ΙΧΘΥΣ: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

«Κύριε, σῶσέ με»

Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, Παῦλος (Ρωμ. ε΄, 7,8) διακηρύσσει τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας. «Μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολµᾷ ἀποθανεῖν. Συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡµᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁµαρτωλῶν ὄντων ἡµῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡµῶν ἀπέθανε».

(: Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει πράγµατι τὴν µεγάλην τοῦ Θεοῦ ἀγάπην, διότι µόλις καὶ µετὰ βίας θὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος νὰ ἀποθάνῃ γιὰ κάποιον δίκαιον. Διότι διὰ τὸν ἀγαθὸν ἴσως λάβῃ κανεὶς τὴν τόλµην νὰ ἀποθάνῃ. Ὁ Θεὸς ὅµως δεικνύει περιτράνως τὴν ἀπὸ τὰ βάθη του ἀγάπην πρὸς ἡµᾶς, διότι, ὅταν ἀκόµη ἤµεθα ἡµεῖς γεµᾶτοι ἁµαρτίας, ὁ Χριστὸς ἀπέθανε δι’ ἡµᾶς).

• Νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, διότι ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:

«Ὁ Θεὸς πάντοτε καὶ ἐκ τῶν προτέρων εἶχε ἀγάπη γιὰ μᾶς ἀπὸ τότε ποὺ ἀκόμη δὲν εἴχαμε γεννηθῆ. Γιατὶ δὲν θὰ μᾶς προόριζε πλοῦτο, ἄν δὲν μᾶς ἀγαποῦσε. Μὴ λοιπὸν σκεφθεῖς τὴν ἔχθρα, ποὺ δημιουργήθηκε ἐν τῷ μεταξύ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παλαιότερη ἀπ’ αὐτήν».

• Στὸ Γεροντικὸ ἀναφέρεται γιὰ τὸν Ἀββᾶ Μωυσῆ τὸν Αἰθίοπα:

« Ὁ Ἀββᾶς Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ, ὅταν βρισκόταν στὴν ἀγωνιστική του περίοδο καὶ εἶχε κάποτε μία ἐπίθεση μεγάλου σαρκικοῦ πολέμου, δὲν προσήρχετο νὰ κοινωνήση, γιατὶ ἔνοιωθε τὸν ἑαυτόν του ἀκάθαρτο λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ πολέμου. Κάποια μέρα τοῦ λέγει ὁ ἀββᾶς Ἰσίδωρος, ὁ ἱερεὺς τῆς σκήτεως:

– Ἀββᾶ Μωυσῆ, πρόσελθε στὰ Ἅγια Μυστήρια.

– Δὲν προσέρχομαι, λέγει, ἐὰν δὲν παύσουν οἱ ἐνυπνιασμοί.

– Ὄχι, λέγει, ἄφησέ τους «στὴν πάντα» καὶ ἔλα νὰ κοινωνήσης.

– Δὲν ἔρχομαι.

Τότε τοῦ λέγει:

– Ἔλα κοντά μου.

Τὸν ἀνεβάζει στὸ δῶμα τοῦ κελλιοῦ του και τοῦ λέγει:

– Γιὰ πρόσεξε ἀριστερά σου.

Τότε ἀνοίχθηκαν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τοῦ Ἀββᾶ Μωϋσέως καὶ εἶδε ὅλον τὸν κόσμο γεμᾶτο ἀπὸ δαίμονες, ποὺ ἔτρεχαν μὲ μεγάλη λύσσα, γιὰ νὰ ὑποσκελίσουν τοὺς ἀνθρώπους στὸ κακό. Ἔφριξε, ὅταν εἶδε ἔτσι τοὺς δαίμονες!

Τοῦ λέγει:

– Γιὰ κοίταξε καὶ πρὸς τὰ ἐπάνω δεξιά.

Γυρίζει πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ βλέπει ὅτι κατέβαιναν τάγματα καὶ  τά­γματα, στρατιὲς Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων καὶ πῆρε μεγάλη παρηγορία.

Τοῦ λέγει:

– Ποιὲς δυνάμεις εἶναι περισσότερες καὶ μεγαλύτερες, οἱ δικές μας ἤ τῶν δαιμόνων;

– Οἱ δικές μας, τῶν Ἀγγέλων.

