ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Ποιο εινε το δυσκολωτερο; Ἡ συγχωρησις!

++Εὐαγγέλια νέα σειρὰ
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2747

Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35)
16 Αὐγούστου 2026
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Ποιο εινε το δυσκολωτερο; Ἡ συγχωρησις!
Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ἔλθῃ ἕνας καὶ σᾶς πῇ ὅτι αὐτὴ τὴν ὄμορφη ἐκκλησία σας δὲν τὴν ἔ­χτι­σαν χτιστάδες, ἀλλὰ μόνα τους μαζεύτηκαν τὰ λιθάρια, τὰ τοῦβλα, οἱ πέτρες, τὰ σίδερα, καὶ ἔτσι μιὰ μέρα φύτρωσε, θὰ ὑ­πάρχῃ κανένας ποὺ θὰ τὸ πιστέψῃ; Οὔτε ἕ­νας. Ὅποιος τὸ πῇ, θὰ εἶνε γιὰ τὸ φρενοκομεῖο· ἡ ἐκκλησία ἔγινε μὲ σχέδιο, μὲ μηχανικό, μὲ τεχνῖτες, μαραγκούς, σιδηρουρ­γούς. Τί θέλω νὰ πῶ μ᾽ αὐτό· ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκ­­κλησία αὐτή, ποὺ κάποιος τὴν ἔχτισε, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη, ἕνα πολὺ μεγάλο «σπίτι»· καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ σύμπαν, ὅλα ὅσα βλέπουμε. Καὶ ὅπως τρελλὸς θὰ ἦταν ὅ­ποιος πῇ ὅτι ἕνα σπίτι καὶ μιὰ ἐκκλησία ἔ­γινε χω­ρὶς χτίστη, ἔτσι τρελλὸς θὰ εἶ­νε καὶ ὅ­ποιος πῇ ὅ­τι ὁ κόσμος ἔγινε μόνος του. Ὅλα αὐτὰ ποὺ βλέπουμε, κάποιος τὰ ἔκανε, κάποιος τὰ ἔ­κτισε, κάποιος τὰ δημιούργησε· καὶ αὐτὸς ὁ κάποιος εἶνε ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς «ἐποίησε τὸν οὐ­ρανὸν καὶ τὴν γῆν» (Πράξ. 14,15), ὅλα τὰ δημιουρ­γήματα· καὶ παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα, τελευ­ταῖο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ εἶνε ὁ ἄνθρωπος.

Ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἡ κορωνίδα, ἡ κορώνα, ἡ ἀ­ποκορύφωσι τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς ἔ­φτειαξε τὸν ἄνθρωπο· καὶ μόνο ὁ ἄνθρωπος, φτάνει ν᾽ ἀ­ποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀφοῦ ὑ­­πάρχει ἄν­θρω­πος, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑ­πάρχουν δέντρα, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν ἀστέρια, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν ποτάμια, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν ζῷα, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν λουλούδια, ὑ­πάρχει Θεός… Ἀλλὰ πρὸ παν­τός, ἀφοῦ ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὑπάρχει Θεός.
Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Μέγα μυστήριο. Ὁ Θε­ὸς τὸν ἔφτειαξε. Πῶς; Ἔπλασε πρῶ­­τα τὸ σῶ­μα του, ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸ σῶ­μα τῶν ζῴων. Τὰ ζῷα, τὸ γουρούνι, τὸ βόδι, βλέπουν ὅλο κά­τω, περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα καὶ ἔχουν τὸ κεφάλι τους σκυμμένο στὸ γρασίδι, στὴ λάσπη. Ἐνῷ τὸν ἄν­θρωπο ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε ὄρ­θιο. Γιατί; Γιὰ νὰ βλέ­πῃ πρὸς τὰ ἄνω, γιατὶ ὁ προορισμός του δὲν εἶνε ἡ γῆ, εἶνε ὁ οὐρανός, αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε στὴν θεία Λειτουργία· «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», δηλα­δή· Χριστι­α­νοί, τὰ μάτια σας ἐπάνω, ψηλά, καρφωμέ­να στὸν οὐρανό! ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα σας.
Ἔδωσε λοιπὸν ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο σῶ­μα, κορμί· καὶ μ᾽ αὐτὸ τοῦ ἔδωσε μάτια γιὰ νὰ βλέπῃ, αὐ­τιὰ γιὰ ν᾽ ἀκούῃ, πόδια γιὰ νὰ περπα­τάῃ, χέρια γιὰ νὰ ἐργάζεται, καρδιὰ γιὰ νὰ χτυπάῃ καὶ νὰ κι­νῇ τὸ σῶμα ὁλόκληρο. Τοῦ ἔ­δωσε ἀκόμη μυαλό, γιὰ νὰ γίνῃ ἐπιστήμονας, μικρὸς θεὸς ἐπάνω στὴ γῆ, νὰ κυβερνήσῃ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Παραπά­νω ὅμως ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ ἔ­δωσε συνείδησι. Εἶδες; κάνεις κάτι κακὸ καὶ δὲν τὸ ξέρει κανείς, ἀλλὰ μέσα σου μιὰ φωνὴ σοῦ λέει· Κακοῦργε, –ποὺ θεωρεῖσαι καὶ σπουδαῖος ἄνθρωπος–, γιατί εἶπες ψέματα στὸ δικαστήριο; γιατί ἀτίμασες τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου, γιατί σκότω­σες;… Ἡ συνείδησις λειτουργεῖ μέσα μας ὡς ἄγραφος νόμος, ποὺ ἐλέγχει τὸ κακὸ καὶ ἐπαινεῖ τὸ καλό.
Πάνω ὅμως κι ἀπὸ τὸν ἄγραφο νόμο τῆς συνει­δήσεως ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὸν γραπτὸ Νόμο του, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ διατυπώνεται μὲ τὶς Δέκα Ἐν­τολές, ποὺ παρέ­λαβε ὁ Μωυ­σῆς. Πόσα δάχτυλα ἔχετε; Δέκα. Κόβετε ἕνα δάχτυλό σας; Ὄχι, κανένα! Δέκα δάχτυλα ἔ­χουμε, δέκα ἐντολὲς ἔδωσε. Τὸ δά­χτυλό σου δὲν τὸ κόβεις, τὶς ἐντολὲς τὶς κόβεις ὅμως. Ὅ­ποιος κόβει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ θὰ τὸν κό­ψῃ ὁ Θεός. Γιατί τὶς ἔδωσε τὶς ἐντολές; Γιὰ τὸ καλό μας. Ἐάν, λέει, κάνετε αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, τότε «τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε». Ἐὰν ὁ κόσμος τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε δυστυχία, οἱ ἄνθρωποι θά ᾽τρωγαν μὲ χρυσᾶ κουτάλια. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλετε νὰ μ᾽ ἀκούσετε, τότε, λέει, «μαχαίρι θὰ σᾶς φάῃ» (Ἠσ. 1,19-20). Αὐτὰ λέει ἡ ἁγία Γραφή.
Ὑπακοῦμε ἐμεῖς στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Ποιές ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Καμμιά.
Φωνάζει ἡ Ἐκκλησία· Νηστεία τὸ Δεκαπεν­ταύγουστο, νήστεψε λίγες μέρες γιὰ νὰ γιορτά­σῃς τὴν Παναγία· νήστεψε Τετάρτη καὶ Παρα­σκευή, νήστεψε Μεγάλη Σαρακοστή. Ποιός νηστεύει τώ­ρα; Ποῦ φτάσαμε· ὁ ἄλλος τρώει καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή! γιατὶ μέσα του ἔχει ἀπιστία, ἀθεΐα.
Ἄλλη ἐντολὴ τῆς Ἑκκλησίας· Κάνε προσ­ευχή. Εἶδες τὰ πουλάκια; μόλις ξυπνήσουν δὲν πᾶνε στὸ φαΐ· πρῶτα τραγουδοῦν, κάνουν προσευχή. Τὸ πρωὶ λοιπὸν ὅταν σηκωθῇς, τὸ μεσημέρι στὸ τραπέζι, τὸ βράδυ πρὶν κοιμη­θῇς προσευχήσου στὸ Θεό. Ποιός προσεύχεται;
Ἄλλη ἐντολή· Μελέτα τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐδῶ ποὺ περπατάω βλέπω τσοπαναραῖοι, ἀ­γροφύλακες, παιδιά, ἐπιβάτες στὰ τραῖνα καὶ διαβάζουν ἐφημε­ρίδες. Κανένας τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ἂν βρεθῇ κανεὶς νὰ διαβάζῃ Εὐαγγέλιο, λένε ὅτι αὐτὸς τρελλάθηκε. Ποῦ καταντήσαμε!
Ἔλα στὴν ἐκκλησία! ἄλλη ἐντολή. Παλιὰ στὴ Μακεδονία δὲν ὑπῆρχε οὔτε μιὰ καμπάνα, ὁ Τοῦρκος δὲν ἐπέτρεπε. Τώρα χιλιάδες καμπάνες χτυποῦν, ἀλλὰ «στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις χτύπα». Καμμία κίνησι· αὐ­τὸς κοιμᾶται, ἄλ­λος παίρνει τὸ τρακτὲρ καὶ πάει γιὰ δουλειά, ἄλ­λος τραβάει γιὰ γάμο, ἄλ­λος ἀλλοῦ. Γιὰ ἐκκλησία κανένα ἐνδιαφέρον.
Ποιός λοιπὸν ἐκτελεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Λίγοι, ἐλάχιστοι. Ξέρω βέβαια καὶ κάποιους ποὺ λένε ὅτι τὰ κάνουν αὐτὰ ὅλα, δὲν κάνουν ὅμως κάτι ἄλλο, ποὺ τὸ θεωροῦν τὸ δυσ­­κολώτερο ἀπ᾽ ὅλα. Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Εἶνε μιὰ ἐντολή, μιὰ λέξι, ποὺ ἅμα τὴν ποῦμε γίναμε ἅγιοι, ἅμα δὲν τὴν ποῦ­με γινόμαστε σατανᾶ­δες. Ποιά εἶν᾽ αὐτή; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 18,23-35). Εἶνε ποιά· ἡ συγχώρησις, τὸ νὰ συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Τὸ καταλάβα­τε, ἢ ματαίως ὁμιλῶ; Ἅμα δὲν ἔχῃς στὴν καρδιά σου τὴ συγχώρησι, τότε… Εἴδατε τί λέει σήμερα ὁ Χριστός. Νὰ τί λέει καὶ τελειώνω.

