ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ὁ ἁγιασμος των ὑδατων και των ἀνθρωπων

Μητροπολιτης Φλωρινης Αυγουστινος

Ἑορτολόγιο
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2709

Τὰ ἅγια Θεοφάνεια
Τρίτη 6 Ἰανουαρίου 2026
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου

Ἡ ὕλη ποὺ ἀγγίζουμε, ἀγαπητοί μου, ἔχει ὡ­ρισμένο βάρος καὶ ἔκτασι· δὲν εἶνε τυχαῖο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐλαχιστότερο τμῆ­μα της, τὸ ἄτομο οὐρανίου, κλείνει μέσα του μυστήριο· προκαλεῖ θαυμασμό, διότι κατὰ τὴν διάσπασί του ἐκλύεται ἀσύλληπτη δύναμις καὶ ἀναδίδεται τρίφωτη λάμψι, ποὺ παραπέμ­πει στὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος.

Ἡ ὕλη διακρίνεται σήμερα σὲ πολλὰ στοιχεῖα. Οἱ ἀρχαῖοι διέκριναν τέσσερα· τὴ γῆ (τὸ χῶμα), τὴ φωτιά, τὸν ἀέρα καὶ τὸ νερό. Θ᾽ ἀ­κούσουμε τώρα καὶ μία σχετικὴ εὐχὴ τοῦ Ἁ­γιασμοῦ ποὺ ὑμνεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς φύσεως.