Λέγει ὁ Ἀββᾶς Ἰσίδωρος:

– Λοιπόν, ἔλα τώρα, λάβε θάρρος καὶ γιὰ νὰ γνωρίσης ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου τὸ νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ πάθος καὶ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ἀλλὰ ὅτι εἶναι μόνον ἔργο καὶ κατόρθωμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, σοῦ λέγω ὅτι ἀπὸ αὐτὴν τὴν στιγμὴ σταματάει ὁ πόλεμος!

Κι ἀμέσως ἔνοιωσε τὸν ἑαυτό του ἐλαφρωμένο καὶ ταπεινώθηκε μὲ τὸ ὅτι δὲν κατόρθωσε τίποτα μὲ τὴν ἄσκησή του, ἀλλὰ μὲ ἕνα λόγο τοῦ Ἀββᾶ Ἰσιδώρου ἀπαλλάχθηκε καὶ προσῆλθε στὴν Θεία Κοινωνία.

• Στὸ περιοδικὸ «Ἡ Δράση» διαβάζουμε:

«Στὸν Θεὸ δὲν πίστευα. Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νὰ πάω στὸ στρατό, ἡ μητέρα μου, ποὺ ἦταν πολὺ πιστὴ χριστιανὴ καὶ προσευχόταν γιὰ μένα, μοῦ ἔδωσε ἕνα μικρὸ χαρτί, στὸ ὁποῖο εἶχε κάτι γράψει καὶ μοῦ εἶπε: «Γιόκα μου, ἄς εἶναι αὐτὸ τὸ κείμενο πάντα μαζί σου». Ἀργότερα ἔμαθα ὅτι εἶχε ἀντιγράψει τὸν 90ὸ ψαλμό.

Ὑπηρέτησα στὰ εἰδικὰ στρατεύματα τῆς ξηρᾶς, τοὺς ἀλεξιπτωτιστές, οἱ ὁποῖοι ἔπεφταν ἀπὸ τὰ ἀεροπλανα ὡς ἐμπροσθοφυλακή, πρὶν ἀρχίσει ἡ μάχη. Στὸ στρατὸ δὲν μᾶς ἐπέτρεπαν νὰ ἔχουμε στὶς τσέπες μας ἀπολύτως τίποτα, ποὺ δὲν εἶχε σχέση μὲ τὴν ὑπηρεσία μας. Ἔτσι ἔρραψα τὸ χαρτὶ τῆς μητέρας μου στὴ φόδρα τοῦ πουκαμίσου τῆς στρατιωτικῆς στολῆς κοντὰ στὸν ἀριστερὸ ὦμο.

Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ τὴν πρώτη πτώση μου μὲ ἀλεξίπτωτο στὴν ἄβυσσο τοῦ ἀέρα κάτω ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο. Στὴν καθορισμένη στιγμὴ τράβηξα τὸν κρίκο καὶ τὸ ἀλεξίπτωτο δὲν ἄνοιξε. Ἀμέσως τράβηξα τὸν κρίκο τοῦ δεύτερου, ποὺ εἴχαμε ὡς ἐφεδρικό. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἐπίσης δὲν ἄνοιξε. Πλησίαζα τὴ γῆ μὲ φοβερὴ ταχύτητα.

Σ’ αὐτὰ τὰ λίγα δευτερόλεπτα δὲν μποροῦσα φυσικὰ νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ πουκάμισο τὸ χαρτὶ τῆς μητέρας μου καὶ νὰ τὸ διαβάσω. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσα νὰ κάνω ἦταν νὰ κτυπήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ μέρος ποὺ ἦταν τὸ χαρτὶ καὶ νὰ φωνάξω «Κύριε, σῶσέ με». Καὶ ὡς ἀπάντηση ἄκουσα τὰ κτυπήματα τοῦ ἀλεξίπτωτου, ποὺ ἄνοιξε. Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ, εἶπα. Σοῦ ὑπόσχομαι νὰ ἐγγραφῶ φοιτητὴς στὸ θεολογικὸ Σεμινάριο.

Ἄλλαξα.

Τὰ ἐρωτηματικὰ τῶν προϊσταμένων μου γιὰ τὴν ἀλλαγή μου, δὲν μὲ φόβισαν. Τὰ δάκρυα τῆς μητέρας μου ἔφεραν τὴ θαυμαστὴ σωτηρία μου.

Ὅταν ἀπολύθηκα ἀπὸ τὸ στρατό, φοίτησα στὸ θεολογικὸ Σεμινάριο καὶ μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου μπῆκα ὡς δόκιμος σὲ Μοναστήρι καὶ σήμερα εἶμαι ἱερομόναχος».