ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ὁ ἅγιος Κοσμας περι γυναικων (Ομιλια Μητροπολιτου Φλωρινης Αυγουστινου)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ Αγ. Κοσμας π. Αυγ.μικρΤοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ
Δευτέρα 24 Αὐγούστου 2026 (2003)
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Ὁ ἅγιος Κοσμας περι γυναικων
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Ἑορτάζει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτω­λός. Τί ἦταν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς; ἦταν ἐπίσκοπος; ἦταν ἀρχιεπίσκοπος; ἦταν πατριάρχης; Τίποτε ἀπ᾽ αὐτά. Ἕνας παπᾶς ἦταν, ἕνας καλο­γερόπαπας, ποὺ ὁ λαὸς μὲ σεβασμὸ τὸν ὠ­νόμασε «πάτερ Κοσμᾶ». Καὶ ὅμως ὁ παπᾶς αὐ­τὸς ἔ­­κλεινε μέσ᾿ στὰ στήθη του μεγάλη δύναμι. Μακάρι ὅλοι οἱ παπᾶδες μας νὰ εἶχαν τὴν εὐ­λάβεια ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.

Πόσο εὐτυχεῖς θὰ ἤμασταν, ἂν εἴχαμε ἱερεῖς σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ! Ἐκεῖνος ἦταν διδάσκαλος καὶ ἱεροκήρυκας ἀποστολικός. Τί θὰ πῇ ἀποστολικός; Ὅτι ὑπῆρξε μιμητὴς τῶν ἀ­ποστόλων, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ κορυφαίου Παύ­λου. Ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος σὰν χρυσάετος πέταξε σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι καὶ ἔσπειρε παντοῦ τὸ λόγο τῆς ἀληθείας, κήρυξε τὸ εὐ­αγ­γέλιο, ἵδρυσε ἐκκλησίες καὶ τέλος μαρτύρη­σε στὴ Ῥώμῃ, ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Ἀ­κολουθώντας τὰ ἴχνη τοῦ μεγάλου ἀποστόλου, πέταξε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος· διέτρεξε Θρᾴ­κη, Μακεδονία, νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ τοῦ Ἰονίου, Ἤπειρο, Βαλκάνια, καὶ κήρυξε παντοῦ σὲ μικροὺς καὶ μεγάλους. Τέλος, ὅπως ὁ Παῦ­λος μαρτύρησε ἐπὶ Νέρωνος στὴ ῾Ρώμη, ἔτσι κι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς μαρτύρησε ἐπὶ Ἀλῆ πασᾶ μέσα στὴ Βόρειο Ἤπειρο.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶχε συνήθεια, ὅπου κήρυττε νὰ στήνῃ ἕνα σταυρὸ καὶ κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ ἕνα σκαμνί. Ἀνέβαινε πάνω σ᾿ αὐτό, κι ἀπὸ ᾿κεῖ κήρυττε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Ἀπ᾿ ὅλη τὴ διδασκαλία του θὰ πάρουμε ἕ­να σημεῖο· θὰ δοῦμε, τί δίδασκε γιὰ τὶς γυναῖκες.

* * *

Πρέπει νὰ γνωρίζουμε, ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔζησε τὴν ἐποχὴ τῆς τουρκοκρατίας. Οἱ Τοῦρ­κοι, ποὺ κυριαρχοῦσαν, λόγῳ τῆς θρησκείας τους εἶχαν ἤθη βάρβαρα. Τὸ Κοράνιο διδάσκει, ὅτι ἡ γυναίκα εἶνε κατώτερη ἀπὸ τὸν ἄν­τρα. Ὁ ἄντρας, αὐτός εἶνε ὁ ἀφέντης, ἡ γυ­ναίκα εἶνε δούλη καὶ σκλάβα. Μποροῦσε ἕ­νας ἄντρας –καὶ σήμερα ἀκόμα μπορεῖ ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ Κοράνιο– νὰ πάρῃ 5, 10, 15, 20, 30 γυναῖκες, καὶ νὰ τὶς ἔχῃ κλεισμένες σὰν κοπάδι ζῴων στὰ περιβόητα χαρέμια. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐκείνη ἡ γυναίκα δὲν εἶχε ἀξία. Οἱ δὲ Χριστιανοί, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τοὺς μωαμεθανούς, τὴ θεωροῦσαν κι αὐτοὶ κάπως κατώτερη. Μαρτύριο εἶχε. Σηκωνόταν νύχτα, σκού­πιζε, ἔπλενε, καθάριζε, τάϊζε τὰ παιδιά, περιποιόταν τὸν ἀφέντη τὸν ἄντρα. Πήγαινε κατόπιν στὸ βουνό, μάζευε ξύλα, τὰ φορτωνόταν στὴ ῥάχι σὰν ὑποζύγιο, τὰ μετέφερε στὸ σπίτι, ἄναβε φοῦρνο, ζύμωνε, ἔπλαθε ψωμιά. Καὶ τὸ βράδυ δὲν κοιμόταν· ἐργαζόταν στὸν ἀργαλειό. Τὸ ἀποτέλεσμα ποιό ἦταν; Ἡ γυναί­κα δὲν ζοῦσε πολλὰ χρόνια· στὰ σαράντα της ἤτανε γριά· οἱ γυναῖκες πέθαιναν πολὺ νωρίς.
Σὲ τέτοια ἐποχὴ ἔζησε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Ἦ­ταν καλόγερος, ἀλλὰ δὲν ἦταν μισογύνης. Ποτέ δὲν ξέχασε, ὅτι δὲν γεννήθηκε ἀπὸ βρά­χο. Μιὰ μάνα τὸν γέννησε, μιὰ μάνα ἀγράμματη ἀλλὰ εὐλαβής, καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη μιλοῦσε γι᾽ αὐτήν. Γι᾿ αὐτὸ λυπόταν τὶς γυναῖ­κες, ἐνδιαφερόταν γι᾿ αὐτές. Ὅπου πήγαινε, ῥωτοῦσε· –Πῶς τὶς ἔχετε ἐδῶ τὶς γυναῖ­κες σας; μήπως τὶς θεωρεῖτε κατώτερες; –Γιὰ κατώτερες τὶς ἔχουμε. –Ὄ­χι, παιδιά μου, τοὺς ἔ­λεγε, αὐτὸ εἶ­νε ἁμαρτία· ἡ γυναίκα εἶνε ἴση μὲ τὸν ἄντρα. Ἄνθρωπος ὁ ἄντρας, ἄνθρωπος καὶ ἡ γυναίκα· δικαιώματα ὁ ἄν­τρας, δικαιώματα καὶ ἡ γυναίκα· ἀπὸ μιὰ κολυμβήθρα βγῆ­κε καὶ ὁ ἄντρας καὶ ἡ γυναίκα· καὶ οἱ δύο κοινωνοῦν τὰ ἄχραντα μυστήρια· εἶνε ἴσοι.
Καὶ αὐτὸ τὸ βεβαίωνε μὲ τὴν ἁγία Γραφή. Τί ἔλεγε; Ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὴ γυναῖκα, δὲν πῆρε τμῆμα ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἀντρός, γιατὶ δὲν ἤθελε ἡ γυναίκα νὰ ἐξουσιάζῃ τὸν ἄντρα· οὔτε ὅμως ἀπὸ τὸ πόδι του πῆρε, γιατὶ δὲν ἤθελε ἡ γυναίκα νὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν ἄντρα· ἀλλ᾿ ἀπὸ ποῦ πῆρε; Ὤ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ! Πῆρε ἀπὸ τὴν πλευρά, ποὺ σκεπάζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀντρός. Αὐτὸ διδάσκει, ὅτι ἡ γυναίκα πρέπει νὰ εἶνε κοντὰ στὴν καρδιά, σύν­τροφος, παρήγορος ἄγγελος, καὶ ὁ ἄν­τρας νὰ τὴν ἀγαπᾷ.
Ἔχει λοιπὸν ἀξία ἡ γυναίκα καὶ μεγάλη ἀ­ποστολή, νὰ φέρῃ παιδιὰ στὸν κόσμο καὶ νὰ τ᾽ ἀναθρέψῃ κατὰ Θεόν. Ὁ καλόγερος αὐτὸς εὐλογοῦσε τὸ γάμο. Ποιό γάμο; Τὸν τίμιο γάμο, ὅπου ἄντρας καὶ γυναίκα προσέρχονται ἁ­γνοὶ καὶ παρθένοι, κάτι ποὺ τώρα κατήντησε σπάνιο. Αὐτὸς ὁ γάμος εἶνε εὐλογημένος· τὰ ἄλ­λα δὲν εἶνε γάμος, εἶνε πορνεία καὶ μοιχεία.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ οἱ γυναῖκες τῆς ὑπαίθρου ὑπέφε­ραν, στὶς πόλεις οἱ Χριστιανὲς ὄχι μόνο ζοῦ­σαν καλύτερα, ἀλλ᾿ ἀγαποῦσαν καὶ τὴν πολυτέλεια. Οἱ ἀρχόντισσες ἦταν στολισμένες. Εἶ­χαν στὸ κεφάλι φλουριά, στὸ λαιμὸ καδένες πολύτιμες, στὰ χέρια δαχτυλίδια καὶ βραχιόλια, φοροῦσαν ῥοῦχα μεταξωτά. Αὐτὰ λυποῦ­σαν τὸν ἅγιο. Καὶ ἔλεγε· Ἄχ, πόσα παιδιὰ εἶνε πεινασμένα καὶ ἀγράμματα, ἐνῷ ἐσεῖς ἐπιδει­κνύεστε μὲ τόσο πλοῦτο! Φέρτε ἐδῶ τὰ φλου­ριά, τὰ δαχτυλίδια, τὶς καδένες σας, νὰ τὰ δώσουμε καὶ νὰ χτίσουμε σχολειά, ποὺ δὲν ἔχει ὁ τόπος μας… Καὶ πράγματι –πρὸς τιμήν τους– οἱ γυναῖκες τὸν ἄκουσαν κι ἄφηναν στὰ πόδια του τὰ στολίδια τους. Ἔτσι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔχτισε 300 σχολεῖα στὴν Ἑλλάδα. Εὐλογημένες οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες!
Ἄλλοτε πάλι, ὅταν οἱ γυναῖκες ὑπερηφανεύονταν γιὰ τὴν ὀμορφιά τους, τὶς δίδασκε ὅ­­τι τὸ σωματικὸ κάλλος εἶνε φθαρτὸ καὶ μάταιο. Καὶ ἔλεγε τὸ ἑξῆς ἀνέκδοτο. Ἕνας ἀ­σκη­τὴς κατέβηκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴν πολιτεία. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕναν ἄγγελο, ποὺ φαινόταν ὅμως σὰν ἄνθρωπος, καὶ κουβέντια­ζαν. Καθὼς περπατοῦσαν βρίσκουν ἕνα ἄλογο ψόφιο ποὺ βρωμοῦσε. Ὁ ἀσκητὴς ἔφραξε τὴ μύτη του, ὁ ἄγγελος ὄχι. Προχωροῦν καὶ παρακάτω βρίσκουν ἕνα βόδι ψόφιο. Πάλι ὁ ἀ­σκητὴς ἔφραξε τὴ μύτη του, ὁ ἄγγελος τίπο­τα. Περπατᾶνε λίγο ἀκόμα καὶ βρίσκουν ἕ­να ψόφιο σκύλο. Ὁ ἀσκητὴς ἔφραξε τὴ μύτη του, ὁ ἄγγελος δὲν τὴν ἔφραξε. Πλησιάζον­τας στὴν πόλι συναντοῦν μιὰ ὄμορφη κοπέλλα στολισμένη. Τότε, ἐνῷ ὁ ἀσκητὴς τὴν κοίταξε, ὁ ἄγγελος ἔφραξε τὴ μύτη του. Ὁ ἀσκη­τὴς τοῦ λέει· –Μὰ τί εἶσαι σύ; τέτοια ὄμορφη κοπέλλα νὰ μὴ τὴν κοιτάξῃς; Τί εἶσαι; ἄγγελος, ἄνθρωπος, ἢ διάβολος; Καὶ τότε φανερώθηκε ὅτι ἦταν ἄγγελος, καὶ λέει· –Κανένα πρᾶγμα δὲν βρωμάει στὸ Θεὸ τόσο ὅσο ἡ ὑ­περηφάνεια. Ὅπως λέει ἡ Γραφή, «βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», «ἀκάθαρτος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑψηλοκάρδιος» (Λουκ. 16,15. Παροιμ. 16,5). Ἔτσι διδά­χτηκε ὁ ἀσκητής· κι ὅταν γύρισε στὸ κελλί του, ἔκλαιγε γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τὸν φυλάξῃ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ.
Αὐτὰ δίδασκε γιὰ τὶς γυναῖκες ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Κι αὐτὲς τὸν ἄκουγαν καὶ τὸν σέβον­ταν. Στοὺς ἄντρες ἔλεγε· Λέω ἕνα λόγο στὶς γυναῖκες, καὶ τὸ κάνουν ἀμέσως· λέω χίλια λόγια σ᾿ ἐσᾶς, τίποτα! Τί νὰ σὲ κάνω; λέει. Ὅ­ταν ἡ γυναίκα κάνῃ ἐλεημοσύνη κ᾿ ἐσὺ εἶσαι τσιγγούνης, ὅταν ἡ γυναίκα ἐργάζεται κ᾿ ἐσὺ τεμπελιάζῃς; εἶνε ἀνώτερη ἀπὸ σένα.
Ἐκτιμοῦσε τὶς γυναῖκες ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Μιλοῦσε δὲ στὶς διδαχές του γιὰ ἅγιες γυναῖ­κες. Ἐπρόβαλλε ὡς παράδειγμα τὴν ἁγία Παρασκευὴ καὶ τὶς ἄλλες ἅγιες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρὸ παντὸς ὅμως τιμοῦσε τὴν Παναγία· δάκρυζε ὅταν μιλοῦσε γι᾿ αὐτήν, τόσο τὴν ἀ­γαποῦσε.

* * *

Αὐτὰ δίδασκε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν φεμινίστριες. Ἀπὸ τότε πέρασαν διακόσα καὶ πλέον χρόνια. Ἂν ἐρχόταν σήμερα πάλι στὸν κόσμο καὶ ἔβλεπε τὶς γυναῖκες, τί θὰ ἔλεγε; Θὰ ἔκλαιγε! Γιατὶ ἕνα μεγάλο μέρος τῶν γυναικῶν ἔφυγε ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Περπατοῦν στὸ δρόμο γυμνὲς καὶ ἀναίσχυντες. Κορίτσια ξημερώνονται στὶς ντισκοτέκς. Γυναῖκες χαρτοπαίζουν, καπνίζουν, ὀργιάζουν. Ἀντροχωρίστρες διώχνουν τοὺς ἄντρες τους, ξεμυαλίζουν ἄλλους ξένους ἄντρες, παίρνουν δεύτερο καὶ τρίτον ἄν­τρα. Δὲν τιμοῦν τὰ στέφανά τους, ζοῦν παράνομα. Θὰ ἔβλεπε ἀκόμη τὸ αἶσχος ποὺ λέγεται καλλιστεῖα καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο προφήτευσε καὶ εἶπε· Ὅταν δῆτε τὴ γυναῖκα στὸ δρόμο γυμνή, τότε θὰ ζυγώνῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Σὲ τέτοιες μέρες φτάσαμε.
Ἀλλὰ ἐσεῖς, Χριστιανὲς γυναῖκες ποὺ μ᾽ ἀ­κοῦτε, κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στὰ λόγια τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ κόσμου τούτου. Προσπαθῆστε νὰ ἐφαρμόσετε τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ, ποὺ εἶνε αἰώνια. Τότε θὰ ἔχετε τὴν εὐλογία του, τὴν εὐλογία τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρ­χαγγέλων, τὴν εὐλογία τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τότε θὰ εἶστε εὐλογημένες στὸν κόσμο αὐτόν. Κι ὅταν μιὰ μέρα κλείσετε τὰ μάτια σας, θ᾿ ἀξιωθῆτε κ᾿ ἐσεῖς νὰ πᾶτε στὸν οὐρανὸ καὶ ν᾿ ἀπολαύσετε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ παραδείσου· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ Σιταριᾶς – Φλωρίνης τὴν 24-8-1984 πρωί. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 24-8-2003, ἐπανέκδοσις 12-6-2026.