπῆρε νύμφη Του κοντά Του.

* Ἐμπιστευθήκατε τόν ἑαυτό σας στόν Θεό, νά εἶσθε σίγουρες ὅτι ὁ Κύριος φροντίζει γιά ἐσᾶς, μόνο πού θά πρέπει νά τόν ἀκολουθοῦμε. Καί γιά νά Τόν ἀκολουθοῦμε πρέπει νά ὑπακούουμε τούς πνευματικούς μας διδασκάλους καί ὁδηγούς.

* Νά μή κάνης ὑπακοή στόν κάθε γέροντα, ἀλλά σ᾿ αὐτόν πού εἶναι γεμᾶτος ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί ἔχει τελειωθῆ στήν ἀρετή τῆς ταπεινώσεως.

 

Γιά τήν ὑπακοή

* Τίποτε στήν ζωή τοῦ μοναχοῦ δέν εἶναι τόσο ἀξιοτίμητο καί ψυχικά ἀναπαυτικό, ὅσο νά γνωρίζη καί νά κάνη τήν ὁποιαδήποτε ὑπακοή, χωρίς τήν παραμικρή μεμψιμοιρία. Νά ξέρετε ὅτι εἶμαι εὐτυχής ὅταν κάνω ὑπακοή!

* Ἡ μοναχική ζωή εἶναι μαρτυρική ζωή, τόσο ἀπό φυσικῆς ὅσο κι ἀπό πνευματικῆς πλευρᾶς. Εἶναι ζωή τελείας αὐταπαρνήσεως κι ἔχει σάν θεμέλια τήν ἄνευ ὅρων ὑπακοή καί τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τῶν γνωστῶν τριῶν μοναχικῶν ἀρετῶν.

* Τά ὑψηλά ἀποκτῶνται διά τῆς ὑπακοῆς στά ἐπίγεια καί χαμηλά.

* Γιά νά ἐξαφανισθῆ ἀπό ἐπάνω σας ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι καλό νά κάνετε τό διακόνημα καθαριότητος τῶν χώρων τῶν γουρουνιῶν, τῶν πουλερικῶν, νά μεταφέρετε πράγματα στίς πλάτες σας καί ἄλλα παρόμοια ἔργα.

* Ὅταν ἔδινε ἐντολή νά γίνουν ἐργασίες σέ κάποιο διακόνημα, ἐρχόταν ὁ ἴδιος καί βοηθοῦσε, λέγοντας: «Δέν μπορεῖτε νά φορτώνετε τούς ἄλλους μέ δυσβάστακτα φορτία κι ἐσεῖς οὔτε μ᾿ ἕνα ἀπό τά δάκτυλά σας δέν ἐγγίζετε τά φορτία αὐτά» (Πρβλ Λουκ.11,46).

* Ἡ ἐργασία εἶναι ἁγία. Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες  τήν ἐπαινοῦν. Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, στήν ἔρημο τοῦ Πόντου, καλλιεργοῦσε κῆπο καί ἐδούλευε μέ πολύ ζῆλο, συνδιάζοντας καί τήν προσευχή. Προσεύχου καί ἐργάζου.

 

Γιά τήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ γενικά

* Τήν ζωή μας τήν ἔχουμε ἀπό τόν Θεό: Δι᾿ Αὐτοῦ ζοῦμε, κινούμεθα καί ὑπάρχουμε.

* Μᾶς ἔφερε ὁ Θεός ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξι, ἀλλά δέν ἠμπορεῖ νά μᾶς σώση χωρίς τήν ἄδειά μας.

* Μή νομίζετε ὅτι γιά τήν ἄρνησι τοῦ κόσμου καί τήν ἄρσι τοῦ σταυροῦ εἶναι καλεσμένοι μόνο οἱ μοναχοί. Ὅλοι εἶναι καλεσμένοι διότι ὅλοι ἔχουν ψυχή ἄξια σωτηρίας καί μία κληρονομία τήν ἀπόκτησι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός προέτρεπε τόν λαό στήν ἄρνησι τοῦ κόσμου καί στήν ἄρσι τοῦ σταυροῦ κάθε ἡμέρα, δέν ὑπῆρχαν τότε καλόγεροι καί μολαταῦτα τούς ἔλεγε: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν». (Ματ.5,48).

* Νά προσέχουμε τήν ζωή μας, διότι δέν εἴμεθα παρά χῶμα καί τροφή τῶν σκωλήκων.

* Νά μήν ἔχη ὁ ἄνθρωπος κάποια γνώμη γιά τόν ἑαυτό του ὅτι εἶναι κάποιος σπουδαῖος σ᾿ αὐτό τόν κόσμο. Διότι, ἀλήθεια δέν εἴμεθα τίποτε, ἀφ᾿ ὅσον τά παρόντα εἶναι «ὀνείρων ἀπατηλότερα καί σκιᾶς ἀσθενέστερα».

* Μέσα σέ λίγο χρόνο θά γίνουμε τροφή τῶν σκωλήκων καί τό σῶμα μας θά εἶναι πτῶμα καί ἄχρηστο. Θά ἐρωτηθοῦμε γιά τήν ζωή τήν ὁποία ἐκάναμε. Εἶναι μεγάλη ἀλήθεια ὅτι σέ μιά στιγμή τοῦ χρόνου εὑρισκόμεθα στήν κατάστασι τῆς Χάριτος, ἀλλά ἀμέσως, εἶναι δυνατόν νά εὑρεθοῦμε στόν γκρεμό τῆς ἁμαρτίας. Ὁ καιρός τῆς ζωῆς μας εἶναι ἐδῶ σύντομος. Εἶσαι νέος, γενναῖος, δυνατός....ἀλλά ὁ κάθε νέος, μετά ἀπό λίγο καιρό, θά ἠμπορῆ νά λέγη: ἔπεσε τό λουλούδι!

* Τί ὠφελοῦν τά στολίδια, τά πολυτελῆ ροῦχα, τά ἀρώματα, κάθε εἴδους ἀπολαύσεις καί εὐφροσύνες, ὅταν τό σῶμα μας αὐτό πού ἔχουμε, δέν εἶναι τίποτε παρά χόρτο;

* Ποιός θά εἶναι μέ τά μάτια ἄγρυπνα καί ἀνοικτά ὑπομένοντας τήν κάθε στιγμή καί προσέχοντας κάθε κίνησι πού κάνει; Αὐτός θά νικήση καί θά ἐξέλθη ἀτραυμάτιστος μέ τήν μεγάλη βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μέ τήν προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί τίς πρεσβεῖες ὅλων τῶν Ἁγίων.

* Στήν κακία νά εἶσθε σάν τά παιδιά, τά ὁποῖα ἄλλοτε φωνάζουν, ἄλλοτε γελοῦν καί ὁμιλοῦν τό ἕνα μέ τό ἄλλο, διότι αὐτά δέν γνωρίζουν νά κρατοῦν κακία.

* Βλέπετε, νά εἶσθε περισσότερο προσεκτικοί γιά τό ἐσωτερικό μέρος τοῦ σκεύους, νά καθαρίζετε τήν καρδιά σας ἀπό ὁποιονδήποτε ἀκάθαρτο λογισμό, πού εἶναι ἐχθροί τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης διά τῆς ὁποίας θυσιάζεσθε γιά τό καλό καί τήν εἰρήνη τοῦ πλησίον σας.

* Ὅταν καθαρίζουμε τίς πληγές τῶν ἀδελφῶν μας, δεχόμεθα πνευματικά μαργαριτάρια τοῦ Θεοῦ.

* Νά ἔχετε φροντίδα καί ἀγάπη γιά τούς γέροντες. Δώσατέ τους φαγητό καί νερό καί ὅτι τούς χρειάζεται. Μή διέρχεσθε περιφρονητικά δίπλα ἀπό τούς ἀδυνάτους, ἀλλά βοηθήσατέ τους καί δώσατέ τους ὅ,τι ἔχουν ἀνάγκη, κατά τήν δύναμί σας γιά νά ἔχετε καί τό ἔλεος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

* Νά ἀξιοποιοῦμε τόν χρόνο ὅπως πρέπει, διότι δέν μᾶς δόθηκε ἡ δυνατότης νά ζήσουμε δυό φορές σ᾿ αὐτή τήν ζωή καί δέν ἔχουμε δύο ψυχές, ἀλλά μία.

* Εἶναι καλή καί ἡ μαμαλίγκα (ζυμάρι πηκτό ἀπό καλα­μπο­κάλευρο) μέ τό κρεμμύδι, ἀρκεῖ μόνο νά ἔχουμε τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μας.

* Εἶπε κάποιος: Ἡ μεγαλύτερη ὁδός ἐπί τῆς γῆς εἶναι αὐτή πού ξεκινᾶ ἀπό τά αὐτιά μέχρι τήν καρδιά. Μάλιστα περνοῦν πολλά χρόνια γιά νά φθάση κανείς στήν καρδιά του.

* Τό ἄλογο πού σοῦ δωρίζουν, δέν τό κυττάζης στό στόμα. Τό δέχεσαι χωρίς νά λέγης ἀνοησίες. Κατηγορηματικά! Νά εὐχαριστῆς τόν ἄνθρωπο μέ καθαρή καρδιά. Ἔτσι, εἶναι κατά Θεόν.

* Οἱ νέες δέν πρέπει νά ἀφίενται ἐλεύθερες νά κυκλοφοροῦν τήν νύκτα. Ὅταν δύη ὁ ἥλιος νά εἶναι στό σπίτι.

* Ὅταν ξεκινᾶς στόν δρόμο σου, νά κάνης τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, γιά νά ἀκολουθῆ μαζί σου καί ὁ Χριστός.

* Νά περπατᾶτε ντυμένοι εὐπρεπῶς!

* Μήν ὑπόσχεσαι νά κάνης κάτι, τό ὁποῖον δέν θά ἠμπορέσης νά τό ἐκπληρώσης εὔκολα, ἀλλά ὅσες ὑποσχέσεις δίνεις νά τίς ἐκπληρώνης μέ σταθερότητα. Τότε θά ἐμπνέης ἐμπιστοσύνη πάντοτε.

* Κανείς σ᾿ αὐτή τήν ζωή δέν εἶναι χωρίς στενοχώριες καί ἀπο­τυχίες, εἴτε εἶναι βασιλεύς, εἴτε πρόεδρος μιᾶς χώρας.

* Ὑπάρχουν πολλά λουλούδια στά δένδρα, ἀλλά ποιά ἀπ᾿ αὐτά θά φέρουν καρπούς; Ἔτσι καί ὀ κόσμος, πολλᾶ μᾶς ὑπόσχεται, ἀλλά λίγα μᾶς δίνει.

* Ὅπως δέν ὑπάρχει λόφος χωρίς κοιλάδα, ἔτσι δέν
ὑπάρ­χει ­στενοχώρια, χωρίς νά ὑπάρχη καί ἡ χαρά.

* Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά μᾶς δώση τήν ἀθανασία στόν παράδεισο κι ἐμεῖς δέν θέλουμε. Ὤ, πόσο τρελλοί καί ἀγνώμονες εἴμεθα!

 

Γιά τόν ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου

* Γιά νά ἠμπορέσης νά ζήσης μία ἀγγελική ζωή πρέπει σ᾿ ὅλη σου τήν ζωή, ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα, ὥρα μέ τήν ὥρα, νά μάχεσαι μέ κάθε εἴδους ἄσκησι καί ἀπάρνησι νά λεπτύνης αὐτό τό σῶμα καί νά μεταμορφώνεται ἐν Χριστῷ ὁλόκληρη ἡ ζωή σου, ὥστε νά αἰσθάνεσαι ὁλονέν καί περισσότερο μία ἐσωτερική ἀναγέννησι μέσα σου, ὅτι ἕνας νέος ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ ἀναδύεται. Ἀπ᾿ αὐτή τήν στιγμή θά σοῦ ἑτοιμάζεται στεφάνι στόν οὐρανό καί ἡ μυστική ἕνωσί σου μέ τόν Νυμφίο Χριστό.

* Εἶναι στήν δύναμι τοῦ Θεοῦ νά γίνουμε ἅγιοι. Ἀρκεῖ νά θέλουμε! Νά πορευώμεθα στόν δρόμο μας δίνοντας μάχη μέ κάθε τι πού προέρχεται ἀπ᾿ αὐτόν τόν ἀπατεῶνα αἰῶνα καί ἀπό τίς ἐπιθυμίες του.

* Γιά νά γίνης ἕνας δίκαιος καί ἅγιος ἄνθρωπος μέ τόν λόγο καί μέ τό ἔργο, σημαίνει νά κατευθύνης τήν ζωή σου σύμφωνα μέ τήν θεία δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ζητεῖ νά ἀγαποῦμε τόν Θεό περισσότερο ἀπό ὅ,τιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο.

* Ἐλεημοσύνη καί ταπείνωσι νά τίς ἐφαρμόζουμε στήν πρᾶξι. Χωρίς αὐτές τίς ἀρετές «τζάμπα» ζοῦμε ἐπί τῆς γῆς. Μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ἀνοίγεται ὁ παράδεισος.

 

Ἀγάπη καί ὑπακοή στόν Θεό

* Νά καιγώμεθα ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τόν πλησίον μας, νά μήν εἴμεθα παγεροί, διότι ὁ Θεός θά μᾶς πετάξη ἔξω ἀπό τήν Βασιλεία Του.

* Τίποτε στόν κόσμο αὐτόν δέν εἶναι ἄξιο προσοχῆς, παρά μόνο ἡ σκέψις μας νά εἶναι στόν Θεό· τά ἄλλα εἶναι ματαιότητες, ὅπως λέγει ὁ σοφός Σολομών (Ἐκκλ.1,14).

* Ἡ θεία δικαιοσύνη ζητεῖ ν᾿ ἀγαποῦμε τόν Θεό περισσότερο ἀπό ὅ,τιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο.

* Ν᾿ἀρνούμεθα κάθε τι τό κοσμικό, ἀκόμη καί τά πιό ἀγαπητά μας πρόσωπα, ἀδελφούς, ἀδελφές καί γονεῖς· τίποτε νά μή ξεπερνᾶ τήν ἀγάπη μας πρός τόν Θεό.

* Νά κάνουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά τόν ὑμνολογοῦμε καί νά Τόν δοξάζουμε, ὅπως Τοῦ ἀξίζει, διότι Αὐτός εἶναι τό πλήρωμα ὅλων τῶν θείων μεγαλείων.

* Ὅπως καίγεται τό κερί στό κηροπήγιο, ἔτσι νά ἔχη ἀνάψη ἡ ἀγάπη μας γιά τόν Θεό μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξι καί σ᾿ ὅλη μας τήν ζωή.

* Ἡ καρδιά μας νά εἶναι πάντα ἀναμμένη ἀπό φλόγα γιά τήν διακονία τοῦ Θεοῦ.

* Ὁ Κύριος θέλει νά εἴμεθα ἐξ ὁλοκλήρου ἰδικοί Του καί μέ τόν νοῦ καί μέ τό σῶμα μας.

* Ἐλησμονήσαμε τόν Θεό; Τότε κάνουμε ἔργα τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἄς κλαύσουμε γιά νά λυτρωθοῦμε ἀπό τίς στενοχώριες καί δοκιμασίες μας.

* Οἱ ψυχές πού ἀγαποῦν ἀληθινά τόν Θεό, δέν ἐπιτρέπουν τήν παραμικρή μείωσι τῆς ἀγάπης τους πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ. Εἶναι καρφωμένες ἐξ ὁλοκλήρου στόν σταυρό Του καί ἀποκτοῦν μέσα τους τήν αἴσθησι τῆς πνευματικῆς ἀναβάσεως.

* Μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά μᾶς ἀφυπνίση σέ μιά καινούργια ζωή. Τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό νά ἀκολουθοῦμε! Ὁ λόγος Του εἴθε νά γίνη ὁδηγός στήν ζωή ὅλων μας.

* Συνείδησις εἶναι νά γνωρίζης ταυτόχρονα τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἡ συνείδησις εἶναι τό μάτι μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός βλέπει τόν ἄνθρωπο καί μέ τό ἴδιο μάτι βλέπει ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό. Ὅπως Τόν βλέπω, ἔτσι μέ βλέπει.

* Αὐτός πού συμβουλεύει κάποιον ἄνθρωπο, ὅσο σοφά κι ἄν εἶναι αὐτά πού τοῦ λέγει, μπορεῖ νά σφάλη. Αὐτός ὅμως πού δέχεται βοήθεια, ἔλεος καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν πρόκειται νά σφάλη ποτέ.

* Σέ ὅποιονδήποτε τόπο κι ἄν εἶσαι καί σέ ὅποιοδήποτε μέρος πηγαίνεις, θά εἶσαι ἕνας ἄνθρωπος δυστυχισμένος, ἐάν δέν ἐπιστρέψης ἐν μετανοίᾳ στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

* Στήν Ἐκκλησία ἠμποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό κατά δύο τρόπους. Εἴτε νά κατεβάζουμε τόν Κύριο στήν καρδιές μας διά τῆς προσευχῆς, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλεημοσύνης, εἴτε νά ἀνεβαίνουμε ἐμεῖς στόν Κύριο διά τῆς βαθειᾶς μας ταπεινώσεως. Νά μή τεμπελιάζουμε μέχρις ὅτου ἑνωθοῦμε μαζί Του. Πρός τά ἐπάνω νά ἔχουμε τίς καρδιές μας, ἐπάνω, ἐκεῖ ὅπου εἶναι οἱ γονεῖς μας, οἱ ἅγιοί μας. Ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ νά εἶναι καί ἡ καρδιά μας.

 

Γιά τά καλά ἔργα

* Ὅταν θέλης νά κάνης ἕνα ἔργο, κάνε το ἀμέσως, μή τό ἀφήσης γιά τήν αὐριανή ἡμέρα.

* Νά πλουτίζουμε κάθε ἡμέρα καί κάθε στιγμή μέ τόν θησαυρό τῶν καλῶν πνευματικῶν ἔργων, τῶν ἔργων τοῦ οὐρανοῦ. Νά ἐπιθυμοῦμε νά γίνη ἡ καρδιά καί ἡ ψυχή μας ἕνας ἅγιος ναός, στόν ὁποῖον νά στεγάζεται τό θεῖο φῶς, τό ὁποῖο φωτίζει τήν ζωή μας πρός τήν αἰωνιότητα.

* Δέν εἶναι μεγάλο ἔργο ἐάν τελείωσες σχολεῖα καί λέγεις πολλά λόγια. Ὁ Θεός ζητεῖ ἀπό ἐμᾶς καλά ἔργα καί καθαρή καρδιά.

* Συμβαίνει ὥστε τό ἔργο νά λαμβάνη τήν θέσι τοῦ λόγου καί ὁ λόγος νά λαμβάνη τήν θέσι τοῦ ἔργου.

* Ν᾿ ἀποδίδουμε αὐτά πού ἀνήκουν στόν Θεό καί αὐτά πού ἀνήκουν στόν ἄνθρωπο· αὐτό εἶναι τελειότης.

* Ὅποιος ἠμπορέσει καί γνωρίσει τόν Θεό, δέν κάνει κανένα ἔργο τό ὁποῖο νά μήν εἶναι ἐπιτρεπτόν ἀπό τόν Θεό.

* Νά ἀνάπτουμε τό καντήλι τῆς ψυχῆς μας διά τῆς ἐλεημοσύνης, διότι εὔκολα σβήνει ἀπό τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν καί νά περιμένουμε τόν Νυμφίο μας ἀγρυπνοῦντες καί κρατοῦντες στά χέρια ἀναμμένη τήν λαμπάδα τῶν καλῶν ἔργων μας.

* Ὅταν ἕνας πτωχός δέν εἶναι καλεσμένος στήν τράπεζα ἀπό τίς μοναχές, ἐσύ πάρε τον αὐτόν τόν πεινασμένο πού εἶναι στήν αὐλή καί ὁδήγήσέ τον στό τραπέζι· κι ἄν δέν ὑπάρχη θέσις γιά νά καθίση, ἠμπορεῖς νά εἰπῆς: «Δέν ὑπάρχει θέσι νά καθίση ὁ Χριστός μου στό τραπέζι;»

* Ἀδελφοί μου καί Ἀδελφές μου ὁ Σωτήρας μας Χριστός δέν μᾶς ὡμίλησε τίποτε περισσότερο ἀπό τό καθῆκον μας νά βοηθοῦμε τούς ἔχοντας ἀνάγκη. Εἶναι μεγάλο ἔργο νά βγάζης κάποιον ἀπό τήν δυσκολία του. Πολλές φορές τά καλά ἔργα μπορεῖ νά εἶναι τόσο μεγάλα, πού δέν τά εἶχες σκεφθῆ καθόλου ἀπό τήν ἀρχή. Μέ μία μικρή βοήθεια ἠμπορεῖς τόν ἕνα νά τόν λυτρώσης ἀπό τόν πειρασμό τῆς κλοπῆς, τόν ἄλλον ἀπό τόν πειρασμό τοῦ ἐγκλήματος, ἐνῶ τόν ἄλλον ἀπό κάποια ἄλλη ἁμαρτία. Κάνοντας τό καλό στόν ἄλλον, τό κάνεις στόν ἑαυτό σου.

* Τά καλά ἔργα φέρουν πολλούς καρπούς καί πολύ μισθό.

 

 

 

Γιά τήν πίστι

* Ποιό εἶναι τό καλλίτερο πόσιμο νερό; Σίγουρα τό πηγαῖο. Ἄς φροντίζουμε πάντοτε νά τρέχουμε στό νερό τῆς πηγῆς, πού εἶναι ἡ ἀληθινή ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας. Νερά μολυσμένα καί ἀκάθαρτα εἶναι ὅλες οἱ παγανιστικές θρησκεῖες καί αἱρέσεις πού κατακλύζουν σήμερα ὁλόκληρο τόν κόσμο.

* Δέν κλονίζεται στήν πίστι αὐτός πού στηρίζεται μέ δύναμι στόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

* Ἡ ἁμαρτία καί ἡ πίστις δέν ἠμποροῦν νά ζήσουν μαζί. Ἡ πίστις συνοδεύεται κατ᾿ ἀναγκαστικό τρόπο μέ τήν ἀρετή. Ποιά εἶναι ἡ ὠφέλεια νά πιστεύης χριστιανικά καί νά ζῆς εἰδωλολατρικά;

 

Γιά τήν αὐτογνωσία

* Ὅποιος ἠμπορέσει καί γνωρίσει τόν ἑαυτό του καί σκέπτεται ἀκατάπαυστα τήν ἀποδημία του ἀπ᾿ αὐτή στήν ἄλλη ζωή, αὐτός δέν θά πέση ποτέ στόν γκρεμό τῆς ὑπερηφανείας.

* Ὅποιος γνωρίσει τόν ἑαυτό του καί ἀγωνίζεται διά τῶν καλῶν ἔργων νά γνωρίση τόν Θεό, αὐτός ἀρχίζει νά πλησιάζη τήν αἰώνια ζωή.

* Ὅποιος γνωρίσει τόν ἑαυτό του καί τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄνθρωπος δίκαιος, ἅγιος καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα.

 

Γιά τήν κυριαρχία τοῦ νοῦ

* Ὁ νοῦς εἶναι ὅπως ὁ μύλος. Ὅ,τι βάζεις μέσα αὐτό καί ἀλέθει. Νά μήν ἀφήνουμε νά εἰσέρχωνται στόν νοῦ μας οἱ κακοί λογισμοί. Νά τούς πετᾶμε ἔξω μέ τό μεγάλο σάρωθρο, τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐάν τούς ἀφήσουμε θά κλωσίσουν αὐγά καί θά βγάλουν πουλιά.

* Ἐάν θέλης νά κάνης μία καθαρή ζωή, ὅλο τόν χρόνο νά ἔχης τόν νοῦ σου προσηλωμένο στόν Θεό.

*  Σᾶς συμβουλεύω νά φυλάγετε τόν νοῦ σας, γιά νά μή γίνη τόπος ὅπου θά συχνάζουν οἱ ἀλῆτες καί οἱ δολοφόνοι τῆς ψυχῆς. Ἐάν ἐπιτρέψης νά εἰσαχθοῦν καί μείνουν γιά πολύ χρόνο οἱ κακοί λογισμοί στόν νοῦ σου, τότε, σέ κάποια δεδομένη στιγμή, συγκεντρώνονται ὅλοι σ᾿ ἕνα τόπο καί κάμνουν ἕνα χονδρό σχοινί μέ τό ὁποῖο ὁ ἐχθρός θά ζητήση νά σέ ρίξη στόν γκρεμό τῶν ματαιοτήτων αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος.

* Ὅποιος ἔχει νοῦ καθαρό ἔχει τό κλειδί τῆς ἀληθινῆς μακαριότητος.

* Εἶναι φοβερό νά  τρώγεσαι ἀπό τά ἀκοίμητα σκουλήκια, τά ὁποῖα θά σέ δαγκώνουν αἰωνίως.

 

Γιά τήν πνευματική εἰρήνη

Ἡ πνευματική ἐσωτερική εἰρήνη βοηθεῖ νά ἐξαφανίζωνται ἀπό τήν καρδιά ὅποιεσδήποτε ἐμπάθειες καί ἐχθρικοί λογισμοί καί ἀνθρώπινες κακίες.

* Νά εἶσθε εὐχαριστημένοι γιά ὅλα!  Νά εἶσθε πάντοτε εὐχαριστημένοι. Νά μήν εἴμεθα λυπημένοι, ἀλλά εὐχαριστημένοι γιά τήν κατάστασι στήν ὁποία εὑρισκόμεθα. Νά δοξάζουμε τόν Θεό, ἐκεῖ ὅπου πνευματικά εἴμεθα καί μπορεῖ μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά διακονοῦμε σήμερα στό τάδε διακόνημα ἤ νά κάνουμε τό τάδε ἔργο....Δοξάζοντας τόν Θεό γιά τήν πνευματική κατάστασι πού εὑρισκόμεθα, μένουμε εὐχαριστημένοι καί εἰρηνικοί. Πρόσεχε, μή κρατήσης κάποια κακή σκέψι στήν μνήμη σου, ἡ ὁποία μπορεῖ νά σοῦ καταστρέψη τήν ψυχή.

* Ὑπακούοντες στόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ὑποτασσόμενοι σέ ὅλα σ᾿ Αὐτόν, ἔχουμε ὅλη τήν πεποίθησι ὅτι κάποια καλή ἡμέρα θά μᾶς βγάλη στά εὔφορα βοσκοτόπια τῆς μυστικῆς ζωῆς, πού εἶναι τά καλά ἔργα καί ἡ πνευματική εἰρήνη.

 

Γιά τήν ὑπομονή

* Δέν εἶναι δύσκολο νά εἶσαι εὐλαβής καί πλήρης πίστεως, ὅταν δέν ἔχης δυστυχίες στήν ζωή σου, ἀλλά κράτησε τό νοῦ σου, διότι αὐτός πού εἶναι ὑπομονετικός στούς δύσκολους καιρούς, αὐτός μπορεῖ νά βαδίση γρήγορα στήν τελειότητα.

* Δέν ὑπάρχει ἄλλος ὅρος συγκρίσεως γιά τήν ὑπομονή παρά ὁ μοναχός. Κανείς σ᾿ αὐτό τόν κόσμο δέν ἦτο, δέν εἶναι καί δέν θά εἶναι κανών ὑπομονῆς, ἔτσι ὅπως πρέπει νά εἶναι ὁ μοναχός. Αὐτή εἶναι ἡ ἀξία γιά τόν ἀληθινό μοναχό, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν κοιλία τῆς μητέρας του, ἀπό τά σπάργανα καί μέχρι τόν θάνατό του εἶναι καί παραμένει μοναχός.  Διότι πολλοί εἶναι οἱ μοναχοί μέ μία συγχυσμένη ἀπό πειρασμούς ζωή καί ἐπιθυμίες αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος.

* Στήν ἐξομολόγησι, ὅταν ἔβλεπε μία μοναχή στενοχωρημένη, τῆς ἔλεγε γιά νά τήν ἐνθαρρύνη: «Κάνε ὑπομονή, ὅλα θά περάσουν...».

 

Γιά τήν διάκρισι

* Κάθε τι πού γίνεται μέ διάκρισι εἶναι ἅγιο καί εὐάρεστο στόν Θεό· ἀκόμη καί οἱ σκληρές ἀσκήσεις καταδικάζονται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες. Κάθε τι τό ὁποῖο εἶναι ὑπερβολικό, δέν εἶναι καλό.

* Ὁ καλός καί ἀληθινά εὐσεβής ἄνθρωπος μελετᾶ μέσα του ἐκ τῶν προτέρων αὐτό πού σκέπτεται νά κάνη. Αὐτός δέν βαδίζει σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες τοῦ σώματος, ἀλλά τά πάντα τά περνᾶ ἀπό τήν πλάστιγγα τῆς διακρίσεως.

 

Γιά τήν κρίσι πρός τόν πλησίον

* Μή κρίνουμε καί μή εἰρωνευώμεθα τόν πλησίον μας, διότι κι ἐμεῖς μπορεῖ νά πέσουμε στά ἴδια χέρια τῆς ἁμαρτίας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος: «Σύ δέ τίς εἶ ὅς κρίνεις τόν ἕτερον;» (4,12). Ἡ κρίσις ἀνήκει στόν Θεό. Ἐμεῖς νά ἐκφράζουμε καλωσύνη καί ἀγάπη στόν κάθε συνάνθρωπό μας. Τότε τό Ἅγιο Πνεῦμα θά μένει πάντοτε μαζί μας.

 

Γιά τούς πειρασμούς, πάθη καί ποικίλες ἁμαρτωλές καταστάσεις

* Ὁ διάβολος κάνει παιγνίδια στόν ἄνθρωπο. Πρῶτα τοῦ ἁρπάζει τό ἕνα δάκτυλο, κατόπιν δέν τόν ἀφήνει μέχρις ὅτου τοῦ ἁρπάξει καί ὅλο τό χέρι. Δηλαδή μᾶς τραβᾶ πρῶτα στό μικρότερο ἁμάρτημα καί μετά κυριαρχεῖ ἐξ ὁλοκλήρου ἐπάνω μας!

* Νά ἔχουμε προσοχή στήν ἐργασία, στήν τάξι καί στήν καθαριό­τητα, ἐάν θέλουμε νά ἐπιζήσουν οἱ μέλισσες στήν κυψέλη τους. Ἐάν εἰσέλθουν κηφῆνες ἤ ἄλλα ἔντομα, οἱ μέλισσες τά βγάζουν ἔξω. Ἔτσι πρέπει νά κάνουμε κι ἐμεῖς μέ τόν οἶκο τῆς ψυχῆς μας: νά βγάζουμε ἔξω ὅλα τά πονηρά καί ὅλα τά ψεύτικα αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

* Γιά νά νικήσης δέν ἀρκεῖ νά ἀποφεύγης τούς πειρασμούς, ἀλλά πρέπει νά ἀντιστέκεσαι. Ὁ πόνος καί ἡ ἀληθινή ταπείνωσις μᾶς χαλυβδώνουν περισσότερο ἀπό ὅ,τιδήποτε ἄλλο τό ψυχικό μας φρόνημα.

* Μόνο στούς πειρασμούς καί στίς ἀποτυχίες ἠμπορεῖς νά ἰδῆς καθαρώτερα τήν δύναμι τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου.

* Ὁ σίδηρος δοκιμάζεται στήν φωτιά, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος στούς πειρασμούς. Δέν γνωρίζουμε πόσο θά ἠμπορέσουμε νά ὑπομένουμε! Οἱ πειρασμοί  μᾶς δείχνουν τί ποιότητα ἀρετῆς ἔχουμε.

* Φυλάξου πρό πάντων στήν ἀρχή ἀπό τόν πειρασμό, διότι εἶναι εὐκολώτερο νά πνίξης τόν ἐχθρό, ὅταν ἀκόμη δέν μπῆκε στό ἐσώτερο βάθος τῆς ψυχῆς σου καί κυρίως τήν στιγμή πού ἔρχεται νά σέ κυριεύση.

* Εἶναι ἀδύνατον νά καταβάλη κάποιος τά πάθη ἑνός ἄλλου, ἐάν πρῶτα δέν νικήση τά ἰδικά του πάθη.

* Ὅποιος θέλει νά θεραπεύση τίς πληγές τῶν ἄλλων θά πρέπει νά εἶναι ὁ ἴδιος ἀπελευθερωμένος ἀπό κάθε  ψυχική ἀρρώστεια.

* Γιά τήν κακία καί τήν ὑποκρισία ἔλεγε: «Μήν εἶσθε ὕαινες, τσακάλια, λύκοι καί ἀλεποῦδες!»

* Ὁ Θεός συγχωρεῖ τήν ἄγνοια, ἀλλά ὄχι τήν πονηρία.

 

Γιά τήν ἀλήθεια καί τό ψεῦδος

* Σέ διάφορες καταστάσεις, ὅταν μᾶς ζητήσουν νά διασαφίσουμε ἀληθινά ἕνα θέμα νά λέγουμε: «Θά ὁμιλήσω αὐτό πού εἶναι δίκαιο».

* Γιά τήν ἐξάλειψι τοῦ ψεύδους ἔλεγε: « (ὁ σατανᾶς) ψεύστης ἐστί καί ὁ πατήρ τοῦ ψεύδους» ('Ιωάν.8,44) καί οἱ ψεῦστες εἶναι μισητοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

 

Γιά τήν μετάνοια

* Δύο εἶναι οἱ δρόμοι πού ὁδηγοῦν στόν παράδεισο: Ἡ ἀθωότης καί ἡ μετάνοια.

* Λέγει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής: «Ἁμαρτία πρός θάνατον εἶναι κάθε ἀμετανόητη ἁμαρτία». Ἀκόμη κι ἄν προσευχηθῆ ἕνας ἅγιος γιά μιά τέτοια ἁμαρτία κάποιου ἄλλου, δέν θά εἰσακουσθῆ.

* Ἀτένιζε πρός τόν οὐρανό καί σκέψου: «Ἰδού ποῦ θά ὑπάγω αἰωνίως, μόνο ἐάν ἐδῶ θά μετανοήσω, ὅπως πρέπει».

* Ἀγωνίζου στήν νηστεία στήν ἐγκράτεια καί μέ κάθε τρόπο στἠν ἐλεημοσύνη, γιά νά σοῦ δώση ὁ Θεός ἀληθινή μετάνοια καί νά κλαίγης γιά τίς ἁμαρτίες σου.

* Ποιός εἶναι τόσο ἀνόητος, ἔστω κι ἄν εἶναι νέος, ὁ ὁποῖος θά πιστεύση ὅτι ἠμπορεῖ νά ζήση μέχρι τό βράδυ;  Ὁ Σενέκας μᾶς διδάσκει τό ἴδιο πρᾶγμα: «Ἔτσι περνῶ καί θά ἤθελα νά περάσω ὅλη τήν ζωή μου σάν τήν σημερινή ἡμέρα». Καί ποιό καλό ἔργο θ᾿ ἀποκομίσουμε, ἐάν σκεπτώμεθα, ὅπως ὁ Σενέκας; Νά ἀποκαλύπτουμε στόν Πνευματικό τίς σκέψεις μας διά τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως  καί νά κοινωνοῦμε τ᾿ Ἄχραντα Μυστήρια γιά νά διέλθη ἡ ψυχή μέ εὐκολία τό μακροχρόνιο αὐτό ταξίδι τῆς παρούσης ζωῆς!

Δέν πρέπει νά ἀποφεύγουμε ν᾿ἀναγνωρίζουμε πόσο παλιάνθρωποι καί ἁμαρτωλοί εἴμεθα. Σήμερα νά διορθωνώμεθα καί νά μετανοοῦμε γιά ὅσα κακά ἐκάναμε, διότι σήμερα ἡ ἡμέρα εἶναι ἰδική μας, ἐνῶ ἡ αὐριανή εἶναι τοῦ Κυρίου, στήν ὁποία δέν ξέρουμε ἐάν ζήσουμε.

* Ὁ Μέγας Γρηγόριος μᾶς λέγει: «Ὁ Θεός ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε συγχώρησι σ᾿ αὐτόν πού θά μετανοήση, δέν τήν ὑποσχέθηκε γιά τήν αὐριανή, ἀλλά γιά τήν σημερινή ἡμέρα». Αὐτό πού θά γίνη αὔριο δέν εἶναι στήν ἐξουσία σου. Ἐάν ζοῦμε μ᾿ αὐτή τήν φροντίδα, ἠμποροῦμε νά κοιμούμεθα χωρίς φροντίδες καί στά δύο τ᾿ αὐτιά μας. Καί, ἄν ἀκόμη μᾶς προφθάση ἀναπάντεχα ὁ θάνατος, θά ἀναπαυθοῦμε στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σταυρός καί ἡ Θυσία Του στόν Γολγοθᾶ ἔκαναν καί θά κάνουν τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Ὅλη ἡ προσπάθεια καί ὁ κόπος μας  νά εἶναι τό μυστήριο τῆς μετανοίας, αὐτό τό μυστήριο τῆς ἀναγεννήσεώς μας, χωρίς τό ὁποῖο δέν θά ἠμπορέσουμε νά ἰδοῦμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Χωρίς ἀλλαγή στήν ζωή μας καί σ᾿ ὅλη τήν ὕπαρξί μας δέν θά ἠμπορέσουμε ποτέ νά ὑπηρετήσουμε τόν Κύριο.

 

Γιά τήν παρθενία

Εἶναι γνωστή ἡ ρῆσις τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου: «Ἐγώ δέν γνωρίζω γυναῖκα κι ὅμως παρθένος δέν εἶμαι». Ὁ λόγος αὐτός μᾶς δίνει νά καταλάβουμε ὅτι ἡ σωματική παρθενία δέν συνίσταται μόνο στήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν γυναῖκα, ἀλλά προπαντός στήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ἡ ὁποία διατηρεῖται ἀληθινά μέ τήν ἄφθορη ἁγιότητα τοῦ σώματος, εἴτε μέσῳ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, εἴτε μέσῳ τῆς ἁγνῆς ἀγάπης.

* Οἱ νέες πρέπει νά πηγαίνουν στόν γάμο νύμφες μέ παρθενική καθαρότητα, ὅπως γεννήθηκαν ἀπό τίς μητέρες τους. Μόνο ἔτσι ἠμποροῦν νά ἐνδυθοῦν τό λευκό φόρεμα καί νά φορέσουν τό στεφάνι στό κεφάλι τους. Ἐάν ἡ κόρη δέν εἶναι παρθένα, νά πηγαίνη γιά νύμφη στολισμένη μ᾿ ἕνα μαῦρο μαντήλι στό κεφάλι...

 

Γιά τήν νηστεία

* Ὅποιος δέν τηρεῖ τήν καθορισμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία νηστεία, θά κρατήση τήν δίαιτα πού θά τοῦ ἐπιβάλλει ὁ γιατρός.

 

Γιά τήν λαιμαργία

* Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσί Του, μᾶς ἔδωσε νά ζοῦμε ἀναπαυτικά. Μᾶς ἐδόθησαν ὅλες οἱ καλές προϋποθέσεις γιά τήν ζωή μας: ἡ γῆ μέ ὅλα τ᾿ ἀγαθά της, τά νερά καί ὅλα τά ὑπό τόν ἥλιο. Ὅλα αὐτά μᾶς ἐδόθησαν κάτω ἀπό τήν ἰδική μας κυριαρχία. Νά κερδίζουμε τό καθημερινό μας ψωμί κατά τρόπο ἀξιοτίμητο καί διακριτικό. Νά εἴμεθα συνετοί καί ἐγκρατεῖς σέ ὅλα, καί στό φαγητό, καί στό ποτό, στήν ἐργασία καί σέ ὅλα.

* Νά προσέχουμε ἐπίσης καί στούς νόμους πού μᾶς ἐδόθησαν ἀπό τόν Θεό μέσα στήν φύσι γιά ὅλο τόν κόσμο. Ἐάν πέφτουν ἄφθονες βροχές στήν ξηρά καί διψασμένη γῆ, χρειάζονται τόσο ὅσο γιά νά ὑγροποιηθῆ τό χῶμα γιά καλλιέργεια. Ἐάν ἕνα ἀμπελόκλημα δέν βγάλει τούς χυμούς του, ὅσο πρέπει, δέν παράγει ἄλλα κλήματα ἀπό τήν γῆ, ἀλλά θά παραμείνη, ὅπως καί τ᾿ ἄλλα, λεπτό καί ἀδύνατο. Ὁμοίως, ὅταν τά σύννεφα εἶναι φορτωμένα ὑπέρμετρα, ξαφνικά, διαλύονται. Ὁμοίως ὅταν ὁ αἰθέρας εἶναι καυστικός πολύ, ἀμέσως ἔρχεται ἡ βροχή ἤ ἡ φουρτούνα σκορπίζει τόν καύσωνα.

Ἰδού λοιπόν τί μᾶς διδάσκει ἡ φύσις: Ὅλα νά τά κάνουμε μέ διάκρισι καί ἀπ᾿ αὐτό τό ὁποῖο λαμβάνουμε σάν μισθό τῆς ἐργασίας μας νά κρατοῦμε ὅσο μᾶς χρειάζεται καί μέ τό ὑπόλοιπο ποσό χρημάτων νά βοηθοῦμε τούς ἀσθενεῖς, τούς ἀνήμπορους , τούς πεινασμένους, τούς γυμνούς σέ κάθε ἀποτυχία τους. Ὅπως ἕνα φυτό, ἐάν  ἔχη τήν κατάλληλη ὑγρασία πηγαίνει καλά, ἐνῶ ἐάν ἔχει ὑπέρ τό μέτρο ξηραίνεται, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ ἐμᾶς, ἐάν θέλουμε νά μή ζημιωθοῦμε ἀπό τό πάθος τῆς λαιμαργίας.

* Ν᾿ ἀποφεύγουμε τήν λαιμαργία, κρατῶντας τίς καθιερωμένες νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γνωρίζοντας τί μεγάλο ἐμπόδιο εἶναι ἡ λαιμαργία στήν ὁδό τῆς σωτηρίας μας, γράφει στόν Τιμόθεο: «Οἱ δέ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς καί ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν» (Α΄Τιμ.6,9). Τρία μεγάλα κακά προέρχονται λοιπόν ἀπό τήν λαιμαργία: πειρασμοί, παγίδες καί πολλές ἐπιθυμίες.

* Ἡ λαιμαργία πείθει αὐτούς πού θέλουν νά πλουτίσουν, νά λέγουν ψέμματα καί κάθε τρόπο γιά νά παγιδεύσουν τόν πλησίον τους. Ἡ λαιμαργία τούς προτρέπει νά δικάζουν σκληρά, νά ἀδικοῦν, νά ἁρπάζουν καί πολλές φορές νά σκοτώνουν. Ἄς ἐνθυμηθοῦμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη τόν πτωχό Ναβουθαί, τόν ὁποῖον ἐφόνευσε ἀδίκως ὁ βασιλεύς Ἀχαάβ γιἀ νά τοῦ ἁρπάξη τόν ἀμπελῶνα του (Γ Βασιλ.20).

* Ἡ λαιμαργία εἶναι ἐπιτήδεια παγίδα διά τῆς ὁποίας ὁ διάβολος συλλαμβάνει τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ἕνα πουλί πιασθῆ στήν παγίδα, δέν μπορεῖ πλέον νά γλυτώση ἀπό τό χέρι τοῦ κυνηγοῦ· ἐνῶ μία ψυχή, ὅταν συλληφθῆ ἀπό τήν λαιμαργία, εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου.

* Ἡ λαιμαργία προκαλεῖ πολλές ἐπιθυμίες: τήν ἀκολασία, τήν μέθη, τόν χορτασμό τῆς κοιλίας καί ἄλλα κακά, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν μέ ἄσχημες προοπτικές γιά τήν ζωή καί τήν ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου.

* Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θεωροῦν τήν λαιμαργία σάν μία ἀρρώστεια, τήν πιό μισητή ἀπ᾿ ὅλες. Ἡ ἐπιθυμία τῆς λαιμαργίας, πού δέν ἐλέγχεται ἀπό καμμία θεϊκή κρίσι,  ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἀπώλεια τῆς ζωῆς του καί τῆς ψυχῆς του.

* Οἱ ἀκατάσχετοι χορτασμοί καί οἱ ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες δέν μᾶς προσφέρουν καμμία ὠφέλεια, ἀλλά μόνο ἀρώστειες καί αἰώνια τιμωρία.

 

Γιά τήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία στήν ἐκκλησία

* Πάντοτε τόν ἄκουγες νά λέγη σιγανά καί δυνατά:  «Κύριε, βοήθησέ μας! Κύριε, συγχώρεσέ μας!»

* Νά λέγουμε ὅλοι κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας, ὁπουδήποτε εἴμεθα: «Κύριε, βοήθησέ μας!  Κύριε, συγχώρεσέ μας! Κύριε, ἔλα μαζί μας!»

* Ἀδελφές μου, ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι μία συνεχής προσευχή. Δέν εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπό τήν ὁσιότητά σας, ἐπειδή δέν ὑπηρετεῖτε καί δέν ψάλλετε στόν Θεό μέ περισσότερη φλόγα. Ὁ μοναχός πρέπει νά καίγεται ἀπό φλόγα γιά τόν Δεσπότη του. Νά προφέρη τήν σύντομη εὐχή, ἀλλά μέ θερμότητα καρδίας, παρά μεγάλες προσευχές μέ τόν νοῦν μετεωρισμένο. Στήν προσευχή, ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξίς μας πρέπει νά εἶναι ἑνωμένη μέ τόν Θεό διά τῆς φλόγας τῆς θείας ἀγάπης.

* Ἡ προσευχή εἶναι ὁ πλοῦτος τῶν μοναχῶν, θησαυρός τῶν ἐρημι­τῶν, ἀπόδειξις θείου ἐλέους, ἔνδειξις θαυμαστῶν ἔργων τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν.

* Ἡ προσευχή μας δέν πρέπει νά εἶναι μακρά, ἀλλά σύντομη, σάν μία σπίθα φλόγας πρός τόν Θεό.

* Ἀνάμεσα στίς πρῶτες ἀσκήσεις εἶναι: ἡ σιωπή καί ἡ καρδιακή προσευχή, δηλαδή ἡ μυστική βίωσις μέ τόν Χριστό, τήν ὁποία οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας δέν ξεχνοῦσαν νά μνημονεύουν, ἀκόμη καί σέ κάθε σελίδα τῶν βιβλίων τους.

* Γιά νά εἰσακουσθῆ ἡ προσευχή μας ἀπό τόν Θεό πρέπει νά κράζουμε δυνατά πρός Αὐτόν. Ἔτσι μᾶς λέγει καί ὁ Ψαλμός στόν ἑσπερινό: «Κύριε ἐκέκραξα πρός σέ εἰσάκουσόν μου, εἰσάκουσόν μου, Κύριε!» Νά εἴμεθα πάντοτε ἐπαγρυπνοῦντες στό ἀγώνισμα αὐτό τῆς προσευχῆς!

* Ἐκεῖνος πού θέλει νά ἐπαγρυπνῆ πάντοτε στήν προσευχή, συγκεντρώνεται μέ τόν νοῦ του στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ὅπως λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες.

* «Προσεύχεσθε ἀκαταπαύστως» δέν σημαίνει νά στέκεσαι ὅλο τόν καιρό γονατιστός, νά εἶσαι κατσουφιασμένος καί σκυθρωπός. «Προσεύχε­σθε ἀκαταπαύστως» σημαίνει νά εἶσαι πάντοτε ἄγρυπνος σέ κάθε τι τό ὁποῖον κάνεις καί νά σκέπτεσαι: Εἶναι ἤ δέν εἶναι αὐτό γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ; Κάνω τώρα ἕνα καλό ἤ ὄχι; Εἶναι ἤ δέν εἶναι εὐάρεστο στόν Θεό; Καί, ἐάν σέ διαβεβαιώνη ἡ συνείδησίς σου, μπορεῖς νά λέγης ὅτι προσεύ­χεσαι ἀκαταπαύστως. Ἀλλά αὐτή ἡ προσευχή νά εἶναι ζωντανή, ἐνεργητική καί ὄχι μία στατική προσευχή.

* Κάνετε τήν προσευχή σας, τόν Κανόνα σας καί μετά, ἀφοῦ τελειώσετε, μαλώνετε μεταξύ σας· τότε ἡ προσευχή σας δέν ἀνεβαίνει παρά μόνο μέχρι τό νταβάνι.

* Ἐάν κάποιος προσεύχεται μέ τό στόμα, ἀλλά ὁ νοῦς του περιπλα­νᾶται, ποιά εἶναι ἡ ὠφέλειά του;

*  Νά κάνουμε ἐπακριβῶς τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Νά διαβάζουμε δυνατά καί νά προφέρουμε καθαρά τά λόγια τῆς ἐκκλησίας μας, νά εἴμεθα προσεκτικοί μέ ὅλο τόν λαό τῆς Ἐκκλησίας μας.

* Εἴτε ἐργάζεσθε, εἴτε διαβάζετε, εἴτε ψάλλετε, εἴτε κοιμᾶσθε, εἴτε κάποιο ἄλλο ἔργο κάνετε, ὅλα νά τά κάνετε γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

* Στίς ψαλμωδίες νά ψάλλετε ὄχι μόνο μέ τά χείλη, ἀλλά μέ ὅλη σας τήν ψυχή, διότι ψάλλετε τόν Θεό.

* Νά ψάλλετε ὅλες στόν χορό, διότι δέν ἠμπορῶ ν᾿ ἀκούω μόνο μία μία νά ψάλλη ἀναιμικά. Πρέπει νά ψάλλετε μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε οἱ φωνές σας νά διαπερνοῦν τούς οὐρανούς.

* Νά ψάλλετε ὅλες μαζί καί μέ μιά ψυχή, διότι δέν ἔρχεται ἡ ἄνοιξις μόνο μέ ἕνα λουλούδι.

* Μή κοιμᾶσθε στήν ἐκκλησία. Ψάλλετε μέ ὅλη σας τήν καρδιά, γιά νά εἶναι καί ὅλος ὁ κόσμος σέ ἐπαγρύπνησι κατά τήν ὥρα τῆς λατρείας καί γιά νά μή φεύγη ὁ νοῦς τῶν ἀνθρώπων σέ ἄλλες σκέψεις.

* Νά ψάλλετε μέ αἴσθησι. Ἡ ψαλμωδία εἶναι γνώρισμα τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ψάλλουν ἀδιάκοπα στόν Θεό.

* Στήν ἐκκλησία, στήν ὥρα τῶν Ἀκολουθιῶν νά στέκεσθε ἥσυχα στήν θέσι σας, ὅλες γύρω ἀπό τό ἀναλόγιο, χωρίς μετακινήσεις μέσα στόν ναό.

 

Γιά τήν ἱερωσύνη

* Ὁ ἱερεύς πρέπει νά εἶναι ἀξιοτίμητο πρόσωπο, μετριόφρων καί ἀξιοσέβαστος. Νά μήν εἶναι ἕνας ἱερεύς τῆς σειρᾶς, νά μήν εἶναι σάν ἕνα τρύπιο κόσκινο ἀπό ὅπου περνᾶ τό νερό. Τό Ἅγιο Πνεῦμα νά παραμένη πάντοτε ἐπάνω του.

 

Γιά τήν ἐξομολόγησι

* Ὁ Γέροντας δέν ἔβαζε ἐπιτίμια στίς μοναχές του. Τούς ἔλεγε: «Ἀπό τά βαθειά χαράματα μέχρι τό βράδυ εἶσθε στήν ὑπακοή καί στά διακονήματά σας, τί ἄλλο ἐπιτίμιο ἐπί πλέον νά σᾶς βάλω;

* Μία μοναχή τοῦ εἶπε νά τῆς δώση κανόνα κι ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Αὐτός εἶναι ὁ κανόνας πού θά σοῦ βάλω: Νά μάθης τούς μακαρισμούς ἀπέξω καί νά τούς ἐφαρμόσης.

* Ὅταν κάποτε μιά ἄλλη  μοναχή τοῦ ζήτησε κανόνα, ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...»καί «Ἐλέησόν με ὁ Θεός...».

 

Γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν

Λέγει ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι ὁ ἱερεύς Ἠλίας παιδεύθηκε ἀπό τόν Θεό διότι δέν ἤξερε νά ἐλέγξη τά παιδιά του, ὅταν ἔπρεπε, ἀλλά τά ἄφηνε νά μεγαλώνουν στήν τύχη, χωρίς νά τούς φυτεύη στήν ψυχή τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τόν φόβο τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἐντροπή ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι θά γίνη καί μέ τούς γονεῖς ἐκείνους πού δέν γνωρίζουν νά μεγαλώνουν καλά τά παιδιά τους, δέν τά μαλώνουν, ὅταν πρέπει, δέν τά ἀναθέτουν στόν Ἅγιο Νικόλαο, ὅταν πρέπει. Προσοχή, γονεῖς, στήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν σας! Ἀφ᾿ ὅτου εἶναι μικρά πρέπει νά τούς φυτεύετε στήν ψυχή τόν Θεό. Στήν οἰκογένεια νά διδάσκωνται τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

 

Γιά τό μνημόσυνο τῶν νεκρῶν

*Ὅταν κάνης μνημόσυνο, νά πηγαίνης, ὅσο συχνότερα μπορεῖς, στήν ἐκκλησία, διότι ὅλοι οἱ νεκροί, πού μνημονεύονται στό μνημόσυνο, ἔρχονται ν᾿ ἀπολαύσουν τήν ὠφέλεια πού θά πάρουν ἀπό τίς εὐχές.

 

Γιά τίς φροντίδες τῆς αὐριανῆς ἡμέρας.

*  Εἶναι ἁμαρτία νά θέλης νά ξέρης τί θά γίνη αὔριο, διότι ἐάν γιά παράδειγμα ἐγώ ξέρω ὅτι θά πεθάνω αὔριο, θά πεθάνω ἀπό σήμερα.

* Ἐάν σᾶς λέγουν ἐνίοτε ὅτι δέν ὑπάρχουν τρόφιμα γιά τήν ἀδελφότητα τήν δεύτερη ἡμέρα, νά τούς ἀπαντᾶτε: «Μέχρι αὔριο ἴσως ν᾿ ἀποθάνουμε. Φθάνουν οἱ φροντίδες γιά τήν σημερινή ἡμέρα. Γι᾿ αὐτό ἦλθε ὁ Κύριος στήν γῆ, γιά νά μήν ἔχουμε ἐμεῖς φροντίδες τοῦ σώματος τήν ἄλλη ἡμέρα». Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἔμεινε τό μοναστήρι μας χωρίς ἀγαθά, διότι ὁ Κύριός μας ἐφρόντιζε γιά ὅλα.

* Τί ν᾿ ἀποδώσουμε ἐμεῖς στόν Θεό; Αὐτή πρέπει νά εἶναι ἡ ἀπασχόλησίς μας κάθε ὥρα καί ἡμέρα ἀποβάλλοντες κάθε ἐπίγεια φροντίδα σάν πραγματικά παιδιά τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινοί ἐραστές τοῦ μοναχικοῦ ράσου πού φοροῦμε.

* Νά ὑπηρετοῦμε τόν Θεό σήμερα μέ ὅλη μας τήν ψυχή, διότι  δέν ξέρουμε, ἐάν θά μποῦμε στήν αὐριανή ἡμέρα.

 

Γιά τό τέλος τοῦ κόσμου

* Ὁ Ἀντίχριστος, ἑβραῖος στήν καταγωγή, θά ἔλθη στό ὄνομά του καί ὄχι στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Αὐτός θά κυβερνήση τήν γῆ μέ τυραννική ὑποταγή.

* Ὅταν οἱ ἀνομίες θά κυριεύσουν τόν νοῦ καί τήν καρδία τῶν ἀνθρώπων, ὅταν θά ἐξαγριωθοῦν τόσο πολύ ὥστε νά λέγουν ὅτι δέν τούς χρειάζεται πλέον ὁ Θεός, ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Ἱερεῖς, ὅταν θά ἔλθη ἡ ἀποστασία καί ἡ τρέλλα τοῦ μίσους σέ ὅλη τήν γῆ. Τότε θά ἔλθη τό τέλος.

* Ἡ Θεία Λειτουργία κρατεῖ τόν κόσμο. Ὅταν δέν θά γίνεται ἡ Θεία Λειτουργία, τότε θά ἔλθη τό τέλος τοῦ κόσμου.

 

 

Γιά τόν ἑαυτό μας

* Ἐάν καί ἑπτά φορές  ἐγεννώμουν, πάλι καλόγερος θά ἐγενόμουν.

* Ὅ,τι ἔγραψα, θά ἠμποροῦσα νά τό συνοψίσω σέ μία μόνο φράσι: Πίστευε, ἔλπιζε, ὑπόμενε, ταπεινώσου, ἀγάπα τόν Ἰησοῦ!  Στήν δύναμι αὐτῶν τῶν λόγων στηρίζεται ὅλο τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί τῆς πνευματικῆς μας εὐτυχίας. Ὅποιος καταλαβαίνει, ἄς καταλαβαίνει καί ὅποιος μπορεῖ νά δεχθῆ, ἄς τά ἐφαρμόσει. Θά εἶναι μακάριος.

* Μία φορά στό μοναστήρι Ριμέτς, ὅπου ἦτο καί καθηγητής δογματικῆς στήν σχολή μοναχῶν, εἶχε φθάσει στό μάθημα περί τῶν Θείων Μυστηρίων. Ἀνέβαλλε τήν παράδοσι μαθημάτων γιά τήν δεύτερη ἡμέρα, διότι ἐκείνη τήν ἡμέρα δέν εἶχε λειτουργήση. Ἐθεωροῦσε ἄτοπο νά ὁμιλῆ γιά τά Μυστήρια, γιά τόν Θεό, χωρίς νά εἶναι ὁ ἴδιος ἁγιασμένος ἀπό τήν Κοινωνία τῆς Θείας Μεταλήψεως.

* Ποτέ δέν κακολόγησα ἄνθρωπο μέσα μου, παρά μόνο τόν διάβολο καί τά πάθη τά ὁποῖα ριζώνουν στόν ἄνθρωπο.

* Ὁ Γέροντας τούς ἐδέχετο ὅλους  ἀπό ὁποιοδήποτε ἔθνος καί ἄν προήρχοντο ἄνθρωποι. Ὅταν ἤρχοντο τσιγγάνοι ἔλεγε  «ἦλθαν οἱ ἀδελφοί μου» καί τούς ἔδινε φαγητό καί συνωμιλοῦσε μαζί τους πολύ θερμά. Ἔμπαινε στήν καρδιά τους. Ὅταν ἀπέθανε, τόν ἔκλαυσαν πάρα πολύ· ἤρχοντο ὁμάδες, ὁμάδες νά τοῦ ἀσπασθοῦν τό χέρι καί νά τόν χαιρετίσουν γιά τελευταία φορά.

* Ὅταν τόν ἐρωτοῦσε κάποια μοναχή γιατί εἶναι τόσο αὐστηρός μέ αὐτές, τῆς ἀπαντοῦσε: «Θά ἰδῆτε ἀργότερα γιατί εἶμαι αὐστηρός ἀπέναντί σας. Θέλω νά σᾶς κάνω ἀνθρώπους,νά περπατᾶτε μέ τά πόδια σας...»

* Νά μή μᾶς τιμᾶ ὁ κόσμος περισσότερο ἀπό ὅ,τι ἀξίζουμε, διότι ἀλλοίμονό μας.

* Ὅποιος θέλει νά εἶναι μεγάλος, νά γίνη δοῦλος καί ὑπηρέτης τῶν ἄλλων.

 

 

Περί προσευχῆς

Τί ἠμποροῦμε νά εἰποῦμε γιά τήν ἔρημο σάν τόπο προσευχῆς;

Πράγματι, ἡ ἀναχώρησις στήν ἡσυχία εἶναι ἕνας τόπος κατάλ­ληλος γιά προσευχή. Ὁ Σωτήρ ἀγάπησε τούς ἡσυχαστικούς τόπους, μακριά ἀπό τόν θόρυβο τοῦ κόσμου καί ἐκεῖ ἔκαμε τά κηρύγματά Του. Ἔτσι ἔχουμε τήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία Του καί στόν πολλαπλασιασμό τῶν ἄρτων. Ἐνῶ γιά τήν προσωπική Του προσευχή ἀνέβαινε λίγο ὑψηλότερα σ᾿ ἕνα ἀναχωρητικό τόπο καί ἐκεῖ προσευχόταν, ἐνίοτε ὅλη τήν νύκτα. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀκολουθώντας Τον, ἐζήτησαν νά τούς διδάξη πῶς νά προσεύχωνται. Τότε ὁ Ἰησοῦς τούς παρέδωσε τήν λεγομένη Κυριακή Προσευχή: «Πάτερ ἡμῶν...»(Ματ.6,9-17), ἡ ὁποία εἶναι τό τελειώτερο εἶδος προσευχῆς, τήν ὁποία πρέπει νά κάνουμε.  Αὐτή ἡ προσευχή εἶναι εὔκολη στά νοήματά της καί πλήρης στό περιεχόμενό της, διότι περιέχει ὅλα τά αἰτήματα, πού χρειάζονται γιά τήν ψυχική καί τήν σωματική μας ὑγεία. Αὐτή ἀποτελεῖται ἀπό τρία μέρη: Ἀπό τήν κλῆσι, τίς αἰτήσεις καί τήν κατακλεῖδα.

Ἡ κλῆσις ἀρχίζει μέ τά λόγια: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς...». Μετά ἀπό τήν κλῆσι αὐτή ἀκοολουθοῦν τά ἑπτά αἰτήματα, μετά ἀπό τά ὁποῖα τελειώνει ἡ προσευχή μέ τήν δοξολογία τοῦ Θεοῦ: «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα...».

Ἐκτός ἀπό τήν ἰδιωτική προσευχή, τήν ὁποία ἠμπορεῖ ὁ καθένας νά κάνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καί τήν κοινοτική προσευχή, αὐτή στήν ὁποία λαμβάνουν μέρους ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Αὐτή ἡ προσευχή ἔχει τήν ἀρχή της στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Ἀκόμη καί ἀπό τήν Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου στόν οὐρανό, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἡ Κυρία Θεοτόκος συγκεντρώνοντο ὅλοι στήν κοινή προσευχή, σ᾿ ἕνα συγκεκρι­μένο τόπο. Ἀργότερα, γι᾿ αὐτό τόν σκοπό, κτίσθηκαν ἐκκλησίες ἐπάνω στούς τάφους τῶν ἁγίων Μαρτύρων.

 

Πέραν τοῦ τάφου

(Κήρυγμα τοῦ π. Δομετίου κατά τήν ἀνακομιδή τῶν ὀστῶν τῆς ἀδελφῆς του Βιργινίας καί τοῦ παπποῦ του Συμεών)

Αἰδεσιμώτατοι πατέρες, τιμία σύναξις!

Σήμερα συγκεντρωθήκαμε στήν ἱερά Ἀκολουθία νά ἐνθυμηθοῦμε ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ἀπό τοῦ τάφου Ἀνάστασί Του!

Πράγματι, ποιός ἀπό ἐμᾶς δέν γνωρίζει ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, δίπλα στήν ἑορτή τοῦ ἁγίου Πάσχα, ἑορτάζει ἀκόμη κάθε Κυριακή καί μνημονεύει τά ἔργα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πού ἔγιναν μέ τήν δύναμι τοῦ κηρύγματός τους στόν κόσμο καί κυρίως ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν;

Ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν μεγάλη ἀλήθεια ὁ μεγάλος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, θεμελιώνει ὅλη τήν δύναμι τῆς πίστεώς του. Καί λέγει ὅτι ἐάν δέν εἶχε ἀναστηθῆ ὁ Χριστός, τότε μάταια θά ἦτο ἡ πίστις μας, μάταιο καί ὅλο τό κήρυγμά μας!

Μέ τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ ὅλα τά μυστήρια τῆς ζωῆς λύνονται, διότι ἡ Ἀνάστασίς Του εἶναι ἡ μοναδική ἐγγύησις τῆς ἄλλης ζωῆς καί τοῦ ἄλλου αἰωνίου καί ἀφθάρτου κόσμου.

Γι᾿ αὐτό μόνο αὐτοί πού δέν ἔχουν πίστι ἠμποροῦν νά τρέμουν ἐνώπιον τοῦ θανάτου, ἐνῶ ἐμεῖς νά μήν εἴμεθα σάν τούς ἀπίστους, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐλπίδα!

Ἡ πίστις σφουγγίζει τά δάκρυα καί θεραπεύει κάθε πόνο τῆς καρδιᾶς. Ἡ πίστις δέν τελειώνει μέ τό παγερό μνῆμα καί μέ ὅ,τι ἀπέμεινε.  Ἐάν δέν ἔχουμε αὐτή τήν σιγουριά, τότε γιατί νά μένουμκε ἐμεῖς κι ἄλλο στό μοναστήρι; Γιατί νά κάνουμε αὐτή τήν ἀκολουθία τῆς Θείας Λειτουργίας γιά τούς νεκρούς, τούς γονεῖς μας, τούς ἀδελφούς, ἀδελφές, συγγενεῖς καί φίλους;

Ὤ, ἀγαπητοί μου, ἐάν δέν ὑπῆρχε  αὐτή ἡ πίστις, τότε δέν θά ὑπῆρχε λόγος νά ἀκτινοβολῆ ὁ ἥλιος ἐπάνω σέ τόσα ἑκατομμύρια, ἴσως καί δισεκατομμύρια σταυρούς πού εἶναι στούς τρούλους τῶν ἐκκλησιῶν, στά σταυροδρόμια τῶν ὁδῶν, στίς στέγες τῶν οἰκιῶν! Ἐάν δέν μᾶς ὑποσχόταν αὐτή ἡ πίστις μία ἄλλη ζωή καλλίτερη, τιμιώτερη, δικαιώτερη, τότε, ἀλήθεια, παρά τήν ἀνθρώπινη μορφή μας, ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξίς μας δέν θά ἦτο παρά κάποιο ζωΰφιο ἤ ἕνα ζῶο, ὅπως ὅλα τά ζῶα, πού ζοῦν σ᾿ αὐτό τόν κόσμο.

Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό μοναδικό κτίσμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον πλάσθηκε ἀπό τά χέρια Του καί ἔλαβε Πνεῦμα ἀπό τήν ζωή τοῦ Πνεύματός Του! Διότι λέγει ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι γιά ὅλα τά ἄλλα ἐπίγεια κτίσματα, πού ζοῦν στό νερό, τόν ἀέρα καί στήν γῆ, ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή μέ τόν λόγο Του καί ἐδημιουργήθηκαν, ἐνῶ γιά τόν ἄνθρωπο ἐπῆρε χῶμα βρεγμένο στά χέρια Του, κατόπιν ἐνεφύσησε καί ἔλαβε Πνεῦμα ζωῆς!

Ἰδού ἡ προέλευσις τοῦ ἀνθρώπου! Στήν ὕπαρξι τοῦ ἀνθρώπου, πρός διάκρισι ἀπό τά ἄλλα κτίσματα, ἔχουμε τήν συμμετοχή τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Πνεύματός Του.

Αὐτή ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ ἔκανε κι ἐμᾶς τούς μοναχούς νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο, ἐνωρίτερα ἀπό τό φυσικό μας τέλος! Μᾶς βοήθησε νά ἐγκαταλείψουμε ὅλους τούς συγγενεῖς καί φίλους καί κάθε τι τό ἀγαπητό σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο.

Αὐτή εἶναι μία ἐγκατάλειψις τοῦ κόσμου μέ τήν ἐλεύθερη συγκατάθεσι τῆς ψυχῆς μας. Ἔξω ἀπ᾿ αὐτή ὑπάρχει μία δύναμις ἀπό τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά φύγη κανείς. Κι αὐτή εἶναι ὁ θάνατος!  Αὐτόν τό φόρο μερικοί τόν πληρώνουν ἀκόμη στήν νεανική τους ἡλικία, μερικοί ἀκόμη κι ἀπό τήν παιδική τους ἤ ὅταν ἀκόμη εἶναι στά σπάργανα, ἐνῶ ἄλλοι, ὅταν εἶναι στήν ἀκμή τῆς ἡλικίας τους καί ἄλλοι στά βαθεθιά τους γεράματα.

Κανείς δέν εἶναι ἀπηλλαγμένος  ἀπό τόν θάνατο!

Κάθε ἄνθρωπος εἶναι θνητός, ἀκριβῶς σάν τόν χόρτο καί τό ἄνθος τοῦ ἀγροῦ. Στόν Θεό, τό πᾶν μετατρέπεται καί γίνεται σκόνη καί πηλός. Μέ τήν ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Του τό πᾶν οἰκοδομεῖται καί μεγαλύνεται τό πρόσωπο τῆς γῆς.

Ἐνώπιόν μας ἔχουμε σήμερα τά ὀστᾶ δύο ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων. ὁμιλῶ γιά τήν κατά σάρκα ἀδελφή μου Βιργινία, ἡ ὁποία ἔφυγε πολύ νέα ἀπ᾿ αὐτόν τόν κόσμο (26 ἐτῶν) καί γιά τόν παπποῦ που Συμεών Μιρίκα.

Ἀγαπώντας αὐτούς ἀγαποῦμε τόν Θεό καί τιμῶντας τους, τιμοῦμε τόν Θεό. Ὅ,τι ἦσαν αὐτοί, εἴμεθα τώρα ἐμεῖς. Ὀστᾶ μέ σάρκα καί μέ τό Πνεῦμα τῆς ζωῆς· ἐκεῖ πού εἶναι αὐτοί, θά πᾶμε κι ἐμεῖς αὔριο. Ἰδού τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος! Καί γιατί ὅμως τόσο κυνηγητό πίσω ἀπ᾿ αὐτόν τόν κόσμο πού εἶναι γεμᾶτος ἀπό ματαιότητα; Γιατί  τόσες φροντίδες καί τόση ἀνησυχία, ὅταν δέν ἐπιτυγχάνουμε μερικά πράγμματα, ἔτσι ὅπως θά ἠθέλαμε;

«Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης», λέγει ὁ σοφός Σολομών, ἐκτός μόνον, ἐάν ὑπηρετῆς τόν Κύριο.

Αὐτή ἦτο ἡ διαθήκη, πού μᾶς ἄφησε στό κρεββάτι τοῦ θανάτου ὁ παπποῦς Συμεών, πρίν ἀπό τό κοινόν τέλος του! Ὅταν εἴμασταν συγκεντρωμένοι γύρω του, ἐκεῖνος βλέποντας τήν κόλασι καί τά ἀκάθαρτα πνεύματα εἶπε: «Ἰδού ὁ σατανᾶς μέ τούς ἰδικούς του». Καί βλέποντας στόν παράδεισο εἶπε: «Ἰδού ὁ Κύριος μέ τούς ἰδικούς Του ἀγγέλους. Παιδί μου, ὅσο ζῆς, νά ὑπηρετῆς τόν Κύριο».

Κοιμήθηκε ὁ παπποῦς μέ ἐλπίδα καί πίστι στόν Θεό. Κοιμήθηκε καί ἡ ἀδελφούλα μας Βιργινία, ἀφοῦ ἐβάδισε ἐδῶ τά μονοπάτια τοῦ Κυρίου μας καί, ὅσο ζοῦσε, ἐπήγαινε μπουκέτα μέ λουλούδια σ᾿ ὅλους ἐκείνους πού ἐπέρσαν ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή στήν αἰωνιότητα.

Ὅσα εἶναι ἀδύνατα στούς ἀνθρώπους, εἶναι ὅμως δυνατά στόν Θεό! Γι᾿ αὐτό, προσευχώμεθα γιά τήν ἀνάπαυσι αὐτῶν τῶν δύο ψυχῶν καί λέγουμε ἀπό καρδίας: «Ὁ Θεός νά τούς συγχωρήση».

25η Σεπτεμβρίου 1955

ἱερομόναχος Δομέτιος

 

 

 

Τό πέρασμα ἀπό τήν παροῦσα ζωή τοῦ π. Δομετίου

 

Εἶχε μία πολύ σκληρή ζωή συμπεριφερόμενος μέ μιά ἀπόλυτη ἁπλότητα. Δέν κρατοῦσε πολλά ροῦχα γιά τόν ἑαυτό του, παρά μόνο μία στολή. Τά καλά ροῦχα, πού τοῦ ἔδιναν, τά ἔδινε στούς ἄλλους καί γιά δικά του κρατοῦσε μόνο ἐλάχιστα καί τά πεπαλαιωμένα. Ὅ,τι τοῦ ἔδιναν τά ἐμοίραζε ἐλεημοσύνη. Ὅταν περπατοῦσε στόν δρόμο καί συνηαντοῦσε ἀνθρώπους ξυπόλυτους, στενοχωρημένους, πτωχικά ντυμένους, τούς ἔδινε κάλτσες γιά τά πόδια τους, ὑποκάμισα, μαντήλια, πουλόβερ, ζακκέτες, ἐνίοτε καί παπούτσια. Ἤθελε νά βλέπη τούς πάντες εὐχαριστημένους καί νά μήν ὑποφέρη κανείς ἀπό τίποτε. Ὅσα περισ­σότερα ἔδινε, τόσο περισσότερα ἤρχοντο στά χέρια του.

Ἄσκησις: Κοιμόταν στό πάτωμα τοῦ δωματίου του, ἐξωμολογοῦσε συνεχῶς ἡμέρα καί νύκτα, χωρίς ν᾿ ἀφήνη καί τήν ἐκκλησία καί ἦτο εὐχαριστημένος, ἐάν ἠμποροῦσε νά κοιμηθῆ ἔστω καί μία ὥρα σ᾿ ἕνα σκαμνί ἤ ξαπλωμένος κάτω στό δάπεδο τοῦ Ἁγίου Βήματος. Στό σπίτι τῆς μονῆς, ὅπου ἔμενε, ὑπῆρχαν τρία κελλιά, καί γιά τούς ἄλλους δύο ἱερομονάχους.

Στίς ἑορτές τό κελλί του τό ἔδινε νά μείνουν οἱ προσκυνητές καί τά παιδιά, τά ὁποῖα δέν εἶχαν ποῦ νά ξαπλώσουν. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις, πολλές φορές εἶχε ξαπλώσει στούς σταύλους τῶν ζώων καί στά κοτέτσια τῶν πουλερικῶν ἤ τῶν γουρουνιῶν τρέμοντας ἀπό τό κρῦο, καθόσον δέν ὑπῆρχαν ἄλλοι πιό παγεροί τόποι. Ἦτο εὐχαριστημένος, ἀκόμη νά βάλη τό κεφάλι του γιά ὕπνο ἐπάνω σέ μιά πέτρα, ἀρκεῖ νά ἀναπαυθῆ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ἐπήγαινε νά λειτουργήση στίς ἐνοριακές ἐκκλησίες τῶν περι­χώ­ρων ἀκολουθούμενος καί ἀπό πολλούς χριστιανούς, περπατοῦσε 3-4 ὧρες καί ἄλλαζε 3-4 φανέλλες λόγῳ τοῦ πολλοῦ ἱδρῶτος. Ὅταν ἔφθανε στήν ἐκκλησία, λειτουργοῦσε χωρίς φανέλλα, φορώντας κατάσαρκα μόνο τό ζωστικό. Ἐπί 14 χρόνια λειτουργοῦσε σέ ἕξι ἐνοριακές ἐκκλησίες, πού ἀπεῖχαν μεταξύ τους μέχρι 40 χιλιόμετρα. Τό φοβερό εἶναι ὅτι λειτουρ­γοῦσε χωρίς θέρμανσι στίς ἐκκλησίες καί ἄς σημειωθῆ ὅτι τό ψῦχος ἐκεῖ φθάνει ἐνίοτε τούς 15 βαθμούς ὑπό τό μηδέν.

Ὅταν ἐπέστρεφε μέ τόν λαό, καθ᾿ ὁδόν ὅλοι μαζί ἔψαλλαν ἤ τούς ὡμιλοῦσε θέματα πνευματικά. Μετά τήν θεία Λειτουργία τόν προσκαλοῦσαν στά σπίτια τους οἱ Χριστιανοί νά τούς διαβάση ἁγιασμούς καί ἄλλες περιστασιακές εὐχές, ὅπως συνηθίζεται αὐτό στά Βουνά τῆς Δυτικῆς Ρουμανίας. Κάθε βράδυ ἐπισκεπτόταν μέχρι 20-30 σπίτια ἀνεβαίνοντας καί κατεβαίνοντας τά δρομάκια καί μέ πολύ κρῦο. Ὅσον ἀφορᾷ τήν τροφή του ἦτο χορτοφάγος. Ὁσάκις τοῦ ἔφεραν κρέας, ποτέ δέν ἔτρωγε καί ἀρκεῖτο στά ἄλλα φαγητά καί κυρίως στά χορταρικά. Ἐπί 24 χρόνια, ὅσα ἤμουν κάτω ἀπό τήν πνευματική του καθοδήγησι, δέν εἶδα κανέναν νά λυπήση, ἀλλά προσπαθοῦσε μέ κάθε τρόπο ὅλους νά τούς ἀναπαύση. Ἄλλοτε τελοῦσε τίς ἀκολουθίες στήν ἐκκλησία, ἄλλοτε ἐξωμολογοῦσε, ἄλλοτε ἔκανε τό Ἅγιο Εὐχέλαιο, ἄλλοτε φοροῦσε μία φόρμα καί δούλευε μαζί μέ τούς ἐργάτες, ἄλλοτε ἐδιάβαζε καί ἄλλοτε ἀπαντοῦσε στά χιλιάδες γράμματα πού ἐλάμβανε. Δέν ὑπῆρχε καμμία ψυχή πού θά ἔμπαινε στήν πόρτα τῆς Μονῆς καί θά ἐπέστρεφε νηστική καί ἀπαρηγόρητη ἀπό τήν Πανοσιότητά του, χωρίς νά ἐξετάζη τήν κοινωνική του κατάστασι. Ἀκόμη καί οἱ τσιγγάνοι, ὅταν ἤρχοντο στό μοναστήρι, ἐγένοντο δεκτοί ἀπ᾿ αὐτόν στήν τράπεζα. Κατόπιν, πρίν ἀνα­χωρήσουν ἔπαιρναν ἀπό τά χέρια του ροῦχα καί ὡραῖες εἰκόνες.

Προσευχή:  Στήν προσευχή ἦτο πάντοτε φλογερός. Σ᾿ ὅλα τά κηρύγματρά του πρός τούς χριστιανούς τούς ἐτόνιζε νά προσεύχωνται μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς πίστεώς τους καί ὅτι πρέπει νά καίγωνται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Σ᾿ ἐμᾶς, στήν συνοδεία του ἔλεγε ὅτι δέν εἶναι ἱκανοποιημένος, διότι δέν ὑπηρετοῦμε καί δέν ψάλλουμε τόν Θεό μέ θεῖο ζῆλο καί ὅτι πρέπει νά ἀνάψουν οἱ καρδιές μας σάν τήν ἀναμμένη λαμπάδα. Ἐπιθυμοῦσε ὅλα τά ἔργα μας νά ἔχουμε τήν αἴσθησι ὅτι τά κάνουμε κάτω ἀπό τά μάτια τοῦ Θεοῦ.

Προέτρεπε τίς Μοναχές καί τίς Δόκιμες νά ἔχουν μεταξύ τους ἀνυπόκριτη ἀγάπη, ἀπόλυτη εἰλικρίνεια καί ὑπακοή, ἡ ὁποία λογίζεται σάν ἀναίμακτο μαρτύριο. Μᾶς ἔλεγε ὁλόκληρη ἡ ζωή μας νά εἶναι μία προσευχή. Σέ κάθε τράπεζα μᾶς συμβούλευε νά διαβάζουμε καί νά ψάλλουμε μέ τήν ζωή μας.

Νηστεία:  Ἦτο ἕνας μεγάλος νηστευτής καί οὐδέποτε τόν εἶδα νά ἔχη κάποια ἀπαίτησι ἤ νά ἐπιθυμῆ νά φάγη κάτι ἰδιαίτερο. Ὅ,τι καλλίτερο ὑπῆρχε τό ἔδινε νά τό φάγη ἡ ἀδελφότης. Καί ὅταν εἶχε ἐπισκέπτες, οἰ ὁποῖοι ἤρχοντο καθημερινά, ὑπεχρέωνε τίς Ἀδελφές ὅ,τι καλλίτερο ὑπῆρχε στήν ἀποθήκη νά τό φέρουν στήν τράπεζα τῶν ἐπισκεπτῶν. Μέ τόν τρόπο καί τήν ἀγάπη του ἐκέρδιζε ὅλο τόν κόσμο. Ἡ Πανοσιότης του ἠρκεῖτο μ᾿ ἕνα κομμάτι ψωμί ἤ μαμαλίγκα μέ κρεμμύδι ἤ μία πατάτα βρασμένη.

Ἐλεημοσύνη:  Ἦτο ἐλεήμων στό ἔπακρο. Ὅταν ἀπέθανε, ἦτο χωρίς ὑποκάμισο ἀπό μέσα καί, ὅταν ἤθελαν νά τόν ντύσουν, δέν βρῆκαν ὑποκάμισο στό κελλί του!! Τόν ἐνέδυσαν μέ μία φορεσιά ροῦχα τοῦ μαθητοῦ του, πού τά ἔδωσε μέ ἀγάπη καί σεβασμό γιά τήν ταφή τοῦ Γέροντός του. Μετά τήν κοίμησί του, ἐπῆγα στό κελλί του νά ἰδῶ τί ροῦχα τοῦ εἶχαν ἀπομείνει γιά νά τά δώσουμε εὐλογία στούς πτωχούς. Καί εὑρῆκα μόνο τρία ὑποκάμισα κουρελιασμένα!!!

Ἡ ἱεραποστολική του δρᾶσις: Ἦτο ἔνας φλογερός ἱεραπόστολος στόν Ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Ἀπό φοιτητής ἀκόμη εἶχε σταλῆ ἀπό τόν τότε πατριάρχη μας σάν ἱεραπόστολος στήν Τρανσυλβανία, ὅπου ἐπέτυχε νά κάνη σπουδαῖα ἔργα. Ἄλλοτε ἐπῆγε  γιά ἱεραποστολή καί στήν Μολδαβία.

Γιά ὅλες τίς ἐκκλησιαστικές Ἀκολουθίες ἀκολουθοῦσε τό τυπικό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καί τήν τάξι τῶν Ἁγίων Πατέρων μας.

Ἐξομολόγησι τῶν λαϊκῶν καί τῶν Καλογραιῶν ἔκανε, ὁσάκις εἶχε ἐλεύθερο χρόνο. Δέν ὑπῆρχε Κυριακή πού νά μήν ἤρχοντο ἑκατοντάδες χριστιανοί γιά ἐξομολόγησι καί Θεία Κοινωνία. Ἐξωμολογοῦσε ἐνίοτε ὅλη τήν νύκτα καί ἐτελείωνε τό πρωΐ. Οὐδέποτε τίς Κυριακές ἐτελείωνε μέ τούς χριστιανούς πρίν ἀπί τίς 3-4 τό πρωΐ. Μετά ξεκουραζόταν λίγο γιά νά εἶναι ἕτοιμος κατόπιν γιά τίς ἄλλες ἀκολουθίες καί δουλειές.

Μετά τήν ἐγκατάλειψι τοῦ μοναστηριοῦ καί μέχρι τήν ἐπιστροφή μας, περίοδος μιᾶς δεκαετίας 1960-1969 ἦτο ἱερεύς σέ ἕξι χωριά τῆς κοινότητος Ριμέτς. Ταυτόχρονα ἐφρόντιζε καί γιά ἐμᾶς πού δουλεύαμε σάν λαϊκές στά ὑφαντουργεῖα τῆς πόλεως Ἀϊούντ. Στήν περιοχή αὐτή δέν ὑπῆρχαν αἱρέσεις, διότι ὁ π. Δομέτιος κτυποῦσε τίς αἱρέσεις  καί ἐπεξηγοῦσε στούς Χριστιανούς ὅτι δέν πρέπει ν᾿ ἀποχωρισθοῦν ἀπό τήν Μη­τέ­ρα Ἐκκλησία. Ἐπέστρεψε πολλούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο κοντά του ἀπό μακριά ν᾿ ἀκούσουν τήν σχετική διδασκαλία. Αὐτός ἀπεκάλυψε τήν αἵρεσι «Χριστοφιλία» πού εἶχε ἐξαπλωθῆ σέ πολλές πόλεις τῆς Ρουμανίας καί στό Βουκουρέστι καί ἐπανέφερε τούς πλανεμένους ἀδελφούς στήν ἀληθινή μας Ὀρθόδοξη Πίστι.

Στούς λαϊκούς μιλοῦσε τόσο γιά τά ἱερά Μυστήρια, ὅσο καί γιά τήν ἀπομάκρυνσί τους ἀπό τά πάθη, ὅπως τό κάπνισμα, τήν οἰνοποσία, τήν ἀκολασία, τίς συγκρούσεις μεταξύ τους, τίς μαγεῖες, τήν ἀνειλικρίνεια καί τήν καταπολέμησι τῶν συγχρόνων τρόπων ζωῆς τῆς νεολαίας.

Στήν Ἀδελφότητα τῆς μονῆς ὡμιλοῦσε μετά τό φαγητό, ἀπό τούς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, γιά τήν ἀνάγκη διακοπῆς τῶν σχέσεων μέ τήν οἰκογένεια καί τούς συγγενεῖς καί ὅλους τούς λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἠμποροῦν νά καταλάβουν αὐτό τό εἶδος τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί δέν ἠμποροῦν  νά μᾶς ἐπιφέρουν κάποιο καλό μέ τίς σχέσεις τους μαζί μας.

Μοναστηριακές δραστηριότητες: Ὁ π. Δομέτιος ἦτο ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἄρεσε πολύ νά ἐργάζεται, κυρίως στίς ἐσωτερικές ἐργασίες τῆς μονῆς. Ὅσο καιρό λειτουργοῦσε ἐργοτάξιο ὑφαντικῆς τέχνης στό μοναστήρι, διοικούμενο ἀπό τόν Γέροντα, αὐτός ἦτο πάντοτε στό μέσον τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαϊκῶν τότε Καλογραιῶν ἐνθαρρύνοντάς τους καί δίνοντας δείγματα τῆς φιλοπονίας του.

 

 

 

 

 

Ἡ προσωπικότης τοῦ π. Δομετίου

ὑπό τῆς Ἡγουμένης Ἱεροσολύμας μοναχῆς

Ὁ π. Δομέτιος (κατά κόσμον Στυλιανός Μανωλάκε) γεννήθηκε στίς 13 Ὀκτωβρίου 1924 στό χωριό Μαρκουλέστι τῆς κοινότητος Μπαλανέστι, τοῦ νομοῦ Μπουζέου ἀπό γονεῖς χωρικούς μέ τά ὀνόματα Ἰωάννης καί Φιλοθέη. Ὁ Στυλιανός ἦτο τό τέταρτο ἀπό τά 12 παιδιά τῆς οἰκογενείας τους. Ἐμεγάλωσε μέσα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στόν σεβασμό γιά τήν τίμια δουλειά καί μέ τό αἴσθημα τῆς ἀνταποδόσεως ἀπέναντι στούς συναθρώπους του. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τίς τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, ἀκολούθησε κατόπιν μαθήματα στήν ἐκκλησιαστική σχολή τῆς πόλεως Μπουζέου. Ἀποδείχθηκε ἕνας ἐπιμελής μαθητής μέ πολλή κλίσι πρός τά γράμματα. Μετά γράφθηκε στήν θεολογική σχολή τοῦ Βουκουρεστίου, ἀπολυθείς μέ ἐξαιρετική διαγωγή καί δίδοντας καί τήν καθιερωμένη θεολογική πραγματεία μέ θέμα. " Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως τοῦ Πέτρου Μοβίλα".

Ὡς  μαθητής καί φοιτητής ἦτο λογικός, εὐλαβής, εὐγενικός, φιλακόλουθος, σπουδαῖος ψάλτης. Ὁ Πνευματικός τῆς Μονῆς Σίμπατα ντέ Σούς, π. Ἀρσένιος Μπόκα, γνωστός καί ἀγαπητός σ᾿ ὁλόκληρη τήν χώρα, τόν ὠνόμαζε Νέο Κουκουζέλη, μετά τόν παλαιό Κουκουζέλη πού ἔζησε στό Ἅγιον Ὄρος Ἄθω. Σ᾿αὐτό τό Μοναστήρι ἐρχόταν κάθε καλοκαίρι, στίς διακοπές τῶν σπουδῶν του, ὁ νεαρός φοιτητής θεολογίας Στυλιανός, καθώς καί ἄλλοι νέοι καί φοιτητές. Ἀρκετοί ἀπ᾿αὐτούς ἐνεδύοντο τό μοναχικό ἔνδυμα. Μέσα ἀπό τά θερμά κηρύγματα τοῦ π. Ἀρσενίου αἰσθάνθηκε καί ὁ Στυλιανός τήν κλῆσι γιά μιά ἀνώτερη ζωή. Ἐδῶ ἐπῆρε τήν ἀπόφασι νά ἀφιερώση τόν ἑαυτό του καί νά θυσιάση τήν ζωή καί τό θέλημά του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ δέχθηκε νά ζήση μέ τόν Ἰησοῦ ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς του καί κατάλαβε τό νόημα τῶν λόγων τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου. "Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι, ὅπου ἐάν ἀπέρχῃ" (Ματθ.8,19).

Ἀμέσως, μετά τό τέλος τῶν σπουδῶν του στήν θεολογική σχολή, τό ἔτος 1949 ὁ νέος πτυχιοῦχος πλέον ὁδηγεῖ τά βήματά του στό μοναστήρι Πρισλόπ, δίπλα στήν πόλι Χατσένγκ, ὅπου ἔμενε τότε καί ὁ π. Ἀρσένιος καί ἔγινε ὑποτακτικός του. Ἐκεῖ, λοιπόν, ἐκοινοβίασε, ἔγινε κατόπιν διάκονος καί ἱερεύς. Στίς 14 Σεπτεμβρίου ἐκείνου τοῦ ἔτους--"ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ-, ἐκάρη μοναχός καί ἔλαβε τό ὄνομα Δομέτιος. Ἐκεῖ, δίπλα στόν π. Ἀρσένιο, προοδεύει πνευματικά ὁ νέος μοναχός, σάν ἕνας ἀληθινός μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ κατόπιν γίνεται καί ὁ ἴδιος ἕνας ἔμπειρος Πνευματικός, πρᾶος, ἐλεήμων καί φίλος τῶν δυστυχισμένων καί δοκιμασμένων ἀπό δυνατούς πειρασμούς. Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἀποφάσεις γιά τό ποῦ θά προσφέρη τήν μοναχική του ζωή του, μέ τήν εὐκαιρία μιᾶς ἑορτῆς, πού τελέσθηκε στήν γενέτειρά του, ὁ πατήρ εἶπε. "Ἐγώ θά πάω στό Ἀρντεάλ (Τρανσυλβανία, δηλ. δυτική Ρουμανία), ὅπου καί ἔλαβα τήν μοναχική κλῆσι καί ἐκεῖ θ᾿ ἀφήσω καί τά κόκκαλά μου".

Στό Πρισλόπ λειτουργοῦσε μέ πολλή εὐλάβεια καί ζῆλο στό Ἅγιο Βῆμα. Εἶχε μιά μεγάλη ἔφεσι νά θυσιάζεται γιά τούς πιστούς, μέσῳ τῶν κηρυγμάτων καί τῶν συμβουλῶν του. Ἤρχοντο στό Μοναστήρι πολλοί χριστιανοί μέ ἀνοικτά ψυχικά τραύματα. Κι αὐτός ὅλους τούς δεχόταν καί τούς παρηγοροῦσε. Περπατοῦσε μαζί τους, μέσα στήν φύσι, ἐπάνω στούς λόφους καί τά ξέφωτα καί τούς ηὔφραινε μέ τίς ὡραῖες ἐκκλησιαστικές του ψαλμωδίες. Ἐνίοτε τούς συνώδευε μέχρι τόν σταθμό τοῦ τραίνου.

Τόν Μάϊο τοῦ 1952 ὁ π. Δομέτιος μετατέθηκε μέ τήν ἴδια ἀποστολή στήν σκήτη Ἀφτέϊα Τσιοάρα, ἡ ὁποία εἶχε ἱδρυθῆ ἀπό τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρέμεινε λίγο χρόνο ἐκεῖ, ἀλλά ἀνεκαίνισε αὐτό τό μικρό πνευματκό καθίδρυμα, τό ὁποῖον εὑρίσκεται στό βουνό καί εἶναι δυσπρόσιτο σέ πολλούς. Μέ πρότασί του καί προσωπική του ἐργασία ἀνοίχθηκε ὁ δρόμος πρός τό μοναστήρι. Ἦλθαν καί τόν ἐβοήθησαν πολλοί χριστιανοί μέ 30 καρότσες πού τίς τραβοῦσαν βόδια καί μετέφεραν τά ὑλικά. Ὁ Πατήρ ὡμιλοῦσε μέ κάθε Χριστιανό, ἄκουγε τούς πόνους καί τίς στενοχώροιες τους, τούς ἀπηύθυνε λόγια ἐνθαρρυντικά καί τούς ἐξωμολογοῦσε. Κι αὐτοί κατόπιν ἀναχωροῦσαν ἀπό τήν Σκήτη εἰρηνικοί καί παρηγορημένοι.

 

Οἱ διωγμοί τοῦ καθεστῶτος

Ὁ Πατήρ εἶχε στόν νοῦ του ὡραῖες προοπτικές. Σκεπτόταν νά ἱδρύση ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι. Ἤδη εἶχαν συγκεντρωθῆ γύρω του περί τίς 20 νέες κοπέλλες, πού προήρχοντο ἀπό τήν περιοχή Σέμπες. Ἀλλά ὁ ἐχθρός, ὁ ὁποῖος δέν ὑποφέρη νά βλέπη νά κτίζωνται ἐκκλησίες καί μοναστήρια, τοῦ προετοίμαζε μεγάλους πειρασμούς. Πιό συχνά τά ὄργανα τοῦ κράτους καί οἱ πληρεξούσιοι  ἀπό τίς πόλεις Ντέβα, Ἄλμπα καί Σέμπες τόν ἀπειλοῦσαν μέ σύλληψι. Ἤρχοντο πολλοί ἄνθρωποι στήν σκήτη. Ἡ κοιλάδα Γκουτζίρου ἦτο γεμάτη ἀπό Χριστιανούς,  πού ἤρχοντο μέ τά πόδια σέ κάθε γιορτή. Ὅμως τά προβλήματα ἐκεῖ ἦσαν πολύ μεγάλα. Ὁ στανλινισμός ἦτο στόν κολοφῶνα τῆς δόξης του. Ἐν ὄψει τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως μέ τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (15η Αὐγούστου), ὅπου χιλιάδες Χριστιανοί ἀνέβαιναν στήν σκήτη γιά τήν ἑορτή, μετά τήν θεία Λειτουργία ὁ Πατήρ ἀπεφάσισε ν᾿ ἀναχωρήση. Πρίν ἀπό λίγο διάστημα εἶχε πάει στήν ἐπισκοπή τοῦ Ἀράντ, ὅπου εἶχε συζήτησε μέ τόν ἐπίσκοπο Ἀνδρέα Μαγκιέρου, τούς λόγους γιά τούς ὁποίους τόν ὑπεχρέωναν ν᾿ ἀναχωρήση καί ἐπῆρε κανονική ἄδεια ἀπό τήν ἐπαρχία του. φοῦ ἐτελείωσε τήν θεία Λειτουργία καί εἶχε κατορθώσει νά ἐξομολογήση καί κοινωνήση ὅλους τούς πιστούς, μετά τό κήρυγμα, ἀνεχώρησε γρήγορα. Γλίστρησε ξαφνικά μέσα στήν κοιλάδα καί ὅταν οἱ ἄνθρωποι κατάλαβαν τί συνέβη, ἄρχισαν στά κλάμματα. Ἀπελπισμένοι τόν ἀναζητοῦσαν, ἀλλά δέν τόν εὕρισκαν πουθενά. Μᾶς ἔλεγε, ὁ Πατήρ κατόπιν, ὅτι μέχρι τόν σταθμό, μέσα ἀπό τό δάσος ἄκουγε τίς φωνές καί τά κλάμματά τους. Γιά νά μή  συναντήση κανένα καί νά μή τόν ἰδῆ κανείς, σκέφθηκε σέ πιό μέρος νά γλυτώση. Κρύφθηκε μέσα σέ μιά μεγάλη βελανιδιά καί μετά ἀπό λίγη ὥρα εἶδε ἀνθρώπους ντυμένους πολιτικά καί τά σκυλιά τους νά τούς ἀκολουθοῦν. Ὁ Πατήρ προσευχήθηκε στήν Κυρία Θεοτόκο, ἐάν εἶναι εὐλογημένο νά τόν σκεπάση, ὅπως Αὐτή γνωρίζει. Προσκολλήθηκε ἐκεῖ στήν βελανιδιά καί προσευχόταν μέχρις ὅτου αὐτοί περάσουν. Δέν τόν εἶδαν καί δέν τόν αἰσθάνθηκαν τά σκυλιά τους. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκαν, ὁ Πατήρ συνέχισε τόν δρόμο του γιά τόν σταθμό. Ἔμαθα κατόπιν ὅτι πρόσωπα τῆς κομμουνιστικῆς Ἀσφαλείας τόν εἶχαν ἀναζητήσει στό μοναστήρι, τόσο αὐτόν, ὅσο καί ἐμᾶς, τίς ἀδελφές πού εἴχαμε καταφύγει ἐκεῖ. Ἐν τῶ μεταξύ εἴχαμε ἀπομακρυνθῆ καί ἐμεῖς. Ὁ Θεός μᾶς εἶχε φυλάξει καί μᾶς εἶχε διδάξει τί νά κάνουμε.

Τήν δεύτερη ἡμέρα ὁ Πατήρ μᾶς συνάντησε, ἔτσι ὅπως εἶχε φύγει ἐννοεῖται, στόν σταθμό Βίντς. Ὅσες ἐπιθυμοῦν, μᾶς ἐπρότεινε, πᾶμε γιά τήν ἐπαρχία Μπουζέου. Ἐκεῖ ἡ πανοσιότης του ἦτο πολύ γνωστός. Εἴμασταν 12 κοπέλλες ἀπό τήν κοινότητα τῶν χωριῶν Πιάνου, Λομάν, Πετρέστι, Σασκιόρι. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἡμέρα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ ἔτους 1952, ὁ Πατήρ μᾶς ἐπερίμενε στόν σταθμό τοῦ Πλοϊέστι. Ἦτο θέλημα Θεοῦ, διότι ἐφθάσαμε στόν προορισμό μας πολύ καλά. Ὁ π. Δομέτιος ἀνεχώρησε γιά τό ἀνδρικό μοναστήρι Τσιολάνου, ἐνῶ οἱ ἀδελφές στό γυναικεῖο μοναστήρι Ρατέστι. Ὁ Πατήρ ἐρχόταν ἀπό τό μοναστήρι του στό δικό μας τρεῖς φορές τήν ἑβδομάδα. Μᾶς ἦτο πνευματικός καθοδηγητής.

Ὁ π. Δομέτιος εἶχε παρακαλέσει τόν ἐπίσκοπο Μπουζέου Ἄνθιμο, ἀπό τήν στιγμή τῆς ἀφίξεώς μας ἀκόμη, ὅτι ἡ συνοδεία μας, προερχομένη ἀπό τό Ἀρντεάλ, ἦλθε νά μάθη τήν ἀληθινή παράδοσι τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ. Καί ἀφοῦ πνευματικά ἐνισχυθοῦμε, θά ἐπιστρέψουμε στό Ἀρντεάλ, ὅπου πρόκειται νά ἱδρύσουμε δικό μας μοναστήρι. Προσπάθησαν νά μᾶς ἀποβάλλουν τόν λογισμό τῆς ἐπιστροφῆς μας. Ἀλλά ὁ λόγος τοῦ π. Δομετίου ἦτο καθαρός πρός ἐμᾶς καί ἔτσι ἐπήραμε τόν δρόμο γιά τό Ριμέτς. Ὁ Πατήρ δέν ἠμποροῦσε νά ἔλθη γιά ἕνα διάστημα μαζί μας, διότι ἦτο ἀκόμη τιμωρημένος στήν Ἐπισκοπή Μπουζέου μέχρι τό 1957. Παρέμεινε ὅμως σέ συνεχῆ ἐπικοινωνία μαζί μας. Στίς 2 Ἰουνίου 1957, ἐκούρευσε τίς ἑπτά ἀπό ἐμᾶς ἀδελφές μοναχές. Τόν Μάρτιο τοῦ 1959 χειροθετήθηκε καί διωρίσθηκε Πνευματικός τῆς μονῆς Ριμέτς ἀπό τόν Ἐπίσκοπο τοῦ Κλούζ Θεόφιλο. Τό μοναστήρι μας εἶναι τό μοναδικό ὀρθόδοξο κέντρο τῆς Τρανσυλβανίας καί εὑρίσκεται στή κοιλάδα πού ἀρδεύεται ἀπό τά νερά Γκεοάγκι, πού κατεβαίνουν ἀπό τά βουνά Τρασκέου. Ὁ δρόμος γιά τό μοναστήρι εἶναι ἀνοικτός γιά Χριστιανούς καί γιά τουρίστες καί ἀποτελεῖ ἕνα μοναδικό ἱστορικό καί θρησκευτικό μνημεῖο, πού χρονολογεῖται ἀπό τόν 12ον αἰῶνα.

 

Καταστροφές τῆς Μονῆς ἀπό τούς Καθολικούς

Ἡ ἱστορία ἦτο περιπετειώδης ὑπομένοντας συχνές λεηλασίες, καταστροφές καί διωγμούς τῶν μοναχῶν. Τό ἔτος 1762  ἔγινε στόχος βομβαρδισμῶν ἀπό τόν στρατηγό Μπούκωφ. Στά κιτρινισμένα φύλλα ἑνός βιβλίου τῆς ἐκκλησίας, τῆς Παρακλητικῆς, ἕνας μοναχός σημείωσε λακωνικά. "Ἐγώ ὁ μοναχός Σίλβεστρος ἔγραψα ὅτι κατέστρεψαν οἱ ἄπιστοι τό μοναστήρι τοῦ Ριμέτς, πού εὑρίσκεται στήν κοιλάδα Γκεοαγκίου, τό ἔτος 1762, στίς 20 Αὐγούστου, ἡμέρα Σάββατο πρός αἰώνια καταδίκη τους". Νέες περιπέτειες ἦλθαν καί πάλι κατεπάνω του. Στά 1785, ἡ ξένη κυριαρχία τῆς Αὐστρουγγαρίας ἐβασάνισε τούς μοναχούς καί τούς Χριστιανούς τῆς περιοχῆς Ριμέτς, ἡ ὁποία εἶχε συμμετάσχει στήν ἐπανάστασι τῶν πόλεων Χορέα, Κλόσκα καί Κρισιάν μέ ἀποτέλεσμα μιά νέα ἐρήμωσι καί καταστροφή. Ὁ ἴδιος μοναχός σημειώνει μέ θλῖψι σ᾿ ἕνα ἄλλο ἐκκλησιαστικό βιβλίο. " Ἐσημείωσα αὐτό τό γεγονός, μέ ἀληθινή ὀδύνη ὅτι κατέστρεψαν τό Μοναστήρι τῆς κοιλάδος μεταξύ Γεοαγκίου καί Ριμέτς τήν πρώτη φορά τό 1762, ἐνῶ γιά δεύτερη φορά τό 1785, Δεκέμβριο μῆνα, στίς 23 τοῦ μηνός, ἡμέρα Τρίτη. Ἔγραψα ἐγώ ὁ μοναχός Σίλβεστρος".

            Τό 1792, ἡ Αὐλή τῆς Βιέννης ἐξέδωκε ἕνα διάταγμα διά τοῦ ὁποίου ἀνελάμβανε τήν ἀναστήλωσι τῆς ἐκκλησίας, ἀλλά μόνο ὡς ἐκκλησίας ἐνοριακῆς καί ὄχι μοναστηριακῆς. Ἔτσι, λοιπόν, τό μοναστήρι καταργήθηκε, ἐνῶ οἱ χριστιανοί τήν θεωροῦσαν πάντοτε μοναστηριακή ἐκκλησία καί τήν ὠνόμαζαν "Μητέρα" τῶν ἑπτά ἐνοριακῶν ἐκκλησιῶν τῶν ἀντιστοίχων χωριῶν τῆς κοιλάδος Ριμέτς.

 

Ἡ ἵδρυσις τῆς νέας Μονῆς Ριμέτς

Ἡ μοναχική ζωή ἐπανῆλθε ἐκεῖ τό 1940 μέ μερικούς μοναχούς καί κατόπιν μετατράπηκε σέ γυναικεῖο μέ ἀπόφασι τῆς Ϊερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, στίς 30 Ὀκτωβρίου 1955.

Κατά τήν πρώτη ἄφιξι στό Ριμέτς τοῦ π. Δομετίου καί τῶν πρώτων μοναζουσῶν, ὁ τόπος ἦτο σχεδόν ἔρημος, παρηγορούμενος μόνο ἀπό τήν παλαιά ἐκκλησία. Μέ δυσκολία ἠμπορέσαμε νά φθάσουμε ἐκεῖ, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπό τόν κεντρικό δρόμο ἦτο 18 χιλιόμετρα καί δρόμος δέν ὑπῆρχε. Ἔπρεπε νά περάσουμε τό νερό τοῦ ποταμοῦ μέσα ἀπό τήν κοιλάδα καί μέ πολύ κόπο νά φθάσουμε στήν ἐρημική ἐκείνη περιοχή, ὅπου εὑρισκόταν μόνο ἡ ἐκκλησία μισογκρεμισμένη. Αὐτοκίνητο δέν ἠμποροῦσε νά μπῆ τότε. Ὁ τόπος ἦτο ἄγονος. Στά ὑπάρχοντα κελλιά δέν ὑπῆρχαν σόμπες. Ἠλεκτρικό φῶς δέν ὑπῆρχε. Ἐμεῖς οἱ μοναχές, πρίν ξεκινήσουμε γιά ἐδῶ, δέν ἠξέραμε σέ ποιό τόπο ἐπηγαίναμε. Δέν ἐγνωρίζαμε τήν σκληρότητα καί τήν ἐρημικότητα στήν ὁποία εὑρισκόταν τό Ριμέτς. Μόνο ὁ π. Δομέτιος καί ὁ π. Βαρσανούφιος τό ἤξεραν.

Ἀφοῦ ἐγκατασταθήκαμε ἐδῶ, εἶπα στόν π. Δομέτιο, ὁ ὁποῖος συνέχιζε νά μᾶς ἐνθαρρύνη. "Ἀλλοίμονό μας, πάτερ, διότι στά ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερες". Ἦτο δύσκολη ἡ ζωή μας στήν ἀρχή, ἀλλά ἤμουν εὐτυχισμένη καί γεμάτη ἐνθουσιασμό γιά κάθε τί πού ἐκάναμε. Ὁ Πατήρ μᾶς προέτρεπε νά ἔχουμε ὑπομονή, νά προσευχώμεθα καί νά ἐλπίζουμε στήν βοήθεια τοῦ Κυρίου. Ἀλλ᾿  ὅμως οἱ συμφορές μας συνεχίσθηκαν καί εἰς βάρος τοῦ μοναστηριοῦ μας.

 

Νέοι διωγμοί τοῦ καθεστῶτος

Κατά τά ἔτη 1959-1960, πού ἡ κομμουνιστική ἰδεολογία στήν Ρουμανία εὑρισκόταν στήν κορυφή τῆς κακίας της, πολλές μοναχές ἐκδιώχθηκαν ἀπό τό μοναστήρι καί ὑποχρεώθηκαν νά ἐπιστρέψουν στήν κοσμική ζωή. Τότε μερικά μοναστήρια κατεστράφησαν. Καί στό μοναστήρι Ριμέτς οἱ μοναχές ἀπομακρύνθηκαν διά τῆς βίας καί ὑποχρεώθηκαν νά φορέσουν πολιτικά ροῦχα. Ἡ δυσκολώτερη στιγμή ἦτο στίς 26 Ὀκτωβρίου 1959, ὅταν ὁ Πατήρ προσκλήθηκε νά πάη στήν πόλι Κλούζ μαζί μέ τήν ἡγουμένη Λαυρεντία. Ἐκεῖ τούς ἀνεκοίνωσαν εὐθέως ὅτι πρέπει τό συντομώτερο νά φύγουν γιά τό κόσμο ὅλες οἱ μοναχές τῆς Μονῆς. Ἐάν ἀντιδράσουν, θά τό πληρώσουν μέ τό κεφάλι τους καί τήν ζωή τους. Τό φῶς τοῦ ἡλίου δέν θά λάμπη ἐκεῖ πλέον. Ὅταν ὁ Πατήρ  ἔφθασε τό βράδυ στό μοναστήρι, μαζί μέ τήν ἡγουμένη Λαυρεντία, ἐμεῖς, μερικές μοναχές ἀπό τήν συνοδεία μας, τούς ἐπεριμέναμε, στόν τόπο πού ὀνομάζεται Πρεκούπ, κάτω στήν κοιλάδα, μή γνωρίζοντας τί νέα θά μᾶς φέρουν. Ὁ Πατήρ πλησιάζοντας ἔβαλε τά κλάμματα καί μᾶς εἶπε. "Ἔτσι ἐζήτησε ὁ σατανᾶς νά σᾶς κοσκινίση. Τώρα πρέπει νά γίνετε δυνατές καί νά δώσετε ἀπόδειξι τῆς ἀμετακλήτου ἀποφάσεώς σας ὅτι ὑπηρετεῖτε τόν Θεό καί ἔχετε παραδώσει σ᾿Αὐτόν ὁλόκληρη τήν ζωή σας". Ἐπιστρέψαμε μαζί στό μοναστήρι. Ἐκείνη τήν βραδυά κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν ἔκλεισε μάτι. Ὁ Πατήρ  μᾶς συγκέντρωσε στήν ἐκκλησία καί μᾶς εἶπε. "Ἡ συνοδεία μας ἦτο ἑνωμένη ὅλα αὐτά τά χρόνια, ἀλλά ἀπ᾿ ἐδῶ καί στό ἑξῆς θά παραμείνη ἑνωμένη, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, ἔστω κι ἄν διαλυθῆ προσωρινά" .

 

Βιαία ἐπιστροφή στόν κόσμο

Ἀναχωρήσαμε ἀπό τό μοναστήρι μας τήν ἄνοιξι τοῦ 1960, στίς 13 Μαΐου. Ἦτο ἡ μεγαλύτερη θλιβερή ἡμέρα τῆς ζωῆς μας. Μοναχές, νέες καί γριές ἔπρεπε νά ἐκδυθοῦμε τά μοναχικά μας ἐνδύματα, νά φορέσουμε κοσμικά καί νά πάρουμε τόν δρόμο τῆς περιπλανήσεως μέσα στόν κόσμο. Ὅλη ἡ ἀδελφότης κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νά ἀνεχθοῦμε αὐτή τήν κατάστασι, νά μή δημιουργήσουμε κάποια ἀντίστασι γιά νά παραμείνη ἐλεύθερος καί ὁ π. Δομέτιος καί ἐμεῖς νά ἠμποροῦμε νά τόν ἔχουμε, μέσα στόν κόσμο, ἀνάμεσά μας.

Τό πρωΐ τῆς 13ης Μαΐου, ὁ Πατήρ τελείωσε τήν Θεία Λεειτουργία καί ὅλη ἡ συνοδεία ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Συγκεντρωθήκαμε κατόπιν στήν πύλη γιά νά ἀναχωρήσουμε πρός τά κάτω, πρός τήν κοινότητα Τέϊους. Ἦλθε τότε ὁ γέροντας Γκρόζα, ἡλικίας περίπου 90 ἐτῶν, πού κατοικοῦσε λίγο πιό ψηλά ἀπό τό μοναστήρι καί εἶπε στόν Γέροντά μας. "Πάτερ Δομέτιε, ἄφησέ με νά κτυπήσω τίς καμπάνες τοῦ μοναστηριοῦ, γιά νά μή χαθῆ καμμία ἀπό τίς μοναχές μέσα στίς κοιλάδες τοῦ κόσμου. Καί στόν Α΄παγκόσμιο πόλεμο τό ἴδιο ἐκάναμε. Κτυπήσαμε τίς καμπάνες, ἔφυγαν γιά τόν κόσμο οἱ μοναχές, ἀλλά καμμία ἀπό ἐδῶ τό Ριμέτς, δέν χάθηκε. Μετά τόν πόλεμο ἐπέστρεψαν ὅλες στό Ριμέτς". Ὤ, Κύριέ μου, Κύριέ μου, τί δάκρυα καί στεναγμοί ἀκούσθηκαν τότε στήν πύλη τῆς Μονῆς μας! Ἦτο τόση ἡ λύπη καί ὁ πόνος μας πού ὁ Πατήρ  δέν ἤξερε ποιά νά καθησυχάση καί νά παρηγορήση. Γιά νά μᾶς ἐλαφρώση τόν πόνο, μᾶς συνώδευσε μέχρι κάτω τό χωριό Τέϊους.

Ἐπιστρέψαμε στά χωριά, πού γεννηθήκαμε. Ὅσες ἀπό ἐμᾶς κατοικοῦσαν σέ κοντινά χωριά, κἄπου-κἄπου ἐκάναμε συγκεντρώσεις καί μιλούσαμε. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1961 ἐκτίσαμε μαζί μέ τόν π. Δομέτιο στό Ριμέτς ἕνα σπίτι (πρεσβυτέριο) γιά κατοικία δῆθεν τοῦ ἱερέως τοῦ χωριοῦ. Μέσα σέ τρεῖς μῆνες εἶχαν τελειώσει ὅλες οἱ δουλειές. Σκοπός μας ἦτο νά ἐπιστρέψουμε καί νά μείνουμε ἐκεῖ. Νά ἐργαζώμεθα χαλιά σάν κοσμικές ἀκόμη. Ἡ στρατιωτική ἀστυνομία ἔμαθε τό σχέδιό μας, μᾶς ἐπῆρε τά δελτία ταυτότητος καί μᾶς ἔδιωξε ἀπό τό "πρεσβυτέριο". Κατόπιν προσπαθήσαμε νά ἀποκτήσουμε ἔγκρισι γιά νά δουλέψουμε στό τμῆμα χαλιῶν τοῦ Τέϊους.

 

Σταῦλος τῶν ζώων γιά κατοικία τῶν μοναζουσῶν

Μᾶς ἀπήντησαν  ὅτι δέν ὑπάρχει θέσις γιά ἐμᾶς τίς μοναχές, παρά μόνο ἕνας σταῦλος στό Οὔρσου! Ἤθελαν νά μᾶς ἐξευτελίσουν. Τήν πρότασι αὐτή ἔκανε ὁ γραμματεύς τοῦ κόμματος τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος μπροστά μας ἔπαθε ἕνα μεγάλο κακό. Τρελλάθηκε.... Ὁ πατήρ Δομέτιος μᾶς εἶπε νά δεχθοῦμε νά πᾶμε στόν σταῦλο. Ἐπήγαμε. Ἐσκουπίσαμε τόν σταῦλο, ξεσκονίσαμε, κατεβάσαμε τίς ἀράχνες, διαρυθμίσαμε τόν χῶρο, ὅσο καλλίτερα ἠμπορούσαμε. Τακτοποιήσαμε ἕνα δωμάτιο γιά ἐργαστήριο κατασκευῆς χαλιῶν, ἕνα δωμάτιο γιά ὕπνο καί ἕνα γιά κουζίνα. Ἐφέραμε ἠλεκτρικό ρεῦμα, ἐβάλαμε στό δάπεδο ψημμένα τοῦβλα καί ἐδώσαμε μιά ἄλλη ὄψι στόν πρώην σταῦλο. Ἡ ἀστυνομία ἐρχόταν τήν νύκτα, μᾶς ἔκανε ἔλεγχο. Ἔψαχναν κάτω ἀπό τά κρεββάτια μας καί πολλές φορές ζητοῦσαν τά τσουκάλια τοῦ φαγητοῦ, τά ὁποῖα εἴχαμε στήν σόμπα. Δέν ἐγνωρίζαμε τί λογισμούς εἶχαν μέ ἐμᾶς. Μᾶς ἦτο ἀρκετό, διότι βῆμα πρός βῆμα εἴχαμε ἀρχίσει τήν ὑποτυπώδη μυστικά μοναχική μας ζωή.

Σ᾿ αὐτούς τούς ἕξι μῆνες, ἀφ᾿ ὅτου ἐγκατασταθήκαμε σ᾿ αὐτό τόν σταῦλο, ὁ καημένος ὁ Γέροντάς μας ἐρχόταν τήν νύκτα, μέ τό δισσάκι στήν πλάτη του, γιά νά μή τόν ἰδῆ κάποιος καί τόν καταγγείλη στήν ἀστυνομία. Μᾶς ἐσυμβούλευε, μᾶς εὐλογοῦσε καί μᾶς ἔφερε καί φαγητό. Μᾶς ἔφερε κόλυββα, γάλα, μυτζῆθρα, αὐγά. Αὐτός δέν ἔπαιρνε χρήματα ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά Ἀκολουθίες, οὔτε μισθό, ἀλλά, ἐάν οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἔδιναν τρόφιμα, τά ἔπαιρνε καί τά ἔφερε σ᾿ ἐμᾶς.

Σχεδόν μία φορά τήν ἑβδομάδα ἔπαιρνε τόν δρόμο κάτω ἀπό τό μοναστήρι μας ὁ Πατήρ κι ἔβλεπε ἀπό μακριά τόν σταυρό καί ἄκουγε μόνο τά κοκκόρια νά εἶναι ξύπνια καί νά λαλοῦν. Ἐρχόταν μέσῳ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ, σκεπασμένος στό κεφάλι μέ μία μαντήλα γιά νά μή φαίνεται ἡ γενειάδα του, μέ ἕνα ζωστικό ἄλλου χρώματος καί παρόμοιο μέ τίς λευκές καμίσες τῶν χωρικῶν, ἐνῶ εἶχε ζώσει τήν μέση του μέ ἕνα λουρί, γιά νά μή γνωρίζεται ὅτι εἶναι μοναχός. Μέσα ἀπό τούς κήπους τῆς Μονῆς κατηφόριζε καί ἐρχόταν σ᾿ ἐμᾶς, στήν κοινούργια μας κατοικία, τοῦ σταύλου. Οὔτε καί ἐδῶ ἠμπορέσαμε νά μείνουμε, παρά μόνο μέχρι τίς 13 Μαρτίου τοῦ 1962. Μᾶς διέταξαν νά ἐγκαταλείψουμε τό Τέϊους, γιά νά μή ἠμποροῦμε νά συγκεντρωνόμεθα καί θελήσουμε μελλοντικά νά κάνουμε μοναστήρι.

 

Οἱ μοναχές ἐργάτριες σέ ὑφαντουργεῖο

Μᾶς διέταξαν νά πᾶμε στό Ἀϊούντ, ὅπου εὑρίσκεται ἡ ἕδρα τοῦ ἐργοστασίου τῶν χαλιῶν. Ὁ π. Δομέτιος μᾶς συνεβούλευσε ὅτι κάποτε μαζί μας θά φέρουμε καί τίς ἄλλες ἀδελφές, οἱ ὁποῖες εἶχαν ζήσει μαζί μας στό μοναστήρι, πρίν τό ἐγκαταλείψουμε. Ὁ Πατήρ μᾶς ἔδωσε χρήματα γιά τόν δρόμο καί ἀναχωρήσαμε μέσα ἀπό τά βουνά τοῦ Σέμπες, ἀνάμεσα ἀπό χωριά, ὅπου εὑρίσκοντο διασκορπισμένες οἱ μοναχές μας. Ὅλες ἤρχοντο μαζί μας. Ἐφθάσαμε στό τμῆμα ὑφαντουργίας χαλιῶν καί ἀναλάβαμε τήν ἀναδιοργάνωσι τοῦ τμήματος πού μᾶς παρέδωσαν νά δουλέψουμε. Τά ὄργανα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἦσαν μαζί μας κἄπως εὐχαριστημένοι. Δέν τούς προκαλούσαμε μέ τήν παραμικρή ἐνόχλησι καί στενοχώρια. Ἐκάναμε τό καθῆκον μας, παραδίναμε τήν ποσότητα παραγωγῆς γιά κάθε μῆνα. Δέν ἠξέραμε ἄλλο τίποτε, παρά μόνο νά δουλεύουμε καί μυστικά νά προσευχώμεθα. Ἐπί 9 χρόνια πού εἴμασταν στό Ἀϊούντ, ὁ π. Δομέτιος ἦτο ἱερεύς σέ τέσσερα ὀρεινά χωριά. Αὐτός μᾶς ἀγόραζε ροῦχα καί μᾶς βοηθοῦσε μέ κάθε τρόπο. Ὅταν, κάθε ἑβδομάδα, ἐρχόταν σ᾿ ἐμᾶς, στό σπίτι πού εἴχαμε ἀγοράσει καί ἐμέναμε ὅλες οἱ ἀδελφές μαζί, προσευχόμασταν μαζί, ἐτρώγαμε, ἀκούαμε τίς συμβουλές του καί, πρίν φύγη, ὅ,τι εἶχε ἡ τσέπη του, μᾶς τό ἄφηνε καί ἔφευγε. Στήν ἀναχώρησί μας γιά τό Μοναστήρι ὁ Πατήρ μᾶς ἔλεγε. "Ἀδελφές, κάνετε οἰκονομίες καί κρατεῖστε 5 λέϊ καί γιά τόν δρόμο". Αὐτή ἦτο ἡ ζωή του, ἡ θυσία του, γι᾿αὐτό δέν ἠμποροῦμε νά τόν ξεχάσουμε ποτέ. "Νά προσεύχεσθε ἀκατάπαυστα", μᾶς ἔλεγε ὁ Πατήρ. Ἐάν ἔχετε τόν Χριστό μέ τήν προσευχή σας, τότε φυγαδεύεται ὁ διάβολος. Διότι μόνο ἔτσι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐγκαθίσταται μέσα μας, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος". Διά τῆς προσευχῆς, αἰσθανόμεθα ὅτι τά μάτια μας ὑψώνονται πρός τό θεῖο φῶς. Εἴμεθα σέ περιπλάνησι, εἴμεθα σέ κατάστασι διαλύσεως, ἀλλά διά τῆς προσευχῆς εἴμεθα ὅλοι μαζί. Δέν σταματήσαμε νά προσευχώμεθα γιά τήν ἐπιστροφή μας στό μοναστήρι μας. Ὁ Πατήρ μᾶς ἔκανε νά κατανοήσουμε καί νά ζήσουμε τήν ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελιστοῦ. "Σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖον σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῶ πατρί σου τῶ ἐν τῶ κρυπτῶ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῶ κρυπτῶ ἀποδώσει σοι ἐν τῶ φανερῶ"(Ματθ.6,6).

 

Ἐπιστροφή στό μοναστήρι-ἀνασυγκρότησις

Ἐμείναμε στό Ἀϊούντ ἀπό τίς 13 Μαρτίου 1962 μέχρι τήν ἄνοιξι τοῦ 1969, ὁπότε μᾶς ἐπέτρεψαν νά ἐπανέλθουμε στό μοναστήρι μας, μέ ἐνδυμασία ὅμως πολιτική, προκειμένου νά διοργανώσουμε ἐκεί, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τους, ἕνα καινούργιο τμῆμα κατασκευῆς χαλιῶν, στό ὁποῖο νά δουλεύουν καί ντόπιες γυναῖκες, γιά νά ἔχουν καί αὐτές κάποιο μισθό νά ζήσουν.

Ὁ καλός Θεός μᾶς εἶχε ἤδη ἐκπληρώσει τό αἴτημα τῆς προσευχῆς μας. Ἐπιστρέψαμε στό σπίτι μας-τό μοναστήρι μας-μετά ἀπό πολλές περιπλανήσεις, ψυχικά βάσανα καί ἀγωνίες. Βέβαια οἱ δυσκολίες μας ἦσαν ἀκόμη περισσότερες, πού δέν εἶναι εὔκολο νά γραφθοῦν ἐδῶ.

Στήν περίοδο ἐγκαταλείψεως τοῦ μοναστηριοῦ μας, αὐτό ἁρπάχθηκε ἀπό τό κράτος διά τῆς βίας καί στήν αὐλή εἶχε ἐγκατασταθῆ ἕνα καταφύγιο ὀρειβατῶν καί ἕνα μαγαζί-μπουφές.  Ἐπήγαμε ἐκεῖ  καί εἴμασταν σάν τούς ἔνοικους καί στεκόμασταν σέ ἕνα μέρος μαζί μέ τούς τουρίστες. Δέν ἠμπορούσαμε νά ἀνεχθοῦμε αὐτό τό εἶδος τῆς κολάσεως, μέσα στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ μας. Ὁ π. Δομέτιος καί ἐμεῖς δέν εἴχαμε ὕπνο καί τούς συμπεριφερθήκαμε εὐγενικά γιά κάθε θέμα μας, διότι ἔτσι πιστεύαμε ὅτι ἦτο τό καλλίτερο.

Ἐπανελθόντες στό μοναστήρι, ἀρχίσαμε πάλι ἀπό τήν ἀρχή τό ἔργο. Ἔπρεπε νά ἐπανορθώσουμε τήν παλαιά ἐκκλησία. Δουλέψαμε ἕνα χρόνο γιά νά ἠμπορέσουμε νά χρησιμοποιήσουμε τήν μικρή ἐκκλησία. Γιά πρώτη φορά, μετά τήν ἐρήμωσί της, ὁ Πατήρ ἐτέλεσε τήν θεία Λειτουργία στήν ἐκκλησία αὐτή, ἀφοῦ προηγήθηκε Ἁγιασμός. Κάποια ἡμέρα τῆς Τεσσαρακοστῆς τοῦ Πάσχα ξαφνιασθήκαμε μέ τήν ἐπίσκεψι τοῦ γραμματέως τοῦ νομοῦ, πού ἦλθε μαζί μέ ἄλλα μέλη τοῦ Λαϊκοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως Ἄλμπα. Ἦλθαν νά ἰδοῦν πῶς εἴχαμε τακτοποιηθῆ. Μπῆκαν στόν διάδρομο καί τούς ἀνοίξαμε τήν πόρτα τοῦ παλαιοῦ παρεκκλησίου. Ὅταν τό εἶδαν στολισμένο μέ τά ἄμφια, τίς ποδιές καί τά καλύμματά του, μᾶς ἐρώτησαν ἀπότομα.

 -Τί ἐκάνατε ἐδῶ; Τί ὑποσχεθήκατε, ὅταν σᾶς δόθηκε ἄδεια νά ἔλθετε ἐδῶ; Ἐμεῖς μέ δυνατή πίστι στόν Θεό, ἐπήραμε τό θάρρος καί τούς εἴπαμε: 

έν ἐκάναμε τίποτε ἄλλο, παρά μόνο αὐτό τό ὁποῖο ἔπρεπε νά κάνουμε, διότι αὐτή ἡ ἐκκλησία δέν ἐπιτρέπεται νά εἶναι σπήλαιο ληστῶν καί οἶκος ἀκολασίας, ὅπως τήν εἶχαν καταντήσει, ἀλλά πρέπει νά γίνει οἶκος προσευχῆς. -Μᾶς ἀπήντησαν.

- Ἐσεῖς θέλετε νά γίνετε μάρτυρες, ἀλλά ἐμεῖς δέν θέλουμε νά γίνουμε, διότι ἔχουμε γυναῖκες καί παιδιά.

 Μπῆκαν καί στήν ἐκκλησία. Ὁ Πατήρ ἦτο μέ τά ἄμφια. Ἀντικρύζοντας αὐτό τό φαινόμενο, βουβάθηκαν. Τούς ὑποσχεθήκαμε ὅτι δέν θά δημοσιεύσουμε αὐτό τό γεγονός (τήν τέλεσι Θείας Λειτουργίας) ἔξω ἀπό τό μοναστήρι καί δέν θά τούς προκαλέσουμε νά τούς συμβοῦν περιπέτειες ἀπό τούς ἀνωτέρους τους ἐξ αἰτίας μας. Αὐτοί ἀνεχώρησαν, ἐνῶ ἐμεῖς ἐμείναμε ἀποφασισμένοι νά συνεχίσουμε αὐτό πού μέ τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ἀρχίσει. Ἱδρύσαμε ἕνα ἐργαστήριο κατασκευῆς χαλιῶν. Ἐπιτύχαμε νά τούς πείσουμε ὅτι αὐτό τό καταφύγιο ὀρειβατῶν, δέν ἐκπληρώνει τόν σκοπό του, μέ τό νά εὑρίσκεται μέσα στό μοναστήρι. Κατωρθώσαμε μέ τά χέρια μας νά κτίσουμε ἕνα ἄλλο καταφύγιο, ἔξω ἀπό τό μοναστήρι. Τό ἐτελειώσαμε τό 1973.

Ἱδρύσαμε καί σχολεῖο μέ μία μόνο τάξι, ἐπάνω ἀπό τό ἐργαστήριο χαλιῶν γιά τά παιδιά τοῦ χωριοῦ, πού εἶναι στήν κοιλάδα τοῦ μοναστηριοῦ. Ἱδρύθηκε τό σχολεῖο μέσα σ᾿ ἕνα μῆνα, τόν κτώβριο τοῦ 1972, ὅταν ὁ Πατήρ ἐπῆρε ἕνα μπολντοζιέρη ἀπό τήν κοιλάδα, μέ τόν ὁποῖον ἐγκρέμισε τήν μία πλευρά τοῦ λόφου καί ἔγινε τό σχολεῖο, πού ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία ὁ Πατήρ νά ἱδρύση αὐτό τό σχολεῖο. Αὐτό ὑπῆρχε πρίν ἀπό πολλούς αἰῶνες. Ὅταν τό μοναστήρι εὑρισκόταν στήν κατοχή τῆς Αὐστρουγγαρίας, κατά τό 18ον αἰῶνα, τά παιδιά τῶν γειτονικῶν χωριῶν παρέμεναν ἀγράμματα. Τότε οἱ κάτοικοι τῶν χωριῶν Ριμέτς καί Πονόρ, παρεκάλεσαν θερμά τήν Ἐξουσία γιά νά ληφθῆ μέτρο γιά τήν θλιβερή κατάστασι τῶν παιδιῶν τους, πού μένουν ἀγράμματα.

Μετά ἀπό τά δύσκολα αὐτά χρόνια, μόλις τόν Ἰανουάριο τοῦ 1972, μέσῳ ἐκλεκτῶν ἀνθρώπων, πού ἔδωσαν θετικές ὑποσχέσεις, ἄρχισε ἡ κανονική ζωή τοῦ μοναστηριοῦ. Ἀπό τότε ἡ μικρή συνοδεία μας μέ τόν γέροντα π. Δομέτιο ἐπισκευάσαμε τό παρεκκλήσιο, ἀνοικοδομήσαμε τό ἀρχονταρίκι (αὐτό μᾶς τό ζητοῦσαν νά κτισθῆ πολλοί χριστιανοί), τό ἡγουμενεῖο, τήν τράπεζα, προστέθηκαν κι ἄλλα κελλιά, τοποθετήθηκαν σέ μία αἴθουσα ἡ συλλογή μουσειακῶν ἀντικειμένων, τά παλαιά χειρόγραμα τῆς Μονῆς, τά παλαιά ἐκκλησιαστικά βιβλία, οἱ ξύλινες εἰκόνες, οἱ εἰκόνες ἀπό τζάμι καί ἀντικείμενα μέ ἐθνογραφικό χαρακτῆρα. Ἱδρύθηκε ἕνα νέο καμπαναριό, μία γέφυρα στήν κοιλάδα τοῦ ποταμοῦ, μπῆκε τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, κεντρική θέρμανσις καί πολλά ἄλλα ἔργα γιά τήν καλή λειτουργία τοῦ μοναστηριοῦ. Εἴχαμε μεγάλο ἐνθουσιασμό καί ἁγία ἐπιμέλεια σέ κάθε ἔργο πού ἐκάναμε. Ἠθέλαμε νά φτιάξουμε,  ὅσα ἔργα δέν ἠμπορέσαμε τόσα χρόνια νά κάνουμε, διότι διωχθήκαμε μέ τήν βία. Ὅλα ἔγιναν μέ τήν προσευχή μας, μέ τόν παλμό τῆς καρδιᾶς μας, μέ τό αἷμα μας. Ἐνθυμοῦμαι τόν π. Δομέτιο πῶς μέ τά χέρια του, γεμᾶτα αἷμα, ἔχοντας σηκωμένα καί τά κάτω ἄκρα τοῦ παντελονιοῦ του, τραβοῦσε μέ τά χέρια του καί μέ τούς ἐργάτες ἕνα βαγόνι φορτωμένο κεραμίδια ἀπό τό Τέϊους. Ὁ π. Δομέτιος καί ὁ π. Βαρσανούφιος κυλοῦσαν μεγάλες πέτρες, ἐνῶ οἱ ἀδελφές τίς  κουβαλοῦσαν μέ καρότσια καί μετά χέρι μέ χέρι τίς ἀνέβαζαν στίς οἰκοδομές. Ὁ Πατήρ εἶχε ἐπάνω του τήν εὐθύνη γιά τίς πιό σκληρές ἐργασίες. Μοχθοῦσε ἀδιάκοπα κάθε ἡμέρα, χωρίς νά ἀφήνη καί τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες. Αὐτός μᾶς ἐδίδασκε νά ἐμπιστευώμεθα στίς δυνάμεις μας, ἀλλά νά μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας εἶναι μαζί μας καί μᾶς βοηθεῖ. Ἔλεγε ὁ ἴδιος στούς πιστούς. "Ἐσεῖς εἶσθε αὐτοί πού ὀργώνετε, σπέρνετε καί καλλιεργεῖτε τό χωράφι, ἀλλά τόν καρπό του θά σᾶς τόν χαρίση ὁ Θεός, μέσῳ τῆς θείας Προνοίας καί πατρικῆς φροντίδος Του".

 

Ὁ θάνατος τοῦ Γέροντος

Τόν Ἰούλιο τοῦ 1975, μᾶς κατέβαλαν οἱ πλημμύρες, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν μεγάλες ζημιές καί στό μοναστήρι. Μπῆκε πολύ νερό μέσα. Σέ μερικά σπίτια ἔφθασε μέχρι τό πάτωμα. Καί τήν 6η Ἰουλίου τά νερά ἀνεχώρησαν. Μετά τήν τέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ π. Δομέτιος, ἐπῆρε μία ὁμάδα ἀπό νέες μοναχές καί κατέβηκαν κάτω στήν κοιλάδα, χωρίς νά εἶναι δυνατή ἡ διάβασις, λόγῳ τῶν καταστροφῶν πού εἶχαν προκαλέσει οἱ βροχές. Ἐπήγαιναν νά πάρουν τά τρόφιμα πού ἔφερνε τό αὐτοκίνητο τῆς Μονῆς, τό ὁποῖο εἶχε πλημμυρίση. Οἱ μοναχές τόν συνώδευσαν καί μοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ Πατήρ ἦτο λυπημένος, ἀλλά κράτησε  τό κουράγιο του. Στόν δρόμο γιά τό μοναστήρι, ἔψαλλαν. Ἡ κάθε μία ἐπῆρε κάποιο βάρος κατά τήν δύναμί της. Ὁ Πατήρ ἐπῆρε τά τσουβάλια μέ τά ψωμιά, γιατί ἦσαν πιό βαρειά. Οἱ μοναχές βλέποντας τόν ὑπερβολικό του κόπο, τοῦ ἐπῆραν κάποιο βάρος γιά νά τόν ξεκουράσουν λίγο. Στό πρόσωπο τῆς κάθε μιᾶς ἐδιάβαζες μία λύπη, τήν ὁποία δέν ἠμποροῦσες νά ἐξηγήσης. Ὁ δρόμος ἦτο περισσότερο ἀπό 8 χιλιόμετρα. Ὁ Πατήρ εἶχε κουρασθῆ πολύ καί δέν ἠμποροῦσε νά ἀναπνεύση. Οἱ μοναχές τόν ἀκολουθοῦσαν σέ μικρές ἀποστάσεις ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη. Ὅταν ἔφθασαν στήν δεξιά γωνία τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ, ἔπρεπε νά περάσουν ἕνα γκρεμό. Ὁ Πατήρ τούς εἶπε νά προσέξουν στό σημεῖο ἐκεῖνο. Ἀλλά τήν ἴδια στιγμή γονάτισε  ὁ ἴδιος ἀπό τήν κούρασι καί ἔπεσε κάτω στόν δρόμο. Δέν ἐπρόλαβε νά εἰπῆ λέξι. Τίς ἐκύτταξε ὅλες καί ἔκλεισε τά μάτια του γιά πάντα. Ἔπασχε ἀπό ἆσθμα. Ἀπέθανε μαρτυρικά, στόν βωμό τῆς ἀδελφικῆς θυσίας, χωρίς πόνους, ἔτσι ὅπως εἶναι ὁ θάνατος τῶν δικαίων.

Τό μοναστήρι μας εἶχε θρῆνο καί δάκρυ ἐπί πολλές ἡμέρες. Ἦτο μία περίοδος μεγάλης δοκιμασίας καί μόνο μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τήν βοήθεια τῆς Παναγίας μας, ἠμπορέσαμε νά ξεπεράσουμε αὐτή τήν δοκιμασία. Τώρα παραμένει μόνο στήν μνήμη μας ν᾿ ἀναπολοῦμε αὐτά πού μᾶς ἐδίδαξε καί μᾶς ἐσυμβούλευε καί, κατά τό δυνατόν, καί ἐμεῖς ν᾿ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά του, τήν θυσία του καί τήν βαθειά του ἀγάπη γιά τόν Χριστό. "Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσονττες αὐτόν"(Λουκ.11,28).

 

Ἡ ἵδρυσις τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς

Πολλά ἀκόμη ἔργα ἦσαν στήν σειρά νά ἀνοικοδομηθοῦν. Κατ᾿ἀρχήν ἔπρεπε νά ἐκπληρώσουμε τήν διακαῆ ἐπιθυμία τοῦ  μακαριστοῦ Γέροντός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε ζητήσει, ὄντας ἀκόμη στήν ζωή, νά κτίσουμε μία καινούργια ἐκκλησία, δίπλα στήν παλαιά, πού ἦτο τοῦ 14ου αἰῶνος, γιά νά ἠμποροῦν νά προσεύχωνται, ὅλοι οἱ Χριστιανοί πού ἔρχονται στό μοναστήρι. Μᾶς ἔλεγε: "Ἀδελφές, δέν θά τεμπελιάσω νά κτίσω ἐδῶ στό μέσον τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηριοῦ μία νέα μεγάλη ἐκκλησία, ἀλλά τό ἆσθμα δέν μέ ἀφήνει". Ὁ Θεός ἤθελε καί,  ἑπτά χρόνια μετά τήν τελείωσί του, ἐβάλαμε τά θεμέλια τῆς καινούργιας ἐκκλησίας. Μετά ἀπό 10 χρόνια, στίς 29 Ἰουνίου 1992 τελέσθηκαν τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ  ἀπό τόν μακαριώτατο πατριάρχη μας κ. κ. Θεόκτιστο, ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας καί πάνω ἀπό 10.000 Χριστιανούς πού εἶχαν ἔλθει ἀπ᾿ ὅλη τήν χώρα.

 

 

Οἱ ἀρετές τοῦ Γέροντος

Καθένας ἀπ᾿αὐτούς πού ἐγνώριζαν καί ἀναζητοῦσαν τόν Γέροντα γιά διδασκαλία καί εἰρήνευσι τῶν λογισμῶν τους, θά τόν μνημονεύουν τώρα μέ εὐγνωμοσύνη, ἡ ὁποία  δέν θά χαθῆ ποτέ ἀπό τίς καρδιές τους. Αὐτός συνωμιλοῦσε μέ ὅλους. Ἦτο Πνευματικός καί φίλος μέ ὅλους. Ἦτο μία ψυχή καθαρά, ἕνας ἄνθρωπος τῆς πράξεως καί τοῦ καλοῦ παραδείγματος, ἕνας ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς. Ἐγνώριζε πολύ καλά τήν πατερική διδασκαλία, ἀλλά ἐγνώριζε νά τήν προσφέρη στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τήν πνευματική του ἀνάγκη. Σέ κάθε εὐκαιρία εἶχε καί ἕνα λόγο ὠφέλιμο νά ἀπευθύνη στούς ἀνθρώπους. Ὑπηρετῶντας τόν Θεό, ὑπηρετοῦσε καί τόν καθένα ἀπό ἐμᾶς. Ὡς πρός τό παρουσιαστικό του ἦτο κοντός στό ἀνάστημα καί ἁπλοῦς, ἀλλά μέ μιά καρδιά μεγάλη, πού χωροῦσε ὅλη τήν Ρουμανία. Ἦτο τόσον ἐλεήμων, ὥστε ἐνίοτε ἦτο ὑπερβολικός καί ἔδινε ἀκόμη καί τά ροῦχα του! Ὅ,τι τοῦ ἔδιναν οἱ Χριστιανοί τά ἔδινε ἀμέσως καί δέν κρατοῦσε, οὔτε ἕνα ζευγάρι παπούτσια ἤ ἔστω ἕνα ὑποκάμισο γιά τόν ἑαυτό του. Ὅταν δέν εἶχε τί νά φορέση, διότι τά εἶχε μοιράσει στούς πτωχούς, ἐπήγαινε στά κελλιά  τῶν μοναζουσῶν καί ἔπαιρνε μία μπλούζα ἤ παπούτσια, πού τοῦ ἐταίριαζαν, χωρίς νά ζητῆ καί χωρίς νά μᾶς λέγη τίποτε. Ὅταν μία μοναχή, ἔχανε κάτι ἀπό τό κελλί της καί ἐρωτοῦσε στήν τράπεζα, ἐάν ξέρη ποιός τῆς ἐπῆρε τό τάδε ἀντικείμενο, ὁ π. Δομέτιος χαμογελοῦσε καί μᾶς ἔλεγε χαρούμενος ὅτι θέλει νά μᾶς ἐξασφαλίση τήν εἴσοδό μας στόν παράδεισο.

Δέν ἠμποροῦσε νά διαννοηθῆ, ὅτι ἕνας πτωχός ἄνθρωπος ἤ μία δυστυχισμένη γυναῖκα ἦλθαν στήν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ καί αὐτός νά μή τούς δεχθῆ μέ τά χέρια ἀνοικτά καί τό πρόσωπό του χαρούμενο. Τόν εἴδαμε ἄπειρες φορές, σέ καιρό χειμῶνος πῶς ἔβγαζε τίς ἀρβῆλες του ἤ ὅ,τιδήποτε παπούτσια καί παντόφλες εἶχε καί τά ἐχάριζε στούς πτωχούς καί πονεμένους. Ἐμεῖς οἱ μοναχές τοῦ ἐφτιάχναμε γελέκο ἀπό πρόβειο μαλλί γιά τόν χειμῶνα, ἀλλά δέν τό κρατοῦσε πολλές ἡμέρες στό κελλί του καί ἀπορούσαμε διδότι ὁ Γέροντάς μας δέν ἔχει πάλι γελέκο. Δέν τολμούσαμε νά τόν ἐρωτήσουμε ποῦ εἶναι τά ροῦχα του καί τί ἔκανε αὐτά πού κάθε λίγο τοῦ ἐδίναμε. Μᾶς ἔλεγε. "Ἦλθε ὁ Κύριος σέ μένα καί Τοῦ ἐδάνεισα μερικά πράγματα γιά νά προλειάνω τόν δρόμο γιά μένα καί γιά ἐσᾶς πρός τήν Βασιλεία Του". Δέν Τόν εἴδαμε στά 28 χρόνια πού ἦτο Πνευματικός νά φορῆ πολυτελῆ ροῦχα. Ζοῦσε μέ πολλή σεμνότητα, ἀλλά καί πολλή καθαρότητα. Ἦτο μία φύσις ἀνοικτή καί εὔθυμη, χωρίς ὑποκρισία. Μᾶς ἔψαλλε στήν ἐκκλησία, στίς Ἀκολουθίες, μᾶς ἔψαλλε στήν τράπεζα καί στίς δύσκολες πνευματικές μας καταστάσεις, σ᾿ αὐτόν καταφεύγαμε. Δέν ὑπέφερε νά μᾶς βλέπη λυπημένες, ταραγμένες ἤ ὀργισμένες. "Ὁ Θεός νά μᾶς διαφυλάξη ἀπό τήν ἀπελπισία, ἡ ὁποία εἶναι μέγα ἁμάρτημα" μᾶς ἔλεγε συχνά. "Μία νύμφη τοῦ Χριστοῦ δέν ἐπιτρέπεται νά εἶναι λυπημένη ἤ ὀργισμένη, διότι ἔχει τόν Νυμφίο της πάντοτε μαζί της. Ἐμεῖς πρέπει νά δοξάζουμε καί εὐχαριστοῦμε τόν Θεό ἡμέρα καί νύκτα, διότι μᾶς ἀξίωσε αὐτῆς τῆς καθαρᾶς, ὡραίας, ἀπερίσπαστης καί ἀγγελικῆς ζωῆς". Τοῦ ἄρεσε πολύ ὅλες οἱ μοναχές νά ψάλλουν στό ἀναλόγιο καί αὐτός νά λειτουργῆ στό Ἱερό Βῆμα

Εἶχε τό χάρισμα νά μᾶς πλησιάζη καί νά μᾶς εἰρηνεύη μέ τόν τρόπο του. Αὐτός ἦτο παρών στό πρόβλημα τῆς κάθε μοναχῆς καί γιά ὅλες τό στήριγμά μας, διότι ἔκανε τό κάθε τι νά μᾶς βοηθήση. Ἦτο γιά ἐμᾶς καί μητέρα, καί πατέρας, καί ἀδελφή καί ἀδελφός. Ποτέ δέν μᾶς διέταζε. Σέ καθε ἐργασία ἦτο πρῶτος καί, ἐάν δέν ἠμποροῦσε μόνος του νά τήν κάνη, μᾶς παρακαλοῦσε νά τόν βοηθήσουμε. Τότε οἱ μοναχές ἔτρεχαν νά τόν βοηθήσουν ἡ μία μετά τήν ἄλλη.

Ὁ Πατήρ ἐπήγαινε μαζί μας στό δάσος γιά νά κόψουμε ξύλα. Τόν καιρό ἐκεῖνο δέν ὑπῆρχαν δυνατότητες νά τά μεταφέρουμε μέ φορτηγό ἤ μέ κάποιο ἄλλο μεταφορικό μέσο. Ἐπέρναμε, λοιπόν, τά ξύλα στίς πλάτες μας. Δέν μᾶς ἐφαίνοντο πολύ βαρειά. Εἴχαμε στοιβιάσει ξύλα ἤ καυσόξυλα, ὅπως τώρα. Εἴμασταν εὐτυχισμένες καί πιστεύαμε ἀπόλυτα ὅτι ὁ Θεός εἶναι μαζί μας καί μᾶς προστατεύει. Ὁ Πατήρ μᾶς ἔλεγε καί τί φαγητό θά μαγειρέψουμε. Ὅταν ἔβλεπε ὅτι ἔφθαναν λεωφορεῖα μέ Χριστιανούς καί δέν εἴχαμε ἑτοιμάσει ἀρκετό φαγητό, μᾶς προέτρεπε ἐκείνη τήν στιγμή νά βάλουμε τό καζάνι στήν φωτιά. Καθαρίζαμε πατάτες καί τήν εὐλογημένη χορτόσουπα καί ἔτρωγε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.

Στήν ἐκκλησία ἐπήγαινε γιά Λειτουργία, ἄλλη ἀκολουθία ἤ ἐξομολόγησι στήν ὥρα του. Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας καλοῦσε ὅλους τούς Χριστιανούς στήν τράπεζα καί δέν συνέβη ποτέ νά μή φθάση τό φαγητό γιά ὅλους. Ἴσως, πιστεύουμε, νά τό εὐλογοῦσε ὁ Θεός. Ἐάν ἦτο στήν τράπεζα καί ἔβλεπε κάποιον, τόν ὁποιονδήποτε, νά περιμένη στήν πύλη τῆς Μονῆς, ἐπήγαινε ἔξω ὁ ἴδιος καί τόν καλοῦσε νά καθήση στό τραπέζι, ἀκόμη καί δίπλα του, ἐάν δέν ὑπῆρχε κενή θέσις. Ἑκατοντάδες φορές εἶδα νά ἔκανε αὐτό τό ἔργο. Μακάρι καί ἐμεῖς νά μιμηθοῦμε τό παράδειγμά του καί νά κάνουμε τά ἴδια.

Ἡ χαρά του ἦτο μεγάλη νά κάνη πάντοτε τό καλό, νά βοηθῆ, νά χαρίζη τά πάντα γιά τούς ἄλλους καί τίποτε γιά τόν ἑαυτό του. Ἦτο ἕτοιμος νά περιφρονήση κάθε νωθρότητα καί ἀργοσχολία καί νά προσφερθῆ σέ κάθε τί πού ὑπῆρχε ἀνάγκη. Δέν ἐγνώριζε τόν ἐγωϊσμό. Πολλές φορές, στίς μεγάλες ἑορτές, ὅταν κάθε γωνία τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηριοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό προσκυνητές, εὑρίσκαμε τόν Γέροντα, ἐκείνη τήν νύκτα νά εἶναι στό Ἱερό Βῆμα καί νά ξεκουράζεται λίγο σ᾿ ἕνα σκαμνί. Εἶχε δώσει τό κελλί του στούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι, ἔλεγε, ὅτι εἶχαν μεγαλύτερη ἀνάγκη κάποιας στέγης. Μέ τήν συμπεριφορά του κάθε ἡμέρα ἐβλέπαμε νά ἐκπληρώνωνται τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. "ὅτι μέ τίποτε ἄλλο νά μή ὁμοιάζη ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό, μόνο μέ τά καλά του ἔργα".

Ἦτο μεγάλος συμφιλιωτής τῶν ἀνθρώπων. Ὁποιοσδήποτε τόν καλοῦσε νά φέρη τήν διαταραγμένη εἰρήνη στήν οἰκογένειά του, ἀνεξαρτήτως τῆς μικρῆς ἤ μεγάλης ἀποστάσεως, ὁ Πατήρ δέν καθυστεροῦσε καί δέν ἐδίσταζε νά πάη ἐκεῖ. Δέν λογάριαζε, ἐάν δέν εἶχε κοιμηθῆ ὁλόκληρες νύκτες, οὔτε ὑπελόγιζε τήν κούρασι τοῦ δρόμου. Ἐπήγαινε καί μόνος του καί ἐνίοτε ἔπαιρνε καί δυο-τρεῖς ἡλικιωμένες μοναχές νά τόν βοηθήσουν. Ἐπήγαινε νά τελέση Ἁγιασμούς στά σπίτια, τό Ἅγιο Εὐχέλαιο, νά ἐξομολογήση καί νά κοινωνήση τούς βαρειά ἀρρώστους. Ἐξωμολογοῦσε 3-4 ἡμέρες στήν σειρά, χωρίς διακοπή. Πολλές φορές τόν ἔπιαναν τά μεσάνυκτα κι αὐτός καθόταν ἀκόμη στό ἐξομολογητήριο. Δέν ἄφηνε κανέναν νά φύγη ἀθεράπευτος καί ἀνειρήνευτος στήν ψυχή του. Πάντοτε μᾶς ἔλεγε. " Ἐάν κάνουμε ἐμεῖς ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος θά κάνη δέκα γιά ἐμᾶς". Ἔδινε κατευθύνσεις πνευματικές, ἔδινε συμβουλές, ὅπως ἔβγαιναν ἀπό τό θησαυροφυλάκιο τῶν πολλῶν του γνώσεων γύρω ἀπό τίς διδασκαλίες τῶν Πατέρων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐνίοτε ἔλεγε καί κάποιο ἀναγκαῖο ἀστεῖο ἤ μιά παροιμία γιά νά εὐθυμίσουν λίγο  τά πρόσωπα τῶν Χριστιανῶν πού ἐκρέμοντο ἀπό τά χείλη του.

Ἡ πνευματική προσπάθεια τοῦ Γέροντος ἦτο νά ἁγιάζη τόν νοῦ καί τά αἰσθήματα τοῦ κάθε πιστοῦ Χριστιανοῦ. Μᾶς ἔλεγε:    "Ἡ ἀπόκτησις τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, εἶναι δυνατόν νά ἔλθη μέσα μας διά τῆς καθαρότητος τῆς ψυχῆς, τῆς ἁγνότητος τῆς καρδίας καί εἶναι θεῖο χάρισμα. Ἀρχίζει καί προσφέρεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τήν στιγμή πού θά ἐξομολογηθῆ εἰλικρινά καί θά διακόψη σχέσεις μέ τά πάθη του, ἀπό τήν κακία τῆς διχόνοιας, τῆς ἐκδικήσεως καί τοῦ μίσους".  Μᾶς ὡμιλοῦσε γιά τήν πληρότητα τῆς ζωῆς ἐν Χριστῶ, γιά τήν λαμπρότητα τοῦ προσώπου Του καί ὅτι θά ἐκδηλωθῆ ἡ ἴδια λαμπρότητά Του καί σ᾿ ἐμᾶς.. Μᾶς ἐξηγοῦσε τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. "Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός".(Γαλ.2,20).

Ἡ ἁγιότητα τοῦ κηρύγματός του διπλασιαζόταν μέ τήν ἁγιότητα τοῦ παραδείγματός του. Ὡμιλοῦσε μέ ἁπλότητα καί συμπεριφερόταν μέ ταπείνωσι. Ἦτο, ἔτσι ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ μεγάλος φιλόσοφος τῆς μοναχικῆς βιοτῆς, πλούσιος σέ σοφία πνευματική καί μέ ἀσκητική μοναχική πολιτεία στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω. Ἔλεγε ὁ Ὅσιος. "Πρόσεχε, ἀδελφέ, διότι  ὁ Ἰησοῦς Χριστός γεννήθηκε καί ἦλθε στόν κόσμο γιά νά νικήση τόν κόσμο μέ τήν ταπείνωσί Του".

Γιά τήν μεγάλη ἀγάπη πού εἶχε στούς ἀνθρώπους, γιά τό χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης καί καλωσύνης τῆς ψυχῆς του, ἡ φήμη του ξαπλώθηκε σ ὅλη τήν Ρουμανία. Ἔτσι, ἔτρεχαν ἄνθρωποι ἀπό κάθε γωνία τῆς πατρίδος μας. Τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του ἦλθαν χιλιάδες ἄνθρωποι  ἀπό ὁλόκληρη τήν χώρα. Στήν αὐλή τῆς Μονῆς ἀκούοντο δυνατά οἱ στεναγμοί τους. " Ὁ πατέρας μας, ἀλλοίμονο, μᾶς ἄφησε καί ποιός θά ἀνοίξη σ΄ἐμᾶς τήν ἀγκαλιά του, ὅταν θά ἔλθουμε πάλι στό μοναστήρι;"

Ἡ μορφή τοῦ π. Δομετίου παρέμεινε ζωντανή στήν ψυχή τῆς κάθε μιᾶς μοναχῆς τοῦ Ριμέτς. Μᾶς  ἐμεγάλωσε καί μᾶς ἐσπούδασε στό πνεῦμα τῆς ἁγιότητος, τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ θελήματός μας, τῆς θυσίας γιά τόν ἄλλον, τῆς παντοτεινῆς ἐγρηγόρσεως στήν προσευχή καί στήν ἐργασία. Μᾶς ἔλεγε. "Ἐάν προσεύχεσθε μόνο γονατιστές, δέν πᾶτε μακριά. Ἐάν δέν συγχωρῆτε μεταξύ σας τά λάθη καί τά παραπτώματά σας, ἡ προσευχή σας δέν ἀνεβαίνει ψηλά, παρά μόνο μέχρι τό νταβάνι τοῦ δωματίου σας.  Ἐκεῖ σταματᾶ. Ἡ προσευχή σας πρέπει νά εἶναι ἀκατάπαυστη καί στήν  ἐκκλησία καί στό κελλί, στόν δρόμο καί σέ ὅ,τιδήποτε κάνετε. Προσεύχεσθε γιά κάθε ἄνθρωπο πού εὑρίσκεται σέ ἀνάγκη ἤ στενοχώρια καί σέ ὁποιοδήποτε πειρασμό πού θά ἔλθη νά ἀπειλήση τήν ψυχή. Προσεύχεσθε καί εὐχαριστεῖτε τόν Κύριο γιά τίς δωρεές Του, γιά τίς πνευματικές χαρές πού εἶναι χαρίσματά Του. Νά κατεβαίνετε στήν καρδιά σας, στό φῶς τῆς θείας ἀγάπης. Κατεβαίνετε στήν καρδιά σας διά τῆς προσευχῆς καί ἐκεῖ θά συναντήσετε τόν Χριστό. Διά τῆς προσευχῆς αὐξάνεται μέσα σας τό δένδρο, γιά τό ὁποῖο ὁμιλεῖ τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο. "ὥστε ἐλθεῖν τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί κατασκηνοῦν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ" (Ματθ.13,32). Ὅταν ἤμουν νέα τόν ἐρώτησα. "Τί σκοπό ἔχει νά κτίζουμε τόσα ντουβάρια; Δέν εἶναι καλλίτερα νά στεκώμεθα μέσα στήν ἐκκλησία καί νά προσευχώμεθα; Καί ὁ Πατήρ μοῦ εἶπε. "Πρέπει νά προσευχώμεθα κάθε στιγμή, ἔστω κι ἄν ἀναχωρήσουμε αὔριο ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή, πρέπει νά ἐργαζώμεθα, ὡσάν νά πρόκειται νά ζήσουμε αἰώνια". Εἶχε μία φιλοσοφία τῆς προσευχῆς, τήν ὁποία μᾶς ἀνέλυε στά κηρύγματά του καί στίς συζητήσεις πού εἶχε μαζί μας. Στά πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς μου ζωῆς, μικρή τότε στήν ἡλικία, τόν ἄκουγα νά μᾶς λέγη. "Προσευχή καί ἐργασία". Τότε δέν καταλαβαίναμε τόσο  πολύ. Ἀλλά τώρα πού τά μαλλιά μας ἄσπρισαν καί σηκώνουμε πολλές ταλαιπωρίες καί βάσανα στίς πλάτες μας, καταλαβαίνουμε πλήρως.

Ὁ Πατήρ μᾶς ἄφησε ἕνα μεγάλο θησαυρό διδασκαλίας καί μιά πολύ καλή πνευματική τροφή, ἀπό τήν ὁποία τρεφόμεθα πνευματικά γιά ὁλόκληρη τήν ζωή μας. Ἡ ἀνάμνησις τῶν ἔργων του ἐπέρασε ἀπό τότε πού ξεκινήσαμε τό μοναστήρι μέσα ἀπό τούς τοίχους του. Πολλά ἀπό τά ἔργα του τά ξέρει μόνο ὁ Θεός καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι τά  ἀπήλαυσαν ἀπό τά χρυσά χέρια του. Στήν ὁσία κοίμησί του δέχθηκα ἑκατοντάδες παρηγο­ρητικές ἐπιστολές ἀπό ὅλη τήν Ρουμανία. Ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε, μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μοῦ ἔγραψε. "Ἀναδείχθηκε ἕνας ἥρωας τῆς πίστεως, μιά μεγάλη ἁγιασμένη καί καθαρή ψυχή". Δέν θά ξεχάσουμε ποτέ ὅτι στίς 16 Αὐγούστου 1993, ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὁ Α΄ ἦλθε στό Ριμέτς συνοδευόμενος ἀπό τόν μακαριώτατο πατριάρχη τῆς Ρουμανίας κ. Θεόκτιστο, ὁ ὁποῖος εἶχε διηγηθῆ στόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο γιά τήν ζωή καί τά ἔργα αὐτοῦ τοῦ Πνευματικοῦ καί τήν φλογερά καρδιά πού εἶχε γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Καί οἱ δύο Πατριάρχες προσκύνησαν τόν τάφο τοῦ Γέροντός μας, ἀφοῦ ἐδιάβασαν καί τό Τρισάγιο.

Ἐμεῖς οἱ μοναχές τῆς μονῆς Ριμέτς αἰσθανόμεθα πάντοτε τήν παρουσία τοῦ π. Δομετίου κοντά μας. Ἀπό ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται καί μᾶς παρακολουθεῖ, εἴθε πάντοτε νά χαίρεται γιά τήν ζωή τοῦ μοναστηριοῦ του.

Στήν ἐρημική περιοχή ἑνός ἐγκαταλελειμένου καί ἄγονου τόπου, ὑψώθηκε σήμερα μιά νέα ἐκκλησία, ἔτσι ὅπως τό ἐπιθυμοῦσε καί ὁ ἴδιος καί ἀναπέμπονται οἱ προσευχές τῶν 180 μοναζουσῶν καί τοῦ λαοῦ μας πρός δόξα καί εὐχαριστία τοῦ Καλοῦ Θεοῦ μας. Μέσα ἀπ᾿ αὐτή τήν πνευματική μας ζωή, μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι πάντοτε μαζί μας. Ἡ τελευταία ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ὁμοίωσίς του μέ τόν Θεό. Ἀνώτερο πρότυπό μας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος μᾶς προτρέπει. "Μάθετε ἀπ'ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμί καί ταπεινός τῆ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν". (Ματ.11,29). Ἀμήν.

 

 

Τό ἔργο τοῦ π. Δομετίου Μανωλάκε

ὑπό τοῦ ἀδελφοῦ του, ἱερέως π. Μιχαήλ

Ὅσον ἀφορᾷ τήν ποιμαντική δρᾶσι τοῦ π. Δομετίου ἠμποροῦμε νά εἰποῦμε ὅτι εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους τομεῖς στόν ὁποῖον ἐπιδόθηκε ἐπιτυχῶς πρός σωτηρίαν πολλῶν ψυχῶν.

Παντοῦ, ὅπου ἐπήγαινε, ἀσκοῦσε μέ φλόγα τό καθῆκον τῆς ψυχικῆς ἀναπαύσεως τῶν χριστιανῶν. Πρίν ἀπό τήν Θεία Λειτουργία,, ἐάν ὑπῆρχε ἀνάγκη, σγκωνόταν ἀπό τά μεσάνυκτα γιά νά ἔχη χρόνο ν᾿ ἀσχοληθῆ μέ τήν κάθε περίπτωσι ἀδελφοῦ πού ἐρχόταν γιά ἐξομο­λόγησι, νά τούς συμβουλεύση μέ τίς θεῖες συμβουλές του πού ἔβγαιναν μέ πολλή πίστι καί ἐλπίδα ἀπό τό στόμα τῆς Πανοσιότητός του.

Γιά τόν π. Δομέτιο κάθε πρόσωπο ἦτο καί μία διαφορετική περίπτωσις, πού ἔπρεπε ν᾿ ἀσχοληθῆ μαζί του ἰδιαίτερα. Ὅλους τούς ἄκουγε, ὅλους τούς καθωδηγοῦσε, στούς ἀξίους ἐπέτρεπε νά λάβουν τήν Θεία Κοινωνία, ἐνῶ τούς ἄλλους πού ἐμποδίζοντο ἀπό διάφορα ἁμαρτήματα, τούς ἀνέβαλλε τό Ποτήριον τῆς Ζωῆς γιά ὀλίγο ἤ περισ­σότερο χρόνο, καλῶντας ὅλους στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ.

Ὁπουδήποτε καί νά ἐργάσθηκε, στά μοναστήρια Πρισλόπ, Τσιοάρα. Τσιολάνου, Ρατέστ, Μπάρμπου, Πιάτρα Φιντίνελε, Ντραγκομιρέστ, Ριμέτς ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔδωσε στό ποιμκαντικό  αὐτό χάρισμα διά τοῦ ὁποίου πλήθη ἀνθρώπων ζητοῦσαν κοντά του τήν βοήθειά του. Κανείς δέν ἔφευγε ἀπαρηγόρητος καί ἀνειρήνευτος ἀπό τό σκαμνί τῆς ἐξομολογήσεώς του.

Ἡ Θεία Κοινωνία ἦτο γιά τόν π. Δομέτιο μία ἑορταστική στιγμή. Κοινωνοῦσε ἐνίοτε ἐπί ὧρες τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἄρεσε ὅταν κοινωνοῦσαν οἱ Πιστοί, οἱ μοναχές του νά ψάλλουν ἀδιάκοπα. Ἦτο πολύ προσεκτικός στήν μετάδοσι τῆς Θείας Κοινωνίας. Τήν ἡμέρα ἐκείνη πού κοινωνοῦσαν οἱ Πιστοί δέν τούς ἐπέτρεπε οὔτε νά γελάσουν, οὔτε νά φτύσουν κάτω. Κάποτε ἕνας πιστός, μετά τήν Θεία Κοινωνία, ἔβαλε στό στόμα του ἕνα τρυφερό φύλλο ἀπό χόρτο καί μετά ἐσκάλισε τά δόντια του γιά νά τό βγάλη. Ὁ Γέροντας  τοῦ εἶπε νά τό φάγη. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι δέν μπορεῖ νά τό φάγη, διότι εἶναι πικρό. Τότε ὁ Γέροντας τό ἔφαγε ὁ ἴδιος.

Ἀναρίθμητες εἶναι οἱ μέθοδοι τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε ὁ Γέροντας γιά νά στερεώση τούς πιστούς στήν πατροπαράδοτη πίστι. Ἱερουργοῦσε πανηγυρικά, ἔψαλλε καθαρά καί θερμά σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοσι. Προσευχόταν μέ πολλή καρδιακή ζέσι καί συχνά, ἐνόμιζες, ὅτι μεταρσιωνόταν.  Στούς λυπημένους καί πτωχούς ἦτο καλόκαρδος, ἐνῶ στούς ὑπερηφάνους καί ἀπίστους ἦτο αὐστηρός καί ἐξ ἴσου δίκαιος μέ ὅλο τόν κόσμο. Ἐνῶ ἐκεῖνο πού ἐστόλιζε περισσότερο τήν ψυχή τοῦ π. Δομετίου ἦτο ἡ ἐλεημοσύνη του. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτή τήν ἀρετή μνημονεύουμε τώρα ἕνα ἀξιοσημείωτο γεγονός.

 Ἦτο φοιτητής στό Βουκουρέστι καί ὁ πατέρας του τοῦ εἶχε δώσει τά ἀναγκαῖα χρήματα γιά εἰσιτήριο μέ τό τραῖνο, πρίν ἀπό μία ἡμέρα. Τό βράδυ ἐκεῖνο ὁ φοιτητής ἐξῆλθε ἀπό τόν συνεταιρισμό τοῦ χωριοῦ του. Τότε συνάντησε ἕνα κοριτσάκι 10 ἐτῶν τό ὁποῖον ἔκλαιγε καί δέν ἤθελε νά πάη σπίτι του, διότι τοῦ εἶχαν κλέψει στόν δρόμο τά χρήματά του, τά ὁποῖα τοῦ εἶχε δώσει ὁ πατέρας του νά πάρη μερικά ὀψώνια. Ὁ π. Δομέτιος (τότε φοιτητής) βλέποντας τήν μικρούλα στενοχωρημένη, τῆς ἔδωσε τά δικά του χρήματα πού κρατοῦσε γιά τό εἰσιτήριό του, λέγοντάς της νά μή κλαίη. Δέν εἶπε ὁ ἴδιος τίποτε στόν πατέρα του καί τήν δεύτερη ἡμέρα ἀνεχώρησε γιά τό Βουκουρέστι μέ τά πόδια. Ἔφθασε, μετά ἀπό πολλά χιλιόμετρα ποδαρόδρομο στό χωριό Φαούρα καί ἀπό ἐκεῖ ἀνέβηκε σ᾿ ἕνα κάρρο καί ἔφθασε στήν πόλι.

 

Ἄλλες μαρτυρίες

Ἐγώ ἤμουν μέ τόν Γέροντα Δομέτιο μαζί 25 χρόνια καί μαρτυρῶ γιά τήν δύναμι τῆς πίστεώς του, τῆς ἀγάπης του γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο καί τοῦ πόθου του νά ἐξυψώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ὁποιαδήποτε ἀδυναμία του καί νά τόν πλησιάση στόν Θεό καί στήν ἀληθινή πίστι. Μ᾿ αὐτή τήν πίστι καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐθεμελίωσε τό μοναστήρι Ριμέτς, ὅπως φαίνεται μέχρι σήμερα.

π. Βαρσανούφιος, ἱερομόναχος

 

Ἦλθα στό μοναστήρι ἀπό ἡλικίας 15 ἐτῶν. Μ᾿ ἐντυπωσίαζε ἡ ἰδιαίτερα ὡραία φωνή του, μέ τήν ὁποία ἔψαλλε διάφορα τροπάρια καί ίδιαίτερα τό μεγαλυνάριο τῆς Θεοτόκου: «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς...». Ἀκόμη μέ συγκινοῦσε ὁ ζῆλος του μέ τόν ὁποῖον ἐργαζόταν γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, χωρίς διάκρισι.

Μοναχή Θεοφανώ

 

Ἔτσι ἦτο ὁ τρισμακάριστος Γέροντά μας: Εἶχε μία δυνατή πίστι καί ζητοῦσε νά διδάξη κι ἐμᾶς νά ἔχουμε πολλή ἐμπιστοσύνη καί ἐλπίδα στόν Θεό καί νά μή βάζουμε τιμές στά ἀντικείμενα πού φτιάχνουμε ἀπό τίς διακονίες μας. Νά ἔχουμε περισσότερο τήν ἐλπίδα μας στόν Θεό καί γιά ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά νά μή μεριμνοῦμε μέ ἀγωνία.  Γι᾿ αὐτό ἔκανε κι αὐτός μπροστά μας χειρονομίες φιλανθρωπίας καί εὐσπλαγχνίας, προφανῶς γιά νά ὠφελήση κι ἐμᾶς. Οὔτε τά ροῦχα του πού τοῦ ἐδίναμε γιά δικά του, δέν τά κρατοῦσε. Ἦτο πολύ χαρούμενος ἐάν ἠμποροῦσε νά δώση ἕνα ροῦχο σ᾿ ἕνα λυπημένο ἄνθρωπο παρά νά τό φορέση ὁ ἴδιος καί ὁ ἄλλος νά μήν ἔχη.

Ἐπιθυμοῦσε νά εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι χαρούμενοι.Ἔλεγε: ὅλος ὁ κόσμος πρέπει νά δοξάζη τόν Θεό καί νά ἔχη μία ἐσωτερική χαρά στήν ζωή του. Ἠμποροῦμε νά πλησιάζουμε τούς πιστούς ὄχι μόνο μέ τήν προσευχή μας, ἀλλά καί ὅταν ψάλλουμε κοντά τους.  Τόν ὠνόμαζαν πολλοί «νέο Κουκουζέλη», διότι ὅπου ἐπήγαινε ἔψαλλε μαζί μέ τούς χριστιανούς του. Οἱ λόφοι καί τά βουνά, ὅπου περπατοῦσε γιά τίς ἀκολουθίες τῶν χωριῶν ἐγέμιζαν ἀπό τίς ἁρμονικές ψαλμωδίες του. Πάντοτε λοιπόν, ἔψαλλε, ὡμιλοῦσε, συμβούλευε, καθωδηγοῦσε...Εἶναι ἀλή­θεια ὅτι οἱ συμβουλές του ἐπραγματοποιοῦντο κι αὐτό τό ἐβε­βαίωναν κατόπιν οἱ χριστιανοί.

Πάντοτε εὑρισκόταν ἀνάμεσα στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Τόσο πολύ ἀγαποῦσε ὅλο τόν κόσμο...Ἀγωνιζόταν κανείς νά μή ἀναχωρήση ἀπό τό μοναστήρι στενοχωρημένος ἤ ταραγμένος. Ἐβγαίναμε ἐμεῖς ἀπό τά δωμάτιά μας γιά νά μείνουν οἱ πιστοί. Τί νά εἰπῶ γιά τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης μέ τήν ὁποία τόσο πολύ ἦτο ἀπό τόν Θεό προικισμένος! Ὄχι μόνον ἔδινε φαγητό στόν καθένα πού θά ἐρχόταν στό μοναστήρι κι αὐτή ἡ τάξις τηρεῖται μέ ἀκρίβεια καί μετά τόν θάνατό του μέχρι τώρα, ἀλλά ἔφθανε στό σημεῖο νά δίνη καί τά ροῦχα του. Πόσες φορές λειτουργοῦσε χωρίς ὑποκάμισο! Μιά φορά, σέ περίοδο χειμῶνος ἦλθε στό μοναστήρι ἀπό ἔξω ξυπόλυτος!

Ἀπέφευγε νά τόν παίρνουν φωτογραφίες. Πάντοτε ζοῦσε μέ βαθειά ταπείνωσι καί δέν ἦτο δεμένος μέ τίποτε τό ἐπίγειο.

Ὅλα τά ἄφηνε στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ· ὅλα!

Γιά τήν περιοχή μας, ἐκεῖ, ὁ Γέροντας π. Δομέτιος ἦτο ἕνας θαυμαστός ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος μέ πλούσια τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ

Μοναχή Ἰορέστα

 

Ὄνειρα...Ὄνειρα.....Ὄνειρα....

Τόν χειμῶνα, μετά τά Χριστούγεννα τοῦ 1974 εἶδα στό ὄνειρό μου δύο φέρετρα. Στό ἕνα ἦτο μέσα ὁ π. Δομέτιος καί στό ἄλλο ὁ π. Βαρσα­νούφιος. Καί εἶπα: «Κύριε, ἔζησα γιά νά ἰδῶ νεκρούς τόν π. Δομέτιο καί τόν π.Βαρσανούφιο;! Καί ἔτσι, ὅπως ἐστεκόμουν, πρῶτο ἦτο τό φέρετρο τοῦ π. Δομετίου καί κατόπιν τοῦ ἄλλου πατρός. Καί ἀναρωτήθηκα: Γιατί ἄρα γε νά εἶναι πρῶτο τό φέρετρο τοῦ π. Δομετίου καί ὄχι τοῦ π. Βαρσανουφίου, ὁ ὁποῖος εἶναι καί μεγαλύτερος στήν ἡλικία; Κατόπιν ἐξύπνησα. Εἶπα μέ τόν νοῦ μου ὅτι μπορεῖ νά πεθάνουν πρίν ἀπό ἐμένα, ἀλλά μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦσα νά πιστεύσω ὅτι θά πεθάνουν τόσο γρήγορα.

Μοναχή Εὐδοξία Μανωλάκε

(ἀδελφή π. Δομετίου)

 

Μία ἑβδομάδα πρίν ἀπό τό τέλος τοῦ π. Δομετίου, στήν ἀρχή τῶν μεγάλων πλημμυρῶν, εἶδα τό ἀκόλουθο ὄνειρο. Περπατοῦσα στήν μεγάλη αὐλή τῆς μονῆς μας καί ἦλθε ἕνα σύννεφο μέχρι τό γόνατά μου χαμηλά. Μέ τό ἕνα πόδι τό κλωτσούσα καί μέ τό ἄλλο ἐστεκόμουν. Ἔτσι ἐπῆγαινα κτυπώντας τό σύννεφο μέχρι τήν εἴσοδο τοῦ κτιρίου, ὅπου εἶναι τό παρεκκλήσιο. Ἐδῶ ἄνοιξαν διάπλατα τά φύλλα τῆς πόρτας καί ἐμφανίσθηκε στήν πόρτα ἡ μοναχή Ἰεροσολύμα, ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ. Ἐπάνω της ἐμφανίσθηκε ἕνα περιστέρι μέ ἀνοικτά τά πτερά του καί εἶπε μέ μία καθαρή φωνή: «Γερόντισσα Ἱεροσολύμα, νά ἔχης τήν φροντίδα τοῦ μοναστηριοῦ». Τό περιστέρι, ὅταν τό εἶδα, ἦτο κἄπως ταραγμένο, ἀλλά κι ἐγώ ταράχθηκα ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή, λέγοντας μέ τήν σκέψι μου: «Τί λέγει αὐτή ἡ φωνή, ἀφοῦ ὁ Πατήρ κυβερνᾶ τό μονα­στήρι;» Καί περιέστρεψα τά μάτια μου σ᾿ ὅλη τήν αὐλή κι ἐκύτταζα νά ἰδῶ τόν Γέροντα καί δέν τόν εἶδα κι ἀμέσως ἐξύπνησα. Ἤμουν  πολύ ταραγμένη καί εἶπα στόν ἑαυτό μου: μήν λέγης σέ κανέναν τό ὄνειρο, μᾶλλον εἶναι τοῦ διαβόλου, μόνο καί μόνο γιά νά μέ ταράξη καί νά μέ στενοχωρήση.

Ἡγουμένη Ἱεροσολύμα

 

Εἶδα τό ἑξῆς ὄνειρο πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ π. Δομετίου:

«Ἦτο ὁ π. Δομέτιος μέ πολύ κόσμο τριγύρω του καί ἤθελε νά εἰσέλθη σ᾿ ἕνα κτίριο καί μ᾿ ἔστειλε νά ἀνοίξω τήν πόρτα. Ἐγώ ἐπῆγα γρήγορα καί τήν ἄνοιξα. Μπῆκα μέσα γιά νά ἰδῶ πῶς εἶναι τό δωμάτιο. Ἦτο ἀσκούπιστο, σκονισμένο, γεμᾶτο ἀράχνες, ἕνα βρώμικο δωμάτιο. Στό δεξιό μέρος εἶδα ἕνα φέρετρο. Πλησίασα καί εἶδα ὅτι κάποιος ἦτο μέσα. Ὅταν ἐκύτταξα μέσα, εἶδα ἕνα μοναχό. Αὐτός ἄρχισε νά γελᾶ καί νά μοῦ λέγη:  «Ξέρεις ποιός εἶμαι ἐγώ; Τοῦ εἶπα δέν γνωρίζω. «Ἐγώ εἶμαι ὁ ἅγιος Γελάσιος. (Ἐρημίτης καί ἱερομόναχος τῆς μονῆς Ριμέτς. Ἐκοιμήθη τόν 160ν αἰῶνα). Πήγαινε στόν π. Δομέτιο καί εἰπέ του νά ἔλθη, νά καθαρίση πρῶτα τό δωμάτιο καί μετά νά εἰσέλθη μαζί μέ τόν λαό». Ἐγώ εἶδα στό ὄνειρό μου ὅτι ἐκάλεσα τόν π. Δομέτιο, ὁ ὁποῖος ἔψαλλε μέ τόν λαό. Τοῦ διηγήθηκα αὐτά πού εἶδα στό δωμάτιο καί τί μοῦ εἶπε ὁ ἅγιος Γελάσιος καί τότε ὁ Πατήρ μ᾿ ἔστειλε νά καθαρίσω τόν τόπο κι ὅταν εἶναι ἕτοιμα νά τόν εἰδοποιήσω. Πρίν ἀκόμη νά τελειώσω τήν καθαριότητα, ὁ Πατήρ μπῆκε μέσα μέ τήν μεγάλη πομπή τοῦ λαοῦ, ψάλλοντας ὅλοι μαζί.

Τήν δεύτερη ἡμέρα τά διηγήθηκα αὐτά στόν Γέροντα καί ἐκεῖνος, ὅταν τά ἄκουσε, ἔκλαψε πολύ.

Ἰωάννης Μιχαλτσέα

 Φύλακας τοῦ μοναστηριοῦ

 

Μία νύκτα πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ π. Δομετίου, εἶδα στόν ὕπνο μου, ὅτι ἤμουν στήν θάλασσα μέ τήν οἰκογένειά μου γιά μπάνια. καί τότε εἶδα μπροστά μου τόν ἀδελφό μου. Ἦτο ὄρθιος κι ἕνας ἄνθρωπος ἦλθε στά κρυφά μέ μία σπάθη κρεμασμένη στήν πλάτη του. Ὁ Πατήρ, μέ τήν ἀπειλή τῆς σπάθης, μέ εὐκολία ἔπεσε κάτω νεκρός.

π. Μιχαήλ, ἱερεύς

(ἀδελφός τοῦ π. Δομετίου)

 

Ὄνειρα μετά τόν θάνατό του

Τό ἀπόγευμα, τῆς πρώτης ἡμέρας μετά τήν κοίμησί τοῦ Γέροντος, ἡ Δόκιμη Παρασκευή, ἀποικοιμήθηκε ἀπό τήν κούρασι λιγάκι καί ἄκουσε μία δυνατή φωνή στό ὄνειρό της: «Πηγαίνετε νά προσκυνήσετε τά ἅγια λείψανα τοῦ π. Δομετίου. Κάνετε ὅ,τι πρέπει γιά τά ἅγια λείψανα. Δέν εἶναι ἁπλᾶ ὀστᾶ ἀλλά λείψανα».

Μοναχή Πετρωνία

(πρώην Δόκιμη Παρασκευή)

 

Τήν δεύτερη ἡμέρα (τό σκήνωμά του ἦτο ἀκόμη στήν ἐκκλησία) πάλι ἡ Δόκιμη Παρασκευή τόν εἶδε στό ὄνειρό της ὅτι λειτουργοῦσε στήν θεία Λειτουργία καί, ὅταν ἡ Ἀδελφή Μαρία ἔλεγε τό Σύμβολο τῆς πίστεως, ἔσφαλλε κἄπου, ὁπότε, ἄκουσε στόν ὕπνο της τόν π. Δομέτιο νά λέγη:  «Νομίζετε, ὅτι δέν σᾶς ἀκούω; Ἐγώ ξέρω ποῦ κάνετε λάθη. Σᾶς παρακολουθῶ σέ κάθε βῆμα σας». Κατόπιν ὁ π. Δομέτιος τῆς ἔδωσε μία σακ­κούλα μέ δῶρα καί τῆς εἶπε: «Κάθε μία νά πάρετε ἀπό ἕνα καί ἀρκοῦν γιά ὅλες». Πρώτη ἐπῆρε ἡ Δόκιμη Παρασκευή. Τήν ὥρα πού ἐμοίραζαν τά δῶρα τοῦ Γέροντός τους, ἄκουγαν καί μία ψαλμωδία γιά τήν Κυρία Θεοτόκο. Μετά ὠνειρεύθηκε ὅτι, ὅταν ἔψαλλαν τρεῖς φορές, τό «αἰωνία ἡ μνήμη», τρεῖς φορές ὁ Γέροντας ἀναστήθηκε.

Πολλές φορές ἐμφανίζεται στό ὄνειρό μου καί μέ συμβουλεύει νά ψάλλω, νά ψάλλω δυνατά.

Μοναχή Πετρωνία

 

Τήν πρώτη ἡμέρα, μετά τήν κοίμησί του, ἐνύσταξα λίγο καί τόν εἶδα χωρίς ζώνη στήν μέση, τήν ὁποία εἴχαμε ξεχάσει νά τοῦ φορέσουμε, ὅταν τόν ἐνεδύσαμε. Τόν ἐρώτησα στό ὄνειρό μου:;

-Γιατί εἶσαι χωρίς ζώνη; Μοῦ ἀπήντησε:

-Γνωρίζω, τί ἔχεις στό μυαλό σου, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι στήν ἐξουσία μου.

Εἶχα ἀποφασίσει νά τήν φορέσω ἐγώ τήν ζώνη του σέ ἀνάμνησι τῶν λόγων τοῦ Γέροντος πού μᾶς εἶχε εἰπεῖ, ὅταν ζοῦσε, ὅτι «αὐτή ἡ ζώνη μ᾿ ἔκανε ἄνθρωπο».

Ἡγουμένη Ἱεροσολύμα

 

Τό πρῶτο ὄνειρο πού εἶδα ἐγώ ἡ ἁμαρτωλή, ἦτο μετά τήν ταφή τοῦ Πατρός, στίς 11 Ἰουλίου, ὥρα 4 τό πρωΐ. Μοῦ ἐμφανίσθηκε μπροστά μου ἕνα λευκό νεκροσάββανο, σέ ἀπόστασι δύο μέτρων ἀπό μένα καί σηκωμένο ψηλά ἀπό τό ἔδαφος περί τό ἕνα μέτρο. Ὅταν τό εἶδα, ξαφνιάσθηκα καί ἐκύτταζα νά ἰδῶ τί θά συμβῆ. Τό νεκροσάββανο μόνο του ἀποτραβήχθηκε καί σκέπασε τό πρόσωπο τοῦ π. Δομετίου,πού ἦτο στολισμένο μέ ἀρχιερατικά στολίδια. Εἶχε καί μίτρα στό κεφάλι ὁ Πατήρ. Ἐγώ στεκόμουν καί ἐσκεπτόμουν ὅτι στήν κηδεία του ἦτο ὁ Πατήρ μέ ροῦχα σάν ἱερομόναχος, πῶς τώρα τόν βλέπω στολισμένο μέ ροῦχα ἀρχιερατικά; Ἐκύτταξα κάτω τό νεκροσάββανο καί ἔφθανε μέχρι τήν ζώνη του, ὅπου ἦσαν γραμμένα ἐπάνω τά ἑξῆς λόγια:

Ὁ καλός καί πρᾶος ποιμήν

τώρα εἶναι στεφανωμένος μέ λουλούδια

καί ἀπό ἐμᾶς ἀνεχώρησε,

ὅλο τό ποίμνιό του ἄφησε.

Αὐτή ἡ στροφή ἦτο πολλές φορές γραμμένη. Τότε ἐξύπνησα.

Τό δεύτερο ὄνειρο τό εἶδα στίς 15 Ἰουλίου 1975 στίς ὥρες 1 ἕως 2 τήν νύκτα. Μοῦ φάνηκε ὅτι ἐπήγαινα σ᾿ ἕνα κῆπο καί περπατοῦσα χωρίς πατερίτσες. Ἐκύτταζα στό δεξιό μέρος, ὅπου ἦσαν πράσινα χόρτα καί ἀνείπωτες ὀμορφιές. Ἐκύτταξα καί στό ἀριστερό μέρος κι αὐτό ἦτο ἐξαιρετικά ὡραῖο. Ἐκύτταξα μπροστά δεξιά καί εἶδα μία ὡραία ἐκκλησία, πού εἶχε τίς πύλες της ἀνοικτές καί τό Ἱερό Βῆμα ἦτο πολύ ὡραῖο. Καί καθώς ἐκύτταζα, εἶδα ὅτι ἐμφανίσθηκε κάποιος στό Ἱερό Βῆμα. ἧτο ὁ π. Δομέτιος, ὁ ὁποῖος τακτοποιοῦσε κάτι στήν Ἁγία Τράπεζα. Τόν ἐκύτταζα ἐγώ καί μέ ἐκύτταζε κι αὐτός. Μετά βγῆκε ἀπό τήν ἐκκλησία καί ἦλθε πρός ἐμένα. Ἦτο ντυμένος σάν μοναχός, ἀλλά στό δεξί του χέρι κρατοῦσε ἀρχιερατική ράβδο. Σταμάτησε δύο μέτρα μακριά ἀπό μένα. Τόν ἐκύτταζα καί μ᾿ἐκύτταζε καί μετά ἐξύπνησα.

Τό τρίτο ὄνειρο τό εἶδα στίς 18 Ἰουλίου. Εἶδα ὅτι βγῆκα στήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου. Ὅπως στεκόμουν, εἶδα ὅτι ἐμφανίσθηκε μπροστά μου ὁ π. Ἀνδρέας, ὁ ὁποῖος εἶχε ταφῆ μετά τό Πάσχα τοῦ 1975. Αὐτός μέ βοήθησε διότι τόν ἐβοήθησα νά ἔλθη στό μοναστήρι, κοντά στόν π. Δομέτιο. Τό ἴδιο ἔκαναν καί οἱ πατέρες Ἰωάννης, Λαυρέντιος, Νικόλαος καί Κωνσταντῖνος πού ἐμφανίσθηκαν στήν σειρά καί μ᾿ εὐχαριστοῦσαν.

(Μία παράλυτη κόρη, πού ἔμεινε στό μοναστήρι πολλά χρόνια)

 

Στίς 5 Σεπτεμβρίου, ὀκτώ ἑβδομάδες μετά τήν κοίμησι τοῦ π. Δομετίου, ὠνειρεύθηκα τόν Γέροντα νά περιβάλλεται ἀπό πλῆθος λαοῦ καί αὐτός τούς ἐράντιζε ὅλους μέ ἁγιασμό. Ἐγώ μακριά καί τόν ἐκύτταζα καί ἦτο ἐνδεδυμένος μέ ὅλη τήν καλογερική του στολή, μέ μανδύα καί μέ ἐπιτραχήλιο. Στό σκουφί του εἶχε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Σέ μιά δεδομένη στιγμή βλέπω νά κυττάζη ἐμένα καί νά μέ καλεῖ: «Ἀδελφή Λαυρεντία, ἔλα νά σέ μυρώσω». Πηγαίνοντας ἐγώ ἐκεῖνος μ᾿ ἐμύρωσε κάνοντας στό μέτωπό μου τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί μοῦ εἶπε κατόπιν: «Σέ εὐχαριστῶ....» Γιατί μοῦ τό εἶπε αὐτό; Ἐπειδή, ὅταν ἀπέθανε, τοῦ ἐδιάβασα 40 ψαλμούς, ὅπου εἶναι τό τυπικό. Κι ἐγώ χάρηκα, ἀλλά δέν ἤξερα τί νά τοῦ ἀπαντήσω καί ἐξύπνησα.

Τήν δεύτερη βραδυά τόν ὠνειρεύθηκα ὅτι ἦτο νεκρός μέσα στό φέρετρο, πού εὑρισκόταν μέσα σ᾿ ἕνα σπίτι πού ἔμοιαζε μέ σπίτι οἰκο­γενείας. Εἶχε 4 δωμάτια, τά ὁποῖα ἦσαν τόσο πολύ ὡραῖα ζωγραφισμένα, πού δέν εἶχα ἰδεῖ ἄλλη φορά σάν κι αὐτά. Ὅταν ἐπῆγα ἐκεῖ, ἕνα πρόσωπο μ᾿ ἐρώτησε: «Ἀδελφή ἦλθες γιά τήν κηδεία τοῦ π. Δομετίου; Τοῦ ἀπήντη­σα, ναί. Τότε μοῦ εἶπε ἡ ἴδια φωνή ὅτι ὁ π. Δομέτιος εἶναι στό πρῶτο δωμάτιο καί φυλάγεται ἐκεῖ ἀπό τήν μεγαλύτερη καί ὡραιώτερη κόρη. Ἐπῆγα ἐκεῖ. Βάζοντας τό χέρι μου στήν πόρτα, ἄνοιξα, κι ἐκείνη τήν στι­γμή­ μέ συνάντησε μία εὐωδία σάν αὔρα, τήν ὁποία δέν ἠμπορῶ νά ἐκφρά­σω μέ λόγια, μία εὐωδία ἀπό σμύρνα, ἀπό λουλούδια καί πράγματι στεκόταν ἐκεῖ μία πολύ ὡραία κόρη, πού φοροῦσε στολή μολδοβεάνικη (ἀπό τήν περιοχή Μολδαβίας τῆς Ρουμανίας). Ὅταν μέ εἶδε μοῦ εἶπε: «Ἦλθες, Ἀδελφή νά ἰδῆς τόν π. Δομέτιο; Κι ἐγώ τῆς ἀπήντησα, ναί.

Τό φέρετρο μέ τόν Γέροντα ἦτο στό δεξιό μέρος τοῦ δωματίου. Ὁ Πατήρ ἦτο τυλιγμένος μέ μανδύα, μπροστά του σκεπασμένος μέ ἕνα πολύ λεπτό  κουκούλι (ἐπανωκαλύμαυχο), μέσῳ τοῦ ὁποίου ἠμπόρεσα νά ἰδῶ τήν μορφή του. Ἦτο πολύ εὔθυμος καί γαλήνιος στήν ὄψι, ἐνῶ ἐγώ ἐστεκόμουν δίπλα στό φέρετρο κυττάζοντας τήν ὡραία μορφή του. Ἐκύτταζα καί τό δωμάτιο, τό ὁποῖο ἦτο πολύ ὡραῖα ζωγραφισμένο καί αἰσθανόμουν εὐωδία, ἡ ὁποία μέ ἐξέπληττε. Μετά τό δωμάτιο ἐγέμισε ἱερεῖς καί κόσμο, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔλθει νά κάνουν μνημόσυνο. Κατόπιν ἐξύπνησα.

Τήν τρίτη νύκτα ὠνειρεύθηκα τά ἑξῆς: Ἦτο ντυμένος ὁ Γέροντας μέ καλογερικά ροῦχα, μέ μανδύα καί ἐπιτραχήλιο καί ἦτο ἐκεῖ πλῆθος κό­σμου, οἱ ὁποῖοι ἄκουγαν τό κήρυγμα. Αὐτός ὁ κόσμος εἶχε φθάσει μέχρις ἑνός σημείου, ὅπου ὑπῆρχε μία τεταμένη ἁλυσίδα. Ὁ Πατήρ ἦτο ὑψηλότερα σέ καθέδρα καί ἀπό ἐκεῖ ἐκήρυττε, ὅπως ἔκαμε, ὅταν ἦτο στήν ζωή. Σέ μιά στιγμή ἐμφανίζεται ἀπό δεξιά ἕνας ἀρχιερεύς κρατῶντας στό χέρι ἕνα χρυσό σταυρό στήθους, ὁ ὁποῖος ἐξέπεμπε ἀκτῖνες. Κι ἔλεγε αὐτός ὁ ἀρχιερεύς, τόν ὁποῖον ἐγώ δέν ἠμποροῦσα νά γνωρίσω ποιός εἶναι, διότι δέν ὠμοίαζε μέ κανέναν ἀπό ὅσους ἐγώ ξέρω: «Δομέτιε, ἔλα νά σοῦ φορέσω τόν σταυρό τοῦ ἀρχιερέως». Τότε ὁ Πατήρ ἐπλησίασε μέ συστολή καί ὁ ἀρχιερεύς τοῦ ἔβαλε τόν σταυρό στό στῆθος καί τήν ἁλυσίδα τήν ἐπέρασε δύο φορές γύρω ἀπό τόν λαιμό του, ἐνῶ ὁ σταυρός κρεμασμένος ἔφθανε μέχρι τά γόνατά του. Ἐγώ εἶχα τόση μεγάλη χαρά καί συγκίνησι, ὥστε ἄρχισα νά κλαίω καί ἐξύπνησα μέ τά μάτια μου γεμάτα ἀπό δάκρυα.

Ἔτσι ὠνειρεύθηκα τόν Γέροντα ἐπί τρεῖς συνεχεῖς βραδυές.

Μοναχή Λαυρεντία

 

Στίς 14 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς μνήμης τὴς Ὁσίας Παρασκευῆς τῆς Ἐπιβατινῆς, τοῦ ἔτους 1975 εἶδα τόν Γέροντα Δομέτιο ντυμένον μέ ἄμφια καί μέ ἀρχιερατική μίτρα στό κεφάλι του καί περιστοιχισμένον ἀπό πολλούς Ἁγίους.  Τόν εἶδα νά εἶναι ἕνα μέτρο ὑψηλότερα ἀπό τήν γῆ, στόν ἀέρα, στό μέρος τῆς ἀνατολῆς, στό δωμάτιο μιᾶς οἰκίας, μέσα σέ μιά μεγάλη πόλι, ὅπου γινόταν ἡ κηδεία τῆς Δόκιμης Βαρβάρας ἀπό τό μοναστήρι Ριμέτς, ἡ ὁποία ἦτο ἐξαπλωμένη μέσα στό φέρετρο ντυμένη μέ καλογερικά ροῦχα. Ἦτο πολύ ὡραία στό πρόσωπο καί φωτεινή καί περιτριγυρισμένη ἀπό πολύ ξένο κόσμο, πού τήν πενθοῦσαν. Μετά τήν κηδεία ὁ ὅσιος π. Δομέτιος εἶπε ὅλος ὁ κόσμος νά περάση ἀπό κοντά του νά πάρη τήν εὐλογία του, ἐνῶ ἐγώ ἐπήγαινα τελευταία. Καί ἔτσι, ὅπως στεκόταν στόν ἀέρα, τοῦ ἐφίλησα τό χέρι καί βγῆκα ἔξω ἀπ᾿ ἐκείνη τήν οἰκία, ἡ ὁποία ἐνόμιζα ὅτι εὑρισκόταν στούς πρός βορρᾶν  σταθμούς τραίνων τοῦ Βουκουρεστίου.

 

Τά Θεοφάνεια τοῦ 1976, ἔβαλα λογισμό καί ἦλθα στό μοναστήρι Ριμέτς. Μία νύκτα ὠνειρεύθηκα τόν ὅσιο Γέροντα Δομέτιο. Εἶχε βγῆ ἀπό τόν τάφο του, ἐνῶ τό φέρετρό του εὑρισκόταν στήν αὐλή τῆς μονῆς, στόν τόπο, ὅπου εἶχε τοποθετηθῆ, τότε πού διαβάσθηκε ἡ κηδεία του. Ὅμως δέν ὑπῆρχε καπάκι ἐπάνω του. Ὁ Γέροντας εἶχε μία κίτρινη μορφή, ἐνῶ τό σῶμα του ἦτο λευκό καί φωτεινό καί πολλές μοναχές τόν εἶχαν περιβάλλει, τοῦ φιλοῦσαν τά χέρια, ἐνῶ ἐγώ ἐρχόμουν βιαστικά στό τέλος. Τοῦ ἐφίλησα τό χέρι καί κατόπιν ἐξύπνησα.

Βιργίλιος Φελντιοράν, πιστός χριστιανός

 

Μετάφρασις ἀπό ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου