ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ

Ὁ μεγαλόσχημος Μοναχός Εὐγένιος Δημητρέσκου

Σκήτη Τιφέστι νομοῦ Βράντσεα

(1880-1954)

Ὁ π. Εὐγένιος ἦτο ἕνας μεγάλος μοναχός διότι ἔζησε μία ὑψηλή πνευματική ζωή. Καταγόταν ἀπό τήν κοινότητα Σεγκάρτσεα τοῦ νομοῦ Ντόλζι, ἀπό πολύ εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Δημήτριο καί τήν Μαρία. Ἐπειδή ἦσαν πτωχοί, δέν ἠδύναντο νά σπουδάσουν τόν μικρό γυιό τους σέ ἀνώτερα σχολεῖα. Ἐτελείωσε μόνο τό τετρατάξιο τότε δημοτικό σχολεῖο. Ἐμεγάλωσε μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μετά τήν στρατιωτική του θητεία, κατά τά ἔτη 1901-1902 πληγώθηκε ἡ καρδιά του ἀπό ἀγάπη καί ἀφιέρωσι γιά τόν Θεό καί τήν μοναχική ζωή. Γι᾿ αὐτό ἔφυγε καί ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, στήν σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἡ ὁποία τότε ἀριθμοῦσε περί τούς 150 μοναχούς. Δέν ὑπῆρχε ἄλλος πιό ἀγωνιστής καί ὑπάκουος ἀπό τόν μοναχό Εὐγένιο.

Μετά διαμονήν ἐννέα ἐτῶν στόν Ἄθωνα, ὁ ἡγούμενος τῆς σκήτης π. Ἀντίπας Ντινέσκου, τοῦ εἶπε κάποια ἡμέρα:

-Πάτερ Εὐγένιε, ἀπεφασίσαμε νά σέ στείλουμε οἰκονόμο στήν σκήτη μας Δαρβάρι τοῦ Βουκουρεστίου, διότι δέν ἔχουμε ἄλλον καλλίτερο ἀδελφό.

-Συγχώρεσέ με Γέροντα καί ἄφησέ με στό Ἅγιον Ὄρος. Εἶμαι νέος καί γεμᾶτος πάθη. Μή μέ στέλλετε στήν Ρουμανία, στόν κόσμο. Οἱ παγίδες τοῦ ἐχθροῦ εἶναι πολλές καί φοβοῦμαι...Ἐπιθυμῶ νά πεθάνω ἐδῶ, ξένος καί λησμονημένος ἀπό ὅλους....

-Πήγαινε, πάτερ Εὐγένιε, ἔστω καί ἕνα χρόνο καί ἡ δύναμις τῆς ὑπακοῆς θά σέ σκεπάσει.

Τήν ἄνοιξι τοῦ 1911 ἔφθασε στήν σκήτη Δαρβάρι, στό Βουκουρέστι. Μετά ἀπό λίγο καιρό, ὁ ἡγούμενος ἐκεῖ τῆς σκήτης, τοῦ ἐπρότεινε νά τόν χειροτονήσουν ἱερέα, διότι εἶχαν μεγάλη ἀνάγκη. Ὅμως ὁ ἀγωνιστής π. Εὐγένιος τοῦ εἶπε, γιά νά ἀποφύγει τίς εὐθῦνες, ὅτι δέν εἶναι ἄξιος καί ἄς εὕρη κάποιον ἄλλον. Δέν ἤθελε νά χάσει τήν ἡσυχία καί τήν μοναξιά γιά τήν ἐπίδοσί του στήν νοερά προσευχή. Δέν ἠμποροῦσε νά ζήσει τήν ζωή τῆς πόλεως μέ τούς τόσους θορύβους.

Μετά ἀπό ἕνα χρόνο ἔλαβε νέα ἐντολή νά πάει γιά ἀμπελουργός σέ μία ἄλλη σκήτη-Μετόχιο τῆς Ρουμανικῆς σκήτης τοῦ Τ. Προδρόμου, πού ἦτο στό Ἰάσιο καί ἐλέγετο Μπουτσίουμ. Ἐκεῖ ὁ τέλειος ὑποτακτικός π. Εὐγένιος μετέβη καί ἐργάσθηκε σκληρά πέντε χρόνια νά σκάπτει τό ἀμπέλι, νά προσθέτει νέες κληματόβεργες, νά ποτίζει καί φυτεύει νέα δένδρα, νά τρυγᾶ τά σταφύλια καί ἄλλες δουλειές. Τίς νύκτες τίς ἐθυσίαζε στήν προσευχή καί στήν ἀνάγνωσι τῆς άκολουθίας του. Ἀνεδείχθηκε λοιπόν ἕνας ἄξιος καί ἅγιος μοναχός καί ἦτο ἀπ᾿ὅλους ἀγαπητός καί ἀναζητούμενος γιά συμβουλές καί πνευματικές ὁδηγίες.

Τήν περίοδο τοῦ Πρώτου παγκοσμίου πολέμου ἐστάλη ἀπό τόν Ἀθωνίτη Γέροντά του σάν οἰκονόμος καί πάλι σέ μιά ἄλλη σκήτη-Μετόχι τους πού ἦτο στήν κοινότητα Τιφέστι τοῦ νομοῦ Παντσίου. Ἐκεῖ ἐχρειάζοντο ἕναν ἄξιο καί ἔμπειρο μοναχό, πού νά ἀντέχει στούς πειρασμούς τοῦ κόσμου καί ν᾿ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα ἕνα μικρό φάρο γιά τούς χριστιανούς τῶν περιχώρων. Ὁ π. Εὐγένιος καί πάλι δέν ἀντέδρασε στούς Προϊσταμένους τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, δέν βγῆκε ἔξω ἀπό τήν εὐλογημένη ὑπακοή, ἀλλά ἐπῆγε στήν νέα του διακονία καί πάλι μέσα στόν κόσμο.

Λόγῳ τότε τοῦ πολέμου, ὑπῆρχε μεγάλη παντοῦ ταραχή καί πεῖνα. Οἱ κάτοικοι τοῦ γειτονικοῦ χωριοῦ ὑπέφεραν ἀπό τήν πεῖνα. Μερικοί καί ἀπέθνησκον. Ἐπῆγαν στόν π. Εὐγένιο καί τόν παρακαλοῦσαν:

-Πάτερ, πάτερ, δέν ἔχεις ὀλίγο φαγητό γιά ἐμᾶς; Ἀποθνήσκομεν ἀπό τήν πεῖνα. Δεῖξε τήν εὐσπλαγχνία σου. Μή μᾶς ἀφήνεις!

Τί νά ἔκανε τότε ὁ καλός καί ἐλεήμων μοναχός; Σκέφθηκε ὀλίγο καί μετά εἶπε: «Ξέρω τί θά κάνω. Δέν χρειάζεται νά πάρω εὐλογία ἀπό πουθενά. Οἱ ἄνθρωποι ἀποθνήσκουν ἀπό τήν πεῖνα. Θά κρατήσω ἕνα βαγόνι τραίνου πού φεύγει αὔριο μέ τρόφιμα γιά τούς Πατέρες τῆς σκήτης τοῦ Προδρόμου στό Ἅγιον Ὄρος. Θά συγκεντρώσω τήν συγκομιδή τοῦ καλαμποκιοῦ καί σιταριοῦ ὅλης τῆς χρονιᾶς καί ὅ,τι ἄλλο εὑρίσκεται στήν ἀποθήκη καί θά τά μοιράσω στούς πτωχούς καί πεινασμένους.

-Ἀδελφοί, ἐλᾶτε ὅλοι στό Τιφέστι. Αὔριο μοιράζω καλαμπόκι σέ ὅλα τά γύρω χωριά μας.

Μετά ἀπό δύο ἑβδομάδες τούς ἔδωσε νέα ἀνακοίνωσι:

-Ἐλᾶτε ὅλοι στό ἀμπέλι.

Καί μετά ἀπό ὀλίγο διάστημα τούς ἐκάλεσε νά τούς δώσει φασόλια, πατάτες καί φροῦτα.

Ἔτσι ὁ ἐλεήμων καί σοφός μοναχός Εὐγένιος ἔσωσε τά γύρω χωριά της σκήτης ἀπό βέβαιο θάνατο. Γι᾿ αὐτό οἱ ἄνθρωποι πολύ τόν ἀγάπησαν, ἤρχοντο κοντά του γιά συμβουλές, γιά παρηγοριά καί γιά κάθε βοήθεια. Κοντά του ἦλθαν καί ἐμόνασαν 12 μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν κοντά του μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του καί δέν καταπατοῦσαν ποτέ τόν λόγο του. Ὅλοι ἔτρωγαν, χωρίς νά πίπτουν στήν λαθροφαγία. Ἀκόμη μαζί ἐτελοῦσαν τίς ἀκολουθίες τους καί εἰργάζοντο. Δέν ἔκλεινε ποτέ τίς ἀποθῆκες, διότι κανείς δέν ἔπαιρνε κάτι χωρίς τήν εὐλογία του. Ἐπειδή δέν εἶχαν ἱερέα, ἐπήγαιναν ὅλοι μαζί πέντε χιλιόμετρα μέ τά πόδια στήν γειτονική ἐνορία γιά τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες ἑορτές. Ἐκεῖ ἐπίσης ἐξωμολογοῦντο καί ἐλάμβαναν τήν Θεία Κοινωνία μία φορά τόν μῆνα, κατά τά ἰδικά τους παλαιά τυπικά.

Οἱ μεγαλύτερες ἀρετές μεταξύ τους ἦσαν ἡ ἀγάπη, ἡ ὑπακοή καί ἡ ταπείνωσις. Δέν ὑπῆρχαν διαφωνίες, γκρίνιες καί ἀνυπακοές. Ὁ λόγος τοῦ π.Εὐγενίου δέν ἦτο προστακτικός, ἀλλά ἀδελφικός, στοργικός καί γλυκός.

Τίς νύκτες ὁ π. Εὐγένιος ἐκοιμᾶτο ὀλίγον. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες ἑνός πιστοῦ μαθητοῦ του, προσευχόταν ὄρθιος μέ τά χέρια ὑψωμένα ἐπί 2-3 ὧρες, ὅπως τόν ἐφώτιζε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κατόπιν ἔκαμε περί τίς 1000 προσκυνητές μετάνοιες ἐπιλέγοντας συνάμα καί τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Μετά ἐδιάβαζε τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν μαζί μέ ἄλλες δικές του προσευχές γιά τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων.

Ὄχι μόνο δέν ἐδέχθη ὁ ἴδιος τήν ἱερωσύνη, ἀλλά καί παρώτρυνε στούς μοναχούς του νά μή γίνουν, λέγοντάς τους ὅτι «ἡ ἱερωσύνη εἶναι θεῖο δῶρο καί προσφέρεται στούς ἁγίους καί ὄχι στούς ἁμαρτωλούς».

Φοροῦσε πενιχρά ροῦχα, τά ὁποῖα καί σπανίως τά ἄλλαζε. Δέν ἐπιζητοῦσε σωματικές ἀπολαύσεις, πολυτελῆ ροῦχα καί ἄλλα στολίδια γιά τό δωμάτιό του. Ἀπέφευγε πάντοτε νά πηγαίνει στόν γιατρό καί δέν δέχθηκε ποτέ νά πάρει φάρμακα. Ἔλεγε: «Ἀφήνω τόν ἑαυτό μου στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός γνωρίζει πότε μοῦ χρειάζεται ἡ ὑγεία καί πότε μοῦ χρειάζεται ἡ ἀσθένεια».

Ἀπό τότε πού βγῆκε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος (ὡς γνωστόν στόν Ὄρος δέν τρώγουν κρέας οἱ μοναχοί) δέν ἔφαγε στόν κόσμο κρέας. Ὅταν ἔμπαινε σέ σπίτια χριστιανῶν καί τοῦ προσέφεραν κρέας, ἔλεγε: «Συγχωρέστε με, δέν πρέπει νά φάω κρέας, διότι εἶμαι ἀσθενής». Καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὠφελοῦντο ἀπό τήν ἐγκράτειά του.

Βασική του τροφή ἦσαν τά χορταρικά. Δέν ἔτρωγε ποτέ ἐνδιάμεσα τῆς τραπέζης, ἐνῶ στίς ἡμέρες Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή ἔτρωγε μία φορά τήν ἡμέρα. Κρασί ἔπινε στίς γιορτινές ἡμέρες ἕνα μικρό ποτήρι γιά τήν τιμή τῆς ἡμέρας. Καί τό φαγητό του γενικά στήν τράπεζα ἦτο λιγοστό, γι᾿ αὐτό καί ὁ ἴδιος ἦτο πολύ ἀδύνατος καί καχεκτικός.

Ἡ μεγαλύτερη φροντίδα του ἦτο νά μή σκανδαλίζει ἄνθρωπο καί νά διδάσκει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ἐδίδασκε τούς μοναχούς τῆς συνοδίας του ἀπό τίς Ἅγιες Γραφές καί ἐπέμενε στήν ἁγία ὑπακοή καί στήν δύναμι τῆς εὐλογίας. Δέν ἐπέτρεπε νά ἔκαναν κάτι οἱ ὑποτακτικοί του χωρίς τήν εὐλογία του. Οἱ χριστιανοί πού ἀκόμη παλαιότερα τόν ἐνεθυμοῦντο ἔλεγον ὅτι:

-Ὁ π. Εὐγένιος ἦτο μικρόσωμος καί καχεκτικός, ταπεινός, προσευχητικός, πρᾶος καί ἀγαπητός σέ ὅλους. Εἶχε τήν δύναμι νά εἰσχωρεῖ μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί νά σκορπᾶ πραότητα, εἰρήνη καί χαρά στούς ἄλλους.

Συμβούλευε τούς μοναχούς του νά ἐνδύωνται ταπεινά, νά μή κρατοῦν χρήματα, νά μή περιφέρωνται καθόλου στά γύρω χωριά καί νά μή πηγαίνουν στούς συγγενεῖς καί στά χωριά τους. Ὄχι μόνο μέ τά λόγια του, ἀλλά περισσότερο μέ τό παράδειγμά του ὠφελοῦσε τούς μοναχούς του. Πάντοτε ἦτο παρών στήν ἐκκλησία, στό διακόνημα, στήν ἐφαρμογή τῆς νηστείας κλπ. Εἶχε ἕνα μόνο ἐχθρό καί αὐτός ἦτο τό σῶμα του, τό ὁποῖο τό ἐβασάνιζε, «τό ἄγριο γαϊδούρι», ὅπως ἔλεγε γιά νά τό ὑποτάξει στό πνεῦμα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Τίς πιό ταπεινές διακονίες τίς ἔκανε ὁ ἴδιος. Ἰδιαίτερα διακονοῦσε μέ χαρά βοηθώντας τόν μάγειρο στήν παρασκευή τῶν φαγητῶν. Μέ τήν ποδιά στό στῆθος, τό κομποσχοίνι στό ζωνάρι, μέ τό πρόσωπο εὔθυμο καί τήν προσευχή στά χείλη, τόν ἔβλεπες τό πρωΐ νά πηγαίνει στό μαγειρεῖο νά ἀνάβει τήν φωτιά, νά βάζει τό νερό μέσα στό καζάνι γιά τό φαγητό

Ἐάν ἔβλεπε κάποιον μοναχό νά δυσκολεύεται στήν διακονία του, ἐπήγαινε κοντά του καί τοῦ ἔλεγε:

 -Ἄφησε, ἀδελφέ μου, νά τό κάνω ἐγώ. Ἔχω πιό πολλή δύναμι, διότι ἔφαγα περισσότερο.

Ἀρκετές φορές εἶχαν ἔλθει κακοποιοί καί τόν ἐτραυμάτισαν μέ σκοπό νά πάρουν χρήματα καί ἀγαθά τῆς σκήτης. Ἀλλά δέν σκέφθηκε νά τούς ἐκδικηθῆ, παρότι οἱ μοναχοί του, τόν ἐπίεζαν νά τούς καταγγείλει στήν ἀστυνομία.

Κάποτε ἦλθε στήν σκήτη τους ἕνας μεθυσμένος νεαρός, ὁ ὁποῖος κατηγοροῦσε τόν π. Εὐγένιο:

-Μέθυσε, ἀκόλαστε καί ψεύτη! Ἦλθες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος νά ὑποτάξεις ἐδῶ τούς μοναχούς!

-Ὄχι, ἀδελφέ Βασίλειε, ἦλθα μέ εὐλογία ἐδῶ καί ὄχι μέ τό θέλημά μου.

-Ναί, ἀλλά γιατί βασανίζεις τούς μοναχούς νά ἐργάζωνται σκληρά, νά νηστεύουν καί νά ζοῦν πτωχικά; Ἐγώ, ἐάν ἤμουν στήν θέσι τους, θά σέ κτυποῦσα κάθε ἡμέρα...Ἐσύ τόν διάβολο μᾶς ἔφερες ἐδῶ!

-Ὄχι, ἀδελφέ Βασίλειε, ὁ Θεός μ᾿ἔστειλε ἐδῶ.

-Ἔε, πάτερ Εὐγένιε, τοῦ εἶπαν κατόπιν οἱ μοναχοί του, πόσο ἄσχημα σέ ὕβρισε καί σέ περιγέλασε αὐτός ὁ μέθυσος. Πῶς ἠμπόρεσες καί ὑπέμεινες; Δέν θέλεις νά τόν καταγγείλεις στήν ἀστυνομία;

-Ὄχι, παιδιά μου, δέν πρέπει νά τόν καταγγείλουμε. Δέν εἴμεθα μοναχοί; Κανένας δέν μοῦ ὡμίλησε τόσο ὡραία, ὅσο ὁ ἀδελφός Βασίλειος! Τά ἐπαινετικά σ᾿ἐμᾶς λόγια εἶναι πρός χαράν των δαιμόνων, ἐνῶ ἡ περιφρόνησις πρός τούς μοναχούς εἶναι χαρά τῶν ἀγγέλων...

Μία φορά ἕνας τσομπάνης ἄφησε τά πρόβατά του καί μπῆκαν στά ἀμπέλια τῆς σκήτης τους.

-Πάτερ Εὐγένιε, τοῦ εἶπαν οἱ μαθητές του, δώσε μας εὐλογία νά βγάλουμε τά πρόβατά ἀπό τά ἀμπέλια μας καί νά εἰποῦμε τοῦ τσομπάνη νά τά φυλάγει καλά.

-Δέν εἶναι σωστό, παιδιά μου, νά κάνουμε ἔτσι, διότι θά τόν λυπήσουμε καί θά σκανδαλίζουμε τόν χριστιανόν αὐτόν. Αὐτός δέν βλέπει ὅτι τά πρόβατά του ἐμπῆκαν μέσα στά ἀμπέλια μας; Ἀφῆστε τον νά τά βγάλει μόνος του, γιά νά μή τόν στενοχωρήσουμε.

Συχνά ἤρχοντο χωριᾶτες καί τοῦ ἔλεγαν: «Πάτερ Εὐγένιε, δάνεισέ μου 100 λέϊ καί μετά ἀπό ἕνα μῆνα θά σοῦ τά ἐπιστρέψω.

-Ἰδού πάρε τα, ἑκατό λέϊ...καί νά μή μοῦ τά φέρεις ὀπίσω....

-Πάτερ Εὐγένιε, δός μου ἕνα βαρέλι, ἕνα δεκριάνι, μία τσάπα...τοῦ ἔλεγαν πολλοί χωρικοί. Καί ἐκεῖνος τούς ἀπαντοῦσε:

-Πήγαινε παιδί μου ἐκεῖ στήν ἀποθήκη καί πάρε ὅ,τι χρειάζεσαι. Ὅταν τελειώσεις τήν δουλειά σου, βάλε τό ἐργαλεῖο στήν θέσι του ἀπ᾿ ὅπου τό ἐπῆρες.

Ἀλλά οἱ πιό πολλοί δέν τά ἐπέστρεφαν ὀπίσω στήν ἀποθήκη.Ὁ π. Εὐγένιος ὅμως δέν τούς ἔλεγε τίποτε, διότι ἀγαποῦσε τούς πάντες. Σ᾿ αὐτόν ἔτρεχαν καί γιά συμβουλές, λαϊκοί καί μοναχοί καί κανείς δέν ἐξερχόταν ἀπ᾿ αὐτόν ταραγμένος καί προβληματισμένος. Συχνά ἤρχοντο χωρικοί διαπληκτισμένοι καί ἐζητοῦσαν νά τούς εἰρηνεύσει ὁ π. Εὐγένιος. Καί τούς εἰρήνευε διότι ἦτο ἕνας μεγάλος εἰρηνοποιός!

Ἐνίοτε ἤρχοντο καί ἱερεῖς καί ζητοῦσαν τήν συμβουλή του. Ὅταν καταλάβαινε μέ φώτισι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι ὁ τάδε ἱερεύς ἦτο ἀνάξιος τῆς ἱερωσύνης τοῦ ἔλεγε:

-Πάτερ μου, βάλε τό ἐπιτραχήλι σου στό καρφί! Τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης εἶναι μέγα καί ἀνώτερο ἀπό τήν διακονία τῶν ἀγγέλων. Ἐάν θέλεις νά σωθῆς νά μή λειτουργήσεις πάλι...

Ἰδού ποιά ἦτο ἡ ἐπί τῆς γῆς πορεία τοῦ ἀειμνήστου μεγαλοσχήμου μοναχοῦ π. Εὐγενίου. Ἀσκήθηκε 52 χρόνια στήν μοναχική ζωή, ἀπό τά ὁποῖα τά 37 ἐπέρασε στήν σκήτη Τιφέστι τῆς Ρουμανίας. Δέν σκέφθηκε νά ἀφήσει τό ἀμπέλι καί τήν ἐντολή τῆς ὑπακοῆς γιά νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά ἐθυσίασε ἐκεῖ ὅλη τήν ζωή του στό ἱερό βῆμα τῆς ἁγίας ὑπακοῆς. Ἀνεδείχθη  μία ζωντανή εἰκόνα ταπεινώσεως, ὑπακοῆς, προσευχῆς, πραότητος καί ἐγκρατείας. Ἕνας ἀληθινός ὅσιος τῶν ἡμερῶν μας, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα εἶναι γραμμένο στήν βίβλο τῶν ἁγίων.

Στίς 11 Νοεμβρίου τοῦ 1954 ὁ π. Εὐγένιος διακονοῦσε στό μαγειρεῖο. Στίς 10 τό πρωΐ αἰσθάνθηκε ἄσχημα. Τόν μετέφεραν οἱ πατέρες στό κελλίο του, ὅπου μετά ἀπό 3 ἡμέρες ἀπῆλθε πρός τόν Κύριον. Μέ εὐλογία ἐργάσθηκε καί στήν εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετέβη. Πολύ τόν ἔκλαυσαν οἱ μαθητές του καί οἱ χριστιανοί κατά τήν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ του στήν Σκήτη Μπράζι νομοῦ Μπράντσεα, ἀπ᾿ὅπου καί θά περιμένει τήν κοινή ἀνάστασι.

 

ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΜΟΝΑΧΟΙ

 ῾Η Ρουμανική Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, κτίσθηκε τό 1853 στήν περιοχή τῆς Βίγλας, πού ἀπέχει ἀπό τήν κυρίαρχο Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας μία ὥρα. Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἡ Σκήτη αὐτή παρουσίασε μεγάλη πνευματική ἀνάπτυξι. Ἀνέδειξε σπουδαίους μοναχούς πού διέπρεψαν στήν ἀρετή, στήν ἄσκησι, στήν καλλιγραφία, βιβλιοδεσία, ζωγραφική και ψαλτική τέχνη. Εἶναι γνωστός σέ ὅλο τό ῞Αγιον ῎Ορος ὁ Ρουμᾶνος Πρωτοψάλτης Νεκτάριος ὁ Βλάχος.

Στήν βιβλιοθήκη τῆς Σκήτης, ὑπάρχει ἕνα εἰκοσάτομο ἔργο τοῦ μοναχοῦ Εἰρηνάρχου. Κάθε τόμος, καλαίσθητος καί χειρόγραφος μέ ἄφθονες καλλιτεχνικές μινιατοῦρες, σχέδια καί σκηνές ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος, περιγράφει ὅλα τά στοιχεῖα γιά κάθε Μονή τοῦ ῎Ορους. Τό ἔργο αὐτό εἶναι πολυτιμώτατο, διότι ἠμποροῦμε νά μάθουμε τήν ἱστορία καί τήν τότε κατάστασι, δηλαδή τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, ἑκάστης Μονῆς.

Στό τόμο λοιπόν, πού γράφει ὁ εὐλογημένος αὐτός συγγραφεύς γιά τήν Ρουμανική Σκήτη, διαβάζουμε μεταφρασμένα στά ἑλληνικά τά ἑξῆς συναξάρια ὁσιωτάτων πατέρων.

 

Μοναχός Λεόντιος Προδρομίτης

 ῾Ο ὅσιος Γέροντας Λεόντιος Θεοδωρέσκου. ῾Ιερεύς καί μεγαλόσχημος, καταγόταν ἀπό τήν Κοινότητα Νεγκρέτ τοῦ Νομοῦ Νεάμτς. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζοντο Θεόδωρος, ἐνῶ ἡ μητέρα του ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Γλυκερία. Τό ἔτος 1838, ἐπῆγε νά μονάσῃ στό Μοναστήρι Χωραΐτσα τῆς Μολδαβίας-Ρουμανίας. Τότε ῾Ηγούμενος ἦτο ὁ ὀνομαστός π. Εἰρήναρχος Ροσέτς. Ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Εἰρήναρχος καί χειροτονήθηκε ἱερεύς.

Τό 1852 ἀνεχώρησε γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος, καί ἐγκατεστάθηκε στήν τότε ἱδρυθεῖσα Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἐκεῖ ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα Λεόντιος. ῾Ηγούμενος τότε ἦταν ὁ κτίτωρ τῆς Σκήτης ἱερομόναχος Νήφων. Προεῖδε τόν θάνατόν του, ὅτι θά φύγῃ πρίν ἀπό τό Πάσχα τοῦ ἔτους 1901, καί ἔλαβε τήν πληροφορίαν ὅτι θά εἰσέλθη στήν αἰώνια ζωή. Ἐκοιμήθη σέ ἡλικία 85 ἐτῶν ἀπό τά ὁποῖα τά 49 ἔζησε στό ῞Αγιον ῎Ορος. Ἐπί 9 χρόνια ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στόν Ναό τῆς Θεοτόκου στήν Γεσθημανῆ τῆς Παλαιστίνης (1882 - 1891).

῾Ως πρός τόν χαρακτῆρα του ἦταν πολύ πρᾶος, εὐπρόσιτος, εὐλαβής καί ἁπλοῦς. Οὐδέποτε ἐθύμωνε ὅ,τι καί νά τοῦ ἔκανε κάποιος. Δέν σκανδαλιζόταν γιά ὅ,τι ἄσχημο ἔβλεπε ἤ ἄκουγε. ῎Εκοβε τό θέλημά του πρός ὅλους βοηθῶντας ὅλους στά διακονήματά τους. Εἶχε βαθειά εἰρήνη καί ἀπέφευγε τούς πειρασμούς. ῏Ηταν ὁ πιό ἐνάρετος και ἁγιασμένος μοναχός καί πάντοτε εὔθυμος.

Μιά φορά τόν ρώτησα: «Τίμιε πάτερ, πῶς συμβαίνει νά μή σκανδαλίζεσαι ποτέ γιά ὅ,τι κακό βλέπεις καί ἀκοῦς;» Δυστυχῶς δέν μοῦ ἀπήντησε καί αὐτό πολύ μέ λύπησε.

῏Ηταν ἀγαπητός, ὄχι μόνο στούς μοναχούς, ἀλλά καί εἰς τούς Ἐπισκόπους πρός τούς ὁποίους ἔτρεφε πολύ σεβασμό καί εὐλάβεια.

Ἐνῶ ἦταν 78 ἐτῶν (δηλαδή τό 1894), τό πρόσωπό του ἦταν ροδοκόκκινο σάν τό τριαντάφυλλο καί λευκό σάν τό λινό ὕφασμα. Εἶχε δυνατή καί μελωδική φωνή καί ἔψαλλε ὡραῖα στήν ἐκκλησία. Τήν νύκτα πρῶτος κατέβαινε στήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου καί ἔφευγε τελευταῖος. ῾Ο ἴδιος κάθε νύκτα θά περνοῦσε νά κτυπήσῃ τίς πόρτες τῶν κελλιῶν τῶν Πατέρων γιά νά κατεβοῦν στήν ἀκολουθία.

Κάθε βράδυ φορῶντας τό ἐπιτραχήλιόν του καί μ᾿ ἕνα ἀναμμένο κερί ἐπήγαινε στό κοιμητήρι τῆς Σκήτης κι ἐδιάβαζε ἐπιμνημόσυνο δέησι γιά τούς κοιμηθέντας ἀδελφούς. Μοῦ διηγήθηκαν ἄλλοι Πατέρες, ὅτι ὁ παπᾶ-Λεόντιος ἐδιάβαζε μεγαλοσχήμους πολλούς ἡλικιωμένους Πατέρας, οἱ ὁποῖοι μετά τήν κουράν τους ἀναχωροῦσαν γιά τίς αἰώνιες Μονές.

Ἀγάπησε τήν σιωπή, ἀλλά μέ διάκρισι, διότι μία σοφή παροιμία λέγει: "῎Αλλοι ὁμιλοῦν ὅλη τήν ἡμέρα καί δέν σφάλλουν, ἐνῶ ἄλλοι δέν ὁμιλοῦν καί ἁμαρτάνουν» Ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια καταλαβαίνουμε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά λόγια  ἤ ἡ σιωπή καθ᾿ ἑαυτά, ἀλλά ἡ καρδία καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατά πόσον ἐργάζονται τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἤ κυριεύονται ἀπό τά πάθη.

 

Μοναχός ῾Ησαϊας Προδρομίτης

῾Ο μεγαλόσχημος μοναχός ῾Ησαΐας Ντραγκιτσέσκου, γεννήθηκε στήν Κοινότητα Ἀνινοάσα τοῦ Νομοῦ Μουσκέλ Ρουμανίας τήν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἔτους 1807. Στό βάπτισμά του ἐπῆρε τό ὄνομα Ἰωάννης. Κατ᾿ ἀρχήν ἐμόνασε στήν Μονή Χωραΐτσα καί τό ἔτος 1845 ἦλθε στό ῞Αγιον ῎Ορος καί ἐγκατεστάθηκε στό Κελλί Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου τῆς ῾Αγίας ῎Αννης. Τό 1857 ἦλθε στήν Ρουμανική Σκήτη, ὅπου καί ἔμεινε μέχρι τό θάνατό του, πού συνέβη στίς 23 Σεπτεβρίου 1902. Ἐκοιμήθη σέ ἡλικία 95 ἐτῶν, ἀπό τά ὁποῖα τά 57 ἔζησε στό ῞Αγιον ῎Ορος.

῾Ο π. ῾Ησαΐας, ἦταν ἕνας σοφός διδάσκαλος καί πνευματικός ὁδηγός, παρ᾿ ὅτι δέν ἐσπούδασε στά σχολεῖα τοῦ κόσμου, ἀλλά στό πανεπιστήμιο τῆς ἐρήμου. Μέ τίς ψυχωφελεῖς διηγήσεις του καί τόν εὐπροσήγορο τρόπο του ἐστήριζε πνευματικά πολλούς ἀνθρώπους, ἐσυμβούλευε κυρίως τούς νέους μοναχούς καί εἶχε τό χάρισμα νά μαλακώνη καί τήν πιό σκληρή καρδιά.

῞Οσα χρόνια ἔζησε στήν Σκήτη, μέ τό χάρισμα τοῦ λόγου του, πολλούς λαϊκούς Χριστιανούς ἐπέστρεψε ἀπό τήν ἁμαρτία, ἐνῶ ἄλλους ἐβοήθησε ν᾿ ἀφιερωθοῦν στήν μοναχική ζωή.

Πέρασε μέ μεγάλη πτωχεία τήν ζωή του, κοπιάζοντας νά ἐφαρμόσῃ πλήρως τήν ἀρετή τῆς ἀκτημοσύνης. Μέχρι τά γεράματά του διατηροῦσε τό ἀγωνιστικό του φρόνημα καί ἀπέφευγε τήν σπατάλη γιά ὅ,τι δήποτε πρᾶγμα.

Μαζί του ἐμόνασε καί ὁ κατά σάρκα ἀδελφός του Μαρῖνος, ὁ ὁποῖος στήν κουρά του ἔλαβε τό ὄνομα Μᾶρκος μοναχός καί ἐκοιμήθη 15 ἡμέρες μετά ἀπό τόν ἀδελφόν του.

῞Οταν ζοῦσε, μᾶς εἶχε διηγηθῆ ἀπό παλαιοτέρους του μοναχούς μέ ποιό τρόπο εὑρέθηκε τό νερό τοῦ κήπου τῆς Σκήτης. Σ᾿ ἐκεῖνο τό μέρος ὑπῆρχε, πρίν ἱδρυθῇ ἡ Σκήτη, τό Κελλίον πρός τιμήν τῆς Ἀποτομῆς τῆς Κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στό ὁποῖον ἐμόναζαν κυρίως Ρουμᾶνοι  μοναχοί.

Τό 1720 ἕνας μοναχός, μετά ἀπό πολλές προσευχές γιά τήν ἀνεύρεσι νεροῦ, ἀξιώθηκε νά δεχθῇ τήν ἐπίσκεψι τῶν Τριῶν ῾Ιεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶπαν τά ἑξῆς: «Σκάψε κοντά στίς ἐλιές τοῦ κήπου καί θά εὑρεθῇ τό νερό». Πράγματι τό νερό εὑρέθηκε στά τέσσαρα μέτρα καί ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Γιά ἀνάμνησι καί εὐχαριστία πρός τούς Τρεῖς ῾Ιεράρχες, οἱ ἁγιογράφοι Πατέρες τότε ζωγράφησαν μία εἰκόνα μέ τούς ῾Αγίους νά ὑποδεικνύουν στόν μοναχό τό σημεῖο τῆς ἀνευρέσεως τοῦ νεροῦ. Αὐτή ἡ εἰκόνα σήμερα ὑπάρχει στό παρεκκλήσιο τῆς Ἀποτομῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Στή ἴδια εἰκόνα ἔχουν ζωγραφισθῆ καί ἄλλα θαύματα πού ἔγιναν κατά καιρούς στήν Ρουμανική Σκήτη παλαιότερα.

 

῾Ο Ἐρημίτης Μοναχός Σάββας Μπάνκο

 ῾Ο π. Σάββας γεννήθηκε στήν πόλι Ἀλεξάνδρεια τῆς Ρουμανίας στίς 29 Αὐγούστου 1837. Στό βάπτισμά του πῆρε τό ὄνομα Στέφανος. Οἱ γονεῖς του Χρῆστος καί Νόννα ἦσαν Βούλγαροι καί κατοικοῦσαν στό Τύρνοβο τῆς Βουλγαρίας. Λόγῳ τοῦ ἐπισυμβάντος πολέμου μεταξύ Τουρκίας  καί τοῦ τότε σκλαβωμένου ἑλληνικοῦ ῎Εθνους, αὐτοί γιά περισσότερη ἀσφάλεια ἀνεχώρησαν γιά τήν Ρουμανία.

Στην Ρουμανική Σκήτη ἦλθε τό 1859 σέ ἡλικία 22 ἐτῶν. Μεγαλόσχημος ἔγινε τό 1863 και τό 1867 ἐξῆλθε στό ἡσυχαστικό στάδιο ἀγωνιζόμενος μέχρι θανάτου πού συνέβη στίς 20 Σεπτεβρίου 1902. Διακρίθηκε γιά τήν φιλοξενία καί τήν ταπείνωσί του. Τό Κελλί στό ὁποῖο ἀγωνίσθηκε μέ ἄκρα αὐταπάρνησι καί ὑπομονή εἶναι πλησίον τοῦ ἁγιάσματος τοῦ ῾Αγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου  καί ὀνομάζεται μέχρι σήμερα «Τουρλωτή».῞Οταν τόν ἐπεσκέπτοντο ἀδελφοί στό Κελλί του, προσφερόταν ὁλοκληρωτικά σ᾿ αὐτούς ἀφήνοντας ὅλα τά ἰδικά του καθήκοντα. Μετά τήν ἀναχώρησί τους ἐνήστευε ἐπί διήμερον ἐπιτελῶντας ταυτόχρονα καί τά καθήκοντα τῆς προσευχῆς πού παρέλειψε, λόγῳ τῆς φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν.

Κάποτε, θέλοντας ἐγώ νά τόν πειράξω, τόν πλησίασα ἐκεῖ πού καθόταν, κάτω ἀπό τήν κληματαριά καί τοῦ εἶπα:

-Πάτερ Σάββα, στήν ἐκκλησία κάπου-κάπου μοῦ ἔρχεται λίγη κατάνυξις, ἀλλά ὅταν κάνω στό Κελλί μου τόν κανόνα τῆς προσευχῆς μου, ὁ νοῦς μου σκορπίζεται ἐδῶ καί ἐκεῖ.

-Πίστεψέ με, πάτερ Εἰρήναρχε, μοῦ εἶπε, πολλές φορές καί χωρίς τήν θέλησί μου, μοῦ ἔρχεται πένθος καί δάκρυα. ῎Ετσι καθαρίζει ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά ἀπό τά πονηρά νοήματα καί αἰσθήματα καί μπορῶ νά προσεύχωμαι πλέον ἀπερίσπαστα, χωρίς νοερό διασκορπισμό.

  Τότε ἐγώ κατάλαβα ὅτι αὐτός ἔχει ὑψηλή πολιτεία καί πολλά χαρίσματα. Γι᾿ αὐτό ἦταν γνωτός καί ξακουστός ὄχι μόνο στό ῞Αγιον ῎Ορος καί στήν ῾Ελλάδα, ἀλλά καί ἔξω ἀπ᾿ αὐτή, λόγῳ τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλοξενίας πού προσέφερε στούς διαφόρους προσκυνητές.

Ποτέ δέν τόν ἔβλεπες σκυθρωπό, ἀλλά πάντοτε χαρούμενο καί μέ βλέμμα ταπεινό. ῾Η ὁμιλία του ἦταν γλυκειά καί ἑλκυστική σάν τόν μαγνήτη. Φοροῦσε ἁπλά ἐνδύματα καί πάντοτε περπατοῦσε ἔχοντας τό κομβοσχοίνι στό χέρι του.

Εὐλαβεῖτο πολύ τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο καί συχνά ἐδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς της, καθώς καί τήν προσευχή τοῦ ῾Αγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. «Κύριε 'Ιησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, ὁ ἐνδοξαζόμενος ποιητής πάσης τῆς κτίσεως ὁρατῆς τε καί νοερᾶς...».

Αἰωνία του ἡ μνήμη. 

 

ΜΟΝΑΧΟΣ π. ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ,

Ἐρημίτης τῆς Καψάλας

 

Ἡ ἔρημος τῆς Καψάλας, εἶναι μία ἀπό τίς ἡσυχαστικώτερες περιοχές τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. Ἐκεῖ μπορεῖ νά βρῆ κανείς ἀληθινούς ἐραστές τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἀφανεῖς καί ταπεινούς ἥρωες τῆς ἐν Χριστῷ ἀγγελικῆς πολιτείας.

῾Ο Γέρο Φανούριος, εἶναι ἕνας ἀπό τούς ἁγιωτέρους κατοίκους τῆς Καψάλας. Ρουμᾶνος στήν καταγωή, ἦλθε ἀπό τά νειᾶτα του στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας, καί ἀφιερώθηκε στό ἔργο τῆς καθάρσεως καί τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. ῎Αλλοτε ἔμενε στό Κελλίον «῞Αγ. Βασίλειος» καί ἄλλοτε στόν «῞Οσιο Θεόφιλο τόν Μυροβλήτη». Στό σπίτι αὐτό ἔζησε καί ἁγίασε τόν 17ον αἰῶνα, ὁ ὅσιος Θεόφιλος, τοῦ ὁποίου τό σῶμα παραμένει ἀκόμα στόν τάφο. Κατά διαστήματα ἐξέρχεται μία ὡραία εὐωδία ἀπό τόν τάφο του, καί οὐδείς τολμᾶ νά ἀνακομίση τόν ῞Αγιο, διότι δέν τό ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος.

῾Ο ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί φίλος μου  π. Δ. μοῦ διηγήθηκε τά ἑξῆς γι᾿ αὐτόν τόν Ἀσκητή: «Μία ἡμέρα, ἐπισκέφθηκα μέ ἄλλους ἀδελφούς τόν π. Φανούριο. ῎Ηθελα νά προσκυνήσω τόν ὅσιον Θεόφιλο, ἀλλά καί νά γνωρίσω αὐτόν τόν Ἀσκητή.

Κτύπησα τήν πόρτα του μέ τόν συνήθη μοναχικό τρόπο καί περίμενα. Σέ λίγο, ἦλθε καί μοῦ ἄνοιξε ἕνα κοντό, ἀδύνατο Γεροντάκι. Τό πρόσωπό του ἦταν φωτεινό, σάν τόν ἥλιο. ῏Ηταν ἀληθινά πρόσωπο μικροῦ παιδιοῦ, πρᾶο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ἱλαρό, ἁγνό, ἅγιο. ῞Ολοι μας ἐξεπλάγημεν γιά τό πρόσωπό του. Τοῦ ἐβάλαμε μετάνοια. Ἐκεῖνος μᾶς ὡδήγησε μέσα στήν ἐκκλησία, ὅπως εἶναι ἡ συνήθεια γιά ὅλους τούς προσκυνητάς. Ἐνῶ κατεβαίναμε τίς σκάλες πρός τήν ἐκκλησία, αἰσθανθήκαμε ὅλοι μία δυνατή εὐωδία. ῞Ολος ὁ τόπος εἶχε πληρωθῆ ἀπ᾿ αὐτή τήν οὐράνια εὐωδία. ῞Ολοι μας ἐδοξάσαμε τόν Θεό. Τό εἴπαμε στόν Γέρο Φανούριο, καί μᾶς ἀπήντησε χαριτωμένα μέ τά σπασμένα ἑλληνικά του: "Αὐτό δέν γίνεται μόνο σήμερα. Συμβαίνει πολλές φορές".

Ἐβγήκαμε μετά ἔξω νά καθίσουμε λίγο στήν αὐλή. Γύρισε κάπως λυπημένα καί μέ χαρωπό τό πρόσωπό του, μᾶς εἶπε:

-Ἐγώ δέν ἔχω τίποτε νά σᾶς κεράσω. Μόνο λίγο νερό.

-Δέν θέλουμε τίποτα Γέροντα τοῦ εἴπαμε. Καθῆστε μόνο νά μᾶς πῆτε πῶς περνᾶτε σ᾿ αὐτή τήν ἡσυχία.

 -Περνάω πολύ καλά. Μέ φροντίζει ὁ Θεός καί ἡ Παναγία. Τρώγω παξιμάδι καί χόρτα.

-Πῶς τά περνᾶς τά βράδυα, Γέροντα;

- Κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας τήν εὐχή.

-Πόσα κομβοσχοίνια κάνεις;

-Δέν ξέρω, δέν μετρῶ. Λέγω τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, μέχρι νά ἔλθουν τά δάκρυα.

-Μετά τί κάνεις;

-Μετά προσεύχομαι καί κλαίω γιά ὅλο τόν κόσμο.

-Πότε σταματᾶς τήν νυχτερινή προσευχή σου;

-῞Οταν θέλῃ ὁ Κύριος. ῞Οταν σταματήσουν τά δάκρυά μου γιά τόν κόσμο.

Ἀξιώθηκε νά προγνωρίσῃ τόν θάνατόν του. Κάποια ἡμέρα, εἶπε σ᾿ ἕνα Μοναχό γείτονά του, ὅτι τοῦ ἐμφανίσθηκαν οἱ ῞Αγιοι Βασίλειος ὁ Μέγας καί ὅσιος Θεόφιλος, καί τοῦ εἶπαν, ὅτι τήν 1η 'Ιανουαρίου μέ τό νέο ῾Ημερολόγιο, θά τόν πάρουν. Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε. Ἀνεχώρησε γιά τίς αἰώνιες Μονές.

Τόν τελευταῖο καιρό πέρασε ἀπό τό Κελλί του ἕνας ἱερεύς ζηλωτής καί τοῦ εἶπε, ὅτι τό κυπαρίσσι αὐτό πού ἦταν δίπλα στό Κελλί του, ξεράθηκε ἐπειδή ὁ ἱερεύς πού λειτουργεῖ στό Κελλί του, δέν εἶναι ζηλωτής. Ἐκεῖνος τό ἐπίστευσε καί ἄρχισε νά μή φέρνῃ ἱερέα γιά τήν Θεία Λειτουργία. Ἐξωμολογήθηκε τό πάθημά του σέ ἕνα ῾Ηγούμενο ἁγιορειτικῆς Μονῆς, καί ἐπανῆλθε πάλι στήν κανονική τάξι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀπεκάλυψε, ὅτι ἡ Θεία Χάρις ὑπάρχει στό Νέο ἡμερολόγιο. ῎Εκτοτε ἐπήγαινε καί λειτουργοῦσε αὐτός ὁ εὐλαβής ῾Αγιορείτης ῾Ηγούμενος.

 

ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΡΥΦΩΝ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ

+ 1978

            Τόν μοναχόν αὐτόν δέν εὐτυχήσαμε νά τόν γνωρίσουμε προσωπικά. Κατά τίς συχνές μας ἐπισκέψεις στόν ἀσκητή Γέροντα Παϊσιο, κατά πρῶτα νεανικά μας χρόνια, ἀκούσαμε θαυμαστές ἱστορίες καί ἀσκητικά παλαίσματα γι᾿ αὐτόν τόν ἐραστή τοῦ Θεοῦ.

Εἶχε ἀκούσει γι᾿ αὐτόν ὁ μακαριστός τώρα Γέρο-Παΐσιος καί τόν εἶχε ἐπισκεφθῆ. Ἀπ᾿ αὐτόν λοιπόν ἐμάθαμε κι ἐμεῖς γιά τήν ἀσκητική του ζωή ἐδῶ στόν ῾Ιερόν Τόπον τῆς Παρθένου Μαρίας.

Θεωρήσαμε ἀναγκαῖο νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅσα μᾶς εἶπε γι᾿ αὐτό τό πετεινό τοῦ οὐρανοῦ ὁ Γερο-Παΐσιος γιά νά μή ἁρπαχθοῦν τά τόσα ψυχωφελῆ ἀσκητικά του κατορθώματα ἀπό τήν μανία τοῦ πανδαμάτορος χρόνου καί ριφθοῦν στήν ἄβυσσο τῆς λήθης.

Γεννήθηκε στήν Ρουμανία. Ἀρχάς τοῦ αἰῶνος μας, ἦλθε στό ῞Αγιον ῎Ορος, μαζί μέ ἄλλους συμπατριῶτες του. Ἐγκατεστάθηκε στά κελλιά τῆς Καψάλας, τῆς ἐρημικῆς περιοχῆς πού ἐκτείνεται μεταξύ τῶν Μονῶν  Παντοκράτορος καί Σταυρονικήτα. Ἐκεῖ ἔζησε περί τά 40 χρόνια, τελείως μόνος του, δηλαδή χωρίς συνοδεία καί τήν βοήθεια κάποιου ὑποτακτικοῦ. Ἐκοιμήθη τό Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1978.

῾Ο Γέρων Τρύφων, συνέχισε νά λέγῃ ὁ π. Παῒσιος, εἶχε τελείαν ἐγκατάλειψι καί περιφρόνησι πρός τόν ἑαυτό του. Ἐπί 20 χρόνια ἐφοροῦσε μόνο ἕνα ζωστικό, ἕνα ράσο, ἕνα σκοῦφο καί ἕνα παντελόνι. ῎Επλενε τό παντελόνι, καί ἐσκέπαζε τήν γυμνότητά του μέ τό ζωστικό του. ῎Επλενε τό ζωστικό του καί ἔμενε μέ τό παντελόνι.῞Οταν ἔκανε πολύ κρύο ἤ ἔβρεχε πολύ, δέν ἔπλενε τό παντελόνι του, διότι ἦτο ἀδύνατο σέ λίγες ὧρες νά στεγνώσῃ. ῎Ετσι τό φοροῦσε ἐπί μῆνες, παρότι ἐμύριζε ἀπό ἀκαθαρσία. ῾Υπέφερε μέ Ἰώβειο ὑπομονή, ὅλες τίς στερήσεις στήν ζωή του, γιά τήν ἀπόκτησι τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν.

Στά τελευταῖα 20 χρόνια του, τυφλώθηκε σχεδόν τελείως καί ἀπό τά δύο του μάτια. Δέν δέχθηκε ὅμως νά γηροκομηθῇ καί ἐξυπηρετηθῇ ἀπό καμμία Καλύβη ἤ Μοναστήρι. Τό Καλυβάκι του ἦτο κτισμένο μέ πλίθους καί γιά στέγη εἶχε τσίγκους. Ἐκεῖ μέσα ζοῦσε ὡσάν ἐξόριστος μή ἔχοντας σχέσεις, γνωριμίες καί συναντήσεις μέ ἄλλους ἁγιορεῖτες Πατέρες.

Ἐκεῖ ζοῦσε τίς οὐράνιες ἐπισκέψεις τῶν ῾Αγίων, καί ροφοῦσε σάν τήν μέλισσα τό μέλι τῆς ἡσυχίας καί τῶν ἀρετῶν. Ἐπί 40 χρόνια ἐπάλεψε μέ τήν σάρκα, τόν διάβολο καί τά πάθη του, καί ἐξῆλθε νικητής. ῾Ο Χριστός τόν ἐχαρίτωσε, τοῦ ἔδωσε χαρίσματα καί ἰδιαίτερα τό χάρισμα τῆς προσευχῆς καί τῆς ἀπαθείας. Δέν ἐνοιάζετο γιά τίποτα, παρά μόνο πῶς νά ἀπολαμβάνῃ τήν μετά τοῦ Θεοῦ ἐπικοινωνία. Ἀπό τήν στέγη ἔμπαιναν νερά, διότι εἶχαν σαπίσει οἱ τσίγκοι. Δέν ἐφρόντισε ὅμως ποτέ νά τούς ἀντικαταστήσῃ, διότι ἐν οὐρανοῖς εἶχε τόν νοῦν  καί τό πολίτευμα.

Πολλές φορές ὁ μακαριστός π. Παῒσιος, τοῦ ἐπρότεινε νά τοῦ φτιάξῃ τήν στέγη του. Μάλιστα κάποτε τόν ἐρώτησε: «Ποῦ κοιμᾶσαι εὐλογημένε, ὅταν ἔρχεται κακοκαιρία καί βροχές;»

Δέν πειράζει ἡ βροχή τόν γέρο-Τρύφωνα. ῞Οταν στάζῃ ἀπό τήν μιά πλευρά, κοιμᾶμαι ἀπό τήν ἄλλη. Δέν χρειάζεται νά μοῦ φτιάξῃς τίποτα. Καλά εἶναι ἔτσι. ῎Αχ, ἀλλοίμονό μου, στόν Οὐρανό ἐφρόντισα νά φτιάξω τήν Καλύβη μου;

Δίπλα καί ἔξω ἀπό τό Καλυβάκι του, εἶχε ἀνοίξει ἕνα λάκκο γιά νά μαζεύῃ ἐκεῖ τά βρόχινα νερά. ῾Οπότε ὁ π. Παῒσιος, τόν ἐρώτησε μίαν ἡμέρα: «Γέρο-Τρύφων θά πέσῃς καμμιά ἡμέρα μέσα σ᾿ αὐτό τό πηγάδι, ὅταν πᾶς νά βγάλῃς νερό, ἐφ᾿ ὅσον δέν βλέπεις καλά. ῎Αν πέσῃς μέσα, μετά ποιός θά σέ βγάλῃ;

῾Ο Θεός δέν ἀφήνει τόν Τρύφωνα νά πέσῃ στό πηγάδι. ῎Αν πέσω μέσα, θά μέ βγάλῃ ἔξω ὁ Θεός.

Εἶχε παραδώσει τελείως τήν ζωήν του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Δέν τόν ἀπασχολοῦσε τίποτα τό ἐπίγειο. Συνεχῶς ἐμνημόνευε τόν θάνατο, τά βάσανα τῆς κολάσεως, τήν Κρίσι τοῦ Θεοῦ. ῞Ολα αὐτά τοῦ ἀπορροφοῦσαν τόν νοῦν καί τήν καρδιά καί τοῦ ἔφερναν πολλά δάκρυα στά μάτια του.

῾Ο παπᾶ-Ξενοφῶν, Ρουμᾶνος ἀσκητής γείτονάς του, πολλές φορές τόν παρακαλοῦσε, νά ἔλθῃ στό κελλί του νά μένουν μαζί γιά νά τόν βοηθήσῃ. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπαντοῦσε: «῾Ο Γέρο-Τρύφων, παπᾶ-Ξενοφῶν, ἄφησε γονεῖς, ἀδέλφια πατρίδα, συγγενεῖς, φίλους, ἄφησε τόν κόσμο καί ἔγινε Μοναχός. ῞Ολα αὐτά τά ἄφησε για νά τόν οἰκονομήσῃ ὁ παπᾶ-Ξενοφῶν, ἤ ὁ Θεός; ῎Οχι, ὁ Τρύφων δέν δέχεται οἰκονομίες. Θά μείνῃ στό Κελλί του μέχρι τόν θάνατόν του.

Μπορῶ νά ἔρχωμαι νά σέ βλέπω; Νά σοῦ φέρνω ψωμί, ἐλιές, χόρτα βραστά καί παξιμάδι;

-Νά ἔρχεσαι, ὄχι γιά πολλή ὥρα. Λίγο καί μετά νά φεύγῃς. Μία φορά στίς δύο ἑβδομάδες νά ἔρχεσαι. Δέν θέλω νά βλέπω ἀνθρώπους συχνά, διότι μοῦ φεύγουν ὁ Χριστός καί οἱ ῎Αγγελοί μου.

῾Ο π. Παῒσιος τόν ἐρώτησε: ῞Οταν δέν ἔρχεται ὁ παπᾶ-Ξενοφῶν νά σοῦ φέρῃ λίγο φαγητό, τότε ἐσύ τί τρώγεις;

-Ἐγώ εἶμαι προβατίνα. Τρώγω χόρτα. Σκύβω κάτω καί τρώγω.

Εἶχε τόση ταπείνωσι καί περιφρόνησι στό σῶμα του, ὡσάν νά μιλοῦσε γιά κάποιου ἄλλου τό σῶμα καί τήν ζωή.

῾Η ἀδιάλειπτη προσευχή τόν ἀνεβίβαζε σέ δυσθεώρητα ὕψη. Τό πρόσωπό του ποτέ δέν ἦτο τό ἴδιο. Πάντοτε ἐδέχετο ἀλλοιώσεις καί προσετίθετο Χάρις ἐπάνω στήν Χάρι.

Ἐπειδή ἔφθασε στήν μακαρία ἀπάθεια, ζοῦσε πλέον σάν μικρό παιδάκι, χωρίς πονηρία καί πολυπραγμοσύνη. ῾Απλότης στήν ὁμιλία του, ἁπλότης στό περπάτημά του, στήν συμπεριφορά του, σ᾿  ὅλη τήν διαγωγή του.

῞Οταν κάποια φορά, λόγῳ ἐργασίας στό κῆπο του, φάνηκε μέρος τοῦ σώματός του, ἀμέριμνος ἐκουβέντιαζε μέ τόν π. Παῒσιο, χωρίς νά ντραπῇ. Οὔτε σκέφθηκε ὅτι θά μποροῦσε νά σκανδαλίσῃ τόν ἄλλον ἀδελφό. Σκέπασε τήν γυμνότητά του φυσιολογικά, ὡσαν νά μή συνέβαινε τίποτε.

Λίγους μῆνες πρίν πεθάνῃ, τόν ἐπισκέφθηκε ἕνας νεαρός Μοναχός, ὁ π. Δ. Ἰδού τί μοῦ διηγήθηκε ὅταν ἐπέστρεψε:

Ἐκεῖ στήν Καψάλα, ζῆ κι ἕνας ἄλλος ἀσκητής, ὁ π. Τρύφων. Μένει σ᾿ ἕνα Καλύβι, χωρίς στέγη καί μόνο στόν διάδρομο προστατεύεται ἀπό τήν βροχή. Δέν ἔχει οὔτε κρεβάτι, οὔτε καρέκλα, οὔτε τραπέζι. Γύρω ἀπό τήν αὐλή του εἶδα πεταμένα πολλά κονσερβοκούτια. Προφανῶς ἀπό κάπου τά ἐμάζεψε γιά νά δημιουργοῦν τήν ἐντύπωσι οἱ διαβαίνοντες ἀπ᾿ ἐκεῖ ἀδελφοί, Μοναχοί καί λαϊκοί, ὅτι αὐτός τρώγῃ ψάρια καί ἄλλα παστοποιημένα τρόφιμα.

Ἐλάχιστα κουρελιασμένα ροῦχα τά εἶδα νά εἶναι ἁπλωμένα στό πεζούλι του. Μέσα σέ λίγο διάστημα τόν ἐπεσκέφθηκα τρεῖς φορές. Κάνει τόν σαλό, ἀλλά μέσα στά ἀσυνάρτητα πού λέγει, σοῦ πετάει καί μερικές ἀλήθειες, δι᾿αὐτό χρειάζεται νά προσέχῃ κανείς, ὅταν ὁμιλῇ, διότι θά πῇ καί μεγάλες ἀλήθειες καί ἀποκαλύψεις μέ λόγια συνεσκιασμένα.

Ἐμένα μοῦ εἶπε ὅλα τά προβλήματά μου, καί τί πρέπει νά κάνω γιά νά τά ξεπεράσω, χωρίς φυσικά ἐγώ νά τοῦ ἐξιστορήσω τίποτα ἀπ᾿ αὐτά. Ἐπίσης μοῦ εἶπε, ἀπό ποιές σωματικές ἀσθένειες πάσχω, ὅτι δηλαδή ἔχω τό στομάχι μου, πόνους στά χέρια μου καί στήν μύτη μου ἰγμουρίτιδα.

῞Οταν τήν πρώτη φορά τόν ἐπισκέφθηκα μέ ἄλλους δύο Ἀδελφούς, καθόταν ἔξω στήν αὐλή του. Εἶχε τυλίξει τήν γυμνότητά του μ᾿ ἕνα ροῦχο, ἐνῶ στό κεφάλι του φοροῦσε μία κάλτσα. Τόν ἐχαιρέτισα.

-Εὐλογεῖτε, Γέροντα.

-῾Ο Κύριος.      

Ἐνῶ μᾶς εἶδε,  σηκώθηκε σιγά σιγά, διότι εἶναι γεροντάκι καί περπατῶντας μ᾿ ἕνα μπαστούνι προχώρησε πρός τήν καλύβα του μουρμουρίζοντας. ῎Ελεγε τά ἑξῆς, ὅπως τόν ἀκούσαμε ἀκολουθῶντας τον.

Ἐγώ δέν ξέρω τίποτα.  Ὅλα τά γράφουν τά βιβλία. ῾Ο Μοναχός πρέπει νά κάνῃ 300 μετάνοιες. ῏Ηλθε ὁ ληστής καί μοῦ τίς ἔκλεψε. Μέ κλειστά παράθυρα, πῶς μπῆκε ὁ ληστής καί μ᾿ ἔκλεψε;

῎Εστρεψε τό βλέμμα του. Μέ ἐκύτταξε καί συνέχισε τίς σαλότητές του. Ἀδελφέ μου, μή τά καταπίνῃς ὅλα κάτω. Τό βόδι πίνει πίνει, ἀλλά μετά σκάζει. Πρόσεχε. Ἐγώ ἐξουσιάζω τά σύμπαντα. Πετάω ἐπάνω ἀπό τήν Ἀγγλία, Γαλλία καί ἀλλοῦ, ὅπου θέλω. Πηγαίνω καί στήν Κύπρο. Τότε μ᾿ ἐκύτταξε γλυκά καί χαμογέλασε. Μοῦ εἶπε τήν πατρίδα μου, στήν ὁποία γεννήθηκα καί μεγάλωσα, τήν Κύπρο.

Σ᾿ ἄλλη μου ἐπίσκεψι μέ κάποιον, τόν ἐχαιρέτισα καί τόν ἐρώτησα.

-Τί κάνεις;

-Πολεμάω, ἀδελφέ μου.

Μετά μοῦ εἶπε μέ σαλό τρόπο: Νά πᾶς νά πῇς σ᾿ ὅλους,  "εὐλόγησον". ῎Αφησέ τους. Μή προσέχῃς ἐσύ τί λέγουν.

Πράγματι εἶχα πειρασμό μέ κάποιον ἀδελφό τῆς Μονῆς, καί ἐκεῖνος μοῦ ἔδιδε τίς ἀπαντήσεις, χωρίς ἐγώ νά τοῦ ἀποκαλύψω τίποτε. Μάλιστα μοῦ εἶπε καί τό διακόνημα αὐτοῦ του ἀδελφοῦ. Μοῦ ἀποκάλυψε τό δικό μου διακόνημα, καί μοῦ ὑπέδειξε ἰδανικούς τρόπους ἐκτελέσεώς του. ῞Ο,τι ἤθελα νά τόν ἐρωτήσω, τοῦ ὑπέβαλα τίς ἐρωτήσεις μέ τό μυαλό μου, καί ἐκεῖνος ἄρχισε μέ πολλές σαλότητες νά μοῦ ἀπαντᾶ σ᾿  αὐτά πού ἤθελα.

Ἐπῆγα καί τρίτη φορά κοντά, μέ συνοδεία τριῶν Χριστιανῶν. Αὐτός στεκόταν στήν ἴδια τοποθεσία καί μέ τήν ἴδια πάντα ἐνδυμασία. Ἐκύτταζε μόνο ἐμένα, λές καί δέν ὑπῆρχον ἄλλοι γύρω μου. Μέ συμβούλευε πνευματικά. Νά, μοῦ ἔλεγε, ἀγάπη, ὑπακοή καί ταπείνωσις. Νά μή στενοχωριέσαι γιά τό πρόβλημά σου. Θά στείλω ἐγώ ἄνθρωπο νά μιλήσῃ στόν Γέροντά σου, γιά νά χαρῇ καί ἡ μητέρα σου, πού σέ κοιτάζει ἀπό ψηλά καί σέ καμαρώνει.

Πράγματι ἡ μητέρα μου ἔχει πεθάνει ἀπό χρόνια καί ἐκεῖνος τά ἤξερε ὅλα. Μέ εἶχε καταπλήξει μέ τά ὑπερφυσικά χαρίσματα πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός.

Ἀπεκάλυψε καί στούς λαϊκούς Χριστιανούς ἀρκετά ἀπό τά προβλήματά τους. Δέν μέ συνεκίνησαν μόνον τά προγνωστικά καί προορατικά του χαρίσματα, ἀλλά καί οἱ νουθεσίες του. ῎Αν ἦταν πλανεμένος, ὅπως μερικοί τόν ἀποκαλοῦν, πῶς το δυνατόν νά μοῦ δίνῃ σωστές πνευματικές συμβουλές; ῾Ο ὑποτακτικός ἑνός Γέροντος γείτονός του, ἐπῆγε ἐξ ἀγάπης κινούμενος, νά τοῦ βάλῃ δύο λαμαρίνες στόν διάδρομο, γιά νά φυλάγεται ἀπό τήν βροχή. Ὁ Γέρο-Τρύφων, ἀντί ν᾿ ἀπαντήσῃ, μέ τήν στάσι του ἀπέδειξε ὅτι τοῦ εἶναι περιττές οἱ λαμαρίνες. Ἀπό τό πρωῒ μέχρι τό βράδυ ἐστάθηκε ἐκείνη τήν ἡμέρα ὄρθιος κάτω ἀπό τόν διάδρομο, ἀκουμπισμένος στό ραβδί του. Τόν ἐρώτησε ὁ νεαρός Μοναχός, γιατί στέκεται ἔτσι, ὁ ἀσκητής ἀπήντησε: «μελετῶ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ».

Γιά νά βεβαιωθῶ καλλίτερα, συνέχισε ὁ π. Δ. ἐρώτησα ἀκόμη ἕνα γείτονά του ζηλωτή Μοναχό, γιά τό ποιόν αὐτοῦ τοῦ ἀσκητοῦ. Μοῦ εἶπε τά ἑξῆς: «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι μυστήριο. Τί νά σοῦ πῶ. Δέν τόν ἄκουσα ποτέ νά κατακρίνῃ. ῞Οταν θέλῃ λίγο παξιμάδι, ἔρχεται καί μοῦ λέγει: "Δός μου λίγο παξιμάδι καί θά σοῦ φέρω χόρτα». ῎Αλλοτε μοῦ ἔλεγε: «ράψε μου τό ζωστικό καί θά σοῦ σκάψω τόν κῆπο». Ποτέ δέν ἐπῆρε καί δέν ἐζήτησε κάτι χωρίς νά τό ἀνταποδώσῃ. Εἶναι σχεδόν πάντα ἔγκλειστος, καί δέν ξέρουμε ποῦ κοινωνάει.

Ἐγώ, εἶπε ὁ π. Δ. ἐρώτησα τόν ἀσκητή, ποῦ κοινωνεῖ καί μοῦ ἀπήντησε: Ποῦ ξέρεις ἀδελφέ μου, μπορεῖ νά εἶμαι καί παπᾶς.

Εἰς ἄλλον Ἀδελφό ὅπου τόν ἐπισκέφθηκε, τοῦ εἶπε τά ἑξῆς: «῎Εχω διακόνημα. Φεύγω διά τήν Ἀθήνα. Πήγαινε, πήγαινε τώρα.

Καί διερωτῶμαι. Μήπως ἀνήκει στήν ὁμάδα τῶν 12 γυμνῶν ῾Αγιορειτῶν ῾Αγίων; Διότι ἡ ἀκτημοσύνη καί τό ντύσιμό του, κάτι τέτοιο ἀφήνουν νά νοηθῇ.

Κατόπιν ἔπαθε γάγγραινα στό πόδι καί ὁ γείτονάς του τόν ἐπῆρε καί τόν μετέφερε στόν ἰατρόν. Ἐκεῖ ὁ ἀσκητής ἄρχισε τίς σαλότητές του, λέγοντας ἀσυνάρτητα πράγματα. Καί χωρίς νά ξέρῃ τόν ἰατρόν, γυρίζει καί τοῦ λέγει: «Παναγιώτη, ἐσύ κάνε ὅ,τι ξέρῃς, καί τ᾿ ἄλλα θά τά κάνῃ ἡ Παναγία. ῾Ο ἰατρός τά ἔχασε. ῎Επρεπε νά τόν πάῃ ἔξω, διότι ἦτο πολύ πιθανόν νά τοῦ κόψουν τό πόδι. ῾Ο Γέρο-Τρύφων ἀρνήθηκε, καί ἐπέστρεψε στό Καλυβάκι του. ῾Ο ἰατρός τοῦ ἔδωσε μόνο μία ἀλοιφή γιά τήν πληγή, γιά νά μή τόν ἐνοχλοῦν οἱ μυῖγες. Τό ἄλλο πρωῒ τόν ἐπεσκέφθη ὁ γείτονάς του Μοναχός, νά ἰδῇ τί κάνει ὁ ἀσκητής. Εἶχε βάλει ἕνα ἀγριόχορτο ἐπάνω στήν πληγή, καί σέ λίγες ἡμέρες εἶχε τελείως θεραπευθεῖ.

Ἐδῶ ἐτελείωσε ἡ ἐξιστόρησις αὐτῶν τῶν θαυμαστῶν γεγονότων ἀπό τόν Μοναχό π. Δ., ὁ ὁποῖος εἶχε τήν καλωσύνη καί μοῦ τά εἶπε.

῾Ο Γέρων-Τρύφων, ἐκοιμήθη τόν ὕπνο τοῦ δικαίου, κουλουριασμένος σάν τό φίδι στήν γωνιά τοῦ Καλυβιοῦ του μέσα στά πολυχρόνια κουρέλια του.

Τό λείψανό του ἔμεινε ἐκεῖ 15 ἡμέρες, χωρίς νά γνωρίζῃ κανείς τήν ὁσιακή κοίμησί του. Τόσο ἀπόκοσμος καί ἐγκαταλελειμένος ἦταν ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά τόσο πολύ ἑνωμένος μέ τόν Θεό καί τό οὐράνιο κόσμο. Αἰωνία του ἡ μνήμη.    

 

Μεγαλόσχημος Μοναχός Γερόντιος Προδρομίτης

Ἀπό τό 1982 συνδέθηκα μέ τήν Ρουμανική Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, διότι ἀπό τότε μέ τήν εὐλογία τοῦ σεβαστοῦ μου Γέροντος π. Γεωργίου ἄρχισα νά μαθαίνω τήν ρουμανική γλῶσσα καί συχνά κατέβαινα στήν Σκήτη αὐτή νά βοηθηθῶ ἀπό τόν Δικαῖο ἀρχιμ. π. Πετρώνιο γιά τήν ἐκμάθησι τῆς γλώσσης.

Ἐκείνη τήν ἐποχή οἱ Πατέρες δέν ἦσαν περισότεροι ἀπό 25. Ἀνάμεσά τους διέκρινα ὁσιακές μορφές, οἱ ὁποῖοι διέβησαν τόν παρόντα ἀπατεῶνα αἰῶνα μέ ἀσκητικό φρόνημα καί ἔργα ἀρετῆς καί μετανοίας.

Ἐγνώρισα τόν Γέροντα Ματθαῖο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στήν Σκήτη ἀπό νεαρᾶς ἡλικίας. Ἀγωνίσθηκε σκληρά καί σάν Δικαῖος μέσα σέ ἀντίξοες συνθῆκες γιά τήν ἐπιβίωσι τῆς Σκήτης τους.

Ὁ μοναχός Βαρθολομαῖος ἦτο ἕνα τυφλό Γεροντάκι, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν στήν ἐκκλησία ἀπό τούς πρώτους καί συνήθιζε νά λέγη τό Μεσονυκτικό καί τόν Ἐξάψαλμο ἀπό στήθους. Ἦτο ἄλλωστε καί τυφλός.

Ὁ Διακο-Ἀρκάδιος εἶχε ἔλθει στήν Σκήτη ἀπό τῆς ἡλικίας τῶν 12 ἐτῶν. Ἤξερε πολύ καλά καί καί τήν ἑλληνική γλῶσσα. Τόν γνώρισα λίγο καιρό πρίν ἀπό τήν ὁσία κοίμησί του. Τόν ἐθαύμαζα γιά τήν καρτερία του στούς πόνους καί τήν ἐλπίδα του πού ἔτρεφε πρός τό Πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Περιπατοῦσε μέ δύο μπαστούνια καί κυριολεκτικά σερνόταν γιά νά πάη στήν ἐκκλησία τήν ὁποία μέ κανένα τρόπο δέν ἤθελε ν᾿ ἀφήση.

Ἐντύπωσι ἐπίσης μοῦ ἔκανε ὁ Γέρο Γερόντιος. Ὁσάκις ἐπήγαινα στήν Ρουμανική Σκήτη τόν ἔβλεπα νά τρέχη παντοῦ, ὅπου τόν καλοῦσαν μέ νεανικό ζῆλο, παρά τά 80 καί πλέον χρόνια του. Πρίν ἀπό πολλά χρόνια εἶχε σπάσει τό πόδι του καί οἱ γιατροί τοῦ εἶχαν βάλει καί ἑνώσει τά ὀστᾶ μέ λάμες καί σιδερένια καρφιά. Γι᾿ αὐτό καί βάδιζε ὁ Παπποῦς μέ δυσκολία κουτσαίνοντας. Αὐτή ὅμως ἡ πάθησις δέν τόν εἶχε καθηλώσει κάτω, ἀλλά ἔτρεχε παντοῦ νά βοηθήση.

Καταγόταν ἀπό τήν Μολδαβία καί εἶχε ἔλθει ἀπό τήν νεαρά του ἡλικία στό Ἅγιον Ὄρος. Ἦτο ἀπό τούς τελευταίους παλαιούς Πατέρες τῆς Σκήτης. Κοντός στό ἀνάστημα καί λίγο κυρτωμένος. Μᾶς ἔλεγε ὁ Δικαῖος π. Πετρώνιος τά ἑξῆς: "Μοῦ ἔμεινε στήν μνήμη μου αὐτός ὁ μοναχός σάν μιά εἰκόνα ὑπάκουου, ταπεινοῦ καί ἀγωνιστοῦ κοινοβιάτου μοναχοῦ. Εἶχε περίπου 50 χρόνια στήν Σκήτη μας. Τά τελευταῖα 20 χρόνια δέν εἶχε βγῆ καθόλου ἔξω ἀπ᾿ αὐτήν. Εἶχε περάσει ἀπ᾿ ὅλα τά διακονήματα: Βουρδουνάρης (ὑπεύθυνος γιά τήν συντήρησι τῶν ζώων τῆς Σκήτης), μάγειρος, φούρναρης, κηπουρός. Ὅταν τελείωνε τό διακόνημά του, ἔτρεχε νά βοηθήση καί ἄλλους πατέρες στά δικά τους διακονήματα. Ἐάν τοῦ ἔμενε λίγος χρόνος ἐπήγαινε στό κελλί του καί ἐδιάβαζε τό Ψαλτήριο, τό ὁποῖο πάντοτε εἶχε ἀνοικτό ἐπάνω στό ἀναλόγιό του. Νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ψαλτηρίου γιά τούς σλαβικούς λαούς εἶναι τό εὐλαβέστερο καί ἀναγκαιότερο πνευματικά ἔργο τοῦ μοναχοῦ. Ἡ ἐπίδρασις αὐτή ἔχει περάσει φυσικά καί στόν ὀρθόδοξο Ρουμανικό μοναχισμό.

Ἡ ἁπλότης καί ἀκτημοσύνη τοῦ γέροντος Γεροντίου δέν περιεγράφοντο. Ἐάν ἐλάμβανε ἀπό κἄπου χρήματα ἤ τοῦ ἔδινε κάποιος προσκυνητής, τά ἔδινε ὅλα στό γραφεῖο τῆς Σκήτης λέγοντας στόν Ἀδελφό: "Πάρτα, γιατί δέν θέλω νά μ᾿ εὕρη ἡ νύκτα μέ χρήματα στά χέρια μου".

Μεγάλη ἐντύπωσι μᾶς ἔκανε ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του.

Τό πρωΐ εἶχε πάει νά βοηθήση στό μαγειρεῖο γιά τόν καθαρισμό τῶν λαχανικῶν καί τήν προετοιμασία γιά τό μαγείρευμα τῶν φαγητῶν. Μετά βγῆκε στήν αὐλή καί εἶδε τούς νεωτέρους μοναχούς νά φορτώνουν μέ τά φτυάρια ἄμμο ἐπάνω στήν καρότσα γιά νά μεταφερθῆ σέ ἄλλο σημεῖο, ὅπου ἐπρόκειτο νά γίνουν οἱ ἐπισκευές τῶν κτιρίων. Ἐπῆρε κι αὐτός ἕνα φτυάρι κι ἄρχισε νά πετάη τήν ἄμμο ἐπάνω στήν  καρότσα.

-Γιατί δέν ἀφήνεις τούς νεωτέρους Πατέρας νά κάνουν αὐτή τήν δουλειά, πάτερ Γερόντιε;

-Ἄφησέ με, Γέροντα νά τούς βοηθήσω, διότι μετά ἐγώ θά πάω νά ξεκουρασθῶ, ἐνῶ οἱ Πατέρες θά συνεχίσουν νά δουλεύουν μέχρι τό βράδυ...

Τήν ἴδια ἡμέρα ὁ φούρναρης ἔφτιαξε ψωμί καί ὁ π. Γερόντιος ἐπῆγε καί τόν βοήθησε στό κοσκίνισμα τοῦ ἀλεύρου. Ἀφοῦ τελείωσε τήν δουλειά του, ὁ φούρναρης π. Μακάριος τοῦ εἶπε:

-Πάτερ Γερόντιε, σέ παρακαλῶ νά ἔλθης πάλι μετά ἀπό μισή ὥρα γιά νά μέ βοηθήσης στό ζύμωμα.

-Κι αὐτός τοῦ ἀπήντησε: Πηγαίνω στό κελλί μου καί στήν κατάλληλη ὥρα είδοποίησέ με...

Μετά ἀπό μισή ὥρα ἐπῆγε ὁ π. Μακάριος στό κελλί του:

-Πάτερ Γερόντιε, μπορεῖς νά ἔλθης τώρα νά μέ βοηθήσης;

Δέν ἐπῆρε καμμία ἀπάντησι. Ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί τί νά ἰδῆ! Ὁ π. Γερόντιος ἦτο ξαπλωμένος στό κρεββάτι του καί εἶχε δίπλα ἀνοικτό τό βιβλίο τοῦ Ψαλτηρίου. Ἐνόμισε ὅτι κοιμᾶται γι᾿ αὐτό καί δεύτερη φορά τόν ἐφώναξε:

-Πάτερ Γερόντιε, ἄϊντε, ἔλα νά μέ βοηθήσης.

Ἀλλά αὐτή φορά, ἦταν καί ἡ τελευταία του, πού δέν ἔκανε ὑπακοή ὁ π. Γερόντιος. Εἶχε λάβει τό κάλεσμα καί ἀποκρίθηκε στήν ὑπακοή τοῦ Θεοῦ Πατρός προκειμένου νά ἐγκαταλείψη τά ἐπίγεια γιά νά ἀπολαύση τά οὐράνια!  Ἀνεχώρησε γιά νά πάρη τόν μισθό ἀκέραιο τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἀγάπης του γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἔφυγε σάν πουλί, χωρίς καμμία προειδοποίησι γιά νά ὑπάγη στήν χαρά τοῦ Κυρίου του, τόν ὁποῖον ὑπηρέτησε σ᾿ ὅλη τήν ζωή του μέ αὐτοθυσία, ταπείνωσι καί ἔνθεο ζῆλο.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε Γέροντα Γερόντιε.

 

Μοναχός Γαβριήλ Προδρομίτης

Ὁ μοναχός Γαβριήλ ἔζησε πολλά χρόνια στό Μοναστήρι καί δέν ἀποφάσιζε νά γίνη μοναχός ἀπό τήν ὑπερβολική εὐλάβεια πού εἶχε γιά τό σχῆμα καί τήν μοναχική ζωή. Ἔλεγε: "Εἶναι μεγάλη τιμή νά εἶσαι μοναχός, ἀλλά ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός καί δέν εἶμαι ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς.... Ἀγαποῦσε νά ἐπιτελῆ μέ προθυμία καί ὑπακοή τά καθήκοντα τῆς μοναχικῆς βιοτῆς καί γι᾿ αὐτό δέν ἦτο κατώτερος ἀπό τούς καλλιτέρους μοναχούς τῆς  Σκήτης τοῦ Προδρόμου.

Μεταξύ τῶν ἄλλων καλῶν καί ἐναρέτων πράξεων ὁ π. Γαβριήλ εἶχε καί τήν ἑξῆς συνήθεια: Κάθε Σάββατο, πρίν ἀρχίση ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, περνοῦσε ἀπ᾿ ὅλα τά κελλιά τῶν Πατέρων καί Δοκίμων τούς ἔβαζε μετάνοια καί τούς ἔλεγε: "Εὐλογεῖτε, Πατέρες, καί συγχωρέστε με τόν ἁμαρτωλό". Καί οἱ ἄλλοι Πατέρες, πού τόν ἤξεραν, τοῦ ἀπαντοῦσαν ὡς ἑξῆς: "Ὁ Θεός νά σ᾿ εὐλογήση καί νά σέ συγχωρήση".

Μία φορά τόν ἐρώτησε ὁ Δικαῖος τῆς Σκήτης Γέροντας ἱερομ. π. Πετρώνιος: "

-Γιατί κάνεις αὐτό τό ἔργο, πάτερ Γαβριήλ νά ἐπισκέπτεσαι τά κελλιά τῶν Πατέρων;

-Ἐδιάβασα, Γέροντα, τοῦ εἶπε, σ᾿ ἕνα παλαιό βιβλίο ὅτι κάθε Σάββατο μετά τόν Ἑσπερινό, συγκεντρώνονται ὅλες οἱ Ἀγγελικές Δυνάμεις μπροστά στόν Θρόνο τοῦ Θεοῦ γιά νά δώσουν ἀναφορά στόν Θεό γιά τό ἔργο τους, ἐφ᾿ ὅσον ἐτάχθησαν νά εἶναι φύλακες καί προστάτες τῶν ἀνθρώπων. Καί οἱ ἄγγελοι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων πού κάνουν ἁμαρτίες εἶναι λυπημένοι, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων πού κάνουν καλά ἔργα, εἶναι χαρούμενοι καί φωτεινοί. Χαίρεται λοιπόν ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας γιά τά καλά τους ἔργα καί γίνεται "χαρά ἐν οὐρανῶ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι". Πιό πέρα ἀπό τόν θεῖο Θρόνο στέκονται δύο ἀγγελικοί χοροί: ὁ ἕνας εἶναι φωτεινός καί δοξασμένος καί ὁ ἄλλος φοβερός καί αὐστηρός. Τότε στέλλει ὁ Θεός τούς φωτεινούς ἀγγέλους νά πληρώσουν τούς καλούς ἀνθρώπους καί τούς φοβερούς νά παιδεύσουν τούς ἁμαρτωλούς. Γι᾿ αὐτό κι ἐγώ συγχωροῦμαι μέ ὅλους τούς Ἀδελφούς μου γιά ν᾿ ἀνέβη ὁ φύλακας ἀγγελός μου χαρούμενος στούς οὐρανούς καί νά χαροποιήση μέ τήν ἐξομολόγησί του τόν Οὐράνιο Πατέρα μας, ἐνῶ ἐγώ νά λυτρωθῶ ἀπό τίς τιμωρίες τῶν φοβερῶν ἀγγέλων.

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου