ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ
(Αποσπάσματα)
Εισαγωγικό από entaksis: Οι επιδρομές των Ρως κατά της Κωνσταντινούπολης (συνολικά τέσσερις κύριες: 860, 907, 941 και 1043) αποτέλεσαν την πρώτη βίαιη επαφή της Αυτοκρατορίας με το αναδυόμενο κράτος του Κιέβου. Η πρώτη επίθεση το 860, την οποία περιγράφει ο Πατριάρχης Φώτιος, υπήρξε σοκαριστική λόγω του αιφνιδιασμού, καθώς ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ απουσίαζε σε μέτωπα κατά των Αράβων. Οι Ρως λεηλάτησαν ανηλεώς τα προάστια, όμως θαυματουργικώς αποχώρησαν χάρη στην παρέμβαση της Θεοτόκου. Παρά την αρχική αγριότητα, οι επιδρομές αυτές οδήγησαν μακροπρόθεσμα σε σημαντικές εμπορικές συνθήκες (όπως του 911 και 945) και στην ενσωμάτωση των Ρως στη βυζαντινή σφαίρα επιρροής. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα ήταν ο σταδιακός εκχριστιανισμός των Ρως, που ξεκίνησε μετά το 860 και ολοκληρώθηκε επίσημα το 988, συνδέοντας οριστικά τον σλαβικό κόσμο με την ορθόδοξη παράδοση. Παράλληλα, η στρατιωτική αντιπαράθεση μετατράπηκε σε συνεργασία, με τη δημιουργία της περίφημης Βαραγγείου Φρουράς, όπου οι πρώην επιδρομείς έγιναν οι πιο πιστοί σωματοφύλακες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Έτσι, από απειλή για την επιβίωση της Πόλης, οι Ρως εξελίχθηκαν σε βασικό εμπορικό εταίρο και πνευματικό τέκνο του Βυζαντίου.
Α’
Ὁμιλία πρώτη εἰς τὴν ἔφοδον τῶν Ῥῶς. Ἐκφωνήθηκε κατ’ ἄλλους τὸ 866, κατ’ ἄλλους τὸ 964, ἐνῶ κατὰ τὸν Σ. Ἀρίσταρχο, ποὺ ἐξέδωκε τὸ 1900 μαζὶ μὲ αὐτὲς τὶς δεκαεννέα γνήσιες κατὰ τὸν Β. Λασύρδα μεγάλο ἀριθμὸ νόθων ὁμιλιῶν, τὸ 861, ποὺ εἶναι καὶ τὸ ὀρθότερο. Κατὰ τὴν ἔφοδο αὐτὴ τῶν Ῥώσων ἐναντίον τῆς Βασιλεύουσας, ποὺ συνέβη τὸν Ἰούνιο τοῦ 860, ὅπως καὶ κατὰ τὴ δεύτερη, δημιουργήθηκε ἀνάμεσα στὸ λαὸ αὐτῆς παρὰ τὸν μικρὸ ἀριθμὸ ἐπιδρομέων, μεγάλη ταραχή, καὶ ὁ λόγος ἦταν, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν ὁμιλία αὐτή, ἐπειδὴ κατὰ τὸ χρονικό ἐκεῖνο διάστημα ἡ πόλη ἦταν ἔρημη ἀπὸ στρατιῶτες, ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ΄ κατὰ τὴν ἐκστρατεία του στὴν Ἀσία.
Τί εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ φοβερὸ καὶ βαρὺ πλῆγμα καὶ ἡ ὀργή; Γιατί ὥρμησε ἐναντίον μας ἀπὸ τὸν ἀπόμακρο βορρᾶ ὁ φοβερὸς αὐτὸς κεραυνός; Ποῖα σύννεφα παθῶν ποὺ συμπυκνώθηκαν, ποίων κριμάτων συγκρούσεις ἰσχυρὲς ἐξαπέλυσαν ἐναντίον μας αὐτὴ τὴν ἀβάσταχτη ἀστραπή; Πῶς ξέσπασε ἡ πυκνὴ αὐτὴ καὶ ὀγκώδης βαρβαρικὴ θάλασσα, ποὺ δὲν θερίζει τὴν καλαμιὰ τοῦ σιταριοῦ καταστρέφοντας μαζὶ καὶ τὰ στάχυα, οὔτε χτυπάει τοὺς βλαστοὺς τοῦ ἀμπελιοῦ καὶ κομματιάζει τὸν καρπὸ ἄγουρο, οὔτε χτυπάει τὰ δένδρα καὶ σπάζει τὰ κλαδιά τους, πρᾶγμα ποὺ γιὰ πολλοὺς εἶναι ἐκπλήρωση τοῦ μέτρου ἔσχατης καταστροφῆς, ἀλλ’ ἀλέθει οἰκτρὰ τῶν ἴδιων τῶν ἀνθρώπων τὰ σώματα καὶ ἐξολοθρεύει ὀδυνηρὰ ὁλόκληρο τὸ γένος. Γιὰ ποῖο λόγο καὶ πῶς αὐτὸ τὸ κατακάθι κρασιοῦ, γιὰ νὰ μὴν πῶ κάτι χειρότερο, χύθηκε ἐπάνω μας; Δὲν ἦρθαν ἆραγε ὅλα αὐτὰ σ’ ἐμᾶς ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, δὲν εἶναι αὐτὰ ἀπόδειξη καὶ θρίαμβος ἀναγραμμένος τῶν παραπτωμάτων μας; Καὶ τὰ φοβερὰ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν τώρα δὲν ἐπιβεβαιώνουν τὶς φρικτὲς καὶ ἀδέκαστες τιμωρίες τοῦ μέλλοντος; Δὲν εἶναι κοινὴ ἐλπίδα ὅλων μας, ἢ μᾶλλον κοινὸ θέαμα μπροστά στὰ μάτια μας, γιὰ νὰ μὴν διαφύγει γιὰ τοὺς μεταγενέστερους οὔτε πυρφόρος ἀπὸ τὴ συμφορά, οὔτε νὰ ἀπομείνει κανένας στὴ ζωή; Πράγματι «λιγοστεύουν οἱ ἁμαρτίες φυλές», καὶ εἶναι σὰν ρομφαία δίστομη γι’ αὐτοὺς ποὺ τὴ χρησιμοποιοῦν. Σωθήκαμε ἀπὸ τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα πολλὲς φορὲς μᾶς περικύκλωσαν· ἐνῶ ἔπρεπε νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, δὲν τοῦ ἐκφράσαμε εὐγνωμοσύνη· σωθήκαμε, ἀλλὰ δείξαμε ἀμέλεια· δεχθήκαμε τὴ φρούρησή του, ἀλλὰ περιφρονήσαμε αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχε φόβος νὰ ὑποστοῦμε τιμωρία.
Ὦ γνώμη ἀπάνθρωπη καὶ χωρὶς διάκριση· καὶ ποῖα ἀπὸ τὰ δυσχερῆ καὶ δεινὰ δὲν εἶναι ἄξια νὰ πάθει; Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ὄφειλαν μικρὰ κι ἀσήμαντα, τὰ εἰσπράξαμε βάναυσα καὶ τοὺς τιμωρήσαμε. Δὲν θυμηθήκαμε νὰ εὐχαριστήσομε τὸν Θεό, ὅταν πέρασε ἡ εὐεργεσία. Οὔτε, ἐνῶ ἐλάβαμε συγγνώμη, δείξαμε οἶκτο στοὺς συνανθρώπους μας, ἀλλά, ἀφοῦ ἀπαλλαχθήκαμε ἀπὸ τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ μᾶς ἀπειλοῦσαν, γίναμε ἀγριότεροι πρὸς αὐτούς, καὶ οὔτε σκεφθήκαμε τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθος τῶν ὀφειλῶν μας καὶ τὴ συγχώρηση τοῦ Σωτήρα μας γι’ αὐτά, οὔτε σεβασθήκαμε τὴν ὀφειλὴ τῶν ὁμοδούλων μας ποὺ ἦταν πολὺ μικρὴ καὶ ποὺ δὲν ἰσορροποῦσε στὴ ζυγαριὰ μὲ τὶς δικές μας ὀφειλές. Ἐνῶ ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ πολλὰ καὶ μεγάλα ὀδυνηρὰ ἀπὸ φιλανθρωπία, ὑποδουλώσαμε ἄλλους τελείως ἀπάνθρωπα. Εὐφρανθήκαμε, ἀλλὰ προξενήσαμε λύπη· τιμηθήκαμε, ἀλλὰ προξενήσαμε ἀτίμωση· ἀποκτήσαμε δύναμη καὶ ἀφθονα ἀγαθά, ἀλλ’ ὅμως ταπεινώσαμε τοὺς ἄλλους, δείξαμε ἀφροσύνη. Πλουτήσαμε, παχύναμε, αὐξηθήκαμε, καὶ ὅμως ὅπως ὁ παλαιὸς Ἰακὼβ ἐγκαταλείψαμε τὸν Θεό, ὅπως ὁ ἀγαπημένος ἐκεῖνος, ἂν καὶ γεμίσαμε ἀπὸ εὐεργεσίες, ἐμεῖς τὸν κλωτσήσαμε καὶ σὰν δαμάλα ξέφρενη ἀπομακρυνθήκαμε ἀνόητα ἀπὸ τὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου καὶ δείξαμε μεγάλη ἀδιαφορία γιὰ τὶς δίκαιες ἀποφάσεις του. Γι’ αὐτὸ ξέσπασε αὐτὴ ἡ φωνὴ τοῦ πολέμου καὶ ἡ μεγάλη συντριβὴ στὴ γῆ μας. Γι’ αὐτὸ ἄνοιξε ὁ Κύριος τὸ σκευοφυλάκιό του κι ἔβγαλε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ σκεύη τῆς ὀργῆς του. Γι’ αὐτὸ ξεκίνησε λαὸς ἀπὸ τὸν βορρᾶ καὶ ὥρμησε σὰ νὰ εἶχε μπροστά του μιὰ ἄλλη Ἰερουσαλήμ, καὶ ξεσηκώθηκαν ἔθνη ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς κρατώντας τόξα καὶ ἀκόντια· εἶναι θρασὺς καὶ δὲν δείχνει ἔλεος· ἡ φωνή του εἶναι σὰν θάλασσα τρικυμισμένη.
«Ἀκούσαμε τὸ θόρυβό τους», ἢ μᾶλλον εἴδαμε τὸ ὅλο θέαμά τους «καὶ παρέλυσαν τὰ χέρια μας· μᾶς κατέλαβε θλίψη καὶ πόνος ὅπως ἐκείνης ποὺ γεννᾶ. Μὴ βγαίνετε στὸ χωράφι σας καὶ μὴ βαδίζετε στοὺς δρόμους, γιατὶ ὁλόγυρα παραμονεύει ρομφαία». «Μὲ τί νὰ σὲ παραβάλω καὶ μὲ τί νὰ σὲ παρομοιάσω», θὰ φωνάξει σήμερα μαζί μου ὁ Ἰερεμίας, ὦ πόλη βασίλισσα; «Ποῖος θὰ σὲ σώσει καὶ θὰ σὲ παρηγορήσει ποὺ ἔχει μεγαλώσει τὸ ποτήρι τῆς συντριβῆς σου; ποῖος θὰ σὲ θεραπεύσει;». Τώρα κλαῖτε· λίγο ἀκόμα καὶ τὸ πάθος θὰ μὲ βύθιζε στὸ κλάμα καὶ θὰ διέκοπτε τὸ λόγο μου. Ἀλλὰ γιατὶ φωνάζετε σ’ ἐμένα, γιατὶ θρηνεῖτε; Ἀκοῦστέ με· σταματῆστε γιὰ λίγο τὸ κλάμα κι ἀφῆστε τὰ λόγια νὰ ἀκουσθοῦν. Κλαίω βέβαια μαζὶ σας κι ἐγώ, ἀλλ’ οὔτε λίγες σταγόνες σβήνουν τὴ φλόγα ποὺ ἀναρριπίσθηκε τώρα (καὶ τί χρειάζεται νὰ πῶ, ὅτι τὴν ἀνάβουν περισσότερο;), οὔτε τὸν θυμὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἄναψε μὲ τὰ ἁμαρτήματά μας μπορεῖ νὰ τὸν ἐξιλεώσει τὸ πρόσκαιρο κλάμα. Κλαίω κι ἐγὼ μαζὶ σας, ἀλλὰ παραβλέψαμε τὰ δάκρυα πολλῶν ποὺ ταλαιπωροῦνται. Τὰ παρατρέχω γιατὶ κιόλας τὰ ἔχομε ἐξαντλήσει. Κλαίω κι ἐγὼ μαζὶ σας, ἀφοῦ ἡ ὥρα αὐτὴ τώρα εἶναι ὥρα γιὰ δάκρυα, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ κλάματα ἡ συμφορὰ ποὺ μᾶς βρῆκε. Γιατὶ ὑπάρχουν, πραγματικὰ ὑπάρχουν πολλὲς συμφορὲς μεγαλύτερες ἀπὸ τὰ δάκρυα, κατὰ τὶς ὁποῖες, ὅταν ἐκεῖνα ποὺ εἶναι μέσα μας διαφλεγοῦν ἀπὸ αὐτὸν ποὺ στηρίχθηκαν, ἢ καὶ περιορισθοῦν πολὺ καὶ συγκλεισθοῦν, πολλὲς φορὲς οὔτε τὸ δάκρυ ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὰ μάτια μας χύνεται. Ἀλλὰ τώρα δὲν βλέπω οὔτε αὐτῶν ποὺ κλαῖνε τὸ κέρδος. Γιατὶ ὅταν μπροστὰ στὰ μάτια μας τὰ ξίφη τῶν ἐχθρῶν μας βάφονται κόκκινα ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ ἐμεῖς, ἂν καὶ βλέπομε τὸ γεγονὸς καὶ πρέπει νὰ βοηθήσομε, αὐτὸ βέβαια δὲν τὸ ἀναλαμβάνομε ἀπὸ ἀδυναμία νὰ τὸ φέρομε σὲ πέρας, ἀλλὰ καταφεύγομε στὰ δάκρυα, τί εἴδους παρηγοριὰ προσφέρεται σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀτυχοῦν; Μεγαλύτερα ποτάμια θὰ μποροῦσαν νὰ δημιουργήσουν τὰ αἵματα ἀπὸ τὰ ἀποκομμένα σώματα, παρὰ τὰ δάκρυα ποὺ κυλοῦν ἀπὸ τὰ βλέφαρά μας. Ἀλλὰ ὅταν ἀπὸ τὰ ρεύματα τῶν αἱμάτων ποὺ κυλοῦν ἀπὸ ἐκεῖ δὲν ξεπλύνεται ὁ μολυσμὸς τῶν ἁμαρτημάτων, θὰ μπορέσουν ἆραγε νὰ τὸν ξεπλύνουν τὰ ποτάμια δακρύων τῶν ματιῶν;
Ποῦ εἶναι τώρα ὁ φιλόχριστος βασιλιάς, ποῦ εἶναι τὰ στρατόπεδα, ποῦ τὰ ὅπλα, οἱ πολεμικὲς μηχανές, τὰ στρατηγικὰ συμβούλια καὶ οἱ προπαρασκευές; Δὲν τὰ πῆρε ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ἀπέσπασε κοντά της μιὰ ἔφοδος ἄλλων βαρβάρων; Καὶ ὁ βασιλιάς βέβαια ὑπομένει μεγάλους κόπους καὶ μακροὺς πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα, καὶ πῆρε μαζί του καὶ ταλαιπωρεῖ τὸ στρατό, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐξαντλεῖ ὁ ὄλεθρος καὶ οἱ σκοτωμοὶ μπροστὰ στὰ μάτια μας, καὶ ἄλλους ἤδη τοὺς ἔχει βρεῖ, ἐνῶ ἄλλους ἤδη τοὺς ἀπειλεῖ. Τὸ Σκυθικὸ ὅμως αὐτό, τὸ ἄγριο καὶ βαρβαρικὸ ἔθνος, ἀφοῦ εἰσχώρησε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ προπύλαια τῆς πόλης σὰν ἄγριος χοῖρος κατέστρεψε τὸν περίγυρο τῆς πόλης. Ποῖος θὰ πολεμήσει γιὰ μᾶς μπροστὰ σ’ αὐτούς; ποῖος θ’ ἀντιπαραταχθεῖ στοὺς ἐχθρούς; Εἴμαστε ἀπὸ ὅλα ἔρημοι, μᾶς λείπουν τὰ πάντα.
Ποῖος θρῆνος θὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὸ ὕψος τῆς συμφορᾶς; Ποῖο δάκρυ θὰ σταθεῖ ἀρκετὸ γιὰ τὸ μέγεθος τῶν δυσχερειῶν ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν; Ἔλα μαζί μου, ἐσὺ ὁ πιὸ συμπαθὴς ἀπὸ τοὺς προφῆτες, θρήνησε μαζί μου τὴν Ἱερουσαλήμ, ὄχι ἐκείνη τὴν παλαιὰ τοῦ ἑνὸς ἔθνους μόνο μητρόπολη, ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὴν κοινὴ ρίζα τῶν δώδεκα κορμῶν, ἀλλὰ ὅλης τῆς οἰκουμένης, ὅση λαμπρύνει ἡ χριστιανικὴ πίστη, ποὺ δεσπόζει στὸ χρόνο, στὴν ὀμορφιά, στὸ μέγεθος, τὴ λαμπρότητα, τὸ μεγάλο πλῆθος καὶ τὴν πολυτελὴ ζωὴ τῶν κατοίκων της. Αὐτὴ τὴν Ἱερουσαλήμ θρήνησε μαζί μου, ποὺ δὲν ἁλώθηκε ἀκόμα οὔτε ἔπεσε χάμω, ἀλλὰ βρίσκεται κοντὰ στὴν ἅλωση καὶ συγκλονίζεται ἀπὸ ὅσα βλέπομε. Θρήνησε μαζί μου τὴ βασίλισσα τῶν πόλεων, ποὺ δὲν σύρεται ἀκόμα αἰχμάλωτη, ἀλλὰ εἶναι αἰχμαλωτισμένη ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Ζήτησε νερὸ γιὰ τὴν κεφαλὴ καὶ πηγὲς δακρύων γιὰ τὰ μάτια, καὶ πένθησε μαζί μου καὶ πένθησε γι’ αὐτήν, γιατὶ «ἔκλαψε γοερὰ ὅλη τὴ νύχτα καὶ τὰ δάκρυα κυλοῦσαν στὰ μάγουλά της, καὶ δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ποὺ θὰ τὴν παρηγορήσει», γιατὶ «ἡ Ἱερουσαλήμ διέπραξε μεγάλη ἁμαρτία, γι’ αὐτὸ βρέθηκε σ’ αὐτὸ τὸν κλονισμό», καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θαύμαζαν τὴ δύναμή της τὴν περιγέλασαν. Γιατὶ «ἔρριξε ὁ Κύριος φωτιὰ στὰ ὀστά της» κι ἄφησε βαρὺ τὸ ζυγό του ἐπάνω στὸν τράχηλό μας, καὶ «μᾶς φόρτωσε φοβεροὺς πόνους ποὺ δὲν θὰ μπορέσομε νὰ τοὺς ἀντέξομε». Θρήνησε μαζί μου, γιατὶ ἔσβησαν τὰ μάτια μου ἀπὸ τὰ δάκρυα «τὰ σωθικὰ μου ταράχθηκαν καὶ ἡ καρδιά μου σπαράσσει μέσα μου, γιατὶ πίκρα μεγάλη δοκίμασα, ἐνῶ ἀπ’ ἔξω τὸ ξίφος μ’ ἔκανε ὀρφανὴ ἀπὸ τὰ παιδιά μου», καὶ ὁ ἐχθρὸς ἄνοιξε τὸ στόμα του σ’ ἐμένα, ἔτριξε τὰ δόντια του καὶ εἶπε, “θὰ τὴν καταπιῶ”.
(…)
Ἀλλὰ τώρα, ἀγαπητοί μου, ἔφτασε ὁ καιρὸς νὰ προστρέξομε στὴ μητέρα τοῦ Λόγου, τὴ μόνη μας ἐλπίδα καὶ καταφυγή. Ἂς φωνάξομε πρὸς αὐτὴν ἱκετεύοντάς την μὲ δάκρυα· Σῶσε, ὅπως γνωρίζεις, τὴν πόλη σου, Δέσποινά μας. Αὐτὴν ἂς βάλομε πρὸς τὸν Υἱό της καὶ Θεὸ μας μεσίτρια καὶ ἂς τὴν κάνομε μάρτυρα καὶ ἐγγυήτρια γιὰ ὅσα συμφωνήθηκαν, αὐτὴν ποὺ διαβιβάζει τὶς αἰτήσεις μας πρὸς αὐτὸν καὶ ποὺ σὰν ἀγαθὴ βροχὴ μᾶς στέλνει τὴ φιλανθρωπία ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτήν, καὶ διασκορπίζει τὸ νέφος τῶν ἐχθρῶν καὶ ἀνάβει τὸ φῶς τῆς σωτηρίας γιὰ μᾶς, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς ὁποίας εἴθε νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὴν παρούσα ὀργή, ἀλλὰ καὶ νὰ σωθοῦμε κι ἀπὸ τὴ μέλλουσα καὶ χωρὶς τέλος κατάκριση μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, στὸν ὁποῖο ἁρμόζει κάθε δοξολογία καὶ εὐχαριστία καὶ προσκύνηση καὶ συγχρόνως καὶ στὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Β’
Ὁμιλία δευτέρα εἰς τὴν ἔφοδον τῶν Ῥῶς. Πρὸ τοῦ κινδύνου ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαὴλ ἐπέστρεψε στὴν πρωτεύουσα καὶ ἀφοῦ εἰσῆλθε στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ παρεκκλήσιο τῆς ἁγίας σοροῦ, παραλαμβάνοντας τὴν τίμια ἐσθήτα τῆς Θεοτόκου τὴν παρέδωσε στὰ χέρια τοῦ πατριάρχη Φωτίου. Ἀκολούθησε λιτανεία ἐπὶ τῶν τειχῶν τῆς πόλης μὲ τη συμμετοχὴ ὅλου τοῦ λαοῦ, καὶ στὴ συνέχεια ὁλονύκτια προσευχή, ἐπικαλούμενοι τὴ βοήθεια τῆς Θεοτόκου. Ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας ὁ Φώτιος ἔρριξε μὲ πίστη μεγάλη τὸ ὠμοφόριο τῆς Θεοτόκου στὰ ὕδατα τῆς θάλασσας, καὶ ἐνῶ ἐπικρατοῦσε γαλήνη, ξαφνικὰ ξέσπασε φοβερὴ τρικυμία καὶ καταπόντισε σχεδὸν ὅλα τὰ πλοία καὶ μεγάλο μέρος τῶν ἐχθρῶν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ (θαῦμα) ὁδήγησε τὸν ἀρχηγὸ τῶν Ῥώσων Δὴρ τὸν Ὀσκόλδ, ἢ κατ’ ἄλλους Δὴρ καὶ Ὀσκόλδ, καὶ πλῆθος τοῦ λαοῦ του νὰ προσέλθουν στὸν Χριστιανισμό, πρᾶγμα ποὺ συνέβη κατὰ τὸ θέρος μᾶλλον τοῦ 862 καὶ ὄχι κατὰ τὸ ἔτος 861, κατὰ τὸ ὁποῖο ἐξεφώνησε ὁ Φώτιος τὴν 2α Ἰουλίου τὴν ὁμιλία αὐτή.
(…)
Ἔθνος ἀσήμαντο, ἔθνος ἀναρίθμητο, ἔθνος ποὺ κατατάσσεται στὴν κατηγορία τῶν δούλων, ἄγνωστο βέβαια, ἀλλὰ ποὺ ἀπέκτησε ὄνομα ἐξαιτίας τῆς ἐκστρατείας του ἐναντίον μας, καὶ ποὺ ἦταν ἀσήμαντο βέβαια, ἀλλ’ ἔγινε σημαντικό, ταπεινὸ καὶ ἄπορο, ἀλλὰ ποὺ ἀνέβηκε σὲ ὕψωμα λαμπρὸ καὶ πλούτη ἄφθονα, ἔθνος ποὺ κατοικεῖ μακριὰ ἀπὸ μᾶς, βαρβαρικό, νομαδικό, ποὺ στηρίζει τὸ θράσος του στὰ ὅπλα, ἀπροφύλακτο, χωρὶς ἔλεγχο, χωρὶς στρατηγούς, ἔτσι ξαφνικά, ἔτσι σὲ ῥιπὴ ὀφθαλμοῦ σὰν κύμα τῆς θάλασσας ξεχύθηκε στὰ ὅριά μας καὶ σὰν ἄγριος χοῖρος, σὰ νὰ ἦταν χόρτα ἢ καλαμιὲς ἢ σπαρτά, καταβόσκησε, ὢ ἡ θεϊκὴ τιμωρία ποὺ ἔπεσε ἐπάνω μας! τοὺς κατοίκους τῆς χώρας, χωρὶς νὰ λυπάται τίποτα ἀπὸ ἄνθρωπο μέχρι τὰ ζῶα, χωρὶς νὰ σέβεται τὴν ἀδυναμία τῶν γυναικῶν, χωρὶς νὰ λυπάται τὴν τρυφερότητα τῶν νηπίων, χωρὶς νὰ σέβεται τ’ ἄσπρα μαλλιά τῶν γερόντων, χωρὶς νὰ μαλακώνει ἀπὸ τίποτε ἀπὸ ὅσα συνήθως συγκινοῦν τοὺς ἀνθρώπους ἀκόμα κι ἂν συμβοῦν αὐτὰ στὴ φύση τῶν θηρίων, ἀλλὰ μὲ θρασύτητα χρησιμοποιεῖ τὸ ξίφος πρὸς κάθε ἡλικία καὶ φύση. Μποροῦσε νὰ δεῖ κανεὶς νήπια νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ στήθη καὶ τὸ θηλασμὸ καὶ μαζὶ ἀπὸ τὴ ζωή, καὶ νὰ γίνεται, ἀλλοίμονο, τάφος τους αὐτοσχέδιος οἱ πέτρες ὅπου τὰ χτυποῦσαν, μητέρες νὰ θρηνοῦν οἰκτρὰ καὶ νὰ σφάζονται ἐπάνω στὰ βρέφη ποὺ ἀκόμα σπαρταροῦσαν καὶ ψυχορραγοῦσαν, πράγματα ποὺ ἀποτελοῦν ἄκουσμα ἐλεεινὸ καὶ πιὸ ἐλεεινὸ θέαμα, καὶ πολὺ καλύτερα εἶναι νὰ τ’ ἀποσιωπᾶ κανεὶς, παρὰ νὰ τὰ περιγράφει, καὶ ποὺ ἦταν ἄξιο γιὰ τοὺς δράστες τους μᾶλλον, παρὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ τὰ πάθαιναν.
Ἡ ἀγριότητά τους βέβαια δὲν ἔφτανε μόνο μέχρι τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἡ ὠμότητά τους ἐπεκτεινόταν σὲ ὅλα τὰ ἄλογα ζῶα, βόδια καὶ ἄλογα καὶ πουλερικά καὶ ὅσα ἄλλα ἔπεφταν μπροστά τους. Βόδι βρισκόταν κάτω πεσμένο καὶ δίπλα του ἄνθρωπος, παιδιὰ καὶ ἄλογα εἶχαν κοινὸ τάφο, καὶ γυναῖκες καὶ πουλερικὰ βρίσκονταν ἀνακατεμένα στὰ αἵματά τους. Ὅλα ἦταν γεμάτα ἀπὸ νεκρὰ σώματα. Τὸ νερὸ στὰ ποτάμια μετατρεπόταν σὲ αἷμα, τὶς βρύσες καὶ τὶς δεξαμενὲς δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ τὶς διακρίνει κανεὶς, γιατὶ τὰ βαθουλώματά τους εἶχαν ἰσοπεδωθεῖ ἀπὸ τὰ πτώματα, ἄλλων ἀπὸ αὐτὲς φαίνονταν ἐντελῶς ἀμυδρὰ ἴχνη τοῦ παλαιοῦ σχήματός τους, κι αὐτὸ ποὺ τοὺς ἔλειπε τὸ ἀναπλήρωναν ὅσοι κείτονταν κοντά τους. Τὰ χωράφια τὰ κατέστησε τὸ ἔθνος αὐτὸ νεκρὰ σώματα, τοὺς δρόμους τοὺς ἔκανε δυσχερεῖς, τὴν ἀγριάδα καὶ τὰ θηρία τῶν δασῶν τὴ ἀποτελοῦσαν αὐτοὶ μᾶλλον, παρὰ ἡ ἐρημιὰ καὶ τὰ πουρνάρια, τὰ σπήλαια ἦταν γεμάτα, τὰ ὄρη, οἱ λόφοι, οἱ χαράδρες καὶ τὰ φαράγγια δὲν διέφεραν σὲ τίποτε ἀπὸ τὰ νεκροταφεῖα τῶν πόλεων. Τόσο πολὺ εἶχε ἁπλωθεῖ ὁ χαλασμὸς καὶ ἡ σὰν λοιμὸς καταστροφὴ τοῦ πολέμου μὲ τὰ φτερά τῶν ἁμαρτιῶν μας πετοῦσε παντοῦ καὶ κατέστρεφε ὅ,τι συναντοῦσε.
(…)
Θυμᾶστε ἆραγε τὴν ταραχὴ καὶ τὰ δάκρυα καὶ τοὺς ὀλολυγμοὺς στὰ ὁποῖα παρασυρόταν τότε ὅλη ἡ πολιτεία μὲ ἔσχατη ἀπόγνωση; Γνωρίζετε ἐκείνη τὴ νύχτα τὴ ζοφερὴ καὶ φοβερή, ὅταν ὁ κύκλος τῆς ζωῆς ὅλων μας καταδυόταν μαζὶ μὲ τὴν κυκλικὴ τροχιά τοῦ ἡλίου καὶ ἡ λάμψη τῆς ζωῆς μας βυθιζόταν στὸ βαθὺ σκότος τοῦ θανάτου; Γνωρίζετε ἐκείνη τὴν ὥρα, τὴν ἀφόρητη καὶ πικρή, ὅταν κατέπλεαν σ’ ἐμᾶς τὰ βαρβαρικὰ πλοῖα, ἀποπνέοντας ὠμότητα καὶ ἀγριότητα καὶ διάθεση γιὰ φόνο, ὅταν ἡ θάλασσα ἁπλωνόταν γαληνεμένη καὶ ἥσυχη, προσφέροντας σ’ αὐτὰ ἕνα ταξίδι εὐχάριστο καὶ χαρούμενο, ἐνῶ σ’ ἐμᾶς ἔστελνε τὰ ἄγρια κύματα τοῦ πολέμου; Ὅταν ἔπλεαν δίπλα ἀπὸ τὴν πόλη μεταφέροντας καὶ δείχνοντας τοὺς ἐπιβάτες τους νὰ ὑψώνουν τὰ ξίφη καὶ ἀπειλοῦσαν κατὰ κάποιο τρόπο τὴν πόλη μὲ θάνατο μὲ τὰ ξίφη; Ὅταν κάθε ἀνθρώπινη ἐλπίδα εἶχε ἐκλείψει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ πόλη ἅπλωνε τὴν ἐλπίδα της στὴν καταφυγὴ στὸν Θεό; Ὅταν σκοτάδι καὶ καταχνιὰ τύλιγε τοὺς λογισμούς, καὶ τ’ αὐτιὰ σὲ τίποτε ἄλλο δὲν ἄνοιγαν, παρὰ ὅτι οἱ βάρβαροι μπήκαν μέσα ἀπὸ τὰ τείχη καὶ ἡ πόλη ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν; Γιατὶ ἡ ἀπροσδόκητη συμφορὰ καὶ ἡ ἀνέλπιστη ἔφοδος τοὺς ἔπειθε ὅλους τέτοια νὰ ἀκοῦνε καὶ νὰ φαντάζονται, πάθημα ποὺ εἶναι συνηθισμένο ἄλλωστε νὰ συμβαίνει στοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ φοβοῦνται ἄτοπα, ἀνεξέταστα νομίζουν ὅτι ἔχει συμβεῖ ἐνῶ δὲν ἔγινε τίποτα, καὶ αὐτὸ ποὺ οὔτε ὑποψιάστηκαν, μὲ αὐτεξούσια γνώμη καὶ ὅταν φτάσει τὸ στέλνουν μακριά.
(…)
Ἀλλ’ ὅταν αὐτὰ κάναμε ἐμεῖς, ὅταν ἐγκαθιστούσαμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας διαιτητὴ ἀδιαφιλονίκητο τὸν λογισμὸ καὶ ρίχναμε ἐμεῖς οἱ καταδιωκόμενοι τὴ μειοψηφοῦσα ψῆφο γιὰ τὸν ἑαυτό μας ὡς ψῆφο νικήτρια, ὅταν ἐπικαλούμασταν τὸν Θεὸ μὲ προσευχὲς καὶ ὕμνους, ὅταν μὲ συντριβὴ καρδιᾶς προσφέραμε τὴ μετάνοιά μας, ὅταν ὑψώνοντας ὅλη τὴ νύχτα τὰ χέρια μας πρὸς τὸν Θεὸ παρακαλούσαμε γιὰ τὴ φιλανθρωπία του, ἐξαρτώντας ὅλες μας τὶς ἐλπίδες ἀπὸ αὐτόν, τότε λυτρωνόμασταν ἀπὸ τὴ συμφορά, τότε ἀπαλλασσόμασταν ἀπὸ τὰ δεινὰ ποὺ μᾶς περιστοίχισαν, τότε βλέπαμε νὰ διαλύεται ἡ ἀπειλή, καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου φαινόταν ν’ ἀπομακρύνεται ἀπὸ μᾶς· γιατὶ βλέπαμε τοὺς ἐχθρούς μας νὰ ὑποχωροῦν καὶ τὴν πόλη ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε ἡ ἁρπαγὴ νὰ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴ λεηλασία. Τότε.
Πότε τότε; Ὅταν, ἀπογυμνωμένοι ἀπὸ κάθε βοήθεια καὶ μὴ ἔχοντας ἀνθρώπινη συμμαχία, παίρναμε θάρρος στηρίζοντας τὶς προσδοκίες μας στὴ μητέρα τοῦ Λόγου καὶ Θεοῦ μας, αὐτὴν παρακινώντας την νὰ παρακαλέσει τὸν Υἱό της, αὐτὴν παρακαλώντας την νὰ συγχωρήσει τὰ ὀλισθήματά μας, αὐτῆς ἐπικαλούμενοι τὴν παρρησία της πρὸς τὸν Υἱό της γιὰ τὴ σωτηρία μας, αὐτῆς τὴ σκέπη νὰ βροῦμε σὰν τεῖχος ἀπολιόρκητο, αὐτὴν ἱκετεύοντάς την θερμὰ νὰ συντρίψει τὸ θράσος τῶν βαρβάρων, αὐτὴν νὰ τσακίσει τὴ λύσσα τους, αὐτὴν νὰ γίνει πρόμαχος τοῦ ἀπελπισμένου λαοῦ, νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸ ποίμνιό της, τῆς ὁποίας καὶ τὴν περιβολὴ γιὰ τὴν ἀναχαίτιση τῶν πολιορκητῶν καὶ τὴ διαφύλαξη τῶν πολιορκημένων περιφέροντας μαζί μου ὅλη ἡ πόλη ἑκούσια ἀναπέμπαμε τὶς ἱκεσίες μας καὶ κάναμε τὴ λιτανεία, καὶ μὲ αὐτὰ μὲ ἀνείπωτη φιλανθρωπία μὲ τὴ μητρικὴ γεμάτη παρρησία παράκληση καὶ τὸ Θεῖο λύγισε, καὶ ὁ θυμός του ἔπαυσε, καὶ ὁ Κύριος ἐλέησε τὴν κληρονομιά του.
Εἶναι πραγματικὰ περιβολὴ τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ ἡ πάνσεπτη αὐτὴ ἐνδυμασία· αὐτὴ περικύκλωνε τὰ τείχη καὶ μὲ ἀνέκφραστο λόγο ἔδειχνε τὰ νῶτα τῶν ἐχθρῶν μας· αὐτὴν φοροῦσε ἡ πόλη καὶ ἡ παράταξη τῶν ἐχθρῶν διαλυόταν σὰ νὰ τῆς δινόταν σύνθημα· αὐτὴ τὴ στολὴ ντυνόταν ἡ πόλη καὶ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ποὺ τοὺς ἔδινε φτερά ἀπογυμνώνονταν οἱ ἐχθροί της. Μόλις δηλαδὴ ἡ παρθενικὴ αὐτὴ στολὴ περιῆλθε τὸ τεῖχος οἱ βάρβαροι ἀποκαμωμένοι καὶ σὰν βουβοὶ μάζεψαν τὶς ἀποσκευές τους καὶ ἐγκατέλειψαν τὴν πολιορκία, καὶ ἔτσι καὶ τὴν προσδοκώμενη ἅλωση ἀποφύγαμε, καὶ ἀξιωθήκαμε τὴν ἀπροσδόκητη σωτηρία. Γιατὶ δὲν ἔρριξε ὁ Κύριος τὸ βλέμμα του στὶς ἁμαρτίες μας, ἀλλὰ στὴ μετάνοιά μας, οὔτε θυμήθηκε τὶς ἀνομίες μας, ἀλλὰ πρόσεξε τὴ συντριβὴ τῶν καρδιῶν μας καὶ ἔκλινε τὴν ἀκοή του στὴν ἐξομολόγηση τῶν χειλιῶν μας. Ἦταν ἀπροσδόκητη ἡ ἔφοδος τῶν ἐχθρῶν, κι ἀνέλπιστη παρουσιάσθηκε καὶ ἡ ἀναχώρησή τους· φοβερὴ ἦταν ἡ ἀγανάκτηση, ἀλλὰ πάνω ἀπὸ τὸ λόγο τὸ ἔλεος· ἀνείπωτος ἦταν ὁ φόβος ποὺ προκάλεσαν αὐτοί, γελοιοποιήθηκαν ὅμως μὲ τὴ φυγή τους· ἔκαναν γεμάτοι ὀργὴ τὴν ἐπιδρομή τους ἐναντίον μας, εἴδαμε ὅμως νὰ τοὺς καταδιώκει ταυτόχρονα ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνακόπτει τὴν ὁρμή τους.
(…)
Μποροῦσε νὰ δεῖ κανεὶς ταπεινοὺς τοὺς γεμάτους ἔπαρση καὶ τοὺς φαγοπότες νηστευτές, καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ σ’ ὅλη τὴ ζωὴ τους κυριαρχοῦσαν τὸ γέλιο καὶ τὰ παιγνίδια, αὐτῶν τὰ μάγουλα τὰ ἔπλυναν ποτάμια δακρύων. Ὅσοι πάλι εἶχαν ριχθεῖ μὲ πάθος στὴν ἀπόκτηση χρημάτων, ἔκαναν συμμέτοχους τοὺς φτωχούς, ἀρνούμενοι μὲ περιφρόνηση τὸ ἀρρώστημα τῆς φιλαργυρίας· καὶ γιὰ νὰ συγκεφαλαιώσω, ἐξετάζοντας ἐξονυχιστικὰ τὸ ἐλάττωμά τους, μὲ πολὺ ζῆλο τὸ διέλυαν καὶ τὸ ἀφάνιζαν, καὶ καθένας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ζήσει μέσα στὴν ἀδιαφορία καὶ τὴν ἀναμελιά, μὲ χέρια καὶ πόδια καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμή τους ὑποσχόταν ὅτι θὰ ἐπιδιώκει νὰ ἔχει βοηθό του τὴν ἀρετή, καὶ εὔχονταν καὶ συμφωνοῦσαν ὅτι τὸν μετέπειτα χρόνο θὰ βαδίζουν καθαρὰ καὶ χωρὶς ἐπιστροφὴ τὸ δρόμο τῶν συμφωνημένων. Κανένας λοιπὸν νὰ μὴν τὰ ξεχνᾶ αὐτά, κανένας νὰ μὴν καταστρέφει αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις μὲ τὴ λήθη· γιατὶ ἡ λήθη αὐτῶν μπορεῖ νὰ ἐξάπτει τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ βέβαια γι’ αὐτὲς τὶς ὁμολογίες μας βάλαμε ἐγγυήτρια καὶ τὴ μητέρα τοῦ Λόγου καὶ Θεοῦ μας, καὶ ἡ φιλανθρωπία της μᾶς πρόλαβε ἐλευθερώνοντάς μας ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία. Μὲ αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἀφοῦ καθαρίσαμε τὶς καρδιές μας καὶ ὀργώσαμε τὶς ψυχές μας, τρυγήσαμε τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιας. Ἔτσι, ἀφοῦ βελτιώσαμε τὶς ἀποφάσεις μας, ἀπαλλαχθήκαμε ἀπὸ τὶς δυσκολίες.
(…)
Ἀλλὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ συμμαχία αὐτοῦ καὶ καθίσταται ἰσχυρὸς καὶ κερδίζει τὴν τροπαιοφόρα νίκη κατὰ τῶν ἀντιπάλων του, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ἔθνη ποὺ ἔχουν ἐσφαλμένη ἰδέα περὶ Θεοῦ, ὄχι μὲ τὶς δικές τους ἀγαθὲς πράξεις, ἀλλὰ μὲ τὶς δικές μας κακὲς πράξεις αὐξάνουν τὴν ἰσχύ τους καὶ γίνονται ἰσχυροὶ καὶ φέρονται μὲ ἔπαρση πρὸς ἐμᾶς. Γιατὶ σὰν μάστιγες ρίχνονται ἐναντίον μας καὶ τὰ παραπτώματά μας γίνονται ἀντικείμενα τῶν μαστίγων, καὶ τόσο μεγάλη ἐξουσία εἰς βάρος μας παραχωρεῖται σ’ αὐτούς, ὅσο ἐμεῖς συμβεῖ μὲ τὰ πάθημά μας νὰ νικήσομε τοὺς ἑαυτούς μας μὲ τὴ συγκατάθεση στὸ κακὸ καὶ μὲ τὴν ὑποχώρησή μας ἐγκαταλείψομε τὴν τάξη ὅπου μᾶς ἔταξε ὁ σωτήριος καὶ θεῖος νόμος.
Ὅταν λοιπὸν πράττοντας τὸ ἀγαθὸ γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ ἐπικράτησή μας πάνω στοὺς ἐχθροὺς ἔρχεται μὲ τὴ νίκη τῶν παθῶν μας, ἐνῶ ὅταν ἁμαρτάνομε δεχόμαστε τὴν ἀποστροφὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὑποδούλωσή μας στοὺς ἐχθρούς, πῶς δὲν πρέπει ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ ἀποφεύγομε καὶ νὰ τὰ σιχαινόμαστε, καὶ νὰ ἐπιδιώκομε τὶς ὀρθὲς πράξεις καὶ μ’ αὐτὲς νὰ χαιρόμαστε καὶ νὰ αὐξάνομε ἀδιάκοπα στὴ ζωή μας ὡς πρὸς τὸ καλό;
Πῶς θὰ βρεῖ κανεὶς τὸ θάρρος νὰ νικήσει τοὺς ἐχθροὺς ποὺ ἔχει μέσα του ὅταν περιθάλπει τοὺς ἐχθροὺς ποὺ βρίσκονται μέσα του καὶ τὶς στάσεις ποὺ τὸν λεηλατοῦν, ὅταν ὁ παράλογος θυμὸς νικᾶ τὸν αὐτοκράτορα λογισμὸ καὶ τὸν πείθει νὰ διαπράξει φόνο εἰς βάρος τοῦ πλησίον του, ποὺ ἴσως δὲν τὸν ἔχει ἀδικήσει σὲ τίποτε; Πῶς ἐπιζητεῖς νὰ ἀναδειχθεῖς ἐσὺ νικητὴς κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ὅταν ἡ φιλήδονη ἐπιθυμία κάνοντας ὑποχείριό της τὸν αὐτοκυρίαρχο λογισμὸ τὸν σύρει καὶ τὸν παρασύρει περιφέροντάς τον καὶ ὁδηγώντας τον ὡς δοῦλο ἐκεῖ ὅπου προστάζει τὸ πάθος; Πῶς ἔτσι αἰχμαλωτισμένοι καὶ σκλαβωμένοι θὰ λάβουν τὸ ἔπαθλο κατὰ τῶν ἐχθρῶν; Δὲν εἶναι μὲ τίποτε δυνατό, δὲν εἶναι δυνατὸ ἔχοντας κάποιος δεσμευθεῖ καὶ ὑποδουλωθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθροὺς καὶ ἔχοντας πουλήσει τὸν ἑαυτό του στὰ πάθη, νὰ μπορέσει νὰ γίνει κύριος τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν.
Ἂν λοιπὸν θέλομε νὰ ἐξολοθρεύσομε τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, ἂς φροντίσομε πολὺ πρὶν νὰ ὑποτάξομε τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς, ἂς καταλύσομε τὴν ἐξέγερση καὶ τὴ διαμάχη τῶν ἐσωτερικῶν. Ἂς εἶναι ὁ λογισμὸς ὁ αὐτοκυρίαρχος τῶν παθῶν, καὶ τότε θὰ γίνομε κύριοι τῶν ἀντιπάλων, ποὺ ἔχουν τὴν ἄδεια νὰ μᾶς χτυποῦν καὶ νὰ μᾶς τραυματίζουν ἀπὸ ἔξω. Ἂν δηλαδὴ τὸν λογισμὸ ποὺ τὸν ἔλαβες αὐτοκράτορα ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτὸν τὸν παρέδωσες καὶ τὸν ὑπέταξες στὶς ἡδονὲς ὡς ἀνδράποδο, πῶς ἐπιθυμεῖς νὰ γίνεις κύριος τῶν ἐχθρῶν ποὺ σοῦ ἐπιτίθενται ἀπὸ ἔξω; Πῶς θὰ λαφυραγωγήσεις τῶν ἐχθρῶν τὶς ἀποσκευὲς ἐσὺ ποὺ παραδίνεις καθημερινὰ τὸ νοῦ σου στὸ νὰ λεηλατεῖται ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς στάσεις καὶ ἐπιβουλές; Ἂς καταδικάσομε καὶ ἀπομακρύνομε πρῶτα τοὺς ἐνδόμυχους λογισμούς, καὶ τότε εὐκολότατα θὰ λαφυραγωγήσαμε τὴ δύναμη τῶν ἐξωτερικῶν.
Δὲν βλέπεις καὶ τὸν Ἰσραήλ; Ὅταν γινόταν κυρίαρχος τῶν παθῶν του, τότε νικοῦσε καὶ τοὺς ἐχθρούς (γιατὶ εἶχε συστράτηγό του τὸν Θεό), ὅταν ὅμως ὑποδουλωνόταν στὴν ἁμαρτία, τότε παραδινόταν καὶ στοὺς ἐχθρούς (γιατὶ τὸν εἶχε ἐγκαταλείψει ἡ θεία δύναμη ποὺ ἦταν συστράτηγός του). Αὐτὸς πράττοντας τὰ ἀρεστὰ στὸν Θεὸ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Μωυσῆ διέφευγε τὴ φοβερὴ καὶ βαριὰ δύναμη τῶν Αἰγυπτίων. Καὶ ὄχι αὐτὸ μόνο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγριεμένη θάλασσα στρωνόταν γιὰ χάρη τους πέρα ἀπὸ τὸ λόγο σὲ ἴσιο δρόμο, ἐνῶ ἄνοιγε τάφος αἰώνιος γιὰ τοὺς Αἰγυπτίους ποὺ τοὺς καταδίωκαν μαζὶ μὲ τὰ ἄλογα καὶ τὰ ἄρματα, προξενώντας κατὰ θαυμαστὸ τρόπο τὸν ὄλεθρο στὸν Φαραώ, γεγονότα μὲ τὰ ὁποῖα γέμισε ἀπὸ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ὁ ἀγαπημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνέκρουσε μὲ χαρὰ τὴ λυτρωτικὴ getδὴ πρὸς τὸν στρατηγὸ καὶ πρόξενο τῆς νίκης Θεό.
Οἱ ἴδιοι ὅμως πάλι ὅταν παρασύρθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ γογγύζουν καὶ χωρὶς διαταγὴ τοῦ Θεοῦ ἐξοπλίσθηκαν γιὰ πόλεμο καὶ ἔφτασαν τὴν πεποίθησή τους στὴ δύναμη τῶν χεριῶν τους νὰ τὴ θέσουν πρὶν ἀπὸ τὴ θεία προσταγή, ἀφοῦ ὑπέστησαν ἰσχυρὸ πόλεμο νικήθηκαν, καθιστώντας μὲ τὰ παραπτώματά τους ἰσχυρὴ τὴ δύναμη τῶν ἀντιπάλων καὶ ἀνυψώνοντας τὴ δόξα τους. Καὶ πάλι ὅμως ἔχοντας στρατηγό τους τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ πειθαρχώντας στοὺς λόγους τοῦ Μωυσῆ ἐκπόρθησαν πολλὲς πόλεις τῶν ἐχθρῶν, συνέλαβαν πολλοὺς αἰχμαλώτους, πῆραν πολλὰ λάφυρα καὶ γέμισαν ἀπὸ εὐχαρίστηση καὶ χαρὰ. Κι αὐτὴ ἡ εὐχάριστη καὶ χαρούμενη διάθεση ἀπὸ τὴ νίκη θὰ τοὺς ἔμεινε, ἂν ἀπὸ ἀχαριστία δὲν ἐπιστράτευαν ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ τους τὰ φίδια· γιατὶ δὲν ὑπῆρχε ἔθνος ποὺ θὰ πραγματοποιοῦσε καὶ θὰ ἔδειχνε μὲ τὸ ξίφος τὴ δίκαιη ἀγανάκτηση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀχαριστία.
Ἔτσι μαστιγώνεται ὁ λαὸς ποὺ ἁμαρτάνει, ἢ θερίζονται ἀπὸ τὰ ξίφη τῶν ἐχθρῶν, ἢ σπαράζονται ἀπὸ τὰ δόντια τῶν θηρίων, ἢ παιδεύονται ἀπὸ σεισμὸ τῆς γῆς καὶ βίαιη ἀναταραχή, ἢ ἀπανθρακώνονται ἀπὸ οὐράνιους κεραυνούς, ἢ βασανίζονται ἀπὸ ἀφορία τῶν καρπῶν, ἢ χάνονται ἀπὸ καταστροφικοὺς ἀνέμους. Δὲν ὑπάρχει ἔλλειψη κατάλληλου τρόπου τιμωρίας πρὸς ἀντιμετώπιση τοῦ σφάλματος· κι ἂν διαφύγει κανεὶς ἀπὸ τὸν ἕνα, πλέκεται στὸν ἄλλο, κι ἀπὸ αὐτὸν πάλι ἂν ἴσως διαφύγει, συλλαμβάνεται ἀπὸ τὸν ἄλλο, καὶ ὅποιος ἔζησε παράνομα καὶ εἶναι ἔνοχος, δὲν μπορεῖ ν’ ἀποφύγει τὴν τιμωρία.
(…)
Ἀλλ’ ἀφοῦ σωθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ καὶ ἀποφύγαμε τὸ μαχαίρι καὶ ὁ ἐξολοθρευτής μας ἀποχώρησε, ἔχοντας σκεπασθεῖ ἀπὸ τὴν περιβολὴ τῆς μητέρας τοῦ Λόγου καὶ ἐπισημανθεῖ ἀπὸ αὐτήν, ὅλοι μαζὶ μὲ αὐτὴν ἂς ἀναπέμψομε στὸν Χριστὸ τὸν Θεό μας ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν εὐχαριστήριες ᾠδές, κάθε σπίτι ποὺ διέφυγε τὸ ξίφος, κάθε ἡλικία, γυναῖκες, παιδιά, νέοι καὶ γέροντες. Αὐτοὶ δηλαδὴ ποὺ ἀντιμετώπιζαν τὸν ἴδιο ὄλεθρο, αὐτοὶ χρεωστοῦν μὲ εὐλάβεια νὰ προσφέρουν στὸν Θεὸ καὶ στὴ μητέρα του κοινὸ ὕμνο. Ἀπολαύσαμε κοινὴ ἐλευθερία, ἂς προσφέρομε κοινὴ τὴν εὐχαριστία. Ἂς ποῦμε στὴ μητέρα τοῦ Λόγου μὲ εὐθύτητα γνώμης καὶ καθαρότητα ψυχῆς: Ἐμεῖς τηροῦμε ἀνεπιφύλακτα τὴν πίστη καὶ τὸν πόθο σὲ ἐσένα· Ἐσὺ σῶσε τὴν πόλη σου ὅπως γνωρίζεις, ὅπως θέλεις. Ἐσένα προτάσσομε ὡς ὅπλα καὶ τεῖχος καὶ θυρεοὺς καὶ στρατηγὸ ἴδιο, ἐσὺ ὑπεράσπισε τὸν λαό σου. Ἐμεῖς θὰ φροντίσομε νὰ σοῦ προσφέρομε τὶς καρδιές μας καθαρὲς μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη, ἀποσπώντας τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τοὺς ῥύπους καὶ τὰ πάθη, ἐσὺ διάλυσε τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν μας ποὺ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ὀργή. Γιατί, ἂν ξεφύγομε κάπως ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις μας, ἡ διόρθωσή μας ἀνήκει σὲ ἐσένα, εἶναι δικό σου ἔργο νὰ δώσεις χέρι βοήθειας σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν γονατίσει καὶ νὰ τοὺς σηκώσεις ἀπὸ τὴν πτώση τους.
Ἂς ποῦμε αὐτὰ στὴν Παρθένο κι ἂς μὴν τῆς ποῦμε ψέματα, γιὰ νὰ μὴν διαψευσθοῦμε στὴν καλή μας ἐλπίδα, γιὰ νὰ μὴν ἀποτύχομε στὴν προσδοκία μας, ὥστε, ξεπερνώντας τὸν σάλο καὶ τὰ κύματα καὶ τὴ ζάλη τῶν κακῶν τῆς ζωῆς, νὰ προσαράξομε στὸν λιμένα τῆς σωτηρίας μας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μας, στὸν ὁποῖο πρέπει ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ζωαρχικὴ Τριάδα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ 12 – ΕΠΕ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2005 – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

