Εὐαγγέλια νέα σειρὰ
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2747
Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35)
16 Αὐγούστου 2026
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἡ κορωνίδα, ἡ κορώνα, ἡ ἀποκορύφωσι τῆς
δημιουργίας. Ὁ Θεὸς ἔφτειαξε τὸν ἄνθρωπο· καὶ μόνο ὁ ἄνθρωπος, φτάνει
ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἄνθρωπος,
ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν δέντρα, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν
ἀστέρια, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν ποτάμια, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ
ὑπάρχουν ζῷα, ὑπάρχει Θεός· ἀφοῦ ὑπάρχουν λουλούδια, ὑπάρχει Θεός… Ἀλλὰ
πρὸ παντός, ἀφοῦ ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὑπάρχει Θεός.
Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Μέγα μυστήριο. Ὁ Θεὸς τὸν ἔφτειαξε. Πῶς;
Ἔπλασε πρῶτα τὸ σῶμα του, ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ζῴων. Τὰ
ζῷα, τὸ γουρούνι, τὸ βόδι, βλέπουν ὅλο κάτω, περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα
καὶ ἔχουν τὸ κεφάλι τους σκυμμένο στὸ γρασίδι, στὴ λάσπη. Ἐνῷ τὸν
ἄνθρωπο ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε ὄρθιο. Γιατί; Γιὰ νὰ βλέπῃ πρὸς τὰ ἄνω,
γιατὶ ὁ προορισμός του δὲν εἶνε ἡ γῆ, εἶνε ὁ οὐρανός, αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε
στὴν θεία Λειτουργία· «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», δηλαδή· Χριστιανοί,
τὰ μάτια σας ἐπάνω, ψηλά, καρφωμένα στὸν οὐρανό! ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα
σας.
Ἔδωσε λοιπὸν ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο σῶμα, κορμί· καὶ μ᾽ αὐτὸ τοῦ ἔδωσε
μάτια γιὰ νὰ βλέπῃ, αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἀκούῃ, πόδια γιὰ νὰ περπατάῃ, χέρια
γιὰ νὰ ἐργάζεται, καρδιὰ γιὰ νὰ χτυπάῃ καὶ νὰ κινῇ τὸ σῶμα ὁλόκληρο.
Τοῦ ἔδωσε ἀκόμη μυαλό, γιὰ νὰ γίνῃ ἐπιστήμονας, μικρὸς θεὸς ἐπάνω στὴ
γῆ, νὰ κυβερνήσῃ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Παραπάνω ὅμως ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ
ἔδωσε συνείδησι. Εἶδες; κάνεις κάτι κακὸ καὶ δὲν τὸ ξέρει κανείς, ἀλλὰ
μέσα σου μιὰ φωνὴ σοῦ λέει· Κακοῦργε, –ποὺ θεωρεῖσαι καὶ σπουδαῖος
ἄνθρωπος–, γιατί εἶπες ψέματα στὸ δικαστήριο; γιατί ἀτίμασες τὴ γυναῖκα
τοῦ ἄλλου, γιατί σκότωσες;… Ἡ συνείδησις λειτουργεῖ μέσα μας ὡς ἄγραφος
νόμος, ποὺ ἐλέγχει τὸ κακὸ καὶ ἐπαινεῖ τὸ καλό.
Πάνω ὅμως κι ἀπὸ τὸν ἄγραφο νόμο τῆς συνειδήσεως ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὸν
γραπτὸ Νόμο του, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ διατυπώνεται μὲ τὶς Δέκα Ἐντολές,
ποὺ παρέλαβε ὁ Μωυσῆς. Πόσα δάχτυλα ἔχετε; Δέκα. Κόβετε ἕνα δάχτυλό
σας; Ὄχι, κανένα! Δέκα δάχτυλα ἔχουμε, δέκα ἐντολὲς ἔδωσε. Τὸ δάχτυλό
σου δὲν τὸ κόβεις, τὶς ἐντολὲς τὶς κόβεις ὅμως. Ὅποιος κόβει τὶς
ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ θὰ τὸν κόψῃ ὁ Θεός. Γιατί τὶς ἔδωσε τὶς ἐντολές; Γιὰ
τὸ καλό μας. Ἐάν, λέει, κάνετε αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, τότε «τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς
φάγεσθε». Ἐὰν ὁ κόσμος τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε
δυστυχία, οἱ ἄνθρωποι θά ᾽τρωγαν μὲ χρυσᾶ κουτάλια. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλετε
νὰ μ᾽ ἀκούσετε, τότε, λέει, «μαχαίρι θὰ σᾶς φάῃ» (Ἠσ. 1,19-20). Αὐτὰ
λέει ἡ ἁγία Γραφή.
Ὑπακοῦμε ἐμεῖς στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Ποιές ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Καμμιά.
Φωνάζει ἡ Ἐκκλησία· Νηστεία τὸ Δεκαπενταύγουστο, νήστεψε λίγες μέρες
γιὰ νὰ γιορτάσῃς τὴν Παναγία· νήστεψε Τετάρτη καὶ Παρασκευή, νήστεψε
Μεγάλη Σαρακοστή. Ποιός νηστεύει τώρα; Ποῦ φτάσαμε· ὁ ἄλλος τρώει καὶ
τὴ Μεγάλη Παρασκευή! γιατὶ μέσα του ἔχει ἀπιστία, ἀθεΐα.
Ἄλλη ἐντολὴ τῆς Ἑκκλησίας· Κάνε προσευχή. Εἶδες τὰ πουλάκια; μόλις
ξυπνήσουν δὲν πᾶνε στὸ φαΐ· πρῶτα τραγουδοῦν, κάνουν προσευχή. Τὸ πρωὶ
λοιπὸν ὅταν σηκωθῇς, τὸ μεσημέρι στὸ τραπέζι, τὸ βράδυ πρὶν κοιμηθῇς
προσευχήσου στὸ Θεό. Ποιός προσεύχεται;
Ἄλλη ἐντολή· Μελέτα τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐδῶ ποὺ περπατάω βλέπω τσοπαναραῖοι,
ἀγροφύλακες, παιδιά, ἐπιβάτες στὰ τραῖνα καὶ διαβάζουν ἐφημερίδες.
Κανένας τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ἂν βρεθῇ κανεὶς νὰ διαβάζῃ Εὐαγγέλιο, λένε ὅτι
αὐτὸς τρελλάθηκε. Ποῦ καταντήσαμε!
Ἔλα στὴν ἐκκλησία! ἄλλη ἐντολή. Παλιὰ στὴ Μακεδονία δὲν ὑπῆρχε οὔτε μιὰ
καμπάνα, ὁ Τοῦρκος δὲν ἐπέτρεπε. Τώρα χιλιάδες καμπάνες χτυποῦν, ἀλλὰ
«στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις χτύπα». Καμμία κίνησι· αὐτὸς
κοιμᾶται, ἄλλος παίρνει τὸ τρακτὲρ καὶ πάει γιὰ δουλειά, ἄλλος τραβάει
γιὰ γάμο, ἄλλος ἀλλοῦ. Γιὰ ἐκκλησία κανένα ἐνδιαφέρον.
Ποιός λοιπὸν ἐκτελεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Λίγοι, ἐλάχιστοι. Ξέρω βέβαια
καὶ κάποιους ποὺ λένε ὅτι τὰ κάνουν αὐτὰ ὅλα, δὲν κάνουν ὅμως κάτι
ἄλλο, ποὺ τὸ θεωροῦν τὸ δυσκολώτερο ἀπ᾽ ὅλα. Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Εἶνε μιὰ
ἐντολή, μιὰ λέξι, ποὺ ἅμα τὴν ποῦμε γίναμε ἅγιοι, ἅμα δὲν τὴν ποῦμε
γινόμαστε σατανᾶδες. Ποιά εἶν᾽ αὐτή; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο (βλ.
Ματθ. 18,23-35). Εἶνε ποιά· ἡ συγχώρησις, τὸ νὰ συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν
ἄλλο. Τὸ καταλάβατε, ἢ ματαίως ὁμιλῶ; Ἅμα δὲν ἔχῃς στὴν καρδιά σου τὴ
συγχώρησι, τότε… Εἴδατε τί λέει σήμερα ὁ Χριστός. Νὰ τί λέει καὶ
τελειώνω.
* * *
Ἦταν ἕνας βασιλιᾶς ποὺ εἶχε πολλοὺς
δούλους. Μιὰ μέρα τοὺς κάλεσε νὰ λογαριαστοῦν κι ἄνοιξαν τὰ τεφτέρια.
Ἀρχίζοντας τοῦ ἔφεραν ἕναν ποὺ χρωστοῦσε πολλά. Μετρούσανε,
μετρούσανε…· ξέρετε τί χρωστοῦσε, πόσο βγῆκε ὁ λογαριασμός; Τὸ λέει τὸ
εὐαγγέλιο μὲ νόμισμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Βρέθηκε ὅτι χρωστοῦσε «μύρια
τάλαντα», δέκα χιλιάδες τάλαντα (ἔ.ἀ. 18,24). Δηλαδή, μὲ σημερινὸ
νόμισμα ἕνα δισεκατομμύριο! Ὅλη τὴ Φλώρινα νὰ πουλήσῃς, δὲν φτάνεις τὸ
δισεκατομμύριο. –Χάθηκα, λέει ὁ δοῦλος, δὲν ἔχω νὰ τὰ δώσω. –Πάρτε
τον, λέει ὁ βασιλιᾶς, δέστε τον, ῥῖξτε τον στὴ φυλακή. –Ἀφέντη, λέει
αὐτός, λυπήσου τὰ παιδιά, τὴ γυναῖκα μου· δός μου μιὰ προθεσμία καὶ θὰ
κάνω τὸ πᾶν νὰ τὸ ἐξοφλήσω. Εἶδε τὰ δάκρυά του, τὸν λυπήθηκε καί, ἀντὶ
γιὰ προθεσμία, πῆρε σφουγγάρι καὶ τοῦ ἔσβησε ὅλο τὸ χρέος. Αὐτὸς ἔπεσε
κάτω μὲ τεμενᾶδες· –Σ᾽ εὐχαριστῶ, ἀφέντη, σ᾽ εὐχαριστῶ. Καὶ βγῆκε. Μὰ
βγαίνοντας ἀπὸ τὸ παλάτι –τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος!– βλέπει ἕναν ἄλλο δοῦλο,
σύνδουλό του, καὶ θυμήθηκε ὅτι αὐτὸς τοῦ χρωστοῦσε –πόσα νομίζετε–
ἑκατὸ ψωροδραχμές. Τὸν πιάνει ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ φωνάζοντας· –Δῶσ᾽ μου ἀμέσως
τὰ λεφτά μου! –Δὲν ἔχω, λέει, ἀδέρφι, δὲν ἔχω. –Θὰ μοῦ τὰ δώσῃς τώρα,
τώρα! εἰδεμή, θὰ σὲ κλείσω στὴ φυλακή. Τό ᾽μαθαν ὅλοι, πῆγαν στὸ
βασιλιᾶ καὶ τοῦ λένε· –Αὐτός, ποὺ τοῦ χάρισες ἕνα δισεκατομμύριο,
πνίγει τώρα ἔξω στὸ χαντάκι τὸν ἄλλο γιὰ ἑκατὸ φράγκα. Θύμωσε ὁ
βασιλιᾶς· –Ἄ τὸν κακοῦργο, τὸν ἀχάριστο. Πιάστε τον καὶ νὰ ῥιχτῇ στὴ
φυλακή, ἐκεῖ μέσα νὰ πεθάνῃ.
Αὐτὴ τὴν παραβολὴ εἶπε ὁ Κύριος. Ἐδῶ βέβαια ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ.
Ποιός εἶνε ὁ ἀφέντης; Ἕνας εἶνε, δὲν ὑπάρχει ἄλλος· ὁ Χριστός. Καὶ
δοῦλοι; Εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Μπρὸς στὸ Θεὸ ὅλοι δοῦλοι εἶνε. Καὶ αὐτὸς
ποὺ χρωστοῦσε τὸ δισεκατομμύριο ποιός εἶνε; Εἶμαι ἐγώ, ἐσεῖς, ὅλοι
μας. Τὸ χρέος; Εἶνε τὰ ἁμαρτήματά μας. –Τόσο πολλὰ κάναμε; Ναί·
εἴμαστε χρεωμένοι στὰ βιβλία τῶν ἀγγέλων. Ἂς λέῃ ὁ κόσμος· ὑπάρχει ἕνα
μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾽ ἀκούει ὅλα καὶ ἕνα χέρι ποὺ τὰ
γράφει ὅλα. Θὰ τὰ βροῦμε ὅλα γραμμένα.