Τὸ νερό, λοιπόν, εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς θείας δημιουργίας. Προσφέρεται εἴτε ὡς σταγόνες ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ (καὶ μὲ τὴ βλάστησι φυτῶν καὶ δέντρων μετα­βάλλονται σὲ «χρυσάφι»), εἴτε σὰν πηγή, εἴτε σὰν ῥυάκι ταπεινό, εἴτε σὰν ποτα­μὸς καὶ καταρράκτης ὁρμητι­κός, εἴτε σὰν λίμνες, θάλασσες καὶ ὠκεανοὶ ἀπέραντοι· εἶνε πράγματι μιὰ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Καλύπτει τὰ δύο τρίτα (2/3) τῆς ἐπιφανείας τοῦ πλανήτου μας.
Τί εἶνε ἕνα ποτήρι νερό; Τώρα τὸ περιφρο­νοῦμε· ἂν ὅμως στερέψουν κάποτε πηγὲς καὶ ποτάμια, τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ γλείφουν μὲ τὴ γλῶσσα τοὺς βράχους γιὰ νὰ δροσιστοῦν. Ἕ­να ποτήρι νερὸ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ἕ­να ποτήρι χρυσόσκονη. Δὲν τὸ αἰσθανόμαστε αὐ­τὸ ἐμεῖς ποὺ ἀπολαμβάνουμε μὲ ἀφθονία τὰ ὑλικὰ ἀγαθά· τὸ αἰσθάνονται ὅμως οἱ ὁδοιπόροι στὴ Σαχάρα· τὸ αἰσθάνθηκαν καὶ οἱ πατέρες μας περνώντας τὴν Ἁλμυρὰ Ἔρημο. Τὸ αἰσθάνθηκαν ἀκόμη καὶ οἱ ἀστροναῦτες, ὅταν ἔφτασαν στὴ Σελήνη καὶ ἕνας ἀπὸ αὐ­τοὺς εἶπε· Πότε, Θεέ μου, νὰ κατεβῶ στὴ Γῆ, ν᾽ ἀνοίξω τὴν κάνουλα τοῦ σπιτιοῦ μου, νὰ πιῶ νὰ δροσιστῶ!… Τὸ νερό, λοιπόν, εἶνε εὐ­λογία, δῶρο Θεοῦ· δροσίζει καὶ καθαρίζει.
Ἀλλὰ κάποτε τὸ νερὸ αὐτὸ γίνεται καὶ κατάρα! Πότε; Ὅταν μία καταρρακτώδης βροχὴ προξενῇ πλημμῦρες καὶ ζημιές· ὅταν ἕνας ποταμὸς ξεχειλίζῃ, σπάζῃ φράγματα καὶ σαρώνῃ ἐκτάσεις, καλλιέργειες κ᾽ ἐγκαταστάσεις· πρὸ παντὸς δὲ ὅταν μία ἀγριεμένη θάλασσα ὑψώνῃ κύματα, προκαλῇ ναυάγια, πνί­γῃ πλοῖα καὶ ἀνθρώπινες ζωές. Στὰ νησιά μας ὑπάρχουν σπίτια ναυτικῶν μαυροφορεμένα· γυναῖκες κλαῖνε συζύγους καὶ παιδιά τους, ποὺ τοὺς ἔφαγε τὸ ὑγρὸ θηρίο.
Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ὑπάρχει καὶ ἡ δοξασία, ὅτι κάτω σὲ σκοτεινοὺς βυθοὺς τῆς θαλάσσης, σὲ χιλιάδες μέτρα βάθος, ὑ­πάρχουν κήτη μεγάλα, ὁ Λεβιάθαν, σύμβολο σκοτεινῶν δυνάμε­ων τοῦ σατανᾶ. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκοῦμε στὴν εὐ­χὴ τοῦ Ἁγιασμοῦ ὅτι ὁ Κύριος, καταπέμψας τὸ πανάγιόν του Πνεῦμα, «τὰς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖ­­σε ἐμφωλευόντων συνέτριψε δρακόντων».
Καὶ ἡ ἀγριεμένη θάλασσα πρέπει νὰ ἠρεμήσῃ. Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς σήμερα ἁγιάζονται τὰ ὕδατα. Τὸ πιστεύουν αὐτὸ οἱ ἁπλοϊκοί μας Χριστιανοί. Βλέπεις τὸ νησιώτη, ποὺ παίρ­νει τὸ ἁγίασμα καὶ ῥαντίζει τὴ θάλασσα· βλέπεις τὸ γεωργό, ποὺ πάει στὰ χωράφια καὶ ῥαν­τίζει τὰ δέντρα του· τὸ βοσκό, ποὺ ῥαντίζει τὸ κοπάδι του· τὸ ναυτικό, ποὺ περιμένει ν᾽ ἁγι­αστοῦν τὰ νερὰ καὶ μετὰ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Κάνει τὸ σταυρό του μὲ πίστι, τὰ δάκρυά του πέ­φτουν στὸ ἁλμυρὸ νερὸ καὶ ἡ θάλασσα γίνεται ἁγιασμένη, ὅπως λέει ὁ Παπαδιαμάντης σ᾽ ἕνα διήγημά του. Δὲν εἶνε μῦθος, ὄχι. Ἡ πίστι εἶνε μεγάλο πρᾶγμα. Ἄκουσα εὐσεβεῖς ναυτικούς μας νὰ λένε, ὅτι στὸν Ἀτλαντικὸ Ὠκεανό, στὴν ἀγριεμένη θάλασσα, ἐκεῖ ποὺ τὸ κῦμα ἦταν πελώριο καὶ τὸ θηρίο τῆς θαλάσσης ἦταν ἕτοιμο νὰ τοὺς καταπιῇ, ἔρριξαν ἁγίασμα ἀπὸ τὴν πρύμη τοῦ πλοίου καὶ ἀ­μέσως ἡ θάλασσα γαλήνευσε. «Μέγας εἶ(σαι), Κύ­ριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου» (εὐχ. Μ. Ἁγιασμ.). Ὅπως ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο εἶπε στὴ θάλασσα «Πεφίμωσο» (Μάρκ. 4,39), κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ σήμερα διὰ τοῦ ἁγιασμοῦ εἰρηνεύουν τὰ ὕδατα.

* * *

Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε μόνο γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων, εἶνε καὶ γιὰ κάτι ἄλ­λο ἀνώτερο. Ποιό δηλαδή; Δὲν ἁγιάζονται μόνο τὰ ὕδατα, ἐκλεκτὸ στοιχεῖο τῆς δημιουργί­ας ποὺ ἐλλείπει παντελῶς στοὺς ἄλλους πλα­νῆτες· ἁγιάζεται καὶ ὁ ἄνθρωπος. Σᾶς παρακαλῶ προσέξτε μιὰ θεολογικὴ σκέψι μου ἐ­πὶ τοῦ σημερινοῦ μυστηρίου.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, ὅ­πως ὅλοι γνωρίζουμε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια, παρέβησαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἁμάρτη­σαν. Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη μπῆκε στὸν ἄν­θρωπο τὸ μικρόβιο τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανά­του, καὶ αὐτὸ κληρονομικῶς μεταδόθηκε ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ καὶ ἔφθασε ἕως ἐμᾶς. Αὐτὸ στὴν θεολογικὴ σκέψι ὀνομάζεται «προπατορικὸ ἁ­μάρτημα» ἤ, ἂν θέ­λετε στὴν ἐπιστημονικὴ σκέ­ψι, «ὑποσυνείδητο». Ἂν τὸ πῇς ὑποσυνεί­δητο, ἄ σπουδαῖο πρᾶγμα! ἂν τὸ πῇς προπατο­ρικὸ ἁμάρτημα, ἄ καλογερικὰ πράγματα. Ἀλλ᾽ ὅπως καὶ νὰ τὸ ποῦμε, πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ὅπως ἡ θάλασσα μέσα βαθειὰ ἔχει φοβερὰ κήτη καὶ θηρία καὶ κρύβει ἀβύσσους ἀνεξι­χνίαστες, ἔτσι καὶ ἡ καρδιὰ κάθε ἀν­θρώ­­που κρύβει ἄβυσσο. Βαθειὰ εἶνε ἡ θάλασ­­σα, ἀλλὰ βαθύτερη εἶνε ἡ καρδιὰ τοῦ ἀν­θρώπου (βλ. Ψαλμ. 63,7. Ἰερ. 17,9). Ὤ τὸ μυστήριο τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου! Ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος, ὁ Ἀ­δὰμ καὶ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ καταγόμεθα ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Ἀναστενάζουμε γιὰ ἕνα καὶ μόνο πρᾶ­γμα· διότι δὲν εἴμαστε ἐν τάξει ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τὸ Νόμο του. Μᾶς τύπτει μέσα μας ἡ συνείδησι, σειόμεθα ἐκ θεμελίων.
Μέσα στὰ δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ἕνας μόνο γεννήθηκε ἀναμάρτητος· αὐ­τὸς εἶ­νε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
–Ἀλλ᾽ ἀφοῦ εἶνε ἀναμάρτητος, θὰ μοῦ πῆ­τε, για­τί λοιπὸν βαπτίστηκε; καλὰ ἐμεῖς, βαπτιζόμαστε ὡς ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς γιατί; ἀφοῦ «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑ­­ρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. 2,22).
Βαπτίζεται, ἀγαπητοί μου, ὄχι διότι εἶνε ἁ­μαρτωλός, ἀλλὰ διότι θέλει καὶ παρουσιάζεται ὡς ἁμαρτωλός. Ἔρχεται ὡς ἀντιπρό­σωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀλλὰ καὶ γενάρχης τοῦ νέου κόσμου, νέος Ἀδάμ. Καὶ ὅπως ἕλ­κουμε τὴ φυσικὴ καταγωγή μας ἀπὸ τὸν πα­λαιὸ Ἀ­δάμ, ἔ­τσι τώρα πρέπει νὰ γίνουμε πνευ­ματικὰ συγγενεῖς μὲ τὸ νέο Ἀδάμ, τὸ Χριστό. Βαπτίζεται λοιπὸν ἐκεῖνος γιὰ ἐμᾶς, καὶ μὲ ­τὸ βάπτισμά του μᾶς διδάσκει τὴ μεγάλη ἀλήθεια· γιὰ νὰ σωθοῦμε, πρέπει νὰ βαπτιστοῦ­με στὸ ὄνομά Του. Γι᾽ αὐτὸ ὁμολογοῦμε «ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Σύμβ. πίστ. 11).
Εἶ­νε ἀναγκαῖο τὸ βάπτισμα, δὲν σῴζεται ὁ ἁ­μαρτωλὸς χωρὶς αὐτό. Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται» (Μάρκ. 16,16). Τὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας δὲν εἶ­νε κοι­­νὸ νερό· εἶνε ἀνώτερο τοῦ Ἰορδάνου. Ὅπως τὸ ψωμάκι ποὺ εἶνε στὴν ἁγία τρά­πεζα ὅταν τὸ εὐ­λογήσῃ ὁ ἱερεὺς δὲν εἶνε πλέον κοινὸ ψωμί, εἶνε σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ – τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἐν­σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ μας, ἔτσι καὶ τὸ νερὸ στὴν κολυμβήθρα, ἅμα τὸ εὐλογήσῃ ὁ ἱερεύς, παίρνει πλέον θαυματουργικὴ δύνα­μι. Ἐκείνη τὴν ὥ­ρα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο –ἐὰν τὸ πιστεύῃς– κατέρχεται καὶ σὰν ἀόρατη φωτιὰ καίει. Ὅπως ἡ φωτιὰ καθαρίζει τὸ σίδερο ἀπὸ τὴ σκουριά, ἔτσι ἡ φωτιὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καθαρίζει τὸν θνητὸ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ἐκεῖ λοιπόν, μέσα στὴν κολυμβήθρα, συν­τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή μας πρὸ τοῦ βαπτίσματος εἶνε μαύρη σὰν τὰ φτερὰ τοῦ κόρακα· μετὰ τὸ βάπτισμα γίνεται λευκὴ σὰν τὸ περιστέρι ποὺ πέταξε ἐπάνω ἀπὸ τὰ ῥεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου. Γι᾽ αὐτὸ οἱ πιστοί, ὅταν βαπτίζονται, ντύνον­ται μὲ ἄσπρη φορεσιά, σύμβολο τῆς καθάρσεως καὶ ἀθῳότητος.
* * *
Μετὰ τὸ βάπτισμα τί γίνεται, ἀγαπητοί μου; Σᾶς ἐρωτῶ· τὰ μετὰ τὸ βάπτισμα ἁμαρτήματα συγχωροῦνται; Στὴν πρώτη Ἐκκλησία ὑ­πῆρξε μία διχόνοια. Κάποιοι αἱρετικοὶ ἔ­λε­γαν, ὅτι μόνο τὰ πρὸ τοῦ βαπτίσματος ἁ­μαρτήματα συγχωροῦνται, τὸ μετὰ βάπτισμα ὄχι. Ἐὰν αὐτὴ ἡ θεωρία ἀλήθευε, τότε κανείς δὲν θά ᾽βλεπε τὸν οὐρανό, ὁ παράδεισος θὰ ἦταν ἀ­πλησίαστος. Ἀλλὰ ἡ θεία πρόνοια, ὁ ὠκεανὸς τῆς θείας ἀγάπης καὶ τῶν οἰκτιρμῶν, ὁ Χριστὸς στὸ Εὐ­αγ­γέλιο θέσπισε ὡς δεύτερο βάπτισμα τὴ μετάνοια καὶ ἱερὰ ἐξομολόγησι.
Διατηροῦμε τὸν χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος καθαρὸ καὶ ἀμόλυντο; Θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν διατηροῦμε. Δυστυχῶς τὸν μολύνουμε. Λοιπὸν ἂς χύνου­με καθαρτικὰ δάκρυα μετανοίας, γιὰ νὰ θεραπευώμαστε ὅπως ὁ Νεεμὰν ὁ Σῦρος. «Ὅ­σοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνε­δύσασθε» (Γαλ. 3,27), ψάλλει ὡραῖα σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Καθένας μας ἂς ἐξετάσῃ τὸν ἑαυτό του πῶς ζῇ, ὡς ἄνθρωπος, ὡς Ἕλληνας, ὡς Ὀρθόδοξος Χριστιανός· ζῇ ὡς ἄγγελος ἢ ὡς δαίμονας προσθέτει ἁμαρτίες ἐπὶ ἁμαρτιῶν;

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Τρίτη 6-1-1981 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 15-12-20