ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ

Ι. Μ. Συχαστρίας

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

Ὑπό Γέροντος Κλεόπα Ἠλίε

Σπουδαστής: Ἀνέφερες προηγουμένως, πάτερ, καί ἄκουσα καί ἄλλους νά ὁμιλον περί προσωπικς σωτη­ρίας. Τί εἶναι αὐτό τό ἔργο;

Ἱερεύς: Μερικές θρησκευτικές ὁμολογίες διδάσκουν ὅτι ἡ προσωπική σωτηρία προϋποθέτει μόνο τήν θεία Χάρι, κατά τόν Καλβίνο, ἤ τήν χάρι τῆς πίστεως, δηλαδή τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό, κατά τόν Λούθηρο, μέ τήν ὁ­ποία ἀπονέμονται στόν ἄνθρωπο «οἱ ἀρετές» τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Συνεπῶς, σέ γενικές γραμμές, ὑπάρχουν χριστιανοί προτεστάνται πού πιστεύουν ὅτι ἡ σωτηρία προέρχεται μόνο μέ τήν πίστι καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἐκ μέρους τοῦ ἑαυτοῦ του καμμία προϋπόθεσι γιά τήν σωτηρία του.

Ἐκκλησία μας ὅμως διδάσκει ὅτι ἡ προσωπική σωτηρία μας δέν εἶναι ἕνα δῶρο, οὔτε ἕνα ἁπλό ἔργο, ἀλλά εἶναι μία διαδικασία καί ἕνα ἔργο τό ὁποῖο ἀναπτύσσεται βαθμιαίως καί πραγματοποιεῖται μέ τήν συνεργα­σία τῶν δύο παραγόντων: τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ μᾶς προσφέρεται ἡ θεία Χάρις, ἐνῶ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναγκαία ἡ πίστις καί τά καλά ἔργα. Συνεπῶς, οί προϋποθέσεις τῆς προσωπικής σωτηρίας μας εἶναι: ἡ θεία Χάρις ἀπό τόν Θεό καί ἡ πιστις μέ τά καλά ἔργα ἀπό τόν ἄνθρωπο.

Ἡ ἀντικειμενική σωτηρία μας πραγματοποιήθηκε μόνο μέ τήν θυσία τοῦ Ίησοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ή προσωπική ή ύποκειμενική, πού στήν γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης ὀνομάζεται καί «δικαιοσύνη», «ἁγιασμός» ή «σωτηρία» μέ τήν στενή ἔννοια, πραγματοποιεῖται σάν μία συνέχεια τῆς αντικειμενικής σωτηρίας μέ τήν προσωπική μας δρα­στηριότητα σέ συνεργασία μέ τήν θεία Χάρι.

Ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἡ θεία Χάρις εἶναι ἀπολύτως άναγκαία, ἐπειδή ὅλοι ἁμαρτῆσαμε καί στεροῦμεθα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καί εἴμεθα δικαίωμένοι μέ τήν χάρι Του καί ἐξαγορασμένοι ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ (Ρωμ. 3, 23-24). «ὁ Θεός γάρ έστιν ὁ ένεργών έν ύμῖν καί τό θέλει ν καί τό ένεργείν ὑπέρ τῆς εύδοκίας» (Φιλ. 2,13). Καί «τή γάρ χάριτί έστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως" καί τοῦτο οὐκ έξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον' οὐκ έξ ἔργων, ἵνα μἤ τίς καυχήσηται. Αὐτοῦ γάρ έσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ ἐπί ἔργοις ἀγαθοίς, οίς προητοίμασεν ὁ Θεός ἵνα έν αὐτοῖς περιπατῆςω μεν» (Έφεσ. 2,8).

Ἀπό ὅλα αὐτά τά λόγια προκύπτει ὅτι ἡ θεία Χάρις εἶναι οπωσδήποτε ἀνάγκαία γιά τήν προσωπική μας σω­τηρία. Αὐτή ή ἀλήθεια προκύπτει καί ἀπό τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «ἐγώ είμι ή άμπελος, ύμείς τά κλήματα. ὁ μέ­νων έν έμοί κάγώ έν αὐτῶ, οὗτος φέρει καρπόν πολύν, ὅτι χωρίς έμοῦ ού δύνασθε ποιείν ούδέν. ἐάν μἤ τίς μείνη έν έ­μοί, εβλήθη ἔξω ὡς τό κλήμα καί έξηράνθη, καί συνάγουσιν αὐτά καί εἰς τό πῦρ βἄλλουσι, καί καίεται" ἐάν μείνητε έν έμοί καί τά ρήματά μου έν ύμίν μείνη, ὁ ἐάν θέλητε αίτῆσασθε, καί γενήσεται ύμίν» (Ίωάν. 15,5-7).

"Ετσι ή Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά ἐμᾶς ὁ χυμός πού πηγαίνει ἀπό τήν άμπελο στά κλήματα. ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀνθρώπου άπαιτεῖται ή σώζουσα ή ένεργουμένη πίστις, δηλ. «πίστις δι' ἀγάπης ένεργουμένη» (Γαλ. 5,6). Χωρίς αυτἤ τήν συμβολἡ τοῦ ἀνθρώπου, ή σωτηρία δέν προσφέρεται σέ κανέναν. Πίστι έν ἐπιγνώσει στόν Θεό, χωρίς ἀγαθά ἔργα, ἔχουν καί οί δαίμονες, διότι καί αὐτοί «πιστεύουσι καί φρίσσουσι» (Ἰακώβ. 2,19).

Τά ἀγαθά ἔργα μνημονεύονται καί αὐτά στήν ἁγία Γραφή ὡς ἀνάγκαία γιά τήν σωτηρία. ἡ Ἁγία Γραφή ει­ναι πλούσια σέ χωρία τά ὁποῖα ἀναφέρουν τά ἀγαθά ἔργα ὡς ἀναγκαία προῦπὁθεσι τῆς σωτηρίας μας (Ματθ. 25,34" Ίωάν. 5,29" Ρωμ. 2,6-13" Β' Κορ. 5,10" Ἰακώβ. 2,14-26" ἀποκ. 20,12 καί ἄλλα).

Σπουδαστής: Αὐτό εἶναι ἕνα θέμα πολύ ἐνδιαφέρον, γιά τό ὁποῖο ἐκάναμε μερικές συζητῆσεις καί μέ έκπροσώπους ἄλλων ὁμολογιών καί ἐπάνω στό ὁποῖο θά ἤθελα νά επιμείνουμε περισσότερο, ἀκόμη καί ἐάν τά λόγια μου, πάτερ, θά σάς έξοργίσουν. ἐκεῖνοι λέγουν ὅτι ἡ θεία Χάρις ἐργάζεται κατά τρόπο βίαιο καί ακάθεκτο. Συνεπῶς δέν μπορεῖ νά γίνη λόγος καθόλου περί έλευθερίας, οὔτε γιά κάποια ἀξία τοῦ ανθρώπου σέ ὁ,τι ἀφορᾶ τήν σωτηρία του. Αὐτό προκύπτει καί ἀπό τήν παραβολἡ τοῦ Σωτῆρος: «Καί εἶπεν ὁ Κύριος πρός τόν δοῦλον' έξελθε εἰς τάς ὁδοῦς καί φραγμούς καί άνάγκασον είσελθέϊν, ἵνα γεμισθῆ ὁ οίκός μου» (Λουκ. 14,23). Ἐνῶ ἄλλη φορά εἶπε ὁ Σωτήρ: «Ούδείς δύναται έλθεῖν πρός με, ἐάν μἤ ὁ πατήρ ὁ πέμψας με έλκύση αὐτόν, καί ἐγώ αναστῆςω αὐτόν τή έσχάτη ή μέρα» (Ίωάν. 6,44). Μέ αὐτή τήν ἔννοια μᾶς λέ­γει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τά ἑξῆς: «ὁ Θεός γάρ έστιν ὁ ένεργών έν ύμῖν καί τό θέλειν καί τό ένεργέῖν ὑπέρ τῆς εύδοκίας» (Φιλιπ. 2,13). ἀπό ὅλα αὐτά προκύπτει ὅτι δέν ὑπάρχει μία ελευθερία τῆς θελήσεως καί ὅτι τήν σωτηρία τήν δίνει μόνο ὁ Θεός.

Ἱερεύς: ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς διδάσκει καθαρά ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό ἐλεύθερος καί αύτεξούσιος, δηλ. μέ ἐλεύθερη θέλησι, ὅπως μᾶς λέγει τό "Αγιο Πνεῦμα: «Κύριε, ὡς ὁπλω εύδοκίας έστεφάνωσας ήμᾶς» (Ψαλμ. 5,13), ἐνῶ σέ ἄλλο μέρος λέγει: «(ὁ Θεός) έξ ἀρχής έποίησεν ἄνθρωπον καί άφήκεν αὐτόν έν χειρι διαβουλίου αὐτοῦ» (Σοφ. Σειράχ 15,14) καί πάλι: «παρέθηκέ σοι πυρ καί ύδωρ" ού ἐάν θέλης, έκτενεἰς τήν χεϊρά σου» (ένθ' άνωτ. στ. 16). ἐπίσης σέ ἄλλο μέρος ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς λέγει: «ἰδού ἐγώ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμε­ρον εὐλογίαν καί κατάραν' τήν εὐλογίαν, ἐάν ἀκούσητε τάς ἐντολάς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν» (Δευτ. 11, 26-27). Καί σέ ἄλλο μέρος λέγει: «Ίδοῦ δέδωκα προ προσώπου σου σήμερον τήν ζωήν καί τόν θάνατον, τό ἀγαθόν καί τό κακόν... διἁμαρτύρομαι ύμῖν σήμερον τόν τε οὐρανόν καί τήν γῆν, τήν ζωήν καί τόν θάνατον δέδωκα προ προσώ­που ὑμῶν, τήν εὐλογίαν καί τήν κατάραν' έκλεξαι τήν ζω­ήν σύ, ἵνα ζῆσης συ καί τό σπέρμα σου» (Δευτ. 30,15 καί 19).

Ή έλευθερία τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ έξάρτησις τῆς σωτηρίας ἀπό τήν έλευθερία του, φαίνεται πιό καθαρά καί ἀπό τά λόγια τοῦ Σωτῆρος: «Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ή ἀποκτείνουσα τους προφήτας καί λι­θοβολούσα τούς άπεσταλμένους πρός αὐτήν ποσάκις ήθέλησα έπισυναγαγεῖν τά τέκνα σου ὁν τρόπον έπισυνάγει ὁρνις τά νοσσία έαὐτῆς ὑπό τάς πτέρυγας, καί οὐκ ἤθελήσατε» (Ματθ. 23,37 καί 11,20). ἐνῶ στόν πλούσιο νέο εἶπε: «εί δέ θέλεις είσελθεϊν εἰς τήν ζωήν, τήρησον τάς ἐντολάς» (Ματθ. 19,17" Έβρ. 4,11 καί Ρωμ. 2,4).

Ἐνῶ ὁ Θεός μέσῳ τού προφήτου Ήσαῖου λέγει τά ἑξῆς: «Καί ἐάν θέλητε καί είσακούσητέ μου, τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε' ἐάν δέ μή θέλητε, μηδέ είσακούσητέ μου, μάχαιρα υμᾶς κατέδεται» (Ἠσ. 1, 19-20)" καί πάλι στόν πλούσιο νέο ὁ Κύριος εἶπε: «Εί θέλεἰς τέλειος εἶναι, ῦπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί δός πτωχοίς, καί έξεις θησαυρόν έν οὐρανώ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 39,21).

Σ' ὅλα λοιπόν αὐτά τά χωρία φαίνεται κατηγορημα­τικά ὅτι ὁ Θεός έπλασε τόν ἄνθρωπο μέ ελευθέρα θέλησι καί δέν ἀναγκάζει τήν θέλησι κανενός νά ἔλθη στήν σω­τηρία. Διότι, ἐάν ή θέλησις τοῦ ἀνθρώπου έπιέζετο γιά τήν σωτηρία, τότε ὁποιαδήποτε παίδευσις ή άμοιβή στήν μέλλουσα ζωή θά ἦταν χωρίς νόημα, ἐνῶ ὁ Θεός θά έπαυε νά εἶναι δίκαιος κριτῆς, ὅπως συνήθως Τόν ὀνομάζει ἡ ἁγία Γραφή. ἐάν ἐπετυγχάνετο ἡ σωτηρία μας χωρίς τήν προσωπική μας θέλησι, τότε δέν θά μπορούσαμε νά καταλάβουμε αὐτό πού λέγει ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: «τούς γάρ πάντας ήμᾶς φανερωθῆναι δει έμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τά διά τοῦ σώματος πρός ά έπραξεν, εἴτε ἀγαθόν εἴτε κακόν» (Β' Κορ. 5,10 καί Α' Κορ. 3,8).

Σπουδαστής: "Εχω μία μεγάλη ἀπορία: Μήπως ὁ Θεός καθώρισε προαιωνίως τήν τύχη τοῦ καθενός μας; Με­ρικούς δηλαδή νά τούς σώζη καί μερικούς νά τούς τιμωρή, ἀνάλογα μέ τίς ἀποφάσεις πού ἔλαβε ἀπό αἰώνων, τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ γιά τόν καθένα μας; Οί παρακάτω λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου φαίνεται αὐτή τήν γνώμη νά ύποστηρίζουν: «μήπω γάρ γεννηθέντων μηδέ πραξάντῶν τι ἀγαθόν ή κακόν, ἵνα ή κατ' έκλογήν τοῦ Θεοῦ πρόθεσις μένη, οὐκ έξ ἔργων, ἄλλ' έκ τοῦ καλοῦντος, έρρέθη αὐτή ὅτι ὁ μείζων δουλεύσει τω έλάσσονι, καθώς γέγραπται τόν Ἰακώβ ήγάπησα, τόν δέ Ήσαῦ έμίσησα. Τί ούν έροῦμεν; μή ἄδικία παρά τῶ Θεῶ; μή γένοιτο, τω γάρ Μωῦσή λέγει' έλεήσω ὁν άν έλεώ, καί οίκτειρήσω ὁν αν οίκτείρω. άρα ού τοῦ θέλοντος ούδέ τοῦ τρἔχοντος, ἀλλά τοῦ έλεοῦντος Θεοῦ. λέγει γάρ ή γραφή τω Φαραώ ὅτι εις αὐτό τοῦτο ἐξήγειρά σε, ὅπως ένδείξωμαι έν σοι τήν δύναμίν μου, καί ὅπως διαγγελἤ τό ὄνομά μου έν πάση τή γή. άρα ούν ὁν θέλει έλεεῖ, ον δέ θέλει σκληρύνει. Έρεις ούν μοι' τί έτι μέμφεται; τω γάρ βουλήματι αὐτοῦ τίς άνθέστηκε; μενοῦνγε, ώ ἄνθρωπε, σύ τίς εί ὁ άνταποκρινόμενος τώ Θεώ; μή έρεῖ τό πλάσμα τω πλάσαντι, τί με έποίησας οὕτως; ή οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ὁ κεραμεύς τοῦ πηλοῦ, έκ τοῦ αὐτού φυράματος ποιήσαι ὁ μέν εἰς τιμήν σκεῦος, ο δέ εις ἀτιμίαν;» (Ρωμ. 9, 11-21). ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέ­γει ἀκόμη: «Εὐλογητός ὁ Θεός... ὁ εὐλογήσας ήμᾶς... καθώς καί έξελέξατο ήμᾶς έν αὐτῶ προ καταβολής κόσμου  εἶναι ἡμᾶς άμωμους καί ἁγίους κατἐνώπιον αὐτού, έν αγάπη προορίσας ή μᾶς εις υιοθεσία ν διά Ἰησοῦ Χρι­στοῦ εις αὐτόν, κατά τήν εύδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ...» (Έφεσ. 1, 3-4). ἀπό ἐδῶ πάλι προκύπτει ὅτι ἡ σωτηρία προσφέρεται ἀνάλογα μέ τήν έπιλογἤ καί προ­αἰώνια ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ, Διότι λέγει πάλι ὁ ἀπόστο­λος: «Ήμεῖς δέ ὁφείλομεν εὐχαριστεί ν τῶ Θεῶ πάντοτε περί ὑμῶν... ὅτι εῖλετο ήμᾶς ὁ Θεός άπ' ἀρχής εις σωτηρίαν... εις δ έκάλεσεν ήμᾶς διά τοῦ Εὐαγγελίου ἡμῶν εις περιποίησιν δόξης τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β' Θεσ. 2, 13-14). Καί σέ ἄλλο χωρίο πάλι εἶναι γραμμένα τά ἑξῆς: «ἀλλά λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ έν μυστηρίω, τήν άποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ὁ Θεός προ τῶν αἰώνων εις δόξαν ἡμῶν» (Α' Κορ. 2,7)' καί ἀλλοῦ: «τίς γάρ σε δια­κρίνει; τί δέ ἔχεις δ οὐκ ἔλαβες; εί δέ καί ἔλαβες τί καυχά­σαι ὡς μή λαβών;» (Α' Κορ. 4,7). «ὁ Θεός γάρ έστιν ὁ ένεργών έν ύμίν καί τό θέλειν καί τό ένεργείν ὑπέρ τῆς εύδοκίας» (Φιλιπ. 2,13). Συνεπῶς λοιπόν, τό πρόβλημα τί­θεται ὡς ἑξῆς: Κανείς δέν σώζεται παρά μόνο ὅσοι εἶχαν ἀπό αἰώνων προεκλεχθῆ καί προορισθῆ ἀπό τόν Θεό. ὁ ἄνθρωπος στήν ζωή αὐτή ἀκολουθεί τήν τύχη πού τοῦ έχάραξε έκ τῶν προτέρων ὁ Θεός χωρίς τήν δυνατότητα νά τήν ἀλλάξη ἤ νά τήν άντικαταστῆση.

Ἱερεύς:  Ἡ Ἁγία Γραφή περιέχει ἀναμφισβήτητα χω­ρία, ή, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἔχει «ἰσχυρά ὀστᾶ». Μερικοί θά ἤθελαν νά σπάσουν αὐτά τά ὀστᾶ τῶν Γραφῶν μέ τά κατάλληλα μόνο γιά γάλα δόντια τῆς σοφίας τῶν, ἀλλά αὐτό τό ἔργο δέν θά μπορέσουν ποτέ νά τό κάνουν. "Οσοι θέλησαν άπ' αὐτούς νά εισέλθουν στό βάθος τῶν Γραφῶν, πνίγηκαν στόν απύθμενο ώκεανό τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Αὐτό έπαθαν ὁ Ώριγένης, ὁ Άρειος, ὁ Μακεδόνιος, ὁ Νεστόριος, ὁ Σαβέλλιος, ὁ Διὁσκουρος, ὁ Εύτυχής καί ὅλοι οί άρχηγοί τῶν παλαιών αἰρέσεων, οἱ ὁποῖοι πνίγηκαν στήν άπύθμενη θάλασσα τῶν ἁγίων Γραφῶν. Δέν ἦταν τό βάθος τῶν Γραφῶν ή αἰτία τῆς πτὡσεὡς τῶν καί τοῦ πνιγμού τῶν, ἀλλά αὐτοί οί ἴδιοι ἦταν ή αἰτία πού πνίγηκαν, λόγω τῶν άδυναμιών τῶν, στό βάθος τῶν μυστηρίων τῶν Γραφῶν.

Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι σάν μία πηγή ἤ ἕνα άπύθμενο πηγάδι τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό ὁποῖο έμέίς πρέπει νά ποτισθοῦμε καί νά πάρουμε ἀνάλογα μέ τό μέτρο τῶν δυνατοτήτων τῆς σοφίας μας καί κατά τήν πνευματική μας ἡλικία. Καί ὅπως ἀπό τό πηγάδι βγάζουμε τό νερό μέ τόν κουβά, τό άδειάζουμε στό κανάτι καί ἀπό έκεῖ στό ποτήρι γιά νά σβήσουμε τήν σωματική μας δίψα, ἔτσι πρέπει νά κάνουμε καί μέ τήν πνευματική μας δίψα, ὅταν πιεζώμεθα νά πιούμε ἀπό τόν βαθύτατο ώκεανό τῆς σο­φίας τῶν ἁγίων Γραφῶν. Διότι ἐάν βγάλουμε, μέ τήν πνευματική ἔννοια, περισσότερο νερό γιά τήν καθαρότη­τα τού νοῦ καί τῆς καρδίας μας, τότε θά γκρεμισθοῦμε έξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας καί έρευνητικότητός μας προ­σπαθώντας νά κατανοήσουμε τά ὑπερνοητά καί άκατάληπτα μέ τίς περιορισμένες ἀνθρώπινες δυνάμεις μας. ἐάν ἐπί παραδείγματι ἐμεῖς έβλέπαμε ἕνα παιδί τῆς πρώτης τάξεως νά προσπαθἤ νά μαθαίνη καί νά διδάσκη τούς ἄλλους αὐτά πού μαθαίνουν ἄλλοι φοιτηταί στά πανεπιστή­μια, πὁση θυμηδία καί γέλωτα θά προκαλοῦσε αὐτό τό ἔργο σέ ἐμᾶς! Τό ἴδιο καί χειρότερο γίνεται σ' αὐτούς πού θέλουν νά ερμηνεύσουν καί έπιλύσουν τά άκατάληπτα μυστήρια τῶν Γραφῶν μέ ἕνα νοῦ ἄπειρο καί άφώτιστο ἀπό τό "Αγιο Πνεῦμα.

Οί θεῖοι Προφήται καί Ἀπόστολοι, καθώς καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ έφθασαν μέ τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τῶν στήν ἁπλότητα καί άθωὁτητα τῶν νηπίων, ἐνῶ μέ τήν σοφία τῶν στήν κατάστασι τοῦ τελείου πνευματικά ἀνδρός (Έφεσ. 4,13), καί ὅμως δέν έτόλμησαν νά έρευνήσουν τά άνεξερεύνητα τῆς σο­φίας τοῦ Θεοῦ μυστήρια. ἀλλά μπροστά σ' αὐτές τίς ύψηλές ἔννοιες, παρέμεναν σάν έκστατικοί λέγοντας: «ὡς έμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε' σφόδρα έβαθύνθησαν οί διαλογισμοί σου» (Ψαλμ. 91,6) καί πάλι: «μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καί μεγάλη ή ἰσχύς αὐτοῦ, καί τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ έστιν ἀριθμός» (Ψαλμ. 146,5)' ἐνῶ σέ ἄλλο μέρος λέ­γεται: «Καί νῦν οὐκ έγνως εί μή ήκουσας; Θεός αἰώνιος ὁ Θεός ὁ κατασκευάσας τά άκρα τῆς γῆς, ού πεινάσει, ού­δέ κοπιάσει, ούδέ έστιν έξεὗρεσις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ» (Ήσ. 40,28). "Ας ἀκούσουμε καί τό σκεῦος τῆς εκλογής τόν ἀπόστολο Παῦλο νά λέγη μέ θαυμασμό: «Ω βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! ὡς άνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί άνεξιχνίαστοι αί οδοί αὐτοῦ. τίς γάρ έγνω νοῦν Κυρίου; ή τίς σύμβουλος αὐτοῦ έγένετο;» (Ρωμ. 11, 33-34).

Καταλαβαίνεις λοιπόν, ἄνθρωπέ μου, ὅτι αὐτό τό άπύθμενο βάθος τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά τό πλησιάση κανένας νος ἀπό τά κτίσματά Του πού εὑρίσκονται στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Πολύ πιό δύσκολο εἶναι γι' αὐτούς πού, χωρίς νά καθαρίσουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά ἀπό τά πάθη τῶν, τολμοῦν μόνοι τῶν νά εισδύ­σουν στό άπέραντο βάθος τῶν Γραφῶν, καί μάλιστα χω­ρίς νά ἔχουν τόν θειο φωτισμό.

Ἡ ἀφεντιά σου μοῦ ἀνἔφερες προηγουμένως μερικά χωρία, τά ὁποῖα σοῦ φαίνονται ὅτι τονίζουν ἕνα εἶδος άπολύτου προορισμού γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ή ἀλήθεια εἶναι τελείως διαφορετική.

Τό πρῶτο χωρίο (Ρωμ. 9, 11-21) ἀναφέρεται στήν κλήσι τῶν ἀνθρώπων πρός τήν χάρι καί δικαιοσύνη ἐν Χριστῶ Ίησοῦ. ὁ ἀπόστολος θέλει νά ἀποδείξη μέ αὐτό τό παράδειγμα ὅτι ἡ κλήσις καί ἡ δικαιοσύνη τῶν ἄνθρώπων δέν έξαρτάται μόνο ἀπό τά «ἔργα τοῦ νόμου», ἀλλά ἀπό τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καλεί μέ τήν χά­ρι Του ὅλους τούς ἀνθρώπους στήν σωτηρία, εἴτε εἶναι αὐτοί Ἰουδαίοι, εἴτε εἰδωλολάτραι (βλέπε ἀνωτέρω Ρωμ. 9, 22-24). Χωρίς τήν χάρι τοῦ Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι δέν μπο­ρουν νά κάνουν τίποτε δσον ἀφορᾶ τήν σωτηρία τῶν. ἐάν λοιπόν λέγεται ἐδῶ ὅτι ὁ Θεός δίνει στούς ἀνθρώπους τήν χάρι Του μόνο ἀπό τήν ἄπειρη ἀγαθότητά Του καί ὅτι παρέχει τελεία έλευθερία στόν ἄνθρωπο ἀκόμη καί πρό τῆς γεννήσεὡς του, μέ αὐτό τονίζεται ή σπουδαιότης τῆς προῦποθέσεως τῆς ἀντικειμενικής μας σωτηρίας ἡ τοῦ άγιασμοῦ μας, χωρίς νά έπαναλαμβάνεται πάλι καί ἡ προσωπική μας προῦπὁθεσις: ή έλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνεργάζεται μέ τήν θεία χάρι, μέ τήν πίστι καί τά καλά ἔργα" καί δέν έπαναλαμβάνεται πλέον καμμία ιδέα ὅτι ὡς βάσις προκαθορισμού τῆς ψυχής καί ειμαρμένης τοῦ κα­θενός μας ὑπάρχει ή πρόγνωσις τού Θεοῦ. ἀλλά αὐτό εἶναι υπονοούμενο δεδομένου ὅτι ὁ ἀπόστολος λέγει ὅτι μερικούς ὁ Θεός τούς παιδεύει καί τούς σκληρύνει, έφ' ὅσον αὐτοί ἔγιναν «σκεύη ὀργής» καί ὁ Θεός μέ μακροθυμία τούς ύπέμεινε. Ὁ Θεός γνωρίζει τό κάθε τι έκ τῶν προτέρων καί δέν χρειάζεται νά περάση ὁ καιρός πρῶτα γιά νά γνωρίση ὅτι μεταξύ τῶν δύο υιών τού Ἰσαάκ ὁ ἕνας θά εἶναι ὁ φορεύς τῶν μεσσιανικών Του έπαγγελιών. Ὁ­ποτε δέν εἶναι τίποτε τό θαυμαστό, ὅταν λέγη: «Τόν Ἰακώβ ήγάπησα, τόν δέ Ήσαῦ έμίσησα». ἐάν ειπούμε ὅτι ὁ Θεός έλεεί ὁποῖον θέλει καί τιμωρεῖ ὁποῖον θέλει, τότε πρέπει νά έρωτήσουμε: "Αραγε ποιόν θέλει ὁ Θεός νά έλεήση καί ποιόν ἀπό τούς ἀνθρώπους θέλει νά τιμωρήση; ἐάν άγαπά ἐκεῖνον πού τόν προορίζει γιά τήν σωτηρία, ποιοί στήν ζωή θά εἶναι οί κακοί; Καί ἐάν τιμωρή αὐτούς πού τόν ἀπορρίπτουν τότε ποιοί στήν ζωή θά εἶναι οί κα­λοί; "Η θέλει ὁ Θεός μερικοί καλοί νά γίνωνται κακοί, ἐνῶ ἄλλοι κακοί νά γίνωνται καλοί, χωρίς καμμία δικαία κρίσι καί άντἀπόδοσι; ἀλλά σ' αὐτή τήν περίπτωσι ποῦ  εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ή άμεροληψία, ἡ σοφία καί οἱ ἄλλες ι­διὁτητες τοῦ Θεοῦ; Οὔτε ἀκόμη καί μεταξύ τῶν ἀνθρώπων δέν εἶναι δυνατόν νά γίνη κάτι τέτοιο, καί ὅταν μολαταῦτα επιδίδονται οἱ ἄνθρωποι στήν αυθαἱρεσία αὐτό εἶναι μία δυστυχία καί ἀποτυχία.

Στά ύπόλοιπα χωρία ὁμοίως δέν αναφέρεται κάτι γιά τόν ἀπόλυτο προορισμό τῆς αἰωνίας σωτηρίας μιας ψυ­χής, ἀλλά γιά τήν έκλογή ή πρόσκλησι στήν χάρι πού τήν ώδήγησε ὁ Χριστός, ὄχι μέ βάσι τήν ἀξία καί ἀρετή τῆς ψυχής, ἀλλά μόνο μέ βάσι τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ή πρόσκλησις δέν εἶναι καθωρισμένη καί προσφερομένη μόνο σέ μερικούς, ὅπως λέγουν οἱ ὁπαδοί τοῦ ἀπολύτου προορισμού, ἀλλά προσφέρεται σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους, διότι ὁμιλει μόνο στόν πληθυντικό, ὁπότε δέν εἶναι μερικοί επιλεγμένοι καί εἰδικὡς προσκεκλημένοι μέ τήν ἔννοια τοῦ προορισμοῦ. Μέ αὐτή τήν ἔννοια λέγει ὁ ἀπό­στολος Παῦλος: «Τοῦτο γάρ καλόν καί ἀπόδεκτον ἐνῶπιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, ὁς πάντας ἀνθρώπους θέ­λει σωθῆναι καί εις ἐπίγνωσιν ἀληθείας έλθείν. εις γάρ Θεός, εῖς καί μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χρι­στός Ίησοῦς, ὁ δούς ἑαυτόν ἀντίλυτρον ὑπέρ πάντων, τό μαρτύριον καιροῖς ιδίοις» (Α' Τιμ. 2, 3-6). ἐάν θά θελή­σουμε νά ἐξηγήσουμε καί ἐδῶ τόν ἀπόλυτο προορισμό γιά τήν οὐράνια μεγαλειότητα, αὐτόν τόν προορισμό θά πρέπει νά τόν καταλάβουμε, κατά τό γράμμα καί τό Πνεῦμα τοῦ κειμένου, ὡς άπεριόριστον, καί τότε αὐτό θά σημαίνη ὅτι ἡ σωτηρία μας ἔρχεται αὐτομάτως σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους. "Ομως εἶναι γνωστό ὅτι δέν σώζονται ὅλοι, καί οί ἴδιοι οἱ ὁπαδοί τοῦ προορισμού λέγουν ὅτι ὁ ά- ριθμός τῶν προορισμένων γιά τήν σωτηρία εἶναι περιορι­σμένος.

Ή ἀλήθεια εἶναι ὅμως ὅτι ὁ Χριστός ἔφερε τήν σωτη­ρία σ' ὅλους, πρᾶγμα τό ὁποῖο οί θεολόγοι τό ὀνομάζουν γενική σωτηρία, ἀλλά τήν ύποκειμενική σωτηρία δἐν τῆν πραγματοποιοῦν ὅλοι, ἀλλά μόνο ὅσοι τήν ἀναζητήσουν καί τήν ἐπιδιώξουν. Ή ἀντικειμενική σωτηρία χαρίσθηκε σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ή ύποκειμενική ἐξαρτᾶται ἀπό τήν προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, καί αὐτοί πού ἐπιθυμοῦν νά σωθοῦν καί ἐργάζονται πρός αὐτό τόν σκοπό λαμβάνουν ὡς βοηθόν τήν θεία Χάρι. Αὐτή ή Χάρις δέν ἐργάζεται σέ ἐμᾶς μέ βία, ἀλλά ἐμεῖς τήν ἔχουμε πάντοτε ὡς μία συγκεκριμένη προσφορά στό ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Ἑπομένως γιά τόν ἀπόλυτο προορισμό καί τήν ἄνευ προῦποθέσεων σωτηρία δέν μπορεῖ νά γίνη λόγος. ἰδού λοιπόν ποιά  εἶναι ἡ ἀλήθεια σ' ὁ,τι ἀφορᾶ τόν προορισμό, τήν τύχη ἤ τήν ζωἡ τοῦ ἀνθρώπου.

Α. ἡ Ἁγία Γραφἤ ὁμιλεῖ συχνά γιά κάποιο προορι­σμό μέ τήν ἔννοια τῆς προγνώσεως καί συγκεκριμένα:

1. Κατευθεῖαν, ὁμιλώντας ἐνίοτε γιά «πρόγνωσι» (Πράξ. 2,23) καί «προορισμό» (Ρωμ. 8,29), γιά «βουλἡ τοῦ θελήματος αὐτοῦ (τοῦ Θεοῦ)» (Έφεσ. 1,11), γιά «μυ­στήριο ἀποκεκρυμμένο άπ' αἰώνων» (Κολ. 1,26" Έφεσ. 3,9) καί «βιβλίο τῆς ζωῆς» (Λουκ. 10,20" ἀποκ. 20,15).

λλά αὐτός ὁ προκαθορισμός βασίζεται στήν ζωή καί τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, τά ὁποῖα εἶναι γνωστά στόν Παντογνὡςτη Θεό. Μάλιστα ἡ Ἁγία Γραφή λέγει ἐπί λέ­ξει: «Οῖδαμεν δέ ὅτι τοις άγαΠῶςι τόν Θεόν πάντα συνερ­γεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητόίς ούσιν' ὅτι οῦς προέγνω, καί προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υιού αὐτοῦ... οὕς δέ προώρισε, τούτους καί έκάλεσε, καί οῦς έκάλεσε, τούτους καί έδικαίωσε» (Ρωμ. 8, 28-30).

Γνωρίζουμε κατόπιν ὅτι στήν μέλλουσα κρίσι θά ύπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων θά κριθοῦν ὅλοι καί δέν θά κριθοῦν αύθαιρέτως (Ματθ. 25, 34-36) δηλαδή μέ ἀπόφασι πού θά ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀξία ή ἀναξιότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία συμμορ­φώθηκαν σ' αὐτά τά κριτήρια, διότι ή κρίσις τότε θά εἶναι πολύ δικαία καί αδέκαστος. ὁ Ἀπόστολος λέγει: «τούς γάρ πάντας ήμᾶς φανερωθῆναι δεί έμπροσθεν τοῦ βήμα­τος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τά διά τοῦ σώματος πρός ά έπραξεν, εἴτε ἀγαθόν εἴτε κακόν» (Β' Κορ.

5,10 καί Α' Κορ. 3,8). «Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καί θερίσει, καί ὁ σπείρων έπ' εὐλογίαις έπ' εὐλογίαις καί θερίσει» (Β' Κορ. 9,6).

2. Ή "Ἁγία Γραφή  διατυπώνει ἐμφανέστερα αὐτή τήν διδασκαλία. "Ετσι επαναλαμβάνει συχνά ὅτι ὁ Θεός δέν θέλει τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλού (Β' Πέτρ. 3,9" Ρωμ. 3,29' 'Εφεσ. 4,6), ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι καλεσμένοι στήν σωτηρία (Ματθ. 28,19" Ρωμ. 10,18 κλπ.) καί ὅτι ὁ Θεός έπλεὁνασε τήν χάρι Του, έκεῖ ὅπου έπερίσσευσε ή ἁμαρτία γιά νά δώση σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας (Ρωμ. 5,15* Ίωάν. 3,19). "Ολα αὐτά θά ἦταν ἕνα ψεύδος, ἐάν ὁ αριθμός τῶν ἐκλεκτῶν θά ἦταν πε­ριορισμένος.

Β. Ή ἱστορία μέ ὅλους τούς έκκλησιαστικούς Πατέ­ρας καί τούς λοιπούς θεολόγους μεγάλου κύρους, καθώς καί ὁλη ἡ Ἱερά Παράδοσις. Μέ ὅλα τά άδιάσειστα ἀποδεικτικά στοιχεία της, πιστοποιοῦν ὅτι ἦταν πάντοτε στήν Ἐκκλησία ή διδασκαλία περί τῆς θείας προγνώσεως.

ὁ ἅγιος Ειρηναίος (+ 202 μ.Χ.) λέγει: «ὁ Θεός ὁ ὁποῖος ὅλα τά γνωρίζει ετοίμασε... κατάλληλη κατοικία: διότι σ' αὐτούς πού ζητοῦν τό άπρόσιτο φῶς καί τό πο­θοῦν τούς δίνει μέ ἀγαθωσύνη αὐτό τό φῶς». ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει: «ὁ Θεός μᾶς προώρισε γιά σωτηρία ὄχι μόνο ἀπό ἀγάπη, ἀλλά καί έξ αἰτίας τῶν καλών μας ἔργων, διότι ἐάν αὐτή (σωτηρία) έξαρτάτο μόνο ἀπό τά καλά μας ἔργα, τότε ὁ ερχομός τοῦ Χριστοῦ καί κάθε τι πού ἔκανε Αὐτός γιά τήν σωτηρία μας θά ἦταν ὡς έκ πε­ρισσού». Παρόμοια ὁ ἅγιος Ίλαρίων γράφει: «ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὁ Θεός προεἶδε, έκέῖνα καί προώρισε». ὁ μακά­ριος ἱερῶνυμος (+420) γράφει: «Γι' αὐτά τά ὁποῖα έγνώριζε ὁ Θεός ὅτι θά γίνουν στήν ζωἡ τοῦ Υίοῦ Του αὐτά καί ἐπέτρεψε (προώρισε) γιά τόν Υἱό του». Ὁ ἅγιος Αμβρό­σιος λέγει: «ὁ Θεός δέν προώρισε παρά μόνο ἀφοῦ πρῶτα ἐγνώριζε' σ' αὐτούς πού προεϊδε τήν ἀξία σ' αὐτούς προώρισε καί τήν (πνευματική) αμοιβή.

Σπουδαστής: ἐάν ή χάρις εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ο­πωσδήποτε γιά τήν σωτηρία καί ἐάν ή σωτηρία εἶναι ἕνα δῶρο τού Θεοῦ δοσμένο μέ τήν χάρι, ἔχουμε πλέον καί ἐμεῖς κάποιο μέρος στό ἔργο γιά τήν σωτηρία μας.

Ἱερεύς: Ναί, ἔχουμε καί ἐμεῖς ἕνα μέρος ὁπότε ή χά­ρις εἶναι οπωσδήποτε ἀναγκαία γιά τήν σωτηρία μας καί ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σωθῆ μόνος του. ἐμεῖς δέν εἴμεθα σάν τά κούτσουρα ή τίς πέτρες μέ τά ὁποῖα ὁ Θεός κάνει ὁ,τι θέλει.

ἐάν ή χάρις θά ἔργαζὅταν μόνη της τότε αὐτό θά έσήμαινε ὅτι ἐμεῖς βαδίζουμε χωρίς τήν θέλησί μας στήν σωτηρία μας. Σ' αὐτή τήν περίπτωσι ἐάν μερικοί δέν σώ­ζονται, αὐτό δέν προῆλθε έξ α'ιτίας τῶν, ἀλλά ἀπό τήν χά­ρι, ἡ ὁποία δέν τούς ήνάγκασε νά σωθοῦν,  αὐτό ὅμως εἶναι μία διδασκαλία τῶν Καλβινιστῶν, πού λέγεται τοῦ πολύτου προορισμού. Κατ' αὐτή τήν διδασκαλία, ὁ Θεός απεφάσισε ἀπό αἰώνων νά σώση μερικούς ἀνθρώπους καί νά άπωλέση τούς ἄλλους, κατά τήν άρέσκειά Του, ὄχι μέ τόν τρόπο πού θά ἔργασθοῦν αὐτοί, ἀλλά μέ τήν χάρι, τήν ὁποία άπεφάσισε νά δώση γιά νά σωθοῦν μερικοί. Σέ με­ρικούς δίνει τήν χάρι, ἡ ὁποία καί τούς ἀναγκάζει νά ἔργασθοῦν κατά τό θέλημά Του, ἐνῶ στούς ἄλλους δἐν τῆν δίνει.

Σπουδαστής: λλά ή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἄλλη άπ' αὐτή;

Ἱερεύς: Σοῦ έφανέρωσα ἀνωτέρω ἀρκετά καθαρά καί έκτενὡς καί ἀκόμη σοῦ προσθέτω τά ἑξῆς: «ὁ Θεός θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆ ναι καί εις ἐπίγνωσιν άληθείας έλθεῖν» (Α' Τιμ. 2,4). Ή χάρις δέν ἀναγκάζει κανέ­ναν. Οι ἄνθρωποι ἔχουν τήν έλευθερία νά τήν δεχθοῦν καί νά συνεργασθοῦν μέ αὐτήν ἤ νά τήν ἀπορρίψουν. Οι πρῶτοι σώζονται καί οἱ ἄλλοι χάνονται. Κράτησε στόν νοῦ   σου, παιδί μου, πολύ καλά αὐτά πού ἄκουσες γιά νά παραμείνης ἀληθινός ὀρθόδοξος καί νά διαφωτίζεσαι μέ αὐτά.

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά. Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου