ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου

 (†) Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

  Τὴν 2αν Φεβρουαρίου ἑορτάζομεν τὴν Ὑπαπαν­τὴν τοῦ Κυρίου μας καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἑορτὴ κατὰ κάποιον τρόπον, ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ μὴ λέη τίποτα εἰς τὶς ψυχές μας, ὅταν ἔχουν παγώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἀπὸ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ ἀπὸ τὶς μέριμνες τῆς ζωῆς.

  Καὶ ὅμως τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς ῾Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου μας εἶναι πολὺ σημαντικὸν καὶ ὅπως προηγουμένως ἀκούσαμε ἀπὸ τοὺς ὕμνους, τὰ μεγαλυνάρια, μπορεῖ νὰ θερμάνη τὶς ψυχές μας, νὰ μᾶς δώσῃ χαράν, ἀγαλλίασιν καὶ δύναμιν, διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα. Μάλιστα ἡ ἀκροστιχὶς τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον ψάλλουμε καὶ δὲν τὸν ἐννοοῦμε δυσ­τυχῶς, λέγει ὅτι «Χριστὸν γεγηθὼς πρέσβυς ἀγκαλίζεται». Εἶναι τὰ πρῶτα γράμματα τοῦ κανόνος  ἀπὸ τὸν Κοσμᾶ τοῦ Μαϊουμᾶ τὸν περίφημον ὑμνωδὸν τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ σχηματίζουν αὐτὴν τὴν φράσιν «Χριστὸν γεγηθὼς πρέσβυς ἀγκαλίζεται», ποὺ σημαίνει «χαίρων ὁ πρεσβύτης σηκώνει στὴν ἀγκαλιά του τὸν Χριστό» παρ᾽ ὅλο ποὺ ἦταν πολὺ μεγάλος καὶ πῶς νὰ σηκώση ἕνα βάρος, τὸν Χριστό μας, τὸν σήκωσε χαρούμενος, μὲ πολὺ μεγάλην χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν καὶ αὐτὴν τὴν χαράν, ποὺ ἔννοιωσε ὁ πρεσβύτης Συμεών, χαίρει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία νὰ τὴν μεταδώση καὶ σὲ μᾶς.

  Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴν προηγουμένην ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, νοερά, λουστήκαμε εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ μὲ τὸ βάπτισμα καθαριστήκαμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ντυθήκαμε στολὴν λευκήν, τὸν Χριστόν μας, ὅπως λέγει ὁ Ὕμνος: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» μᾶς ἑτοίμασε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία νὰ προϋπαντήσωμε καὶ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν γέροντα Συμεὼν τὸ προαιώνιον Βρέφος, ἐνῷ εἰσέρχεται εἰς τὸν Ναόν.

  Τὸ θυμᾶσθε αὐτὸ ποὺ λέγαμε ὅτι «προσκυνοῦμέν σου τὴν γένναν Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καὶ τὰ θεῖα σου Θεοφάνεια», «Προσκυνοῦμεν τὰ πάθη Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν Ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν». Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν, σὰν ἀρίστη παιδαγωγὸς καὶ φιλόστοργος Μητέρα μᾶς προετοιμάζει, ἀπὸ τὴν μίαν ἑορτὴν εἰς τὴν ἄλλην καὶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχομεν ἕνα πνευματικὸν πανηγύρι. Τὶ θὰ γινόμαστε, ἄν δὲν ὑπῆρχε ὁ λειτουργικὸς χρόνος, ὅπως λένε οἱ θεολόγοι, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἑορταὶ καὶ πανηγύρεις;

  Τὶ θὰ ἦταν ἡ ζωή μας; Ὅπως ἕνας δρόμος ποὺ δὲν ἔχεις νὰ κάνης οὔτε ἕνα σταθμό, ἔτσι μοιάζει ἡ ζωή, ὅταν δὲν στολίζεται μὲ αὐτοὺς τοὺς ὑπέρ­οχους σταθμοὺς τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου μας καὶ πόσο χάνουν οἱ ἀδελφοί μας, ποὺ εἶναι προσκολλημένοι εἰς τὸ μαγκανοπήγαδον τῆς δουλειᾶς μέρα – νύκτα, Κυριακές, γιορτές, τίποτα, κανένα σταθμὸ καὶ εἶναι μαύρη ἡ ζωὴ ἔτσι. Ἐνῶ ὅταν κάνωμε αὐτοὺς τοὺς σταθμούς, ὅπως ὅταν περπατᾶς, ὅταν ταξιδεύης καὶ κάνης σταθμὸ εἰς  ἕνα πανδοχεῖον, εἰς ἕνα, ἄς ποῦμε, κέντρον, ξεκουράζεσαι, ἀνανεώνεσαι, προχωρεῖς, ἔτσι εἶναι καὶ ἐδῶ, παίρνομε νέες δυνάμεις.

  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ποὺ ἑορτάσαμε εἰς τὴν ἑορτὴν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, λέγει: «Πόσαι αἱ πανηγύρεις, πόσαι ὅλαι αἱ ἑορταὶ καὶ μάλιστα ὅλα αὐτὰ διὰ ἐμένα εἶναι, διὰ ἐμένα, τὸν ἄθλιον. Τώρα βλέπω νὰ γεννᾶται ὁ Κύριος, τώρα νὰ βαπτίζεται, τώρα νὰ γίνεται δεκτὸς εἰς τὸν ναόν, νὰ ὑπαντᾶται εἰς τὸν ναόν, ἄλλοτε μεταμορφούμενον καὶ ἄλλοτε κηρύττοντα καὶ μάλιστα σταυρούμενον καὶ ἀνιστάμενον καὶ ἀναλαμβανόμενον εἰς τοὺς οὐρανούς, ὅλαι αὐταὶ  αἱ πνευματικαὶ πανηγύρεις διὰ ἐμένα, διὰ τὴν ἐμὴν ἀνάπλασιν καὶ τελείωσιν καὶ θέωσιν». Γι᾽ αὐτὸ ὄχι μόνο δὲν εἶναι σωστό, νὰ μένωμε ψυχροὶ καὶ ἀπαθεῖς σὲ τέτοιες ἅγιες στιγμές, ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ σκιρτοῦμε ἀπὸ χαρὰ ποὺ ἦλθε ἡ ἑορτή, ἡ τελευταία θὰ λέγαμε τώρα τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου (τῆς Ὑπαπαντῆς).

  Καὶ διὰ νὰ ἀναλύσουμε λιγάκι καὶ τὴν ἀκροστιχίδα τοῦ κανόνος, ὁ μελωδὸς λέγει, ὁ Συμεὼν παρ᾽ ὅλο τὸ γῆρας του καὶ τὴν ἀδυναμίαν τῶν μελῶν τοῦ σώματός του, ὅμως χωρὶς νὰ κουρασθῆ ἀπὸ τὸ βάρος, ἀλλὰ σὰν ἐλαφρὸ φορτίον κράτησε τὸ Θεῖον Βρέφος χαίροντας. Θὰ ἔπρεπε ὅμως νὰ ἀκολουθήσωμε τὴν προσφιλῆ μας τάξιν, νὰ ἀναλύσουμε τὶς καταβασίες τῆς ἑορτῆς  καὶ ἅμα κάνουμε μία ἀνάλυσιν θὰ νοιώσουμε πιστεύω τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς.

  Ἀλλὰ ἄς ἀκολουθήσωμεν τώρα μίαν ἄλλην ὁδὸν μὲ τὴν βοήθειαν ἑνὸς συγχρόνου καλοῦ θεολόγου, πατερικοῦ θεολόγου, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων τὴν διδασκαλίαν. Ἀκούσαμε προηγουμένως, πῶς τοὺς εἴπαμε τοὺς ὕμνους; μεγαλυνάρια καὶ ἕνα μεγαλυνάριον ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχω μπροστά μου εἶναι «Δεῦτε ἴδετε Χριστὸν τὸν Δεσπότην τοῦ παντός, ὅν βαστάζει Συμεών, σήμερον ἐν τῷ ναῷ».

  Ἡ εἰκόνα τῆς Ὑπαπαντῆς, ὅπως θὰ προσέξατε εἶναι ἁπλῆ. Ἡ μικρὴ ὁμὰς τῶν τριῶν προσώπων, ἡ Θεοτόκος, τὸ Βρέφος Ἰησοῦς καὶ ὁ Ἰωσήφ, εἰσέρχεται εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἱερουσαλήμ, συνήθης εἰκόνα ἐκείνη τὴν ἐποχή. Τίποτε τὸ ἐντυπωσιακὸν ἐπάνω της, τὸ ἱκανὸν νὰ ἐπισύρη τὴν προσοχὴν καὶ τὰ βλέμματα τοῦ πλήθους, τὸ ὁποῖον περιεφέρετο ἀσκόπως ἤ ἀκούοντας τὶς συζητήσεις τῶν φαρισαίων ἤ κάνοντας ἐμπόριον εἰς τὸ αἴθριον τῶν ἐθνικῶν, μάλιστα ἄν προσέξουμε ὁ Ἰωσήφ, ὁ προστάτης τῆς Παναγίας μας, τίθεται εἰς τὸ ἄκρον τῆς εἰκόνος,  ἔχει κάποιο νόημα, ὅπως καὶ εἰς τὴν Γέννησιν. Τὸ κεντρικὸν πρόσωπον εἶναι ὁ Χριστός μας, ἡ Παναγία Μητέρα Του καὶ ὁ Ἰωσὴφ πιὸ μακρυά. Γιατί; Διότι εἶναι ὁ προστάτης. Ἐγεννήθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ὁμολογοῦμεν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως καὶ ἐκ τῶν Παναχράντων  αἱμάτων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Βλέπετε λοιπόν, ἡ εἰκόνα, ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα θεολογεῖ. Ἄν μπορούσαμε νὰ διαβάσουμε τὶς εἰκόνες, ἄν ξέραμε τὴν γλῶσσαν τῶν εἰκόνων πολλὰ θὰ ξέραμε, πολλὰ θὰ ἑρμηνεύαμε. Ἔτσι καὶ ἐδῶ, μιὰ μικρὴ λεπτομέρεια εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε, ἀλλὰ εἶναι χαρακτηριστική, ποὺ διασώζει τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἐκ πνεύματος Ἁγίου καὶ ἐκ τῆς Παναχράντου Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

  Ἦσαν τόσες μητέρες, οἱ ὁποῖες κάθε ἡμέρα ἤρχοντο ἐκεῖ διὰ τὸν καθαρισμὸν μετὰ τὸν τοκετὸν καὶ γιὰ νὰ παρουσιάσουν τὰ πρωτότοκά τους, ὥστε ἡ μικρὴ ἐκείνη ὁμὰς τῶν τριῶν προσώπων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἑλκύση ἕνα ἰδιαίτερον βλέμμα, μίαν προσοχήν. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὑπῆρξε κάποιος ἐκεῖ εἰς τὸ αἴθριον, ὁ ὁποῖος εἶχε διαφορετικὸν βλέμμα ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ μποροῦσε νὰ διακρίνη ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν ἔβλεπαν. Σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἱεροσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ Πνεῦμα ἦν Ἅγιον ἐπ᾽ αὐτόν· καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἤ  ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου» (Λουκ. β´ 25-26).

  Λοιπὸν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦλθεν ὁ Συμεὼν «τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένο τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν  καὶ εἶπε· νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὅ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λουκ. β´ 27-32).

 Τὸ σωτήριον σημαίνει ἐδῶ ἐκεῖνο τὸ πλάσμα ποὺ φέρει τὴν σωτηρίαν. Τὸ σωτήριον τὸ ὁποῖον ἐξεπλήρωνε τὴν ἐλπίδα τούτου τοῦ ἀνθρώπου ἀντιπροσωπεύετο ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ Βρέφος τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν, τὸ ὁποῖον ἐξωτερικῶς δὲν εἶχε τίποτε τὸ ἐξαιρετικόν. Ἐδῶ ὁ προφητεύων Συμεὼν ὑπερβαίνει τὴν ἑρμηνείαν τοῦ φαρισαίου διὰ τὸν ἀναμενόμενον Μεσσίαν, ὑπερβαίνει τὸν ἀποκλειστικὸν ἐθνικισμόν,  ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶχε λησμονηθῆ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγγέλλει τὸ οἰκουμενικὸν σχέδιον τοῦ Θεοῦ, τὴν σωτηρίαν ὅλου τοῦ κόσμου, ὄχι μόνον διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας.

  Πράγματι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶχε διακηρύξει διὰ τὸν μελλοντικὸν Μεσσίαν «ἔδωκά σε εἰς διαθήκην γένους εἰς φῶς ἐθνῶν» ἀναφέρει ὁ προφήτης Ἡσαΐας εἰς τὸ 42ον κεφάλαιον καὶ εἶχεν ἐπικυρώσει ὀλίγον ἀργότερον, «εἰς φῶς Ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτήριον ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

  Ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν ἀποστολήν του καὶ ἀπήλαυσε τὸν Μεσσίαν ὁ γέρων Συμεὼν δὲν ἐπεθύμει οὐδὲν ἕτερον καὶ ἠμποροῦσε νὰ ἀναχωρήση διὰ τὴν αἰωνιότητα, θὰ διαβῆ τὸν τόπον τῶν προαναπαυσαμένων καί, ὅπως ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, θὰ κηρύξη σ᾽ αὐτοὺς ὅτι εἶναι ἐγγύς, ὁ θάνατος ἔφθασε εἰς τὸ τέρμα τῆς ἐξουσίας του, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἰς τοὺς λόγους του πρὸς τὸ Βρέφος εἶναι ὁ πατὴρ αὐτοῦ τοῦ Βρέφους καὶ ἡ Μήτηρ θαυμάζοντες, ὁ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦ­μα τοῦ Θεοῦ εἶπε πρὸς τὴν Μητέρα: «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον· καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία». Συνεπῶς ὁ Συμεὼν ξεχωρίζει καθαρὰ ὅτι τὸ φῶς τοῦ Μεσσία θὰ λάμπη εἰς ὅλους τοὺς λαούς, ἀλλὰ ὄχι διὰ νὰ διαλύση βιαίως ὅλα τὰ σκότη. Εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἰσραὴλ πολλοὶ θὰ καταστραφοῦν ἐξ αἰτίας τοῦ φωτὸς τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι σημεῖον ἀντιλογίας, σημεῖον ἀπείρου φθόνου καὶ βαθείας εὐλαβείας, ἀνεξαλείπτου μίσους καὶ ἀσυγκρίτου ἀγάπης καὶ τὰ πλήγματα ποὺ θὰ τοῦ δοθοῦν, δὲν θὰ πλήξουν μόνον Αὐτόν, τὸν Μεσσίαν, τὸν Χριστόν μας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὴν Μητέρα Του, τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ θὰ διασπασθῆ ἀπὸ τὸν πόνο, ὅπως διαπερνᾶ τὸ σῶμα ἀκονισμένον σπαθί.

  Αἰφνιδίως εἰς τὸ σκηνικὸν τῆς Ὑπαπαντῆς ἐμφανίζεται μία γυναικεία μορφή.  «Καὶ ἦν Ἄννα προφῆτις, καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο (εὐχαριστοῦσε δηλαδή) τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι  τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ». Ἀπὸ τοὺς προσδεχομένους λύτρωσιν ἐν τῷ Ἰσραὴλ ὁ Λουκᾶς παρουσίασε μόνον τὸν Συμεὼν καὶ τὴν Ἄννα, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς δύο ἦσαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ περίμεναν τὸν Μεσσία. Ὅλοι αὐτοὶ θὰ ἦσαν βεβαίως ἄγνωστοι στὸ ἱερατεῖο, ἀλλὰ ποὺ εἶχαν συγκεντρώσει τὴν ὕπαρξίν των εἰς τὴν μέλλουσαν ἀποκαλυφθῆναι δόξαν τοῦ Μεσσία. Δόξα ὑπεσχημένη ἀπὸ αἰώνων εἰς τὸ Ἰσραήλ. Ποιὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς μαρτυρίας τοῦ Συμεὼν καὶ τῆς Ἄννης περὶ τοῦ Βρέφους Ἰησοῦ; «Νηπιάζει δι᾽ ἐμέ» ὅπως λέγει ὁ ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας, «ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν· καθαρσίων κοινωνεῖ, ὁ καθαρώτατος Θεός, ἵνα τὴν σάρκα πιστώσῃ μου, τὴν ἐκ Παρθένου. Καὶ ταῦτα Συμεὼν μυσταγωγούμενος, ἐπέγνω τὸν αὐτόν, Θεὸν φανέντα ἐν σαρκί· καὶ ὡς ζωὴν ἠσπάζετο, καὶ χαίρων, πρεσβυτικῶς ἀνεκραύγαζεν· Ἀπόλυσόν με· σὲ γὰρ κατεῖδον, τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων».

  Δικαίως λοιπὸν προσετέθη ἡ μαρτυρία τους, διότι τὸ ἐρώτημα τὶ εἶναι ὁ Ἰησοῦς ἐτέθη ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀπήντησε: Ἀληθὴς Θεὸς κατὰ τὴν θεότητα καὶ ἀληθὴς ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Συν­επῶς ὁ Ἄκτιστος Θεὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸν ἰδικόν μας κόσμον τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, προσέλαβε τὸν ὅλον ἄνθρωπον, τὸν ἥνωσε μὲ τὴν θεότητά Του καὶ τὸν ἔσωσε. Τὴν βεβαιότητα αὐτοῦ τοῦ κοσμοσωτηρίου ἔργου διακηρύσσει ἡ Ὑπαπαντή. Βεβαιότητα ἡ ὁποία θέτει εἰς συναγερμὸν καὶ κίνησιν τὴν φιλοτιμίαν παντὸς ὀρθοδόξου πρὸς ῾Υπαπαντὴν τοῦ Κυρίου. Καλούμεθα ὅλοι νὰ ὑπαντήσωμεν τὸν Κύριόν μας καὶ φιλοξενεῖν Αὐτόν ….  ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ.

  Ἐχάρη καὶ ἠγαλλίασε ὁ Συμεὼν ὑποδεχόμενος εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ τὸν Κύριον (γεγηθώς). Πολὺ μεγαλυτέρας τιμῆς ἀξιούμεθα ἐμεῖς ὁσάκις μεταλαμβάνομεν κρατοῦντες ὄχι εἰς τὰς χεῖρας μας  μόνον τὸν Κύριον τῆς Δόξης, ἀλλὰ εἰς ὅλην τὴν ὕπαρξίν μας, θεοπρεπῶς. Ἀλλὰ τὰ Ἅγια θεοποιοῦν τοὺς Ἁγίους, τοὺς ἀξίως προσερχομένους πρὸς τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι παμμεγίστη. «Θεοῦ τὸ Σῶμα καὶ θεοῖ με καὶ τρέφει· θεοῖ τὸ πνεῦμα, τὸν δὲ νοῦν τρέφει ξένως». Ἄς ὑποδεχθοῦμε λοιπὸν τὴν ἐλπίδα μας, τὴν προσδοκίαν τῶν Λαῶν, τὸν Λυτρωτήν μας.

  Ἑπομένως ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου μας, μᾶς βοηθεῖ νὰ ὑποδεχώμεθα καὶ ἡμεῖς τὸν Κύριόν μας ὁσάκις ἑτοιμαζόμεθα, ὁσάκις ἐξομολογούμεθα, νηστεύομεν καὶ προετοιμαζόμεθα νὰ κοινωνήσωμεν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, νὰ τὸν ὑπαντήσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν καρδίαν μας καὶ νὰ τὸν ἔχωμεν διὰ παντὸς μαζί μας. Καὶ βέβαια ὅταν γίνεται αὐτὸ μὲ τὴν δέουσαν ἑτοιμασίαν σκιρτᾶ καὶ ἀγάλλεται ἡ ψυχὴ κάθε χριστιανοῦ.

  Ἄς ἀκούσωμεν ὅμως καὶ ἕνα πατέρα σπουδαῖον, πῶς ἐγνώρισε αὐτὴν τὴν ἑορτήν, πῶς τὴν ὕμνησε: Τὸ φέρω τὸν Χριστόν, μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, φέρω τὸν Χριστὸν νὰ τὸν παρουσιάσω εἰς τὸν Κύριον. (Ἀναφέρουσι δὲ αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ) Πόσο μεγάλη θαυμαστὴ οἰκονομία, ὤ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ εὑρίσκεται εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα, ποὺ κάθεται εἰς τὸν θεϊκὸν θρόνον μαζὶ μὲ Αὐτόν, ὁ συν­αΐδιος Υἱός, Αὐτὸς διὰ τοῦ Ὁποίου τὰ πάντα προσφέρονται θεοπρεπῶς, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐγεννήθη κατὰ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, προσφέρεται θυσία. Αὐτὸς ποὺ λατρεύεται μὲ ὅτι ἀκριβότερο ἀπὸ ὅλους καὶ δοξάζεται μαζὶ μὲ τὸν Θεὸν Πατέρα, ποὺ τὸν ἐγέννησε. Καὶ τὶ προσέφερε σὰν Υἱὸς καὶ Πρωτότοκος; Ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἤ δύο μικρὰ περιστέρια καθὼς προσέτασσε ὁ νόμος, ἀναλόγως μὲ τὶς δυνάμεις δηλαδὴ τῶν γονέων. Ἀλλὰ τὶ θέλει νὰ δηλώση τὸ τρυγόνι καὶ τὸ περιστέρι; Τὸ μὲν ἕνα ἔχει τὸ πλουσιώτερο κελάϊδημα ἀπὸ τὰ πουλιὰ τοῦ ἀγροῦ, τὸ δὲ ἄλλο εἶναι ἤπιο καὶ πρᾶο. Ἔτσι ἔγινε γιὰ μᾶς ὁ Σωτήρας ὄντας τέλεια πρᾶος, σὰν τὸ τρυγόνι πλημμύρισε τὴν γῆ καὶ γέμισε μὲ τὴν γλυκύτατη φωνή Του, τὸν ἀμπελῶνα Του, δηλαδὴ ἐμᾶς ποὺ πιστεύουμε σ᾽ Αὐτόν. Ἔχει γραφῆ ἄλλωστε καὶ εἰς τὸ Ἆσμα τῶν Ἀσμάτων ὅτι «ἡ φωνή, ἡ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν», γιατὶ Αὐτὸς μᾶς ἀπεκάλυψε τὸ θεῖον καὶ εὐαγγελικὸν κήρυγμα τῆς σωτηρίας μας. Τρυγόνια καὶ περιστέρια προσ­ε­­φέροντο, ὅταν αὐτὸς παρουσιάστηκε εἰς τὸν Κύριον καὶ μποροῦσε νὰ δῆ κανεὶς μαζὶ μὲ τὸν τύπον καὶ τὴν ἀλήθειαν.

  Προσέφερε ὁ Χριστὸς τὸν ἑαυτό Του εἰς ὀσμὴν εὐωδίας, διὰ νὰ προσ­φέρη ἐμᾶς δι᾽ αὐτοῦ καὶ μὲ αὐτὸ εἰς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα καὶ νὰ λύσῃ τὴν ἀποστροφὴν ποὺ εἶχε προκληθῆ ἀπὸ τὴν παράβασιν τοῦ Ἀδάμ καὶ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ μᾶς ἐτυράννησε ὅλους. Γιατὶ ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ ἀπὸ παλιὰ κράζαμε «ἐπίβλεψον ἐπ᾽ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με». Τὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἰσοφαρίση τὴν ἀγαλλίασίν μας ἀπὸ τὸ ὅτι ἐμάθαμε πὼς μᾶς ἔσωσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ Του ἀκριβῶς ἐπειδὴ Αὐτὸς ἔγινεν ἄνθρωπος. Ὁ μὲν Χριστὸς προσεφέρετο εἰς τὸ Ἱερόν, καὶ ἦταν μικρὸν Βρέφος ποὺ ἀκόμη θήλαζε, ὁ δὲ μακάριος Συμεὼν τιμημένος μὲ τὸ προφητικὸν χάρισμα τὸν δέχεται μὲν εἰς τὴν ἀγκαλιά του γεμᾶτος δὲ μὲ αὐτὴν τὴν ἀγαλλίασιν εὐλογεῖ τὸν Θεὸν καὶ λέγει: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου Δέσποτα» εὐλογεῖ δὲ ὁ Συμεὼν καὶ τὴν Ἁγίαν Παρθένον, ἐπειδὴ ὑπηρέτησε εἰς τὸ θεϊκὸν θέλημα καὶ ὑπούργησε εἰς τὸν τόκον, χωρὶς νὰ ὑπόκειται εἰς τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν.

  Τὶ δὲ λέγει διὰ τὸν Χριστὸν ὁ προφήτης Συμεών; «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἐπειδὴ ὁ μὲν Ἰσραήλ, ἐνῶ ἦταν Κύριος καὶ Θεὸς ὁ Ἐμμανουὴλ δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν οὔτε θέλησε νὰ πιστεύση εἰς Αὐτὸν προσέκρουσε σὰν σὲ λιθάρι μεγάλο ἀπὸ τὴν ἀπιστίαν καὶ θρυμματίσθηκε καὶ ἔπεσε, ἀναστήθηκαν δὲ πολλοί, δηλαδὴ ὅσοι ἐπίστεψαν εἰς Αὐτόν, γιατὶ μεταφυτέφθηκαν ἀπὸ τὴν λατρεία τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου εἰς τὴν πνευματικὴν λατρείαν καὶ ἐνῷ εἶχαν μέσα τους τὸ πνεῦμα τῆς δουλείας, ἔχουν φωτισθῆ ἀπὸ τὸ πνεῦμα ποὺ ἐλευθερώνει, δηλαδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

  Ἔγιναν κοινωνοὶ θείας φύσεως, ἀξιώθηκαν τῆς υἱοθεσίας καὶ ζοῦν μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ κατακτήσουν καὶ αὐτὴν τὴν Ἄνω Πόλιν δηλαδὴ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν.

  Εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον εὑρισκόμεθα τώρα καὶ πρὸς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὁδεύομεν καὶ μακάριος ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐγκαταλείπει τὸν ἀγῶνα, δὲν χαλαρώνει, δὲν ἀδιαφορεῖ, ἀλλὰ προσπαθεῖ ἡμέραν μὲ τὴν ἡμέραν νὰ γίνεται καλλίτερος. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ἑωρτάσαμε τὴν Ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου μας καὶ ποὺ ἔρχεται νὰ μᾶς βοηθήση ἀκόμη περισσότερο, διὰ νὰ τὸν ὑποδεχώμεθα ἀξίως μέσα μας, νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ Πανάγιον θέλημά Του καὶ νὰ καταξιωθοῦμε καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

* Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Π.Ο.Ε. Κάνιγγος 10 Ἀθῆναι

https://orthodoxostypos.gr