Οἱ ἁμαρτίες μας εἶνε τὸ χρέος. Ἁμαρτάνουμε· καὶ πότε δὲν ἁμαρτάνουμε;
πρωί, μεσημέρι, βράδυ, στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, στὰ δικαστήρια,
στὰ σχολεῖα, στοὺς στρατῶνες…, ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία. Θεέ μου!
ἐκκλησιασμὸς εἶν᾽ αὐτός; Ἂν μπορούσατε νὰ γυρίσετε ἑκατὸ χρόνια πίσω…
Πατέρας, μάνα, παιδιά, ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Περνοῦσαν τὰ ἅγια καὶ
ἔτρεμαν. Πότιζαν τὸ πάτωμα μὲ τὰ δάκρυά τους. Τώρα;… Ἔννοια σας!
γραμμένα εἶνε ὅλα στὰ κατάστιχα τοῦ Θεοῦ.
Ἀμέτρητες οἱ ἁμαρτίες μας. Καὶ τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἔπρεπε ν᾽ ἀνοίξῃ ἡ γῆ
νὰ μᾶς καταπιῇ. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ μὲ τὴ φούχτα μᾶς
δίνει τ᾽ ἀγαθά του· ἀέρα, ἥλιο, νερό, φροῦτα, γυναῖκα, παιδιά,
χωράφια, τὰ πάντα. Ἔλα, ἄνθρωπε, στὴν ἐκκλησία νὰ πῇς ἕνα εὐχαριστῶ!
Δὲν ἔρχεσαι. Τὴ μπουκιὰ ἔχεις στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾷς. Ἄντε
στὴ Σελήνη· ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει οὔτε μιὰ στάλα νερό, οὔτε ἕνα τσαμπὶ
σταφύλι, τίποτα. Ἐδῶ ὑπάρχουν ὅλα, ὅλα γιὰ σένα, καὶ δὲν πέφτεις νὰ
πῇς· Δόξα σοι, ὁ Θεός.
Καὶ ὁ Θεὸς τί κάνει; Μακροθυμεῖ! Τί περιμένει; Νὰ μετανοήσουμε. Δὲν
μετανοοῦμε; Ἔ, τότε…· δὲν ἔχω γλῶσσα νὰ σᾶς πῶ τί θὰ συμβῇ. Εἶμαι κ᾽ ἐγὼ
ἁμαρτωλὸς σὰν κ᾽ ἐσᾶς καὶ φοβᾶμαι τὸ Θεό. Εἴμαστε δώδεκα παρὰ πέντε,
ἐκεῖ εἶνε ἡ ἀνθρωπότητα. Ἐὰν ὁ κόσμος δὲν μετανοήσῃ, ἄντρες, γυναῖκες,
βασιλιᾶδες, δεσποτάδες, παπᾶδες, πλούσιοι, φτωχοί, δημοκράτες, ὅ,τι κι
ἂν εἶνε, ἐὰν δὲν μετανοήσουμε καὶ σκύψουμε τὸ κεφάλι, ὁ κόσμος θὰ
καταστραφῇ. Ὦ Θεέ μου, ὦ Παναγιὰ καὶ ἅγιοι Πάντες!
Ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, καὶ τὰ μικρὰ ποὺ ἔχουν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες,
ὅλοι ἂς πέσουμε νὰ παρακαλέσουμε τὸ Θεό· «Μακροθύμησον», Κύριε,
«μακροθύμησον» (ἔ.ἀ. 18,26,29). Δῶσ᾽ μας προθεσμία νὰ μετανοήσουμε, νὰ
ἐπιστρέψουμε.
* * *
Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ σ᾽ ἐσᾶς, ὅσοι ἤρθατε σήμερα στὴν ἐκκλησία. Ἂς εἶστε εὐλογημένοι!
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀθανασίου Σιταριᾶς – Φλωρίνης τὴν 17-8-1969 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 4-7-2026.