ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ

Πνευματικός τῆς ῾Αγίας ῎Αννης ῾Αγίου ῎Ορους. (+ 1911 - 1986)

Ἕνας-ἕνας φεύγουν οἱ μεγάλοι γιά τήν αἰωνιότητα καί ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς οἱ νᾶνοι μπροστά τους. Ταπεινώθηκαν στήν γῆ καί τώρα δοξάζονται στόν Οὐρανό. Ἐκοπίασαν στήν ἄσκησι, ὑπέμειναν τίς ἀσθένειες ὡς δῶρα Θεοῦ, καθαρίσθηκαν σάν τό χρυσάφι στό χωνευτήριο τῆς ὑπομονῆς καί ἕτοιμοι φεύγουν γιά τόν προορισμό τους, τήν Πατρίδα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Μιά τέτοια Ψυχή πού ἀγαποῦσε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία τήν Ἐκκλησία καί ἀφιερώθηκε σ᾿ αὐτήν ὁλοκληρωτικά, ἦταν ὁ ἀείμνηστος  παπᾶ Παῦλος ὁ Ἀγιαννανίτης.

Γεννήθηκε στήν Ἀγυιά Λαρίσσης τό 1911 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Περισσότερη ὅμως εὐσέβεια διέθετε ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἀπό τῆς παιδικῆς του ἡλικίας τόν ἐδίδασκε τήν ἀγάπη πρός τήν Ἐκκλησία, τόν Θεό καί συχνά τόν ἔπαιρνε κοντά της στά διάφορα Μοναστήρια πού ἐπισκεπτόταν.

῾Ο Θεός, ἐξέλεξε καί ἀγάπησε τόν νέον αὐτόν καί τοῦ ἔδωσε ἀπό την νεανική του ἡλικία τό χάρισμα τῆς δυνατῆς πίστεως. ῎Ετσι, ὅλα τά δύσκολα ἔτη τῆς νεότητός του, τά πέρασε μακριά ἀπό κοσμικούς θορύβους καί πειρασμούς, ζῶντας σάν κοσμοκαλόγερος. ῏Ηταν βέβαια λαϊκός, ἀλλά φοροῦσε μαῦρα ροῦχα, καί ὑπηρετοῦσε ὡς νεωκόρος τήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του ἐπί 20 συνεχῆ χρόνια. Στό διάστημα αὐτό, ἀξιώθηκε νά ἰδῆ τήν Κυρία Θεοτόκο καί τήν λαμπροτάτη δόξα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Τό 1949, λόγῳ τοῦ ἀνταρτοπολέμου καί τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, εὑρισκόταν ὡς σκοπός ἔνοπλος, ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ χωριοῦ του. Τότε εἶδε μπροστά του μία ψηλή μαυροφόρα Γυναῖκα, ἡ ὁποία στεκόταν ἀκίνητη καί τόν κυττοῦσε. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή, ὅπως ὁ ἴδιος μοῦ εἶπε, ἔζησε τήν Χάρι τῆς Πεντηκοστῆς ἐπί 24 ὧρες. Διανοίχθηκαν τά μάτια τῆς ψυχῆς του, καί γνώρισε ὅτι στήν ἄλλη ζωή, ἄλλος τόπος εἶναι ὁ Παράδεισος καί ἄλλος τόπος τά ῞Αγια τῶν ῾Αγίων. Αὐτό τό ἐδιάβασε ἀργότερα καί σέ ῾Αγίους συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως στόν ῞Αγιο Μεθόδιο Πατάρων, στόν Εὐσέβιο Σαμοσάτων, καί ἔκτοτε συμβούλευε τούς πάντες νά ποθήσουν τήν τελειότητα γιά νά εἰσέλθουν στά ῞Αγια τῶν ῾Αγίων.

Τό δεύτερο σημεῖο πού εἶδε, ἦταν ἡ ἐκτυφλωτική λάμψις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πού ἦταν στημένος στήν κορυφή τοῦ καμπαναριοῦ τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ του. Εἶδε νά βγαίνουν τά μεσάνυχτα φωτεινές ἀκτῖνες ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό καί νά φθάνουν μέχρι τόν ὁρίζοντα. Τότε τοῦ ἦλθε πληροφορία στήν ψυχή του, ὅτι ἔτσι λάμπει στήν Οὐράνια Βασιλεία Του ὁ ῞Ηλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Χριστός.

Ἀπό τόν κόσμο ἔφυγε ὁριστικά γιά Μοναχός μετά τόν ἐμφύλιο πόλεμο τό 1949. Πρίν ἀναχωρήσῃ, τόν ἐπισκέφθηκε στόν ὕπνο του ὁ Μέγας Ἀντώνιος, πολιοῦχος τῆς διπλανῆς ἐνορίας του. Τόν προέτρεψε νά φύγῃ ἀπό τόν κόσμο καί νά μονάσῃ. Ἐκεῖνος ἐπῆγε στό Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς τοῦ Βόλου. Ἐκεῖ ἔμεινε 14 χρόνια. Ἐκάρη Μοναχός καί χειροτονήθηκε ἱερεύς καί Πνευματικός. Χάριν περισσοτέρας περισυλλογῆς καί ἀλλαγῆς τῶν κοσμικῶν θορύβων, ἀνεχώρησε γιά τόν ῎Αθωνα, καί ἐγκατεστάθηκε στήν Μονή τῶν Ἰβήρων, ὑπηρετώντας τήν Παναγία τήν Πορταῒτισσα.

Ἐπιθυμώντας περισσότερη ἡσυχία, μετά ἀπό παραμονή ἐκεῖ πέντε χρόνων, ἀνεχώρησε γιά τήν ῾Αγία ῎Αννα. Ἐδῶ θά παραμείνη ὁριστικά, δηλαδή ἀπό τό 1970 μέχρι τήν ὁσιακή κοίμησί του, πού συνέβη τό 1986.

Τό Φθινόπωρο τοῦ 1983, δύο ἀλλεπάλληλα περιστατικά, μᾶλλον κατά παραχώρησι Θεοῦ, ἔμελλον νά καθηλώσουν τόν π. Παῦλο στό κρεβάτι. ῎Εμενε στή Καλύβη τοῦ ῾Αγίου ῾Ιερομάρτυρος Σεραφείμ, ἐπισκόπου Φαναρίου καί Νεοχωρίου Καρδίτσης, ἔχοντας ὑποτακτικό τόν ἀσκητικό  μοναχό π. Σεραφείμ.

῞Ενα ἀπόγευμα, κατεβαίνοντας τήν τσιμεντένια σκάλα γιά νά πάῃ στό κελλί του, βρέθηκε πεταγμένος μέ γδοῦπο, ἔξω ἀπό τά κάγκελα τῆς σκάλας μέσα στό διπλανό κῆπο. Τό παράδοξο εἶναι, ὅτι πετάχθηκε σάν πούπουλο μέσα στό κῆπο, ἐνῶ οἱ παντόφλες του εἶχον παραμείνει στό σκαλί πού εὑρίσκετο. Τό ἀποτέλεσμα ἦτο νά σπάσῃ τό χέρι του. Μετά ἀπό λίγους μῆνες συνέβη τό δεύτερο γεγονός. Οἱ ἐλιές τοῦ κήπου του ἐκείνη τήν χρονιά, ἦσαν κατάφορτες καί ἔπρεπε νά τίς μαζέψῃ μέ τόν ὑποτακτικόν του. Ἀνεβασμένος λοιπόν στόν κορμό κάποιας ἐλιᾶς, καί καθισμένος σέ διχαλωτά κλαδιά, ἐδέχθη καί ἄλλη ἐπίθεσι τοῦ πονηροῦ. ῎Επεσε κάτω ἀπό τό ὕψος μόνο ἑνάμισυ μέτρου καί ἔσπασε τό ὀστοῦν τοῦ δεξιοῦ μηροῦ. Μεταφέρθηκε ἀμέσως σέ χειρουργεῖο τῆς Θεσσαλονίκης. Λόγῳ ἡλικίας του, ἦτο ἀδύνατο νά ἰατρευθῆ τό κάταγμα. Συνέδεσαν ὅμως τό ὀστοῦν μέ σίδερα καί τόν ἄφησαν νά ἐπιστρέψῃ στήν Καλύβη του στό ῞Αγιον ῎Ορος.

Ἀπό τότε ἀρχίζει ὁ μεγάλος του γολγοθᾶς. Εὐτυχῶς πού ὁ ὑποτακτικός τόν ἐφρόντιζε μέ περισσή ἀγάπη καί ἀφοσίωσι, χωρίς γογγυσμούς μέχρι τήν τελευταία του πνοή.

Μοῦ ἔλεγε ὁ πιστός καί εὐλαβής ὑποτακτικός του π. Σεραφείμ ὅτι ὁ Γέροντάς του, παρά τήν σωματική του κακοπάθεια, δέν ἄφησε καμμία ἀγρυπνία τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τους. Μετέβαινε σερνόμενος μέ τίς πατερίτσες γιά νά συμμετάσχη στίς μεγάλες ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Καί ὅλοι οἱ ἄλλοι Πατέρες ἐξέφραζαν τήν ἀπορία τους γι᾿ αὐτή τήν αὐταπάρνησι καί ἀσκητική ἀγωγή τοῦ Γέροντός του.

Τό πιό παράδοξο καί συγκινητικό εἶναι ὅτι, ἐνῶ δέν μποοροῦσε οὔτε νά περπατήση οὔτε νά σταθῆ, ἐπιθυμοῦσε καί νά λειτουργῆ. Γι᾿ αὐτό στήν Καλλύβα του λειτουργοῦσε συχνά μέ τίς πατερίτσες, ὑπομένοντας τούς φρικτούς πόνους ἀπό τό κάταγμα.

Κάποια χειμωνιάτικη ἡμέρα ἤθελε νά λειτουργήση, ἀλλά δέν εἶχαν ἔλθει πρόσφορα ἀπό τίς γειτονικές Μονές, λόγῳ κακοκαιρίας.

-Τί θά κάνουμε, Σεραφείμ, πῶς θά λειτουργήσουμε σήμερα; Ἐρώτησε τό Καλογέρι του.

-Δέν ξέρω τί θά κάνουμε Γέροντα, ὅ,τι ἀποφασίσετε ἐσεῖς.

-Φέρε μου τό ψωμί πού τρῶμε.

Εὐλόγησε μία φραντζόλα καί μ᾿ αὐτήν λειτούργησε στήν γιορτή κάποιου Ἁγίου πού ἰδιαίτερα εὐλαβεῖτο.

Τό 1985, τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Καθηγούμενος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς μας, ἀρχιμ. π. Γεώργιος, μέ συνοδεία ἀδελφῶν καί τόν γράφοντα τήν παροῦσα βιογραφία του. Μᾶς ὑποδέχθηκε μετά δακρύων, κατηγορῶν καί καταδικάζων τόν ἑαυτόν του: «Ποιός εἶμαι ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, ὁ ἄξιος καταδίκης πού ἀξιώνομαι σήμερον νά ὐποδέχωμαι στήν πτωχικήν μου Καλύβη τόν ῞Αγιο Καθηγούμενο τῆς Μονῆς τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου;»

῾Ο ἅγιος Καθηγούμενος τόν ἐρώτησε περί τῆς πορείας τῆς ὑγείας του, καί αὐτός ἀπήντησε: «Θεωρῶ τά παθήματά μου, ὡς ἕνα ἀκριβό δῶρο τοῦ Θεοῦ, Γέροντα, πού μοῦ ἔστειλε γιά νά μοῦ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μου. Μέ ἀξίωσε νά γνωρίσω τήν Χάρι Του. ῏Ηλθα σέ θεογνωσία σέ ἡλικία 38 ἐτῶν. Μέχρι τότε ἤμουν βουτηγμένος στήν ἁμαρτία.

-Μπορεῖτε νά λειτουργῆτε;

-Περπατῶ λίγο. Μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, λειτουργῶ κάθε ἡμέρα. Τήν μικρή εἴσοδο τήν κάνω μέ τήν βοήθεια τοῦ π. Σεραφείμ, ἐνῶ τήν Μεγάλη Εἴσοδο τήν κάνω μέσα στό ῾Ιερόν Βῆμα.

Τά τελευταῖα τρία χρόνια τοῦ ἔδωσε καί ἄλλο δῶρο ὁ Θεός. Προσεβλήθη ἀπό καρκῖνο τῶν ὀστῶν τοῦ θώρακος, καί μετεφέρθη καί πάλι γιά ἐξετάσεις στήν Θεσσαλονίκη. Διαπιστώθηκε ὁ καρκῖνος. Οἱ ἰατροί σήκωσαν τά χέρια ψηλά καί τοῦ συνέστησαν νά ἐπιστρέψη στήν Καλύβη του γιά τό μοιραῖον. Μά ἐκείνη τήν νύκτα, ὁ φύλαξ ῎Αγγελός του, κατ᾿ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔλαβε τήν ψυχήν του καί τήν μετέφερε στά Οὐράνια σκηνώματα. ῏Ηταν τά μέσα Ἰουλίου  τοῦ 1986. Ἐκεῖ ἦταν κοντά του ὁ ὑποτακτικός του καί ἄλλοι γνωστοί χριστιανοί καί κληρικοί. Συχνά τούς ἔλεγε: "Ἀπόψε φεύγω. Εἶμαι στόν παράδεισο, εἶμαι στό Παράδεισο...".

 Λόγῳ τῆς φοβερᾶς ζέστης, ἐκείνη τήν χρονιά, ἔβαλαν τό σκήνωμά του στό ψυγεῖον. Τό πρωῒ μόλις τόν ἔβγαλαν, γιά νά τόν μεταφέρουν στό ῞Αγιον ῎Ορος, τό ἰατρικό προσωπικό, καί πολλοί ἄλλοι διεπίστωσαν τά ἑξῆς δύο θαυμαστά σημεῖα. Παρότι τό σῶμα του ἔμεινε τόσες ὧρες, περίπου 15, στό ψυγεῖον, ἦτο εὔκαμπτο καί εὐλύγιστο, ἐνῶ ἀπό ὅλο τό σῶμα του ἔτρεχε ἰδρῶτας. Πρώτη φορά εἶπαν οἱ ἰατροί, βλέπουμε τό σῶμα νεκροῦ νά βγαίνη ἀπό τό ψυγεῖον τόσο μαλακό καί ζεστό.

῞Οταν μεταφέρθηκε στήν Καλύβη του, πολλοί Μοναχοί ἀπό τίς Σκῆτες καί τά Κοινόβια τοῦ ῎Ορους προσέτρεξαν γιά τήν ἐξόδιο Ἀκολουθία του. Ἀπό τήν Μονή μας ἐστάλη ὁ ῾Ιερομόναχος Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ὅταν ἐπέστρεψε μοῦ διηγήθηκε τά ἑξῆς: «Ἐπειδή εἶναι τυπικό τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ῾Ιερομόναχοι νά ἐνδύουν κοιμηθέντα ῾Ιερομόναχο ἀδελφό, ἀνέθεσαν σ᾿ ἐμένα καί τόν παπᾶ Ταράσιο ῾Αγιαννανίτη αὐτό τό ἔργο. Μεταφέραμε τό σκήνωμά του στό παρεκκλήσιο τοῦ ῾Αγίου Χαραλάμπους, πού εἶναι πλησίον τοῦ Κυριακοῦ  τῆς Σκήτης. Σ᾿ ἐμένα ἐρχόταν μία ὡραία εὐωδία ἀπό τό στόμα του. Σκέφθηκα ὅτι θά ἔχουν ἀνάψει θυμιάματα, ἀλλά τό παρεκκλήσιο ἦταν κλειστό καί δέν φαινόταν νά εἶχε μπεῖ ἄλλος μέσα προηγουμένως. Τό σῶμα του ἦταν πάρα πολύ μαλακό ὅπως τοῦ ζωντανοῦ ἀνθρώπου καί ζεστό, χωρίς νά ἔχῃ κρυώσῃ καθόλου.῎Επιασα τό χέρι του και ζεσταινόμουν. Τό κεφάλι του, τά χέρια του ὅλα ἦσαν εὐλύγιστα. Αἰσθανόμουν στήν ψυχή μου μίαν χαρά καί ὅλοι σχεδόν οἱ Πατέρες τόν προσκυνοῦσαν δύο καί τρεῖς φορές.῎Ακουσα πού ἔλεγαν, ὅτι ἦτο ἐνάρετος κληρικός καί Μοναχός. Στό Κελλί του, οὐδέποτε ὡμιλοῦσε γιά κοσμικά πράγματα, παρά μόνο γιά πνευματικά. Παρότι ἦταν κουτσός καί σχεδόν παράλυτος, οὐδέποτε ἔκλεισε τήν πόρτα γιά ὅποιον ἤθελε νά ἐξομολογηθῇ. Κατά τήν μεταφοράν τοῦ σκηνώματός του γιά τήν ταφή του, ἔλεγον: «Ἄϊντε τώρα Παππούλη μου στόν Παράδεισο, γιατί μέ αὐτό τό πετραχήλι σου πολύ κόσμο ἔσωσες καί τούς ὡδήγησες στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ".

Μετά τήν ταφή τοῦ Γέροντος ὁ ὑποτακτικός του μοναχός Σεραφείμ ἐπέστρεψε στό σπίτι τους κλαίγοντας. Ἔμενε στό ἰσόγειο καί δέν ἠμποροῦσε νά συνειδητοποιήση ὅτι ἔχασε τόν πολύτιμο θησαυρό του, τόν Γέροντά του. Καί ξαφνικά ἀκούει νά περπατᾶ μέ τίς πατερίτσες ὁ Γέροντάς του στό ἐπάνω πάτωμα. Ἐδόξασε τόν Θεό. Ἐπῆρε θάρρος καί ἔλεγε στόν ἐαυτό του ὅτι ζῆ ὁ Γέροντάς του καί εἶναι πάντα μαζί του.

Μία ἄλλη φορά εἶχε πάει στούς κήπους τῆς Καλύβης του νά δουλέψη. Ἀπό τήν στενοχώρια του, γιά τήν ἀπώλεια τοῦ Γέροντός του, δέν ἐπρόσεχε καί κινδύνευε νά πέση κάτω ἀπό τίς μάντρες. Τότε ἄκουσε ξαφνικά τήν προστακτική φωνή τοῦ μακαριστοῦ παπᾶ Παύλου: "Ἔε, Σεραφείμ, πρόσεχε...". καί ἡ φωνή τοῦ Γέροντός του τόν ἔσωσε ἀπό τόν κίνδυνο νά γκρεμισθῆ.

Στό Κελλί του τώρα παραμένει ὁ πιστός ὑποτακτικός του π. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος τόση εὐλάβεια καί σεβασμό τρέφει ἀκόμη στό σεπτό του πρόσωπο, ὥστε διατηρεῖ ἀκόμη τήν καρέκλα καί τό πιάτο τοῦ φαγητοῦ του ἐπάνω στό τραπέζι. Τόν καλεῖ καθημερινά νά εὐλογήση τό φαγητό του, νά συμφάγουν, νά συμπροσευχηθοῦν, νά συνοδοιπορήσουν. Τόν ἐπικαλεῖται συχνά στίς δυσκολίες του καί στίς ἀρρώστιές του. Μιά βραδυά μοῦ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ π. Σεραφείμ, εἶχε ἰσχυρούς πόνους στό στομάχι του, ἐνῶ ἤθελε νά πάῃ στήν ἀγρυπνία τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό Κυριακό τῆς Σκήτης. Ὅμως δέν ἠμποροῦσε νά περπατήσῃ. Ξάπλωσε γιά λίγο στό κρεβάτι τοῦ Γέροντός του. Τόν παρεκάλεσε νά τόν βοηθήσῃ. Καί πράγματι σέ μία ὥρα ἐπῆγε στό Κυριακό. ῏Ηταν τελείως ὑγιής μέ τίς εὐχές τοῦ παπᾶ Παύλου.

-Πάτερ Σεραφείμ, τί συμβουλές σᾶς ἔδινε Γέροντάς σας;

-Σεραφείμ, μοῦ ἔλεγε, νά λέγης πάντα τήν εὐχή. Τήν εὐχή καί ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ.

Ὅταν ἦλθε ἐδῶ στήν Καλύβα μας, μοῦ ἔλεγε ὁ μοναχός Σεραφείμ, ἀπέφευγε κάθε μπλέξιμο μέ ἐπισκευές καί κτισίματα τοῦ Κελλίου μας. Καί μοῦ ἔλεγε: "Σεραφείμ, νά ἀνησυχοῦμε ἄν ἀρχίσαμε νά κτίζουμε τό παλατάκι μας στούς οὐρανούς καί ὄχι τήν ἐπίγεια αὐτή κατοικία μας, τήν ὁποία θά ἐγκαταλείψουμε ἔστω κι ἄν δέν θέλουμε.

Μία ἡμέρα πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, μοῦ ἔλεγε ὁ π. Σεραφείμ, εἶδε στόν ὕπνο του ὁ Γέροντάς του ἕνα ὄνειρο. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν πρέπει νά πιστεύουμε στά ὄνειρα, ἀλλά μερικά ἀπ᾿ αὐτά εἶναι ἀπό τόν Θεό. Τήν ἄλλη ἡμέρα μοῦ εἶπε: "Σεραφείμ, εἶδα ἕνα πολύ καλό ὄνειρο, τό ὁποῖον ἀφορᾶ καί σένα, ἀλλά δέν θά ἠμπορέσω νά σοῦ τό εἰπῶ. Μόνο νά ἀγαπᾶς καί νά ὑπηρετῆς τόν Θεό καί τούς Ἁγίους μας καί ὁ Κύριος ἔχει τήν φροντίδα του γιά σένα καί ἐδῶ καί στήν ἄλλη ζωή.

Αὐτό τό ὄνειρο, παρότι δέν ἔμαθα τί ὄνειρο ἦτο, ὅμως ἐμένα μέ ὠφέλησε καί μοῦ δυνάμωσε τήν πίστι μου γιά τόν πνευματικό μου ἀγῶνα.

Ἀρκετό καιρό μετά τήν κοίμησι τοῦ Γέροντός μου, μοῦ ἔλεγε ὁ π. Σεραφείμ, ἐπῆγα στόν ἀσκητή Γέροντα Παΐσιο, τόν θαυματουργό καί Προφήτη, πού ἔμενε στήν Παναγούδα τῶν Καρυῶν, νά τοῦ εἰπῶ τόν πόνο μου. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ μέ ἄκουσε μοῦ ὡμίλησε σάν προφήτης, λέγοντάς μου: "Μή στενοχωρῆσαι, π. Σεραφείμ, σέ λίγο καιρό θά σοῦ στείλη ὁ Θεός ἕνα καλό παιδί γιά ὑποτακτικό σου κι αὐτός θά πάρη καί τό ὄνομα τοῦ σεβαστοῦ Γέροντός σου". Καί πράγματι ἡ Παναγία μοῦ ἔστειλε τό παλληκάρι αὐτό, τό ὁποῖο ἐκάρη μοναχός λαμβάνοντάς τό ὄνομα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μου. Κι ἔτσι τώρα χαίρομαι, διότι λέγω ὅτι ὁ Γέροντάς μου ἦλθε πάλι ἀνάμεσά μου, ἀφοῦ καθημερινά ἀκούω τό ὄνομά του, τό ὄνομα τοῦ πνευματικοῦ του ἐγγόνου.

Μοῦ ἔλεγε ἀκόμη ὁ π. Σεραφείμ κι ἕνα ἄλλο θαυμαστό περιστατικό πού συνέβη ἔξω, ἀμέσως μετά τήν κοίμησί του. Εἶχε ἔλθει ἕνας ἐξάδελφός του ἀπό τήν Καβάλλα νά τόν ἰδῆ. Δέν πίστευε στόν Θεό, διότι εἶχε ἀθεϊστικές πεποιθήσεις. Εἶχε πεθάνει ὁ Παπποῦς καί ἐκεῖνος ἐπῆγε κοντά του καί τόν ἐρωτᾶ:

-Τί κάνεις, παπᾶ Παῦλο; Εἶσαι καλά;

-- Ναί, ἐκεῖ πού εὑρίσκομαι εἶμαι πολύ καλά.

Τοῦ ὡμίλησε ἐνῶ ἦτο πεθαμένος καί ἐπρόκειτο νά τόν βάλλουν στό ψυγεῖο γιά μία νύκτα. Τό περιστατικό αὐτό ἐδημιούργησε συγκλονισμό στόν ἐξάδελφό του, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἄρχισε νά πιστεύη στόν Θεό. Ἐξωμολογήθηκε καί μπῆκε σάν πιστός δοῦλος στήν Μάντρα τοῦ Χριστοῦ μας. Ὁ Γέροντας καί νεκρός ἀκόμη ὡδηγοῦσε τίς πλανεμένες Ψυχές στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν...

Θά ἠμποροῦσα κι ἄλλες μαρτυρίες νά συγκεντρώσω γιά τόν ῞Οσιο Γέροντα  καί Πνευματικό π. Παῦλο, ἀλλά ὁ λέων εἶναι γνωστός ἀκόμη καί ἐκ τοῦ ὄνυχος.

Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Πνευματικοῦ παπᾶ Παύλου. Εἴθε μέ τίς εὐχές του κι ἐμεῖς νά συνεχίσουμε τόν κοπιώδη δρόμο μας πρός τήν ποθητή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου