Πατερικά

ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΑΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΡΑ ΤΙΜΩΡΙΑΣ,

ΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΤΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ;

εἰσαγωγικό ἀπό entaksis:    Εἶναι γνωστὲς ὁρισμένες θεολογικὲς τάσεις — καὶ ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας — οἱ ὁποῖες θεολογοῦν ὑπὲρ τῆς ἀνυπαρξίας ἢ τῆς καταργήσεως τῆς κολάσεως. Πέραν τῶν αἱρετικῶν δογμάτων περὶ «ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων», ποὺ μερικοὶ ἐπιχειροῦν ἀνεπιτυχῶς νὰ συμφιλιώσουν μὲ τὴν Πατερικὴ διδασκαλία, ἡ ἐν λόγῳ τάσις διαποτίζει σήμερα μέρος τοῦ θεολογικοῦ λόγου μὲ ἕνα εἶδος «θεολογικής αἰσιοδοξίας» ποὺ ἀπέχει σημαντικῶς ἀπὸ τὴν Γραφικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοσι.

Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι καινούργιο. Ἀνεφύη ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνας τῆς Ἐκκλησίας καί, μεταξὺ ἄλλων, τὸ εἶχε ἀντιμετωπίσει ρητῶς ὁ Μέγας Βασίλειος, Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας Καππαδοκίας, εἷς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπαντᾶ σὲ ἕνα εὐρύτερο ἐρώτημα: τὸ κατὰ πόσον ἡ διαφορὰ τιμωρίας ποὺ ὑπαινίσσεται ἡ Γραφὴ — «πολλὰς πληγάς» καὶ «ὀλίγας πληγάς» — ὑποδηλώνει κάποιο τέλος τῆς κολάσεως.

Ἡ ἀπάντησίς του εἶναι σαφὴς καὶ θεολογικῶς ἀδιάσειστη: ἡ διαφορὰ τῶν πληγῶν ἀφορᾶ στὸ μέτρον τῆς τιμωρίας, ὄχι στὴν χρονικὴ περατότητά της. Παράλληλα, θέτει μίαν ἐρώτησιν ποὺ καθίσταται ἀπὸ μόνη της ἀποστομωτικὴ ἀπάντησις: ἐὰν ἡ αἰώνιος κόλασις ἔχει τέλος, τότε τέλος ἔχει καὶ ἡ αἰώνιος ζωή. Ὁ ἴδιος ὁρισμὸς τοῦ «αἰωνίου» ἰσχύει δι᾽ ἀμφότερα, καθ᾽ ὅτι ἡ Γραφὴ τὰ ζεύγνυε ἀδιαρρήκτως: «ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ματθ. 25, 46).

Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ διαχρονικὸ σταθμὸ τῆς Ὀρθοδόξου ἐσχατολογίας καί, ἐν προκειμένῳ, υπενθύμισιν ὅτι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ δὲν ἀναιρεῖ τὴν δικαιοσύνη Του.

 

ἐκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος, ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ καὶ μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ θέλημα αὐτοῦ, δαρήσεται πολλάς· 48 ὁ δὲ μὴ γνούς, ποιήσας δὲ ἄξια πληγῶν, δαρήσεται ὀλίγας. (Λουκᾶ 12, 47–48)

ΕΡΩΤΗΣΙΣ 267

Ἐὰν ἄλλος μὲν θὰ δαρῇ πολλάς, ἄλλος δὲ ὀλίγας, πῶς λέγουν μερικοί ὅτι ἡ κόλασις δὲν ἔχει τέλος.

ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ

Αὐτὰ ποὺ φαίνονται ὅτι ἔχουν λεχθῆ κατὰ τρόπον ἀμφίβολον καὶ συγκεκαλυμμένον εἰς μερικά σημεῖα τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς γίνονται σαφῆ ἀπὸ ἄλλα, ποὺ λέγονται ἀλλοῦ καθαρά. Ὁ Κύριος λοιπὸν ἄλλοτε μὲν ἀποφαίνεται ὅτι «θὰ ἀπέλθουν οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον», ἄλλοτε δὲ ἀποπέμπει μερικούς «εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον διὰ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ» ἄλλοτε πάλιν ἀναφέρει· «γέενναν πυρός», καὶ προσθέτει· «ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν δὲν τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ δὲν σβήνεται», παλαιότερα δὲ εἶχε εἴπει διὰ μερικούς διὰ τοῦ προφήτου ὅτι ὁ σκώληξ αὐτῶν δὲν θὰ τελευτήσῃ καὶ τὸ πῦρ αὐτῶν δὲν θὰ σβεσθῇ.

Ἐνῷ λοιπὸν αὐτὰ καὶ τὰ τοιαῦτα εὑρίσκονται εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου, ὅτι δηλ. οἱ περισσότεροι, ὡσὰν νὰ ἐλησμόνησαν τοὺς τόσον μεγάλους καὶ σπουδαίους λόγους καὶ διαβεβαιώσεις τοῦ Κυρίου, ὑπογράφουν διὰ τοὺς ἑαυτούς των τὸ τέλος τῆς κολάσεως, διὰ νὰ ἁμαρτάνουν μὲ περισσότερον θράσος.

Διότι, ἐὰν ἡ αἰώνιος κόλασις θὰ τελειώσῃ κάποτε, θὰ τελειώσῃ ὁπωσδήποτε καὶ ἡ αἰώνιος ζωή. Ἐὰν δὲ ἀρνούμεθα νὰ σκεφθῶμεν τοῦτο διὰ τὴν αἰώνιον ζωήν, κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ δώσωμεν τέλος εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν;

Διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ αἰωνίου ἀναφέρεται ἐξ ἴσου καὶ εἰς τὰ δύο, διότι λέγει ὅτι «θὰ ἀπέλθουν οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Μετὰ τὴν διασάφησιν αὐτὴν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι καὶ τὸ «θὰ δαρῇ πολλάς» καὶ τὸ «θὰ δαρῇ ὀλίγας» δὲν σημαίνει τέλος, ἀλλὰ διαφορὰν τιμωρίας.

Διότι, ἐὰν ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος κριτής, ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἀγαθούς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς πονηρούς, ἀποδίδων εἰς ἕκαστον κατὰ τὰ ἔργα του, τότε ὁ ἕνας ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἄξιος ἀσβέστου πυρός, ἠπιωτέρου ἢ ἰσχυροτέρου εἰς τὴν φλόγα, ὁ ἄλλος δὲ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἄξιος ἀτελευτήτου σκώληκος, ποὺ προκαλεῖ μαλακώτερον ἢ σφοδρότερον πόνον ἀναλόγως τῆς ἀξίας ἑκάστου· ἄλλος πάλιν ἠμπορεῖ νὰ κριθῇ ἄξιος γεέννης μὲ τὰ διάφορα κολαστήριά της, καὶ ἄλλος τοῦ ἐξωτέρου σκότους, ὅπου ἄλλος μὲν κλαίει, ἄλλος δὲ τρύζει τοὺς ὀδόντας ἐξ αἰτίας τῶν παρατεταμένων πόνων.

Καὶ τὸ «ἐξώτερον» σκότος ὑποδηλώνει πάντως ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐσώτερον, καὶ τὸ «εἰς πυθμένα ᾅδου», ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὰς Παροιμίας, φανερώνει ὅτι εὑρίσκονται μὲν μερικοί εἰς τὸν ᾅδην, δὲν εἶναι ὅμως εἰς τὸν πυθμένα, καὶ ὑποφέρουν ἐλαφροτέραν τιμωρίαν.

Τοῦτο δὲ ἠμπορεῖ νὰ φανῇ τώρα καὶ εἰς τὰ πάθη τοῦ σώματος· διότι αὐτὸς μὲν ἔχει πυρετὸν μαζὶ μὲ συμπτώματα καὶ ἄλλα πάθη, ἐκεῖνος δὲ μόνον πυρετὸν ἔχει καὶ ὄχι ὁμοίως, ὅπως κάποιος ἄλλος, καὶ ὁ τρίτος δὲν ἔχει μὲν πυρετόν, ἀλλὰ καταπονεῖται ἀπὸ τὸν πόνον κάποιου μέλους τοῦ σώματος ὀλιγώτερον ἢ περισσότερον ἀπὸ ἄλλον.

Ἔχει λεχθῆ δὲ ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ τοῦτο, τὸ «πολλάς» καὶ «ὀλίγας», κατὰ τὴν συνήθη ἔννοιαν τῶν λέξεων, ὅπως καὶ ἄλλα παρόμοια. Διότι γνωρίζομεν ὅτι πολλάκις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ λόγος χρησιμοποιεῖται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνων ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ ἕνα μόνον πάθος· ὅπως, ὅταν λέγωμεν διὰ τὸν ἄνθρωπον ποὺ ἔχει πυρετὸν μόνον ἢ πόνον εἰς τὸν ὀφθαλμόν, κατὰ τρόπον θαυμαστικόν· πόσα ἔπαθεν ἢ πόσα βάσανα ὑπέμεινεν.

Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, τὸ θὰ δαροῦν «πολλάς» ἢ «ὀλίγας» δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν παράτασιν ἢ συμπλήρωσιν τοῦ χρόνου, ἀλλ’ εἰς τὴν διαφορὰν τῆς τιμωρίας.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΡΓΑ, Τόμος 9Β, ΑΣΚΗΤΙΚΑ, ΟΡΟΙ ΚΑΤ’ ΕΠΙΤΟΜΗΝ,ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» (ΕΠΕ) – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1973 – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