Ἔφυγε ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ ὁ μακαριστὸς π. Χρῆστος Παππᾶς, ὁ ἱερέας τοῦ Ἀλύκου, μιὰ ἰδιαίτερα σεβαστὴ καὶ ἀγαπητὴ μορφὴ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀργυροκάστρου. Ἔφυγε πλήρης ἡμερῶν, σὲ ἡλικία 88 ἐτῶν, ἀφήνοντας πίσω του μιὰ ζωὴ γεμάτη πίστη, προσευχή, προσφορὰ καὶ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν ἄνθρωπο.
Ὁ π. Χρῆστος γεννήθηκε τὸ 1938 στὸ Ἀλύκο τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ ἀνδρώθηκε μέσα στὰ δύσκολα χρόνια τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἐνβὲρ Χότζα. Ἔζησε τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ πίστη διωκόταν, οἱ ναοὶ ἔκλειναν καὶ κάθε θρησκευτικὴ ἔκφραση ἀντιμετωπιζόταν μὲ ἐχθρότητα. Μέσα σὲ ἐκεῖνες τὶς συνθῆκες, ὅμως, κράτησε τὴν πίστη του.
Ἡ φλόγα ποὺ εἶχε παραλάβει ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ τὴν παράδοση τοῦ τόπου του δὲν ἔσβησε. Ἀντιθέτως, ἔμελλε, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, νὰ γίνει ὁ ἴδιος φορέας τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ὀρθόδοξης ζωῆς στὴν πατρίδα του.
Πρὶν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη του ὑπηρέτησε ὡς δάσκαλος. Ἦταν ἄνθρωπος μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς· ἥσυχος, σεμνός, λιτός, ἀπλὸς καὶ εὐγενικός. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἐπεδίωκε τὴν προβολὴ καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλα λόγια. Ἡ ζωὴ καὶ ἡ συνέπειά του μιλοῦσαν γιὰ ἐκεῖνον.
Τὸ 1991, στὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας ἐποχῆς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας, ὁ π. Χρῆστος ἔλαβε τὸ ἱερατικὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας κυρὸ Ἀναστάσιο, κατὰ τὴν πρώτη του ἐπίσκεψη στὴν Ἀλβανία ὡς Ἐξάρχου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.Ἦταν ὁ πρῶτος ἱερέας ποὺ χειροτόνησε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος ὡς Ἔξαρχος τότε,, γεγονὸς ποὺ συνδέει πλέον τὸ ὄνομα τοῦ π. Χρήστου μὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς στιγμὲς τῆς νεότερης ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας.
Ἀπὸ τότε καὶ γιὰ περισσότερο ἀπὸ τρεῖς δεκαετίες ἔμεινε πιστὸς στὴν ἀποστολή του.
Στὸ Ἀλύκο, στοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ ὅπου ἀλλοῦ ὑπῆρχε ἀνάγκη, ὁ π. Χρῆστος ἦταν παρών. Στὸν ναό, στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο, στὰ Μυστήρια, στὶς Ἀκολουθίες, στὶς χαρὲς καὶ στὶς λύπες τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ἱερωσύνη γιὰ ἐκεῖνον δὲν ἦταν ἕνα ἀξίωμα, οὔτε μιὰ ἐπαγγελματικὴ ἐνασχόληση. Ἦταν διακονία. Ἦταν χρέος. Ἦταν ἀποστολὴ ζωῆς.
Δὲν ἄφηνε εὔκολα τὶς Ἀκολουθίες. Ἀκόμη καὶ στὰ βαθιὰ γεράματά του, ὅταν οἱ σωματικὲς δυνάμεις εἶχαν πλέον περιοριστεῖ, ὅσο μποροῦσε ἔπαιρνε τὸν δρόμο γιὰ τὸν ναό. Ἐπιθυμοῦσε νὰ τελέσει τὴ Θεία Λειτουργία, νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, νὰ προσευχηθεῖ μαζί μὲ τὸν λαό του.
Ἐκεῖ ἦταν ὁ τόπος του. Ἐκεῖ ἔνιωθε ὅτι ἀνήκει. Καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία φαινόταν ὄχι μόνο στὸ πόσο ὑπηρετοῦσε, ἀλλὰ καὶ στὸ πόσο ἀγωνιζόταν ὁ ἴδιος γιὰ τὴν πνευματική του ζωή.
Παρότι ἦταν ἱερέας τόσων δεκαετιῶν, παρότι εἶχε διακονήσει ἀμέτρητους ἀνθρώπους, δὲν θεωροῦσε ποτὲ ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ πνευματικὴ καθοδήγηση.
Καὶ στὰ γεράματά του ἀκόμη ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ πηγαίνει νὰ ἐξομολογεῖται.
Εἶχε πνευματικό. Ἔλεγε τοὺς λογισμούς του, τοὺς προβληματισμούς του, ὅσα τὸν ἀπασχολοῦσαν. Ἀναζητοῦσε τὴ συμβουλή, τὴν εὐχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ στήριξη.
Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὄμορφα μαθήματα ποὺ μᾶς κληροδοτεῖ.
Ὁ πραγματικὰ ἐκκλησιαστικὸς ἄνθρωπος δὲν παύει ποτὲ νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του μαθητή. Ὁ πραγματικὰ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν θεωρεῖ ὅτι ἔφθασε στὸ τέλος τοῦ πνευματικοῦ δρόμου, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ ἐξετάζει τὴν καρδιά του, νὰ ἐξομολογεῖται τοὺς λογισμούς του καὶ νὰ ζητεῖ τὴν εὐλογία καὶ τὴν καθοδήγηση.
Ὁ π. Χρῆστος ἦταν ἄνθρωπος προσευχῆς. Ἡ προσευχὴ ἦταν τρόπος ζωῆς. Ἔμαθε νὰ ζεῖ μὲ τὸν Θεὸ μέσα στὶς δυσκολίες, νὰ ἐμπιστεύεται τὸ θέλημά Του καὶ νὰ ἀντλεῖ δύναμη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Ὑπῆρξε καὶ ἄνθρωπος τῆς οἰκογένειας. Μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό του δημιούργησαν οἰκογένεια καὶ ἀπέκτησαν τρία παιδιά. Ἡ πατρικὴ του ἀγάπη καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τοὺς δικούς του ἀνθρώπους ἀποτελοῦσαν ἕνα ἀκόμη κομμάτι τῆς ζωῆς του, ποὺ συνδύαζε τὴν οἰκογενειακὴ εὐθύνη μὲ τὴν ἱερατικὴ διακονία.
Στὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν τῆς ἱερατικῆς του πορείας βάπτισε παιδιά, τέλεσε γάμους, κήδεψε ἀνθρώπους, ἐξομολόγησε ψυχές, κοινώνησε πιστούς, τέλεσε χιλιάδες Θείες Λειτουργίες καὶ βρέθηκε δίπλα στοὺς ἀνθρώπους στὶς πιὸ σημαντικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τους.
Γιὰ πολλοὺς δὲν ἦταν ἁπλῶς ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχαν συνηθίσει νὰ βλέπουν στὸν ναό. Ἡ γνώριμη, ἥσυχη παρουσία. Ἡ φωνὴ ποὺ ἔψαλλε τὶς Ἀκολουθίες. Ὁ ἱερέας ποὺ εὐλόγησε τὰ παιδιά τους, στεφάνωσε τὰ παιδιά τους, βάπτισε τὰ ἐγγόνια τους, ἔκλαψε μαζί τους στὶς κηδεῖες τῶν δικών τους.
Ἔγινε, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξει, κομμάτι τῆς ζωῆς μιᾶς ὁλόκληρης γενιᾶς.
Ὁ π. Χρῆστος γεννήθηκε τὸ 1938 στὸ Ἀλύκο τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ ἀνδρώθηκε μέσα στὰ δύσκολα χρόνια τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἐνβὲρ Χότζα. Ἔζησε τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ πίστη διωκόταν, οἱ ναοὶ ἔκλειναν καὶ κάθε θρησκευτικὴ ἔκφραση ἀντιμετωπιζόταν μὲ ἐχθρότητα. Μέσα σὲ ἐκεῖνες τὶς συνθῆκες, ὅμως, κράτησε τὴν πίστη του.
Ἡ φλόγα ποὺ εἶχε παραλάβει ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ τὴν παράδοση τοῦ τόπου του δὲν ἔσβησε. Ἀντιθέτως, ἔμελλε, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, νὰ γίνει ὁ ἴδιος φορέας τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ὀρθόδοξης ζωῆς στὴν πατρίδα του.
Πρὶν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη του ὑπηρέτησε ὡς δάσκαλος. Ἦταν ἄνθρωπος μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς· ἥσυχος, σεμνός, λιτός, ἀπλὸς καὶ εὐγενικός. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἐπεδίωκε τὴν προβολὴ καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλα λόγια. Ἡ ζωὴ καὶ ἡ συνέπειά του μιλοῦσαν γιὰ ἐκεῖνον.
Τὸ 1991, στὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας ἐποχῆς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας, ὁ π. Χρῆστος ἔλαβε τὸ ἱερατικὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας κυρὸ Ἀναστάσιο, κατὰ τὴν πρώτη του ἐπίσκεψη στὴν Ἀλβανία ὡς Ἐξάρχου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.Ἦταν ὁ πρῶτος ἱερέας ποὺ χειροτόνησε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος ὡς Ἔξαρχος τότε,, γεγονὸς ποὺ συνδέει πλέον τὸ ὄνομα τοῦ π. Χρήστου μὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς στιγμὲς τῆς νεότερης ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας.
Ἀπὸ τότε καὶ γιὰ περισσότερο ἀπὸ τρεῖς δεκαετίες ἔμεινε πιστὸς στὴν ἀποστολή του.
Στὸ Ἀλύκο, στοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ ὅπου ἀλλοῦ ὑπῆρχε ἀνάγκη, ὁ π. Χρῆστος ἦταν παρών. Στὸν ναό, στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο, στὰ Μυστήρια, στὶς Ἀκολουθίες, στὶς χαρὲς καὶ στὶς λύπες τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ἱερωσύνη γιὰ ἐκεῖνον δὲν ἦταν ἕνα ἀξίωμα, οὔτε μιὰ ἐπαγγελματικὴ ἐνασχόληση. Ἦταν διακονία. Ἦταν χρέος. Ἦταν ἀποστολὴ ζωῆς.
Δὲν ἄφηνε εὔκολα τὶς Ἀκολουθίες. Ἀκόμη καὶ στὰ βαθιὰ γεράματά του, ὅταν οἱ σωματικὲς δυνάμεις εἶχαν πλέον περιοριστεῖ, ὅσο μποροῦσε ἔπαιρνε τὸν δρόμο γιὰ τὸν ναό. Ἐπιθυμοῦσε νὰ τελέσει τὴ Θεία Λειτουργία, νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, νὰ προσευχηθεῖ μαζί μὲ τὸν λαό του.
Ἐκεῖ ἦταν ὁ τόπος του. Ἐκεῖ ἔνιωθε ὅτι ἀνήκει. Καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία φαινόταν ὄχι μόνο στὸ πόσο ὑπηρετοῦσε, ἀλλὰ καὶ στὸ πόσο ἀγωνιζόταν ὁ ἴδιος γιὰ τὴν πνευματική του ζωή.
Παρότι ἦταν ἱερέας τόσων δεκαετιῶν, παρότι εἶχε διακονήσει ἀμέτρητους ἀνθρώπους, δὲν θεωροῦσε ποτὲ ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ πνευματικὴ καθοδήγηση.
Καὶ στὰ γεράματά του ἀκόμη ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ πηγαίνει νὰ ἐξομολογεῖται.
Εἶχε πνευματικό. Ἔλεγε τοὺς λογισμούς του, τοὺς προβληματισμούς του, ὅσα τὸν ἀπασχολοῦσαν. Ἀναζητοῦσε τὴ συμβουλή, τὴν εὐχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ στήριξη.
Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὄμορφα μαθήματα ποὺ μᾶς κληροδοτεῖ.
Ὁ πραγματικὰ ἐκκλησιαστικὸς ἄνθρωπος δὲν παύει ποτὲ νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του μαθητή. Ὁ πραγματικὰ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν θεωρεῖ ὅτι ἔφθασε στὸ τέλος τοῦ πνευματικοῦ δρόμου, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ ἐξετάζει τὴν καρδιά του, νὰ ἐξομολογεῖται τοὺς λογισμούς του καὶ νὰ ζητεῖ τὴν εὐλογία καὶ τὴν καθοδήγηση.
Ὁ π. Χρῆστος ἦταν ἄνθρωπος προσευχῆς. Ἡ προσευχὴ ἦταν τρόπος ζωῆς. Ἔμαθε νὰ ζεῖ μὲ τὸν Θεὸ μέσα στὶς δυσκολίες, νὰ ἐμπιστεύεται τὸ θέλημά Του καὶ νὰ ἀντλεῖ δύναμη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Ὑπῆρξε καὶ ἄνθρωπος τῆς οἰκογένειας. Μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό του δημιούργησαν οἰκογένεια καὶ ἀπέκτησαν τρία παιδιά. Ἡ πατρικὴ του ἀγάπη καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τοὺς δικούς του ἀνθρώπους ἀποτελοῦσαν ἕνα ἀκόμη κομμάτι τῆς ζωῆς του, ποὺ συνδύαζε τὴν οἰκογενειακὴ εὐθύνη μὲ τὴν ἱερατικὴ διακονία.
Στὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν τῆς ἱερατικῆς του πορείας βάπτισε παιδιά, τέλεσε γάμους, κήδεψε ἀνθρώπους, ἐξομολόγησε ψυχές, κοινώνησε πιστούς, τέλεσε χιλιάδες Θείες Λειτουργίες καὶ βρέθηκε δίπλα στοὺς ἀνθρώπους στὶς πιὸ σημαντικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τους.
Γιὰ πολλοὺς δὲν ἦταν ἁπλῶς ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχαν συνηθίσει νὰ βλέπουν στὸν ναό. Ἡ γνώριμη, ἥσυχη παρουσία. Ἡ φωνὴ ποὺ ἔψαλλε τὶς Ἀκολουθίες. Ὁ ἱερέας ποὺ εὐλόγησε τὰ παιδιά τους, στεφάνωσε τὰ παιδιά τους, βάπτισε τὰ ἐγγόνια τους, ἔκλαψε μαζί τους στὶς κηδεῖες τῶν δικών τους.
Ἔγινε, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξει, κομμάτι τῆς ζωῆς μιᾶς ὁλόκληρης γενιᾶς.
Ὁ ἀποχαιρετισμὸς τοῦ Ἀλύκου
Καὶ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ τελευταίου ἀποχαιρετισμοῦ. Μὲ ἰδιαίτερη εὐλάβεια καὶ συγκίνηση, οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀλύκου, τῶν γύρω χωριῶν τοῦ Δήμου Φοινίκης, ἀλλὰ καὶ πιστοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, συγκεντρώθηκαν γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσουν τὸν π. Χρῆστο.
Ἄνθρωποι ποὺ τὸν γνώρισαν, ποὺ συνεργάστηκαν μαζί του, ποὺ προσευχήθηκαν μαζί του, ποὺ ἔλαβαν τὴν εὐλογία του, ἦρθαν νὰ τὸν συνοδεύσουν στὴν τελευταία του ἐπίγεια διαδρομή.
Στὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία χοροστάτησε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀργυροκάστρου κ. Ναθαναήλ.
Μέσα στὴν κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἀκολουθίας, ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἀποχαιρέτησε ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους καὶ πλέον χαρακτηριστικοὺς κληρικούς της.
Στὸν ἐπικήδειο λόγο του, ὁ οἰκεῖος Μητροπολίτης ἐξῆρε τὸ ἦθος, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ διάθεση προσφορᾶς στὴν Ἐκκλησία ποὺ χαρακτήριζαν τὸν π. Χρῆστο. Ἀρετὲς ποὺ τὸν ἔκαναν ἰδιαίτερα ἀγαπητὸ στὰ χωριὰ τοῦ Βούρκου καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν Ἁγίων Σαράντα.
Ἰδιαίτερα συγκινητικὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος τοῦ υἱοῦ του, Λεωνίδα, ὁ ὁποῖος ἀναφέρθηκε στὰ δύσκολα χρόνια τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας, στὶς δοκιμασίες ποὺ πέρασε ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ τόπος, ἀλλὰ καὶ στὴν ἱερατικὴ διακονία τοῦ πατέρα του.
Μίλησε γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὴν εὐλογία νὰ διακονήσει κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη σπουδαίων Ἱεραρχῶν, ὅπως ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος, ὁ Ἀργυροκάστρου κυρὸς Δημήτριος καὶ ὁ Κονίτσης κυρὸς Σεβαστιανός.
Ἡ παρουσία τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἰδιαίτερα σημαντική.
Στὴν τελετὴ συμμετεῖχαν οἱ Ἡγούμενοι τριῶν ἱστορικῶν Μονῶν μὲ τὶς ὁποῖες ὁ π. Χρῆστος εἶχε συνδεθεῖ πνευματικά: τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γηρομερίου Φιλιατῶν, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Λευκάδος καὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μολυβδοσκεπάστου Κονίτσης.
Ἦταν ἕνα τελευταῖο «εὐχαριστῶ» τῆς Ἐκκλησίας πρὸς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀγάπησε τὸ ἱερὸ καὶ ἔζησε μὲ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα.
Ἡ παρουσία τόσων ἀνθρώπων ἀπὸ διαφορετικὰ μέρη ἦταν ἡ πιὸ ζωντανὴ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἐπί δεκαετίες διακονία τοῦ π. Χρήστου εἶχε ἀφήσει βαθὺ ἀποτύπωμα.
Δὲν ἀποχαιρετοῦσαν μόνο ἕναν ἱερέα. Ἀποχαιρετοῦσαν ἕναν δικό τους ἄνθρωπο. Ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχαν δεῖ στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, στὸ ἐξομολογητήριο, στὸ σπίτι τους, στὴ χαρά τους, στὴ λύπη τους, στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος σημαντικῶν σταθμῶν τῆς ζωῆς τους.
Ἄνθρωποι ποὺ τὸν γνώρισαν, ποὺ συνεργάστηκαν μαζί του, ποὺ προσευχήθηκαν μαζί του, ποὺ ἔλαβαν τὴν εὐλογία του, ἦρθαν νὰ τὸν συνοδεύσουν στὴν τελευταία του ἐπίγεια διαδρομή.
Στὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία χοροστάτησε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀργυροκάστρου κ. Ναθαναήλ.
Μέσα στὴν κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἀκολουθίας, ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἀποχαιρέτησε ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους καὶ πλέον χαρακτηριστικοὺς κληρικούς της.
Στὸν ἐπικήδειο λόγο του, ὁ οἰκεῖος Μητροπολίτης ἐξῆρε τὸ ἦθος, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ διάθεση προσφορᾶς στὴν Ἐκκλησία ποὺ χαρακτήριζαν τὸν π. Χρῆστο. Ἀρετὲς ποὺ τὸν ἔκαναν ἰδιαίτερα ἀγαπητὸ στὰ χωριὰ τοῦ Βούρκου καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν Ἁγίων Σαράντα.
Ἰδιαίτερα συγκινητικὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος τοῦ υἱοῦ του, Λεωνίδα, ὁ ὁποῖος ἀναφέρθηκε στὰ δύσκολα χρόνια τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας, στὶς δοκιμασίες ποὺ πέρασε ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ τόπος, ἀλλὰ καὶ στὴν ἱερατικὴ διακονία τοῦ πατέρα του.
Μίλησε γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὴν εὐλογία νὰ διακονήσει κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη σπουδαίων Ἱεραρχῶν, ὅπως ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος, ὁ Ἀργυροκάστρου κυρὸς Δημήτριος καὶ ὁ Κονίτσης κυρὸς Σεβαστιανός.
Ἡ παρουσία τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἰδιαίτερα σημαντική.
Στὴν τελετὴ συμμετεῖχαν οἱ Ἡγούμενοι τριῶν ἱστορικῶν Μονῶν μὲ τὶς ὁποῖες ὁ π. Χρῆστος εἶχε συνδεθεῖ πνευματικά: τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γηρομερίου Φιλιατῶν, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Λευκάδος καὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μολυβδοσκεπάστου Κονίτσης.
Ἦταν ἕνα τελευταῖο «εὐχαριστῶ» τῆς Ἐκκλησίας πρὸς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀγάπησε τὸ ἱερὸ καὶ ἔζησε μὲ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα.
Ἡ παρουσία τόσων ἀνθρώπων ἀπὸ διαφορετικὰ μέρη ἦταν ἡ πιὸ ζωντανὴ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἐπί δεκαετίες διακονία τοῦ π. Χρήστου εἶχε ἀφήσει βαθὺ ἀποτύπωμα.
Δὲν ἀποχαιρετοῦσαν μόνο ἕναν ἱερέα. Ἀποχαιρετοῦσαν ἕναν δικό τους ἄνθρωπο. Ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχαν δεῖ στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, στὸ ἐξομολογητήριο, στὸ σπίτι τους, στὴ χαρά τους, στὴ λύπη τους, στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος σημαντικῶν σταθμῶν τῆς ζωῆς τους.
Ἡ τελευταία κατοικία
Μετὰ τὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία, ὁ π. Χρῆστος ἐνταφιάστηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Βαρβάρας.
Ἐκεῖ πλέον θὰ ἀναπαύεται τὸ σῶμα ἑνὸς ἱερέως ποὺ ἐπί δεκαετίες στάθηκε ὄρθιος στὸ ἱερὸ Βῆμα, ὑπηρετώντας τὸν Θεὸ καὶ τὸν λαό Του.
Ἐκεῖ πλέον θὰ ἀναπαύεται τὸ σῶμα ἑνὸς ἱερέως ποὺ ἐπί δεκαετίες στάθηκε ὄρθιος στὸ ἱερὸ Βῆμα, ὑπηρετώντας τὸν Θεὸ καὶ τὸν λαό Του.
Ἀλλὰ ἡ μνήμη του δὲν θὰ ταφεῖ. Θὰ μείνει στὸ Ἀλύκο. Θὰ μείνει στὰ χωριὰ τοῦ Βούρκου. Θὰ μείνει στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ βάπτισε, ποὺ πάντρεψε, ποὺ κοινώνησε, ποὺ παρηγόρησε. Θὰ μείνει στὴν Ἐκκλησία ποὺ ὑπηρέτησε μὲ ἀφοσίωση.
Καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα θὰ μείνει τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ ὅταν ἡ ἐποχὴ τὸν πολέμησε, δὲν ἐγκατέλειψε τὴν Ἐκκλησία ὅταν ἡ διακονία ἔγινε δύσκολη καὶ δὲν ἐγκατέλειψε τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο οὔτε ὅταν τὰ χρόνια βάρυναν τὸ σῶμα του.
Μέχρι τέλους. Ἴσως αὐτὲς οἱ δύο λέξεις νὰ περιγράφουν καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλη τὴ ζωὴ τοῦ π. Χρήστου. Πίστη μέχρι τέλους. Προσευχὴ μέχρι τέλους. Διακονία μέχρι τέλους. Ἀγάπη μέχρι τέλους.
Καὶ τώρα, ὅταν τὰ χείλη μας δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν τίποτε περισσότερο, ἂς τοῦ προσφέρουν τὴν προσευχή.
Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχήν σου, μακαριστὲ π. Χρῆστο, ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός.
Καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα θὰ μείνει τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ ὅταν ἡ ἐποχὴ τὸν πολέμησε, δὲν ἐγκατέλειψε τὴν Ἐκκλησία ὅταν ἡ διακονία ἔγινε δύσκολη καὶ δὲν ἐγκατέλειψε τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο οὔτε ὅταν τὰ χρόνια βάρυναν τὸ σῶμα του.
Μέχρι τέλους. Ἴσως αὐτὲς οἱ δύο λέξεις νὰ περιγράφουν καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλη τὴ ζωὴ τοῦ π. Χρήστου. Πίστη μέχρι τέλους. Προσευχὴ μέχρι τέλους. Διακονία μέχρι τέλους. Ἀγάπη μέχρι τέλους.
Καὶ τώρα, ὅταν τὰ χείλη μας δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν τίποτε περισσότερο, ἂς τοῦ προσφέρουν τὴν προσευχή.
Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχήν σου, μακαριστὲ π. Χρῆστο, ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός.
Ἂς εἶναι ἡ μνήμη σου αἰώνια καὶ εὐλογημένη.
Αἰωνία σου ἡ μνήμη, μακαριστὲ π. Χρῆστο.
Αἰωνία σου ἡ μνήμη, μακαριστὲ π. Χρῆστο.
Καὶ ὁ Κύριος, τὸν Ὁποῖο ἀγάπησες, ὑπηρέτησες καὶ ἐδόξασες σὲ ὅλη σου τὴ ζωή, νὰ σὲ κατατάξῃ ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν δικαίων καὶ νὰ σοῦ χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή καὶ τὴν ἀνάπαυση μετὰ τῶν Ἁγίων.
Αἰωνία ἡ μνήμη σου.
Χρῆστος Παππᾶς