* * *

Ἦταν ἕνας βασιλιᾶς ποὺ εἶχε πολλοὺς δού­λους. Μιὰ μέρα τοὺς κάλεσε νὰ λογαριαστοῦν κι ἄνοιξαν τὰ τεφτέρια. Ἀρχίζοντας τοῦ ἔφεραν ἕ­ναν ποὺ χρωστοῦσε πολλά. Μετρούσανε, μετρού­σανε…· ξέρετε τί χρωστοῦ­σε, πόσο βγῆκε ὁ λογαριασμός; Τὸ λέει τὸ εὐ­αγγέλιο μὲ νόμισμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Βρέθηκε ὅτι χρωστοῦσε «μύρια τάλαντα», δέκα χιλιάδες τάλαντα (ἔ.ἀ. 18,24). Δηλαδή, μὲ σημε­­ρινὸ νόμισμα ἕνα δισεκατομμύριο! Ὅλη τὴ Φλώρινα νὰ πουλήσῃς, δὲν φτάνεις τὸ δισεκα­τομμύριο. –Χάθηκα, λέει ὁ δοῦλος, δὲν ἔ­χω νὰ τὰ δώσω. –Πάρτε τον, λέει ὁ βασιλιᾶς, δέστε τον, ῥῖξτε τον στὴ φυλακή. –Ἀφέντη, λέει αὐ­τός, λυπήσου τὰ παιδιά, τὴ γυναῖ­κα μου· δός μου μιὰ προθεσμία καὶ θὰ κάνω τὸ πᾶν νὰ τὸ ἐξοφλή­σω. Εἶδε τὰ δάκρυά του, τὸν λυπήθηκε καί, ἀντὶ γιὰ προθεσμία, πῆρε σφουγγάρι καὶ τοῦ ἔσβησε ὅλο τὸ χρέος. Αὐτὸς ἔπεσε κάτω μὲ τεμενᾶδες· –Σ᾽ εὐχαριστῶ, ἀφέντη, σ᾽ εὐχαριστῶ. Καὶ βγῆκε. Μὰ βγαίνοντας ἀπὸ τὸ παλάτι –τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος!– βλέπει ἕναν ἄλλο δοῦλο, σύνδουλό του, καὶ θυμήθηκε ὅτι αὐτὸς τοῦ χρωστοῦσε –πόσα νομίζετε– ἑκα­τὸ ψωροδραχμές. Τὸν πιάνει ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ φωνάζοντας· –Δῶσ᾽ μου ἀμέσως τὰ λεφτά μου! –Δὲν ἔχω, λέει, ἀδέρφι, δὲν ἔχω. –Θὰ μοῦ τὰ δώ­σῃς τώρα, τώρα! εἰδεμή, θὰ σὲ κλείσω στὴ φυλα­κή. Τό ᾽μαθαν ὅλοι, πῆγαν στὸ βα­σιλιᾶ καὶ τοῦ λένε· –Αὐτός, ποὺ τοῦ χάρισες ἕνα δισεκατομμύριο, πνίγει τώρα ἔξω στὸ χαντάκι τὸν ἄλ­λο γιὰ ἑκατὸ φράγκα. Θύμωσε ὁ βασιλιᾶς· –Ἄ τὸν κακοῦργο, τὸν ἀχάριστο. Πιάστε τον καὶ νὰ ῥιχτῇ στὴ φυλακή, ἐκεῖ μέσα νὰ πεθά­νῃ.
Αὐτὴ τὴν παραβολὴ εἶπε ὁ Κύριος. Ἐδῶ βέβαια ἄλ­λα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Ποιός εἶνε ὁ ἀφέν­­της; Ἕνας εἶνε, δὲν ὑπάρχει ἄλλος· ὁ Χριστός. Καὶ δοῦλοι; Εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Μπρὸς στὸ Θεὸ ὅλοι δοῦλοι εἶνε. Καὶ αὐ­τὸς ποὺ χρωστοῦσε τὸ δισεκατομμύριο ποιός εἶνε; Εἶ­μαι ἐγώ, ἐσεῖς, ὅ­λοι μας. Τὸ χρέ­ος; Εἶνε τὰ ἁ­μαρτήματά μας. –Τόσο πολλὰ κάναμε; Ναί· εἴ­μαστε χρεωμένοι στὰ βιβλία τῶν ἀγγέλων. Ἂς λέῃ ὁ κόσμος· ὑπάρχει ἕ­να μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾽ ἀκούει ὅλα καὶ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα. Θὰ τὰ βροῦμε ὅλα γραμμένα.
Οἱ ἁμαρτίες μας εἶνε τὸ χρέος. Ἁμαρτάνου­με· καὶ πότε δὲν ἁμαρτάνουμε; πρωί, μεσημέ­ρι, βράδυ, στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖ­ες, στὰ δικαστήρια, στὰ σχολεῖα, στοὺς στρα­τῶ­νες…, ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία. Θεέ μου! ἐκ­κλησιασμὸς εἶν᾽ αὐτός; Ἂν μπορούσα­τε νὰ γυρίσετε ἑκατὸ χρόνια πίσω… Πατέρας, μάνα, παιδιά, ὅλοι στὴν ἐκ­κλησία. Περνοῦσαν τὰ ἅγια καὶ ἔτρεμαν. Πότιζαν τὸ πάτωμα μὲ τὰ δάκρυά τους. Τώρα;… Ἔννοια σας! γραμμένα εἶνε ὅλα στὰ κατάστιχα τοῦ Θεοῦ.
Ἀμέτρητες οἱ ἁμαρτίες μας. Καὶ τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἔπρεπε ν᾽ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ. Ἀλ­λὰ ὁ Θεὸς ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ μὲ τὴ φούχτα μᾶς δίνει τ᾽ ἀγαθά του· ἀέρα, ἥλιο, νερό, φροῦ­τα, γυναῖκα, παιδιά, χωράφια, τὰ πάντα. Ἔλα, ἄν­θρωπε, στὴν ἐκκλησία νὰ πῇς ἕνα εὐχαριστῶ! Δὲν ἔρχεσαι. Τὴ μπουκιὰ ἔχεις στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾷς. Ἄντε στὴ Σελήνη· ἐκεῖ δὲν ὑ­πάρχει οὔτε μιὰ στάλα νερό, οὔτε ἕνα τσαμπὶ στα­φύλι, τίποτα. Ἐδῶ ὑπάρχουν ὅλα, ὅλα γιὰ σένα, καὶ δὲν πέφτεις νὰ πῇς· Δόξα σοι, ὁ Θεός.
Καὶ ὁ Θεὸς τί κάνει; Μακροθυμεῖ! Τί περιμένει; Νὰ μετανοήσουμε. Δὲν μετανοοῦμε; Ἔ, τότε…· δὲν ἔχω γλῶσσα νὰ σᾶς πῶ τί θὰ συμβῇ. Εἶμαι κ᾽ ἐγὼ ἁμαρτωλὸς σὰν κ᾽ ἐσᾶς καὶ φοβᾶμαι τὸ Θεό. Εἴμαστε δώδεκα παρὰ πέντε, ἐκεῖ εἶνε ἡ ἀνθρωπότητα. Ἐὰν ὁ κόσμος δὲν μετανοήσῃ, ἄντρες, γυ­ναῖκες, βασιλιᾶδες, δεσποτάδες, παπᾶδες, πλού­σιοι, φτωχοί, δημοκράτες, ὅ,τι κι ἂν εἶνε, ἐ­ὰν δὲν μετανοήσουμε καὶ σκύψουμε τὸ κεφάλι, ὁ κόσμος θὰ καταστραφῇ. Ὦ Θεέ μου, ὦ Παναγιὰ καὶ ἅγιοι Πάν­τες!
Ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, καὶ τὰ μικρὰ ποὺ ἔ­χουν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες, ὅλοι ἂς πέσου­με νὰ παρακαλέσουμε τὸ Θεό· «Μακροθύμησον», Κύριε, «μακροθύμησον» (ἔ.ἀ. 18,26,29). Δῶσ᾽ μας προθεσμία νὰ μετανοήσουμε, νὰ ἐπιστρέψουμε.

* * *

Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ σ᾽ ἐσᾶς, ὅσοι ἤρθατε σήμερα στὴν ἐκκλησία. Ἂς εἶστε εὐλογημένοι!

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀθανασίου Σιταριᾶς – Φλωρίνης τὴν 17-8-1969 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 4-7-2026.